-
The very latest
- Κι όμως γυρίζει
- Ένα νησί ταξιδεύει
- Αφόρητες Αγάπες
- Ανάμνηση
- Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Pues sola hay una
- Η ιστορία της γέννησης
- Από τη Μάνα στην Κόρη
- Έτη παιδιού
- Mother’s Day Remembrance
- Σαν έφυγες
- Το νόημα του κόσμου
- «Αρχή Άνδρα…δείκνυσι»
- Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος!!!!!
- Amulet
- A woman’s wig
- Τα “θα” που έμαθα
- Cinco Dinares
- From Top to Toe
- Τιτανικός Δύο
- Θυσία Κωνσταντίνου Κουκίδη*
- You’ll Never Walk Alone
- Emigre
- Τα ιδανικά μας
Subscribe to Diasporic
Login
Diasporic Authors
Alekos Agelidis
(42), Andrea Demetriou
(3), Andrea Garivaldis
(24), Angela Costi
(8), Aris Adanis
(17), Avgoustis Maroulis
(6), Christina Tsardikos
(2), Chrysa Mastorodimou
(1), Constantinos Nigdelis
(2), Diasporic Literature
(53), Dimitri Dr Karalis
(18), Dimitris Troaditis
(38), Dimitris Tsaloumas
(16), Dionysia Mousoura-Tsoukala
(5), Dr Christos Galiotos
(6), Dr George Kanarakis
(1), Dr Gregory Christidis
(13), Dr Nicholas Fourikis
(6), Evangelia-Aggeliki Pechlivanidou
(60), Fedon Theofilou
(5), Frederika Apokidou
(18), Gabriel E. Christoforidis
(4), Gabriel Panagiosoulis
(22), Gabrielle Morgan
(15), George Marinakis
(3), George Nikolopoulos
(19), Haris Melitas
(18), Hector M. Taboada
(4), Iakovos Garivaldis
(66), Ioannis Panagakos
(9), Irene Doura-Kavvadia
(4), Jennifer Stewart
(3), John Liaskos
(17), Katerina Tsernotopoulou
(2), Laskaris P. Zararis
(17), Liat Kirby-Nagar
(6), Loula S. Rodopoulos
(15), Manolis Aligizakis
(39), Maria Theofilakou
(7), Michael Morgan
(5), Michael Pais
(15), N.Ν. Trakakis
(11), Nicos Nicolaides
(3), Nikos Batsikanis
(9), Nikos Nomikos
(3), Nikos Piperis
(3), Panagiotis Garmiris
(3), Ross Spirou
(1), Ruth Sancho
(12), Sofia Kostos
(5), Sophocles Kitharidis
(2), Stratos Doukakis
(4), Tasos Damianos
(3), Thodoros Ioannidis
(1), Vangelis Catevatis
(9), Yiorgos Anagnostou
(1), Yiota Stratis
(4), Άθως Χατζηματθαίου
(2), Δρ Ιωσήφ Ιωσηφίδης
(13), Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
(45), Κώστας Δουρίδας
(2), Τάκης Χατζηαναγνώστου
(3)
Author images
Comments
- Ευαγγελία - Αγγελική Πεχλιβανίδου on Mother’s Day Remembrance
- Aris Adanis on Κι όμως γυρίζει
- Aris Adanis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Giota Tsiliki on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Laskaris Zararis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
Buscar la Diaspora
Ροή Φόρουμ- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012Αγαπητέ Δημήτρη, Επειδή έχουμε αλλάξει θέμα στη συζήτησή μας αυτή και μιλάμε πλέον περί ψυχής, θεώρησα σωστό να προσθέσω μια άλλη κατηγορία συζήτησης με τίτλο "Περί ψυχής". Σε παρακαλώ πήγαινε εκεί για να δεις την απάντησή μου στα πιο πάνω. Ευχαριστώ Ιάκωβος […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 1, 2012Φίλε Ιάκωβε χαίρε, Και μένα ευφραίνεται η ψυχή μου όταν κουβεντιάζομαι φιλοσοφικά και ιδικά για τα αίτια της ζωής και για πού μας τραβάει μεταφυσικά. Το ίδιο παρατήρησα και εγώ διαβάζοντας το Φαίδωνα στην Αγγλική γλώσσα με πολλές λεξικές ανακρίβειες. Επόμενο ήταν η αδυναμία τους να βρουν κατάλληλη λέξη στη μητρική τους γλώσσα που να εκφράζει την αντίστοιχη Ε […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012
Views
- Magazine - 4,523 views
- Michael Morgan’s paintings - 3,088 views
- That Day… - 3,085 views
- Γυμνοί Άγγελοι - 2,980 views
- Στον κυρό Αυγουστίνο Καντιώτη - 2,898 views
- Έλληνες – Ξενιτιά - 2,798 views
- Νίκος Καζαντζάκης: Μια παγκόσμια αγωνία για το μέλλον - 2,245 views
- Μηλιά η ξένη… - 2,039 views
- Κώστας Μόντης - 1,937 views
- Polymorphous George Aslanis - 1,789 views
Πολιτιστικά Culture
Literature Sites
Scheduled literature
- Πύδνα - Κίτρος12–10–2012
- Στην απελευθέρωση της Κατερίνης15–10–2012
Ανάμνηση
στη μητέρα μου
Άντρια Γαριβάλδη
Τούτο το δείλι το στυφό
π’ απάνεμα τα κύματα φιλούνε τ’ ακρογιάλι,
την ώρα που ’σκυψε ο ήλιος ντροπαλά
της γης τα χρυσοχρώματα ν’ ανάψει,
μιλούν του ρολογιού τα καρδιοχτύπια αργοσαλεύοντας.
