Το Άσπρο Σπίτι

Share

 Ελένη Παπαφιλίππου

Το άσπρο σπίτι «εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων». Έτσι μήνυσε η Τασία στον αδερφό της τον Θανάση όταν του πρωτόγραψε για την αγορά του σπιτιού.

Ο Θανάσης είχε φύγει απ’ τα δεκάξι του για τη Νέα Υόρκη κι ενώ για δέκα χρόνια έστελνε κάθε μήνα χρήματα στις αδερφάδες του, μετά ούτε γράμμα ούτε γραφή. Οι δυο μεγαλύτερες είχαν καλοπαντρευτεί και τον είχαν ξεγράψει κι έμεινε η Τασία να μαζεύει τα δολάρια, αλλά μετά είπαμε, σταμάτησαν κι αυτά.

Η Τασία όμως δεν έλεγε να τον ξεχάσει. Ας μην απαντούσε πια στα γράμματά της, εκείνη συνέχιζε να του στέλνει τα νέα της κι εκείνα της γειτονιάς. Οι αδερφάδες της μέχρι να παντρευτούν και να φύγουν απ’ το δωμάτιο που έμεναν την είχαν «Τουρκίας νύφη», να τους πλένει και να τους σιδερώνει μέχρι να τυλίξουν η μία έναν υδραυλικό και η άλλη έναν μικροεργολάβο.  Ο Θανάσης ήταν ο μόνος άνθρωπος που της είχε χαρίσει ένα πατρικό χάδι όταν έγδερνε τα τρυφερά της γόνατα στην αυλή. Ο μόνος που την είχε παίξει και της διηγούνταν παραμύθια για πρίγκιπες και μακρινά βασίλεια. Continue reading “Το Άσπρο Σπίτι”

Η Αδερφή Του Stradioti

Share

Ελένη Παπαφίλίππου

  «Έλα… Πάμε…» τον παρακάλεσε για πολλοστή φορά.

Ο Μάρκος έριξε μια κλεφτή ματιά στους υπόλοιπους stradioti. Τυλιγμένοι στις κάπες τους, κοιμούνταν ήρεμοι πλάι στ’ άλογα και τις οικογένειές τους.

«Τι τους τηράς, καημένε;» τον μάλωσε η Μαριώ. «Κοιμούνται. Έλα, θα μπούμε στην βάρκα και θα κάμουμε όπως όταν ήμασταν παιδιά και με πήγαινες βαρκάδα. Θυμάσαι;»

«Θυμούμαι» μουρμούρισε ο Μάρκος. Το πρόσωπό της έμοιαζε πιο χλωμό στο φεγγαρόφωτο.

«Δεν αντέχω αυτήν την μυρουδιά!» είπε κρεμώντας το κάτω χειλάκι της.

Η βενετική γαλέρα που τους μετέφερε απ’ την Μάνη στο Τζάντε εδώ και τρείς μέρες έζεχνε απ’ τις καβαλίνες που δεν προλάβαιναν να πετούν στην θάλασσα.

Continue reading “Η Αδερφή Του Stradioti”

Ο Έλληνας

Share

   «Έλα, να κάνουμε τσιγάρο» άκουσε την γνώριμη φωνή του σεφ μες στο σκοτάδι.

   Ο Νίκος στάθηκε για μια στιγμή αναποφάσιστος. Είχε πεταχτεί έξω ίσα ίσα για να ρίξει κάτι άδεια μπουκάλια στον κάδο ανακύκλωσης κι αν έπαιρνε χαμπάρι ο μαιτρ πως αργούσε, σίγουρα θα ΄βρισκε τον μπελά του.

   «Μην ανησυχείς. Μαζί μου είσαι. Ο λόγος μου μετράει περισσότερο απ’ του μαιτρ»

   Ο σερβιτόρος πλησίασε υπάκουα τον ηλικιωμένο μάγειρα και κάθισε στο πλαστικό καφάσι πλάι του. Πήρε το τσιγάρο που του πρόσφερε ο άλλος και για λίγη ώρα κάπνιζαν αμίλητοι. Το βλέμμα του Νίκου ήταν καρφωμένο στην πόρτα του εστιατορίου. Με το που θ’ άνοιγε, θα πεταγόταν να επιστρέψει στην δουλειά του.

   «Ξέρεις πότε στράβωσε το πράγμα;» ρώτησε άξαφνα ο σεφ. Continue reading “Ο Έλληνας”

Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Share

ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ (SAN TON MEGALEXANDRO)

«Τον πατέρα σου ψάχνεις;»

Ο Σταύρος αναπήδησε ανακουφισμένος αλλά το παιχνιδιάρικο χαμόγελο του Αλέκου δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσει την κατσάδα.

