Θέατρο

Share

Θέατρο :
Θαλασσοδαρμένα γεμάτα αρμύρα κορμιά ναυτικών σε κάθε λιμάνι περίμενα ν’ ακούσουν τη γνώριμη φωνή του Γραμματικού, γράμματα απ’ την πατρίδα, αμέσως σιγή επικρατούσε μαζευόταν όλοι στο σαλόνι του πλοίου κι άκουγαν το όνομά τους, αυτοί που δεν είχαν λάβει γράμμα κατέβαζαν τα μούτρα τους σκεπτικοί και διερώτονταν γιατί άραγε; Τι να συμβαίνει;
Όσοι λάβαιναν έτρεχαν να διαβάσουν, άλλος έκλαιγε, άλλος γέλαγε, άλλος μούσκλωνε, ήταν ένα θέατρο ναυτικής παράστασης μιας αληθινής ζωής…

Continue reading “Θέατρο”

Μια Ηλιαχτίδα!

Share

Μια ηλιαχτίδα:

Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε ο χρόνος;
Αυτός μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος.
Μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα σ’ ένα τροπικό παράδεισο, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί κάτω από τσίγκινα κεραμίδια τον χορό της αγάπης
Χόρτασε η ψυχή μου να στροβιλιζόμαστε αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην χόβολη, αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα.
Οι στάλες έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσαν οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που τελικά ήταν.
Σήμερα ξαναήρθαν οι στρατιώτες του χρόνου φέρνοντας καινούργιες ηλιαχτίδες τυλιγμένες σε υποσχέσεις για να υποδεχθούμε μαζί την είσοδό του χορεύοντας τον χορό της φθοράς!
Σας εύχομαι ένα χαρούμενο κι ευτυχισμένο καινούργιο χρόνο 2015.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Το σβηστό Λυχνάρι

Share

antique-lamp2Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας με το τρεμούλιασμα της, τις σκιές του ταβανιού πάνω στις χοντροκομμένες κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους, αυτού του φτωχικού ουρανού του σπιτιού μου να κινούνται, τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν, τις νεράιδες να με εγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους για να μου χαρίσουν τις χάριτες της ζωής, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα, το πρόσωπο του Θεού να χαμογελά.

Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή μαστίγωνε τα κεραμίδια, έτσι αγκαλιασμένοι και οι δυο αέρας και βροχή, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό σα φτερούγισμα Αγγέλων που είχαν κατέβει απ τον γαλάζιο ουρανό. Ξάφνου το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκα το χέρι του θεού να με σκεπάζει, έχωσα το κεφάλι μου κάτω απ τα σκεπάσματα και αποκοιμήθηκα στον δικό μου κόσμο, γεμάτο παιδικά αθώα χρώματα, αυτά που μου χάριζε το φως του λύχνου.

Τώρα κοιτώ το σβηστό λυχνάρι, είναι αυτό το ίδιο που μου κράταγε συντροφιά τις παιδικές αθώες νύχτες, αναλογίζομαι τις εποχές που πέρασαν και νιώθω ένας μικροσκοπικός διαβάτης σε μια πολύχρωμη παγκόσμια τροχιά, σα να είναι το φως της λάμπας αυτής όπου σπέρνει την ελπίδα, στο ατέρμονο πέπλο της νύχτας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Το Κλειδί

Share

Κρεμόσουν από μια κλειδαριά σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση!

Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους. Θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτή που κάποτε άνοιγες ανυπομονώντας να μου προσφέρεις τη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό να εξακολουθείς να με περιμένεις; Μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα. Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια, ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες μας τις σερβίρανε, διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται.

Διαβάζεις τα βιβλία της κάθε μιας θρησκείας, τις υποσχέσεις τους, ακούς τα κηρύγματα των προφητών τους, οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο κανένας δεν πήγε και γύρισε. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος. Όταν γεννιέσαι άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η τιμή της σκέψεις, σε κρατούν δεμένο, πληρώνεις για να μπορείς να εξασκείς το ότι πιστεύεις, αυτό που σου έμαθαν, είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made, είναι business. Έλα κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί, υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του χρόνου δεν συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί. Υπάρχει και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο;

Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει η σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σε συμφωνία με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης. Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, τ’ άγρια τα ζώα και απ’ τους άλλους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα. Έχε γεια!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Ο Μετρητής του χρόνου

Share

Ο Μετρητής του Χρόνου.

Μετά από δεκάωρη εργασία σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, αρχίζει ο αγώνας του γυρισμού στο σπίτι.
Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι του μετρό, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα. Τα σκαλοπάτια βρώμικα μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας. Χέρια σηκωμένα κρατημένα από χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα νεαρά.
Πρόσωπα πολύχρωμα, μαύρα άσπρα, κίτρινα, σοκολατί, μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρωμούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα, σώματα σε κτυπούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα να καταλάβεις πόση ώρα ήσουν στον κήπο της Εδέμ κοιτάς το ρολόι του σταθμού τον μετρητή του χρόνου και βγάζεις μια φωνή, πω! πω! Άργησα. Φτάνεις σπίτι.