Έφυγες έναν δειλινό
μιας ανθισμένης Κυριακής,
μαραζωμένο γιασεμί,
που στο καντήλι της χαράς
το λάδι είχε στερέψει.
Στ’ αντίπερα του κόσμου γλίστρησες αργά,
μέσα στης θλίψης τα πελάγη μοναχή,
σ’ άγνωστες χώρες
πέταξες βουβά,
γνώριμα χάδια λησμονώντας.
Έφυγες σιωπηλά με τη βροχή,
ανύποπτα, καθώς το δάκρυ σου, αδύναμο,
για ύστερη φορά δρόσιζε την καρδιά.
Μπρος στο δικό της μεγαλείο
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Το είπε και σ’ εμένα τρυφερά
πως «..κάποια μέρα όλα σβήνουν
στη μνήμη των δημιουργών τους χάνονται…»
»Κι η νύχτα δεν λογιάζει κάλλη, μήτε κόπους
παρά το χρόνο που την διαφεντεύει σκέφτεται,
μην τύχει και η θύμηση διαιωνιστεί,
μην τύχει και βγει στους δρόμους ανεξέλεγκτη
στον πηγαιμό κάποιου ανέσπερου μας στόχου.»
Pues sola hay una
Ruth Sancho Huerga
Todo lo que hoy escriba
me va a saber a poco.
Describir su sonrisa diaria de amapola
y esas bromas conjuntas de jardin de verano,
sus lagrimas de escama cuando el desprecio hiere,
sus pasos de gorrion
o su dormir de nube,
se me hace muy escaso
o suena a prototipo.
Hablar de sus poderes
y consejos de bruja,
sus estudios de master en “Pocimas de Amor”,
de su orden obsesivo de dicator febril,
su paciencia de Santa,
su entrega transparente como fuerza del rio,
sus rabietas de cria
o lo bien que le sale la comida el domingo
no parece que sean
materia para halagos
o versos de marfil.
Continue reading
Mother’s Day Remembrance
I walked under the old elm trees. It was a cold winter’s day and the air was sharp. There was no one to break the stillness. I was conscious only of the dank smell of wet leaves underfoot and the sheep and cattle grazing peacefully in the paddock across the creek.
At last it was possible to be myself, away from people. My thoughts were in emotional turmoil. Watching death creep insidiously through my mother’s body as cancer claimed her was hard to bear. I tried to grasp the inevitability of losing her. She was noble in her dying, never complained. “Andy’s randy today,” was all she would say when beset with pain.
Το νόημα του κόσμου
Amulet
Loula S. Rodopoulos
Years pass prise open tomb of migration
Amulet brown roughshod stitched leather
Nestles in palm of aspiration
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Amulet brown roughshod stitched leather
Loving maternal hands prepared it in sorrow
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Her son leaves for the antipodes tomorrow
A woman’s wig
Friday 4 May 2012
This is an excerpt from The Write Way, a weekly newsletter of writing tips, published every Friday since 1998.
Greetings,
There’s a news item that has made the headlines recently and was spotted by member of our Merry Band, Mike, in the Channel Isles:
There has been a story in the in the UK media concerning the murder of a guy who worked for GCHQ (the UK Government intelligence service that listens to ‘phone calls and decrypts emails etc). He was found dead at his London flat inside a large zip-up bag.
There are all sorts of theories about the circumstances of his death and the press are having a field day. Apparently there was a extensive collection of women’s clothes in the flat.
One of the things the reporter said was, “Also found at home was a red woman’s wig”.
From Top to Toe
by Jennifer Stewart,
Friday 27 April 2012
Greetings,
After meeting all the other life forms that share our journey (quite literally) last week ( http://www.write101.com/W.Tips699.htm ) it felt right to take a closer look at ourselves this week, so I thought we’d re-visit some of the more startling discoveries we’ve made together over the past 700 issues.
Yes, you read that right … 700 times this little missive has winged its merry way through cyber-space to land all bright-eyed and bushy-tailed in your In-Box each Friday morning (or Thursday evening …) And to celebrate, you can get a whopping 50% off the price of my modestly named Quiz Book: A Word for Everything!
You’ll Never Walk Alone
Jennifer Stewart – Friday 20 April 2012
Greetings,
Are you a social butterfly?
Are you happiest when you’re not alone?
Do you love nothing more than being surrounded by company? The more the merrier?
If you answered “yes” to any or all of the above, then I have some very good news for you! But before we get to that, here’s another question …
Do you sometimes feel that you’re on the inside looking out? I mean when you’re just sitting quietly or walking along a street somewhere. Do you feel that the real “you” is inside, and your body is just the “outside” bits? Continue reading
without borders
Της Ανάστασης
Άντρια Γαριβάλδη
Και πάλι περιμένω στ’ ανοιχτό παράθυρο
να δω το πέταγμα της χελιδόνας…
Και πάλι αναζητώ το μυρωμένο αεράκι
που ’ρχεται απ’ το περβόλι το φορτωμένο μ’ ανθό και μέλισσα
να χαϊδέψει τα μάγουλα της άνοιξης
φέρνοντας την οσμή του λεμονιού
ν’ αναζωογονήσει τη γειτονιά.