«Που είσαι; Γιατί μας αναστάτωσες όλους έτσι, μου λες;» τον αποπήρε.

Ο Αλέκος κατέβασε τα μούτρα. Φορούσε πυτζάμες κι ήταν ξυπόλητος με τα δάχτυλα των ποδιών του χωμένα μές στην άμμο. Ο Σταύρος έβγαλε με νευρικές κινήσεις το σακάκι του και το έριξε στους γέρικους ώμους του πατέρα του. Κατόπιν, τον έπιασε απ’ το μπράτσο κι άρχισε να τον τραβάει προς το αυτοκίνητο. Με το που έφτασαν όμως στο πλακόστρωτο που έβγαζε στον κεντρικό δρόμο, ο Αλέκος «τα στύλωσε» που λέμε και δεν προχωρούσε βήμα.

«Τι κάνεις; Πάμε! Σε ψάχνουν απ’ το Γηροκομείο!»

Continue reading “Σαν τον Μεγαλέξανδρο”

Βόηθα, Γέρο!

Share

Με το που έβαλε το ψωμί στο στόμα, η γυναίκα απέναντί της άρχισε να κλαίει. Η Άννα πάγωσε. Αν μπορούσε να φτύσει την μπουκιά της και να την ξανακολλήσει στο καρβέλι, θα το ’κανε.

«Μην της δίνεις σημασία» είπε ο άντρας κι αγριοκοίταξε την γυναίκα του.

Το κλάμα της ήταν σαν Φθινοπωρινό ψιλόβροχο, επίμονο κι εκνευριστικό.

«Φεύγεις κι εσύ;» ρώτησε ο άντρας δείχνοντας την βαλίτσα της Άννας.

Η νεαρή κοπέλα έσφιξε μηχανικά την βαλίτσα κάτω απ΄την μασχάλη της κι ένευσε καταφατικά. Δεν της άρεσαν οι πολλές κουβέντες.

«Αυστραλία;» την ξαναρώτησε.

«Γερμανία» αποκρίθηκε εκείνη αποφεύγοντας το βλέμμα του.

«Ποιά πόλη; Έχω κάνει και στην Γερμανία».

Προσπάθησε να θυμηθεί τι έγραφαν τα χαρτιά της. Θες τ’ οτι ήταν μεγάλη λέξη, θες τ’ οτι οι ερωτήσεις του ξένου άντρα την πανικόβαλλαν, δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Continue reading “Βόηθα, Γέρο!”

Μπονεγκίλα

Share

ΜΠΟΝΕΓΚΙΛΑ (BONEGILLA)

«Ma perche non mi vuoi? Guarda che bello ragazzo che sono! Vieni! Assomogli cosi tanto con la mia mama!»

Ο Άρης σήκωσε το κεφάλι και σε λίγο, όπως το περίμενε, πέρασε από μπροστά του η στρουμπουλή Ιταλίδα μεταφράστρια με μικρά βιαστικά βήματα. Από πίσω της ο νεοφερμένος συμπατριώτης της που την κατεδίωκε εδώ και μια βδομάδα.

«Sposami! Ho intenzioni serie! Dai! Di’ qualcosa!”»

Ο Άρης στερέωσε το πηγούνι του στο περβάζι και χάζεψε την σκηνή. Απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια του «μπλόκ» είχαν βγει και τους κοιτούσαν. Όσοι καταλάβαιναν την πολιορκία του νεαρού Ιταλού, γελούσαν πειράζοντάς τον ενώ όσοι δεν καταλάβαιναν, χάζευαν απλώς.

«Την έχει τρελάνει την κοπέλα» είπε διασκεδάζοντας η Ρούλα. Εκείνη την ώρα μπάλωνε μια λευκή φανέλα του άντρα της και το στρατιωτικό κρεβάτι έτριζε με κάθε της κίνηση.

Continue reading “Μπονεγκίλα”

Άπικο (Apiko)

Share

«Τζιφ Τζεφ Σμιθ!» είπε χτυπώντας το χέρι του στην πολυθρόνα.

Οι γειτόνισσες κοιτάχτηκαν με απορία.

   «Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

«Όλους!» επανέλαβε κοφτά κι αφού κοίταξε ένα γύρο της αμίλητες γυναίκες, συμπλήρωσε πιο ήρεμα: «Βέβαια, εμείς οι ελληνοαυστραλοί έχουμε τα δικά μας ονόματα, διαφορετικά ο καθένας…»

Continue reading “Άπικο (Apiko)”