Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά
είπα να γυρίσουμε σπίτι μη και μας βρει η περίπολος
κι η συμφορά. Εκείνος σαν να γέλασε,
κάτι σαν μαρμαρωμένος λυγμός στην παγωνιά
του μισοφέγγαρου. “Σιγά, μή βιάζεσαι αδελφέ,
ξεχνάς πως έχω χρόνια ν’ ανεβώ αυτές τις σκάλες.
Κι έπειτα, δεν είναι αυτός ο δρόμος που θυμάμαι.
Continue reading “Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά”

Η παραγγελία

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Απ’ τη μεγάλη και φημισμένη σας πολιτεία
φεύγω με κάποιες εντυπώσεις ομορφιάς:
τα λαμπρά μάρμαρα, τα θέατρα, ο πλούτος
στα καταστήματα. Ωστόσο, τον πίνακα
τόνε θέλω παλαιότερης σχολής, αληθινό,
και γι’ αυτό σας προτίμησα, να μου θυμίζει
τη δική μου βολή, κάτι σαν πειθαρχία
στην τάση μου προς τη σπατάλη. Θέλω στα μαύρα
την μάνα με το βλαμμένο παιδί
Continue reading “Η παραγγελία”

Αναβολή

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Λέω να σταματήσω τα μάγια που μου φτιάξανε
κείνες οι σουβλερές, ποντικομούρες γριές
εκεί στ’ ασβολερό τους άντρο.
Κι από το δώμα μου να διώξω τα πουλιά
που ορίσανε να περετούν την κάθε μου ανάγκη –
κοράκια, νυχτοπούλια, νυχτερίδες,
γιδοβυζάστρες και καρακάξες,
που μαγαρίζουν τις αυλές μου και ξελογιάζουν
τον ύπνο μου με τον παράφνό τους σαματά. Continue reading “Αναβολή”

Της Λυγερής

Share

Φτερούγες κόρακα ιριδίζοντας
στην αντηλιά
λουσμένα δεντρολίβανο τα μαλλιά της

περήφανα ωραία

κυπαρισσένια σε νησιώτικη πλαγιά
κυματιστή στα μάτια των ανθρώπων
να προβαίνεις,
Continue reading “Της Λυγερής”

Καντηλοσβέστης

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Καμιά φορά στο σπίτι μου το δειλινό
θολώνει τα πράματα μια ξένη αντάρα,
και τότε βγαίνω στο μπαλκόνι και κάθομαι
με τα ξερά γεράνια, και μες στ’ αποβασίλεμα
ψάχνω μπας και φανεί περαστικός κανένας φίλος
απ’ τα παλιά, συντροφιασμένα χρόνια.

Continue reading “Καντηλοσβέστης”

O Ξένος

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Στο Μιχάλη Τσιανίκα

Κατάγιαλα, σε τραπεζάκι μιας ταβέρνας στο νησί
δυο ντόπιοι αδέλφια κάθονταν μ’ έναν ξένο
αργά μιαν εσπέρα. Το λίγο φως απ’ την ταβέρνα
φώτιζε σαν φανάρι του δρόμου μιας άλλης εποχής,
αχνά-χλομά, το πρόσωπο του ξένου, στραμμένο
προς τη θάλασσα. Κι αυτός, σαν ονειρόπαρτος,
μακρινός, με χέρια ακουμπησμένα στα γόνατα
π’ αλαφροτρέμανε σαν από πυρετό κι αλλόφερτο κρύο.

Continue reading “O Ξένος”

Την εποχή που η χνουδερή παπαρούνα

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Την εποχή που η χνουδερή Please Login or Register to see the link.
βαμμένη ξεδιάντροπα σηκώνει μπόι
στ’ αγίνωτα στάχια και την ήρα,
που το Please Login or Register to see the link. απλώνει στις πλαγιές
μαβιές φλοκάτες
μη και ξενοτρυγήσει η μέλισσα,

Continue reading “Την εποχή που η χνουδερή παπαρούνα”

Στον Αναγνώστη Β’

Share

Δημήτρης Τσαλουμάς

Αν περπατώντας στις καταχνιές βλέπεις πουλιά
να καίνε σαν τα ρόδια
στου χειμώνα το παράθυρο και τη γενάτη σκεπή,
αν άφοβο καμιά φορά σε
βγάζουν οι σήραγγες στου Αμαζόνιου τα μπαλκόνια
να δεις τα σαρκοβόρα φύλλα
που ρουφάνε ζωντανή την παραστρατημένη αχτίδα,
Continue reading “Στον Αναγνώστη Β’”