George Aslanis
To readers of the Diasporic Literature website,
I am delighted to inform you that George Aslanis is exhibiting again at Kirra Galleries along with Crystal Stubbs. The Exhibition Opening is on Thursday 19th April 2012, 6:00pm-8:00pm at Kirra Galleries, Federation Square (enter via Atrium), Melbourne, Australia. Continue reading
Πασχαλινές ευχές
Πασχαλινές Ευχές μεσοπολέμου
Happy Easter to all
Με κίνητρο τις εορτές του Πάσχα η Διασπορική Λογοτεχνική Στοά δια μέσου των σελίδων “Μνήμες” εύχεται σ’ όλο τον Ελληνισμό να περάσει τις μέρες αυτές με την ανάλογη κατάνυξη και παρρησία που φέρνουν η ελληνική παράδοση και η ιστορία.
Ολυμπιακοί 2012 των Ποιητών
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 που θα διεξαχθούν στο Λονδίνο θα υπάρχει ένα νέο «αγώνισμα» το οποίο ενδιαφέρει εμάς τα άτομα της τέχνης του λόγου άμεσα.
Όπως είναι γνωστό στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου θα διαγωνιστούν οι 205 χώρες του θεσμού.Οι ίδιες αυτές χώρες θα έχουν την ευκαιρία να προτείνουν τρεις δικούς τους ποιητές η καθεμιά στο Διαγωνισμό Ποίησης των Ολυμπιακών αγώνων. Μπράβο στους Άγγλους από εμάς γι’ αυτό το θέμα. Ο διαγωνισμός ποίησης είναι μια πρωτοβουλία των Simon Armitage και Jude Kelly του Southbank Centre και θα πραγματοποιηθεί από τις 26 Ιουνίου ως τις 2 Ιουλίου στο πλαίσιο της πολιτιστικής ολυμπιάδας και της τελετής λήξης των Αγώνων.
Εκεί έχω μείνει
Πρωινά σκύβαλα
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Νωρίς τ’ απόγευμα πια…
τίποτα δεν κατάφερα κι αυτό το πρωινό,
σχεδόν…
κι ο κάλαθος δίπλα μου γεμάτος τσαλακωμένες σελίδες
που ποτέ δεν θα ξαναδιαβαστούν.
Θα μείνουν απόρρητα σκύβαλα
να κρύβουνε χαμένες σκέψεις
μέχρι να τις φθείρει ο χρόνος
σε μια άμορφη μάζα.
Ελεύθερα πουλιά
Chestnuts
Loula S. Rodopoulos
chestnuts brood in embers of cynicism
hiss their anger
weeds engulf railway lines
supplanted by unfinished road works
lone cinema hotel closed
denuded shops plastered with yellow For Rents signs
hospital staff unpaid closure rumoured
decaying rural properties entice foreign takeover
austerity measures elderly recall famine
hooded masses protest politicians grovel to EU
youthful gloom lines coffee bars overlooking
the bay of Nafpaktos
Παραδρομή
Lives Momentarily Entwined
Loula S. Rodopoulos
lives momentarily entwined
construction of fountain – Harmony Square
Athens hub – celebratory memorial – end of Civil War 1951
brimming escalators link underground railway station
commuters in peak hour crush
roaring motorbikes – cars – buses
ceaseless merry – go – round
scurrying shoppers ignore buskers
beggar squats on footpath
traces her soul in nicotine ash
Το Γκρίζο Κασκόλ – XIII
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XIII
Ο στρατιώτης με το γκλοπ μας πλησίασε. Όλοι μαζί πλησιάσαμε τον ξεσκούφωτο λοχαγό. Εκείνος, χωρίς να μας δώσει καμιά απολύτως σημασία και, χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του απ’ το θέαμα της υποδοχής που τόσο επίμονα παρακολουθούσε, μας έκανε νόημα με το χέρι του να προχωρήσουμε πιο πέρα. Συμμορφωθήκαμε με το κέλευσμά του και προχωρήσαμε στο διπλανό αντίσκηνο. Κι εδώ μας περίμενε άλλος λοχαγός, πιο βλοσηρός και πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Καθόταν σαν κέρβερος στην καρέκλα του. Το τραπέζι του μπροστά του ήταν γεμάτο χαρτιά και φακέλους.
Μόλις πλησιάσαμε κοντά του, έδωσε ένα απότομο παράγγελμα ‘’προσοχή’’, που μας ξάφνιασε και μας άφησε όλους ‘’κόκαλο’’. Οι πόνοι κατασούβλισαν τα σακατεμένα κορμιά μας. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα το Λημνιό συνάδελφό μας. Ο λοχαγός, καθισμένος στην καρέκλα του, κοίταξε από πάνω ως κάτω το Στρατή, που στεκόταν ανάμεσα στους πρώτους. Μετά, κοίταξε και μας τους άλλους έναν-ένα. Ξαναγύρισε το βλέμμα του και το κάρφωσε επίμονα πάνω στο Στρατή. Χωρίς καν να σηκωθεί απ’ τη θέση του, φώναξε ‘’ημιανάπαυση’’ κι απευθύνθηκε με χυδαιότητα στο Στρατή.
- Δε βλέπεις μπροστά σου, ρε βλάκα; Όταν περπατάς, πού χαζεύεις ρε; . . . και πρόσθεσε μερικές χυδαίες βρισιές που θύμιζαν καταγώγια. Δεν μπόρεσες να κάνεις ούτε δυο βήματα στα αγιασμένα ετούτα χώματα του νησιού μας και τσακίστηκες στα βράχια;
Εκείνη την ώρα περνούσε έξω απ’ το αντίσκηνο ένας στρατιώτης παλιότερος στο νησί. Ο λοχαγός τον είδε και με την αυστηρή φωνή του τον φώναξε δυνατά.
- Ρεβύθης.