Κουρασμένος κάθεσαι στον καναπέ, λασκάρεις τη ζώνη σου, αναπνές βαθιά, έτσι καθιστός τα μάτια σου κλείνουν, αρχίζουν τα όνειρα, τρομάζεις, ξυπνάς, δεν ξέρεις πόσο καιρός πέρασε, ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα, κοιτάς για αποδείξεις, το ρολόι δίπλα, σου χαμογελά κάνοντας τα μπλε φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Σηκώνεσαι, τρίβεις τα μάτια σου. Το χουφτιάζεις, το σφίγγεις, το πετάς κάτω, το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του σα να ήτανε η τελευταία του αναπνοή, άχρωμες πια οι τρύπες στο μέρος των ματιών του. Το θυσίασες στο όνομα της ελευθερίας του σκλαβωμένου εαυτού σου. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου και αγκάλιασες τον χρόνο σου, τον έσφιξες πάνω σου κι άρχισες να κλαις, γιατί κατάλαβες ότι ήσουν δεμένος με αυτόν, το συνεχιστή των βημάτων σου, της σκιάς σου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

*********************************************************************

Παιδιά, Ψίχουλα Κάτω απ’ το τραπέζι

Share

Ένα κομματάκι καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός ιερέας με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα ξένοι έκαναν κουμάντο αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές..

Continue reading “Παιδιά, Ψίχουλα Κάτω απ’ το τραπέζι”

Πολιτογράφηση, Μετανάστης

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Είχε νυχτώσει, ξάπλωσαν, η μάνα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, ο πατέρας ροχάλιζε, τα δυο αγόρια πήγαν στο δωμάτιό τους, κοίταζαν απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν σε αυτό τον δρόμο της Νέας Υόρκης κι έπλαθαν όνειρα απόδρασης από την φυλακή του πατέρα τους, παρομοίαζαν τους εαυτούς τους σαν δυο πουλιά κλεισμένα στο κλουβί.

Continue reading “Πολιτογράφηση, Μετανάστης”

ΑΕΡΑ

Share

Ήμουν πρωτοετής στο σχολείο, δηλαδή στην πρώτη τάξη.
Μας είχαν ντύσει με μπλε στολή δίκοχο και το στέμμα, ΕΟΝ  κάναμε παρελάσεις σηκώναμε το δεξί χέρι ψηλά χαιρετώντας φασιστικά.

Aν θυμάμαι καλά μας ονόμαζαν σκαπανείς… Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με μεγάλες φωτογραφίες του τότε Κυβερνήτη Ι. Μεταξά να παροτρύνει τους αγρότες ” Ούτε μια σπιθαμή γης να μην μείνει ακαλλιέργητη”.

Κατά κάποιον τρόπο ήταν όλα τα πράγματα σε μια τάξη, υπήρχε τάξη στο κράτος, τραγουδάγαμε τον ύμνο της νεολαίας, (Στην γλυκeιά μας την πατρίδα την τρανή και ιστορική Συ απόμεινες ελπίδα νεολαία Ελληνική…)

Ξάφνου ακούσαμε τις καμπάνες να χτυπούν, Πόλεμος νίκη των Ελλήνων, τα καφενεία γέμισαν με αφήσεις και τη νικήτρια λέξη ΑΕΡΑ… κάθε μέρα που περνούσε καινούριες κωδωνοκρουσίες, τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο στη μόδα κι εμείς τα πιτσιρίκια τραγουδάγαμε …Και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει! Βρε το φουκαρά!!!…

Τι αναπολώ;

Μα την παιδική αθωότητα
αυτή που χάθηκε!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Νέα Υόρκη

[youtube dR6aaToAaWM]

Το Δάκρυ

Share

Ένα δάκρυ κύλησε, έπεσε χάμω,  ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν  προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά,  ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε. Continue reading “Το Δάκρυ”

Του Πατέρα το όνειρο

Share

Από το λιμάνι του νησιού ξεκινούσαν δυο δρόμοι, ο ένας έσκιζε κατ’ ευθεία τον κάμπο στα δυο πήγαινε για την πρωτεύουσα, ο άλλος πήγαινε για το βουνό. Πήρα το δρόμο που ήταν ανήφορος. Ήταν Μάης, εποχή που ανθίζουν οι παπαρούνες, ένα κόκκινο θέαμα ξεπετιόταν από   τους βράχους σαν αίμα από μαχαιριές θεών.

Κάποιος περπατούσε πλάι μου, φαινόταν να με απόφευγε. Continue reading “Του Πατέρα το όνειρο”

Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία

Share

Η μάνα  μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια,   από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα,  στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή  η περιφορά  του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν  Η ζωή εν τάφω…,   ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’ Continue reading “Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία”