Στους Ήρωες: Σολωμό και Τάσο

Share

Ιωάννης Παναγάκος

Τ’ Αυγούστου οι δεκατέσσερις ήταν θλιμμένη μέρα
κι είχε μαυρίλα ο ουρανός και τ’ άστρο της καρδιάς μας
γιατί έφυγε ένας ήρωας απ’ τ’ άδικο το χέρι
του Τούρκου του δερβέναγα κι απ’ της Τουρκιάς το μίσος
που κάθε μέρα, κάθε αυγή τον ήλιο τον ντροπιάζει
και τα νερά και τα σπαρτά κι η φύση αποτροπιάζει
γιατί την Κύπρο κούρσεψαν, της εμορφιάς το κάλλος.
Στ’ Αυγούστου δεκατέσσερις ο Τάσος κηδευόταν
και τον ξεπροβοδούσανε στης δόξας τα λημέρια
οι σύντροφοί του, οι αετοί στο πύρωμα του αγώνα. Continue reading “Στους Ήρωες: Σολωμό και Τάσο”

Προσφυγιά στο Όνειρο

Share

Χαλάσματα…
Κομβόι χάντρες η ψυχή μου
χαρτογραφημένες αναμνήσεις και πλεούμενοι πόθοι.
Με τον μύχιο σφυγμό της
στο ημερολόγιο της λησμονιάς.
Προσφυγιά στο όνειρο…
Οδοιπορούσα με αβέβαια βήματα.
Θραύσματα ουρανού ατάκτως κρημνισμένα
κι ένα ναυάγιο ελπίδας χωρίς εισιτήριο.
Προορισμός το πουθενά.
Το «πουθενά στο όνειρο»
ή «το όνειρο στο πουθενά». Continue reading “Προσφυγιά στο Όνειρο”

Εσύ κι εγώ μαζί

Share

Άνθρωπε εαυτέ μου
που εσύ είσαι εγώ και εγώ εσύ,
Στο μονοπάτι με τις μαργαρίτες
μύρισα την ευωδιά της εικόνας σου
κι’ ένιωσα την ανάσα σου να ρουφά
από μέσα μου
την πορεία μου προς σε.
Σε συνάντησα στην πολύβουη ερημία
της ψυχής μου,
αγώι να κουβαλάς όνειρα.
Σε απάντησα στις μεγάλες πορείες
των χειλιών μας
προς το άπειρο.
Σε βρήκα, σαν δυο χελιδόνια φώλιασαν
στον ουρανό της καρδιάς μας.
Η ψυχή μου εσύ, ο κραδασμός σου εγώ. Continue reading “Εσύ κι εγώ μαζί”

Έπος Λευτεριάς

Share

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιών καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή – Continue reading “Έπος Λευτεριάς”

Άλκιμο Έλυτρο

Share

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα
μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη

 

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου
Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,
Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.
Σε άκουσα να τη σμιλεύεις
Με τις κορφάδες των ονείρων σου
Στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,
Μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.
Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης
Να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,
Αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.
Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου
Μέθεξη ουράνιας στόχασης,
Συνειρμό ακτίνων ζωής,
Εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.
Ατενίζω την αγάπη μας
Βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ν’ αρμενίζει στο πέλαο.
Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.

Continue reading “Άλκιμο Έλυτρο”

Χριστός Ανέστη

Share

Ένα εξωκκλήσι ταπεινό, στην άκρια εκεί του δάσους,
φέρνει τη σκέψη στα παλιά, στα παιδικά τα χρόνια,
τότε, που ερχόμουν στη λαμπρή, με μια λευκή λαμπάδα,
με φίλους και με συγγενείς, και με θερμή την πίστη,
ν’ ακούσουμε τη λειτουργιά, να κάμνουμ’ το σταυρό μας,
να περιμένουμ’ τον παπά, να πει «Χριστός Ανέστη»,
για να τσουγκρίσουμε τ’ αυγά, να ευχηθούμε σ’ ούλους,
και της αγάπης το φιλί, να δώσουμε να πάρμε! Continue reading “Χριστός Ανέστη”

Μα τότε ήταν το Εικοσιένα

Share

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρθει
στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.
Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω
και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου
στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`
εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές
τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα
αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της
στην αλλοτινή της πορεία
και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας
εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο
και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας
ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας. Continue reading “Μα τότε ήταν το Εικοσιένα”

Άρωμα Ελλάδας

Share

Όπου κι αν το βλέμμα μου στην πολύπαθη γη μου απλώσω, μου μιλούν τα ιερά
των πραγμάτων τα ρήματα διαταγμένα σε βάθος γαλάζιων αιώνων.
Κι αν σιωπή με κερνούν των ανέμων οι σύγχρονοι γόνοι,
σαν ο νους πιθυμά ν’ αρμενίσει στα βάθη ολοφώτιστος
ξεναγός τον προσμένει των μνημείων ο Άχραντος Λόγος
και οι πάνδροσοι πόθοι της μνήμης
στο λιθάρι το διάφανο στο κροντήρι του πόντου
που η σιωπή κελαηδά με στεντόρεια αλήθεια
τ’ Αχιλλέα το όνειρο, του Ηρακλή, του Θησέα τη δόξα
της Αθήνας, της Σπάρτης και τ’ Αλέξανδρου εκείνο το μέγιστο βήμα
που τον ήλιο εγχάραξε στην καρδιά και στο σπέρμα της γης.
Continue reading “Άρωμα Ελλάδας”

Χριστός Ανέστη

Share

Ιωάννης Παναγάκος

Ένα εξωκκλήσι ταπεινό, στην άκρια εκεί του δάσους,
φέρνει τη σκέψη στα παλιά, στα παιδικά τα χρόνια,
τότε, που ερχόμουν στη λαμπρή, με μια λευκή λαμπάδα,
με φίλους και με συγγενείς, και με θερμή την πίστη,
ν’ ακούσουμε τη λειτουργιά, να κάμνουμ’ το σταυρό μας,
να περιμένουμ’ τον παπά, να πει «Χριστός Ανέστη»,
για να τσουγκρίσουμε τ’ αυγά, να ευχηθούμε σ’ ούλους,
και της αγάπης το φιλί, να δώσουμε να πάρμε!
Φτάνω κοντά κι’ ανασκιρτώ, ανασκιρτώ και σειέμαι,
κι’ ως μπαίνω μέσα, προσκυνώ Τη Του Θεού Σοφία·
και τον Προστάτη των αγρών, της έμορφης της πλάσης,
ψάχνω για να προσευχηθώ – θέλω να φχαριστήσω,
για της αγάπης τους καρπούς, για του κεφιού το νέκταρ!
Continue reading “Χριστός Ανέστη”

Το Φαρί

Share

Ιωάννης Παναγάκος
(2009)

Μελίχρυσο σγουρό φαρί,
Πάνω στ’ ασπρόμαυρο σκαρί,
Τον παίκτη περιμένει!
Ν’ ανέβουνε στον ουρανό,
Σε μονοπάτι ωκεανό,
Στου νου την οικουμένη.

Μ’ ένα γαλάζιο συνειρμό,
Συνδυασμού τρελό ρυθμό,
Στα ύψη φτερουγίζουν·
Κι’ όσο ανεβαίνουν πιο ψηλά,
Κι η σκέψη τους ανθοβολά,
Τα μάτια τους σπιθίζουν!

Continue reading “Το Φαρί”

Το Φινάλε

Share

Ιωάννης Παναγάκος
(2007)

Μια διαδρομή στην έρημο, χωρίς νερό, η ζωή μου·
Απλός στρατιώτης, πινελιά στου χρόνου το σκαρί.
Κοπάδια ολάκερα, βαθειά χαράγματα η ψυχή μου·
Και σμήνη μένουνε, θαρρείς, τ’ αυλάκια στο κορμί.

Απλός στρατιώτης, μια ζωή, στο κέντρο της σκακιέρας·
Το όγδοο το θαύμα της, τη μακρινή γραμμή,
Ένα φινάλε ζηλευτό, μιας κερδισμένης μέρας,
Να φτάσει κάποτε γι’ αυτόν, με πίστη καρτερεί.

Continue reading “Το Φινάλε”

Λυδία Λίθος

Share

Ιωάννης Παναγάκος

Ξεχαστήκαμε καιρό στην ξηρά
ψάχνοντας τη Λυδία Λίθο των ονείρων μας!
Δεν ξέραμε τότες, ούτε το υποψιαστήκαμε:
μια Λυδία Λίθος, εγωτιανή, το όνομά της,
μας οδηγούσε και την κουβαλάγαμε
στο άπλευστο ναυάγιο των ονείρων.
Continue reading “Λυδία Λίθος”