Το Γκρίζο Κασκόλ – XII
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XII
Το βουητό της πολυκοσμίας με μιας είχε σβηστεί πάνω σ’ ολόκληρη την απλοχωριά του καταστρώματος. Η θλιβερή πραγματικότητα είχε βουβάνει τα πάντα. Όλοι ήμασταν πελαγωμένοι. Χαμένοι στις αχανείς σκέψεις μας.
Το καράβι σφύριξε δαιμονισμένα δυο φορές κι ο ήχος της σειρήνας του ξανάφερε και πάλι όλους και τους χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες, κρύους και παγωμένους, στο κατάστρωμα. Συνήλθαμε απ’ τις ζοφερές σκέψεις μας, μόλις ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας τρύπησε βιαστικός και οξύς σαν κοφτερό βέλος τα τύμπανά μας. Ξανανιώσαμε και πάλι τον κρύο αέρα της θάλασσας στα πρόσωπά μας και τρίψαμε με γρηγοράδα τα χέρια μας για να ζεσταθούν. Φαίνεται, πως, με το διαπεραστικό κέντρισμα της μανιασμένης σειρήνας, πήραμε όλοι άλλο, διαφορετικό κουράγιο.
Το μεγάφωνο ξανακούστηκε προστακτικό και βλοσηρότατο. Αυτό δεν έβλεπε τίποτα. Δεν ένιωθε το δράμα κανενός. Δεν είχε καρδιά και δεν συγκινούνταν με τίποτα.
‘’Τα πράγματά σας και προχωρείτε προς τας εξόδους δι’ αποβίβασιν’’.
Όλη η ξεθωριασμένη φανταροθάλασσα σάλεψε μονομιάς, σάμπως να βγήκε απ’ το μεγάφωνο κάποια αδιαίσθητη ισχυρή πνοή απότομου άνεμου και ανατάραξε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη όλο το μουδιασμένο χακί τέλμα του καταστρώματος.
- Πάμε παιδιά και κουράγιο, είπε ο Θανάσης ο δεκανέας.
Προσωπεία
Το Γκρίζο Κασκόλ – XI
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XI
- Έχουν περάσει 22 χρόνια περίπου από τότε που βρεθήκαμε ξαφνικά μεσοπέλαγα μέσα στ’ αμπάρι του ΧΙΟΣ, διηγείται ο Κώστας σε μια ομάδα εξόριστων στη Γυάρο, που έφτασαν στο νησί πριν λίγες μέρες, σταλμένοι εδώ απ΄τη χούντα της 21ης Απριλίου.
Όλοι τους θύματα της καινούριας λαίλαπας, που ξαφνικά σάρωσε και πάλι τούτον τον τόπο, ξαναζούν τη μαρτυρική ζωή της εξορίας. Αρπάχτηκαν όλοι, χωρίς κανένα λόγο απ’ τα σπίτια τους, απ’ τις οικογένειές τους κι απ’ τις δουλειές τους και κλείστηκαν εδώ σε τούτο το ξερονήσι, χωρίς κανένα οίκτο, χωρίς καμιά δίκη, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά, χωρίς καμιά ελπίδα απελευθέρωσης.
Καθισμένοι μέσα στο υγρό αντίσκηνο οι παλιοί αγωνιστές της λευτεριάς και της ειρήνης ακούν σιωπηλοί τον Κώστα, που η φωνή του γεμίζει με πόνο και παράπονο την κρύα ατμόσφαιρα, που δέρνεται ασταμάτητα απ’ τους μονότονους βόγκους των κυμάτων, που περιζώνουν ψυχρά κι αδιάφορα το νησί. Ξαναθυμούνται το χθες που το ζουν και σήμερα. Τότε ήταν νέοι. Παιδιά είκοσι χρόνων. Χωρίς φροντίδες και έγνοιες. Χωρίς βάσανα και στενοχώριες. Τώρα είναι μεσήλικες και φαμελίτες. Με σκέψεις και υποχρεώσεις. Τα μαλλιά τους γκρίζα. Τα πρόσωπά τους τραχιά. Οι σκέψεις τους βαριές. Και τα βλέμματά τους θολωμένα. Οι καρδιές όλων, όμως, ζεστές και οι ελπίδες δικαίωσης αμείωτες.
Το Γκρίζο Κασκόλ – X
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος X
- Λοιπόν, σας έλεγα, άρχισε ο Κώστας, πως περιμέναμε όρθιοι πάνω στα τζέημς. Κάποτε δόθηκε η διαταγή και ξεκίνησε το πρώτο αυτοκίνητο. Ακολούθησαν τα άλλα. Η μεγάλη φάλαγγα άφησε πίσω το διοικητήριο. Βγήκε απ’ την περιοχή του Κέντρου και μπήκε στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Τα κτίρια του Διοικητηρίου μίκραιναν σιγά-σιγά πίσω μας. Πριν πάρουμε την πρώτη στροφή δεξιά, βλέπω στο βάθος, μέσα στο επικλινές ανοιχτό πεδίο ασκήσεων που χρησιμοποιούσαν καθημερινά οι λόχοι για τα γυμνάσιά τους, ένα στρατιώτη με δυο στρογγυλά σιδερένια μπετόνια βενζίνης στα χέρια, να έρχεται απ’ την κατεύθυνση του Εφοδιασμού Καυσίμων που ήταν χαμηλά στην πλαγιά και να προχωρεί κατά μήκος του δρόμου. Ερχόταν ίσια προς τη φάλαγγα των αυτοκινήτων. Το μέρος εκείνο απείχε αρκετά απ’ τα γύρω κτίρια του Κέντρου κι ήταν έξω απ’ τις περιοχές των λόχων, γι’ αυτό και μού ‘κανε εντύπωση η παρουσία στρατιώτη και μάλιστα με δυο μεγάλα μπετόνια βενζίνης στα χέρια του σε τόσο απομακρυσμένο σημείο και τέτοια ώρα. Άρχισα να τον προσέχω καλύτερα, μια και δεν είχα και τίποτ’ άλλο πιο ενδιαφέρον να κάνω. Άλλωστε, παρατηρώντας τον, απασχολούσα και το μυαλό μου αλλού και μετρίαζα κάπως τη θλίψη μου. Απ’ το περπάτημά του και το γενικό σουλούπι του, μου φάνηκε σα γνωστός. Αλλά η μεγάλη απόσταση που μας χώριζε δε μ’ άφηνε ακόμη να συμπεράνω τίποτα με σιγουριά. Εκείνος, με τα μπετόνια στα χέρια και το κεφάλι κατεβασμένο, προχωρούσε διαρκώς στην κουραστική ανηφοριά. Κρατούσε το κεφάλι του συνέχεια σκυφτό, λες και τό ‘κανε επίτηδες ή λες κι είχε αφοσιωθεί πραγματικά στο ρυθμό του βήματός του. Έκανε λίγα βήματα ακόμη στη σκιά του πρώτου δέντρου που συνάντησε πάνω σε μια ελαφριά στροφή του δρόμου, άφησε κάτω τα μπετόνια και κάθισε στο ένα απ’ αυτά για να ξεκουραστεί. Έβγαλε το χιτώνιό του και τό ‘ριξε στο κεφάλι του, σκεπάζοντας το σβέρκο και τους ώμους του, σα νά ‘ταν Φαραώ της Αιγύπτου ή κάποιος τιτλούχος του. Το καμουφλάζ αυτό τον έκανε πιο πολύ αγνώριστο. Η απόσταση, όμως, που μας χώριζε λιγόστευε γρήγορα, γιατί η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωρούσε με κάποια ταχύτητα.
Περιμένοντας για το αύριο
Άντρια Γαριβάλδη
Ότι κι αν να πούμε το κακό έγινε πριν τόσα χρόνια!
Ότι και να πούμε
το πρωτοβρόχι εξακολουθεί να πέφτει αβέβαιο για τον προορισμό του,
σ’ ένα κήπο που ποδοπατήθηκε άγρια
και σφραγίστηκε με τ’ αχνάρια ξενικών επισκέψεων.
Ότι και να πούμε
το δέντρο ακόμα περιμένει στην πλατεία να ποτιστεί απ’ το χέρι το δικό μας.
Το Γκρίζο Κασκόλ – IX
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IX
Ο Κώστας, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στην κρύα ράχη του άρματος, σταμάτησε να μιλά. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η λύπη του φαινόταν έντονη στο πρόσωπό του. Κοίταξε ερωτηματικά τους συναδέλφους του, κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα και ρώτησε.
Γιατί όμως;
Ξανακλείστηκε και πάλι στις σκέψεις του, σα να έψαχνε την απάντηση στο ερώτημά του και συνέχισε σε λίγο, κουνώντας με δύναμη το χέρι του, σα να ήθελε να υπογραμμίσει τα λόγια του.
- Αυτό το γιατί με βασάνιζε τότε, αυτό με βασανίζει και τώρα ακόμη.
- Αυτό το γιατί θα βασανίζει για καιρό, για χρόνια ίσως πολλούς ανθρώπους, είπε πικραμένα ο Θανάσης.
- Κάποτε, αυτό το γιατί θα ερευνηθεί πάρα πολύ, πρόσθεσε ο Αργύρης και η έρευνά του θα ανοίξει πολλούς οφθαλμούς και θα φωτίσει πολλά μάτια. Τέτοια ‘’γιατί’’ ξυπνούν τον άνθρωπο και αλλάζουν τον κόσμο και σε τέτοια ‘’γιατί’’ επάνω πατώντας η ανθρωπότητα κάνει γοργά και μεγάλα βήματα μπροστά.
- Αυτό το ‘’γιατί’’ σκεφτόμουνα κι εγώ κι είχε θολώσει το μυαλό μου. Τόσο πολύ είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου, που δεν πήρα είδηση πότε δόθηκε και σε μας το παράγγελμα ‘’βάδην’’, συνέχισε ο Κώστας. Με παρέσυραν στο ξεκίνημά τους οι άλλοι συνάδελφοι κι έτσι συνήλθα και ξεκίνησα κι εγώ. Την ώρα που περνούσε η διμοιρία μας μπροστά απ’ την πόρτα του Διοικητηρίου κι έστριβε δεξιά για να βγει στο δρόμο, ξεπρόβαλε στα σκαλοπάτια, μέσα απ’ το βάθος του κτιρίου, ο Ηλίας Μαρώνης. Ο λοχίας της Στρατολογίας. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν τυχαία. Στο πρόσωπό του φάνηκε μεγάλη ταραχή. Ίσως αντίκριζε κάτι που ποτέ δεν το περίμενε. Δεν είχε ετοιμάσει, βλέπεις, αυτός τα στρατολογικά φυλλάδια του 4ου λόχου. Έμεινε στη θέση του ακίνητος σαν κεραυνόπληκτος και με κοίταζε σαστισμένος. Τον κοίταξα κι εγώ και του χαμογέλασα. Προσπάθησε κι αυτός να χαμογελάσει. Έσφιξε στο στήθος του τα χαρτιά που κρατούσε στο ένα χέρι και κούνησε ελαφρά, κάπως δειλά και με προφύλαξη, το άλλο. Με χαιρετούσε. Οι γρήγορες, όμως, ματιές του δεξιά κι αριστερά έδειχναν πως δεν ήθελε να γίνει αντιληπτός απ’ τους γύρω του και διαίτερα απ’ τους ανωτέρους του, για το τι έκανε εκείνη τη στιγμή. Τον χαιρέτησα κι εγώ σηκώνοντας ψηλά το χέρι μου και κουνώντας το χαρακτηριστικά μερικές φορές. Η λύπη και η απορία ήταν έντονες στο πρόσωπό του. Κάτι ψέλλισε. Δεν κατάλαβα τι ήθελε να μου πει. Η πορεία της διμοιρίας με παρέσυρε και γύρισα το κεφάλι μου μπροστά. Δεν τον ξαναείδα.
Το Γκρίζο Κασκόλ – VIII
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VIII
Πρώτος ο Κώστας προσπάθησε να διακόψει την καταθλιπτική σιωπή. Το θύμισμα του λοχαγού του απ’ το Γιώργο, του έδινε την ευκαιρία να πάρει άλλη όψη η κουβέντα τους.
- Πραγματικά, είπε ο Κώστας ξαναπαίρνοντας ύστερα από τόση ώρα το λόγο. Τι κενόδοξος και ρηχός άνθρωπος εκείνος ο λοχαγός! Όταν πήγα να παραδώσω τον οπλισμό μου, τον βρήκα στο βάθος της αποθήκης να γυαλίζει τα αστέρια της χλαίνης του.
- Ωστε τα παραδώσατε και σεις όλα σας τα είδη; Ρώτησε στενοχωρημένα ο Γιώργος και κοίταξε τον Κώστα και το Στρατή στα μάτια.
- Όλα, απάντησε κοφτά ο Στρατής.
- Δεν πέρασαν πολλές μέρες, ύστερα απ’ τη συνάντησή μου με το Μανούση του Α2, συνέχισε ο Κώστας, ενώ όλοι οι συνάδελφοί του έστρεφαν έντονη την προσοχή τους προς το μέρος του κι ένα βράδυ μας ειδοποίησαν να παραδώσουμε τον οπλισμό μας κι όλα τα ατομικά μας είδη εκτός απ’ τα ρούχα μας. Έκανα κι εγώ όπως μας είπαν. Ότι έκανε κι ο Στρατής και οι άλλοι συνάδελφοί μας που βρίσκονται εδώ μέσα. Βάλαμε όλα τα είδη μας σε μια κουβέρτα και τα πήγαμε στην αποθήκη. Την ώρα της παράδοσης, οι Εφοδιασμοί μας έπαιρναν, πέρα απ’ τα είδη που έπρεπε να παραδώσουμε, υποχρεωτικά και ό,τι άλλο καινούριο και καλό τύχαινε να έχουμε. Όπως, χιτώνια, παντελόνια, χλαίνες, πουκάμισα κλπ. Και μας τα άλλαζαν με άλλα παλιά και φθαρμένα, με τη δικαιολογία πως θα μας δώσουν καινούρια στις νέες μονάδες που θα πάμε. Οι αυθαιρεσίες των αποθηκάριων και των διαχειριστών και ο τρόπος συμπεριφοράς τους ήταν άλλο πράγμα. Πόσο χάνει καμιά φορά ο άνθρωπος την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά του για μικροπράγματα!
Four Poems on Verse
Βαλτοτόπια
Το Γκρίζο Κασκόλ – VII
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VII
-Αλήθεια, τι έγινε με το λοχαγό σας Κώστα; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αργύρης. Σου σκορπίσαμε πολύ το θέμα. Για πες μας, σε ξανακάλεσε στο γραφείο του, ύστερα απ’ όσα συνέβησαν με την ιστορία του Ρούπελ;
- Μπράβο λοχία που το θυμήθηκες, είπε ο Γιώργος. Εμείς, κουβέντα στην κουβέντα παραξεφύγαμε απ’ το δρόμο μας. Με το να θέλουμε να πούμε ο καθένας τα δικά του, απομακρυνθήκαμε πολύ. Χάσαμε τελείως τα ίχνη.
- Μα, εγώ σας είπα πως παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτησή σας και δεν θέλω να χάσω τη συνέχεια. Το είδατε και σεις πώς ξανοίχτηκε το πράγμα και το όνειρο του Στρατή έμεινε στη μέση.
- Αμ, όνειρο ήταν κι αυτό που είδες μωρέ Λημνιέ; είπε ο Θανάσης κι έσπρωξε ελαφρά το Στρατή στον ώμο.
- Πραγματικά, φώναξε σαν αγουροξυπνημένος ο Στρατής. Τι έγινε με το όνειρό μου Κώστα; Για λέγε μας. Πρέπει να μας εξηγήσεις.
- Ναι, ναι, ξαναείπαν μ’ ενδιαφέρον όλοι μαζί. Για λέγε μας, πώς καθάρισες με το λοχαγό σου;
- Λοιπόν παιδιά, συνέχισε ο Κώστας, ξαναπαίρνοντας το λόγο. Ύστερα από κείνη τη λογομαχία για το Ρούπελ, δε με ξανακάλεσε ο λοχαγός στο γραφείο του. Την άλλη μέρα, όμως, μου είπαν να παραδώσω το τόμιγκαν και σε δυο μέρες με κάλεσαν στο Διοικητήριο. Στα γραφεία του Α2. Όλοι ξέρετε τι είναι το Α2. Το Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού, πρόσθεσε επεξηγηματικά, μήπως ο Στρατής δεν το θυμόταν. Με ένα σφραγισμένο σημείωμα του επιλοχία στο χέρι πέρασα την πύλη του λόχου και τις σκοπιές της περιοχής των κεντρικών γραφείων και μπήκα στο κτίριο του Διοικητηρίου. Ανέβηκα στο δεύτερο πάτωμα. Παντού επικρατούσε ησυχία. Εδώ κι εκεί στους διαδρόμους, μπροστά σε διάφορες κλειστές πόρτες, περίμεναν μικροομάδες στρατιωτών. Όλοι στέκονταν σιωπηλοί και τρομοκρατημένοι. Στα πρόσωπά τους διακρίνονταν η μεγάλη ανησυχία και η αγωνία τους. Στο βλέμμα τους διάβαζε εύκολα κανείς το μεγάλο ερώτημα που τους βασάνιζε όλους: Τι να μας θέλουν εδώ άραγε;
Το Γκρίζο Κασκόλ – VI
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VI
Οι δυο φίλοι, καθισμένοι πάνω στα κρύα σίδερα του αλυσοδεμένου άρματος στις χοντρές ράγες του αμπαριού, συνέχιζαν χαμηλόφωνα τη συζήτησή τους, ενώ οι άλλοι δυο συνάδελφοί τους, πεσμένοι μπρούμυτα δίπλα τους, κοιμόταν αμέριμνοι για την ώρα.
Το ΧΙΟΣ συνέχιζε το ταξίδι του. Αραιά και πού, κανένα φουσκωμένο κύμα, ξεχασμένο απομεινάρι της φοβερής χθεσινοβραδινής τρικυμίας, χτυπούσε απέξω τα πλευρά του. Οι επιβάτες του, όμως, ύστερα απ’ το ολονύχτιο πανδαιμόνιο που πέρασαν, δεν έδιναν πια και μεγάλη σημασία σε μικροπράγματα. Τέτοια μικροτραντάγματα τώρα δεν τα υπολόγιζαν. Τα άφηναν να περνούν απαρατήρητα. Γι’ αυτό κι όλοι οι στρατιώτες, ξαπλωμένοι εδώ κι εκεί, ησύχαζαν σα ναρκωμένοι.
Παντού ησυχία. Μόνο ο ρυθμικός κρότος των μηχανών επικρατούσε μέσα στο κήτος, που κι αυτός είχε μεταβληθεί από ώρα σε γλυκό νανούρισμα.
Ξαφνικά, ο διαπεραστικός κρότος μιας καραβάνας, που ξέφυγε από κάποιο σακίδιο του επάνω παταριού κι έπεφτε σα δαιμονισμένη κατρακυλώντας πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια μιας διπλανής στενής σκάλας, ξύπνησε το Στρατή και το Γιώργο, που κοιμόταν πάνω στις ερπύστριες αμέριμνοι ως τώρα.
Το Γκρίζο Κασκόλ – V
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος V
Κι αυτά θυμόταν τώρα ο Κώστας, ξαπλωμένος και άυπνος, πάνω στις κρύες ερπύστριες, μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα του αμπαριού του ΧΙΟΣ.
Οι σκέψεις του αυτές τον ζάλιζαν, τον βασάνιζαν, τον τυραννούσαν.
Ο ρυθμικός κρότος των δεκανικιών του Γιάννη φτάνει οξύς και διαπεραστικός στα αφτιά του. Αντιβουίζει μέσα στα σιδερένια τοιχώματα του απέραντου αμπαριού και του τρυπά τα τύμπανα. Παράξενες σκιές χορεύουν γύρω του. Το όραμα του Δημήτρη, που με δεμένα πισθάγκωνα τα χέρια ζητωκραυγάζει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα . . . Οι φωνές των μελλοθάνατων, που αγέροχοι, γεμάτοι θάρρος κι αυταπάρνηση ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο . . . Ο κρότος των πολυβόλων . . . ο ρόγχος των κουφαριών που σπαράζουν στο χώμα καταματωμένα. . . το γυρτό σώμα του πατέρα του, που με δυσκολία κρατιέται πάνω στα παραμορφωμένα απ’ τα κρυοπαγήματα πόδια του . . . Η στεγνή, βασανισμένη όψη της χαροκαμένης μάνας του, που προβάλλει βουβή και θλιμμένη μέσα στο μαύρο πλαίσιο της κατάμαυρης μαντίλας της . . . Ο ξάδερφός του ο Αντώνης και μια σειρά παλικαριών . . . Μια ατέλειωση σειρά παλικαριών, που οι μορφές τους, αναστημένες σαν τα λουλούδια της άνοιξης, από κάθε γωνιά της ελληνικής γης, περνούσαν τώρα από μπροστά του, στρατιά ολόκληρη, σα λαμπερή ομίχλη μέσα στη θολή ατμόσφαιρα του αμπαριού, τραγουδώντας ένα αλλοιώτικο παράξενο δικό τους τραγούδι.
‘’Δε μετανιώσαμε ποτέ για τη θυσία
κι ούτε γογγίζουμε για τους αγώνες τους σκληρούς.
Μπρος στην πατρίδα η ζωή δεν έχει αξία
και οι ψυχές μας πια φωτίζουν τους λαούς.
You Dawn
Ruth Sancho
(From Tayrona National Park. Colombia)
The Tayrona dawns from under your skin,
Through each one of your mango kisses,
With the tingling of your fingertips
walking the subtle paths of pleasure
transporting the green sighs of your freshness.
It dawns within your eyes,
Where the night fireflies are hidden,
From the inner tide of your look
carrying me out
with the swell of your blink
to the deepest bed of a blissful ocean.
Amaneces
Ruth Sancho
(Desde el Parque Tayrona. Colombia. 2008)
Amanece el Tayrona bajo tu piel.
En cada uno de tus besos de mango.
En el hormigueo de tus yemas
Recorriendo las sutiles sendas del placer
Transportando los verdes suspiros de tu frescura.
Amanece en tus ojos,
donde se ocultan las luciérnagas nocturnas;
En la corriente interna de tu mirar
que me arrastra,
con el oleaje de tu parpadeo
a lo más profundo de un mar de gozo.
Το Γκρίζο Κασκόλ – IV
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IV
‘’Δυο άντρες’’! Και τότε στο λόχο και πριν λίγο στην τρικυμία και τώρα στην κοιλιά του αμπαριού αντηχούν στ’ αφτιά του με την ίδια ένταση εκείνα τα λόγια του πατέρα του.
Είχε γίνει, λοιπόν, κι αυτός άντρας!
Πόσο παράξενα αλλά και πόσο ωραία βγήκαν απ’ τα χείλη του πατέρα του οι δυο εκείνες λέξεις!
Έτσι τού ‘ρθε τότε που τις άκουσε, να γυρίσει πίσω και να ξαναφιλήσει το γερο-πατέρα του κι άλλη μια φορά, που, έτσι επίσημα τώρα πια, τον παραδέχονταν για άντρα. Δεν τό ‘κανε, όμως, γιατί δεν ήθελε να προσθέσει κι άλλη συγκίνηση στην τόση που κατείχε και βασάνιζε όλους εκείνη τη στιγμή. Προτίμησε να συγκρατηθεί και να φανείς ‘’άντρας’’.
Διπλά συγκινημένος πήρε με τ’ αριστερό του χέρι το σάκο του απ’ τα χέρια του Χρηστάκη και, κουνώντας το δεξιό του, άφησε γεια σε όλους.
Τους αγκάλιασε όλους με το βλέμμα του και, χωρίς να πει λέξη, γύρισε προς τον κατήφορο και συνέχισε το δρόμο για τη δημοσιά πλάι στον αδερφό του.
Looking for the Sublime
(From Fiordland & Otago Peninsula.
New Zealand. May 2010)
With white howls of winter witches
Riding clouds,
Gossiping frost,
Dressing in silver night’s fiords,
Laughing high pitch of crystal slivers,
Devouring mountains,
Swallowing swamps,
Gurgling long rivers,
Licking Lake sobs,
It floods inside of me.
Το Γκρίζο Κασκόλ – III
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος III
Τα μικρά φιλιστρίνια, που ήταν αραδιασμένα στη σειρά και στις δυο πλευρές του αμπαριού, πάνω-πάνω ψηλά κοντά στο ταβάνι, ξεχώριζαν τώρα μέσα στο μισοσκόταδο και θολά ξεπρόβαλαν από ψηλά σαν παράξενα μάτια κάποιου απόκοσμου στοιχειού. Άλλοτε λαμπύριζαν κι άλλοτε έσβηναν με μιας, καθώς το πλοίο ανασηκώνονταν στον ορίζοντα ή χάνονταν απότομα στα βάθη των κυμάτων. Άλλοτε πάλι, φάνταζαν σαν τεράστιες βεντούζες κάποιου θαλασσινού τέρατος, που είχε τυλίξει με τα τεράστια πλοκάμια του το αρματαγωγό και πότε τό ‘σφιγγε, προσπαθώντας να το λιώσει μέσα στη φριχτή αγκαλιά του και πότε χαλάρωνε το σφίξιμο και χάνονταν τα ίχνη των πλοκαμιών από πάνω του.
- Φαίνεται πως ξημέρωσε έξω, είπε ο Στρατής, διακόπτοντας με τη διαπεραστική φωνή του το μονότονο βουητό που επικρατούσε μέσα κι έξω απ’ το πλοίο. Για δέστε πώς φέγγουν τα φιλιστρίνια!
- Πραγματικά, απάντησε μονολεκτικά και με ακεφιά ο Θανάσης.
Κι ύστερα από σιωπή δευτερολέπτων ρώτησε απότομα, σα να μην απευθύνονταν σε κανένα.
- Τι ώρα να είναι άραγε;
- Πού να δεις ρολόι εδώ μέσα, έκανε ο Στρατής και προσπάθησε να δει το ρολόι που φορούσε στο χέρι του. Αν βλέπω καλά, είναι εννιά και δέκα, είπε με χαρά, υψώνοντας χαρακτηριστικά τον τόνο της φωνής του και το αριστερό του χέρι με το ρολόι.
Oda a Sorolla
Ruth Sancho Huerga
Sorolla tiene vuelo de gaviota,
luz de pescadores,
telar blanco en un lila atardecido.
En Cataluña
huele a pescado,
atunes para una lonja lisonjera.
Mar entre los pinos
y olor a salmonete y a sardina,
con el cesto de mimbre
en la cabeza,
remendando las redes,
y entre una cosa y otra
la luz se crece.
En esa Valencia coloreada
de risas de naranjas,
es ácido tintineo de campanitas
que trotan sobre un asno
anciano y terco.
Το παλιό σχολειό
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Πέρασα σήμερα το παλιό σχολειό
στου δρόμου την κάμψη
του δικού μου παρελθόντος
που μ’ οδηγούσε ντουγρού στο Αριστοτέλειο.
Ερχόμενος από παραλία
λαχανιασμένος καθώς ανέβαινα
και βαθειά συγκινημένος
έκλαψα.
Έκλαψα σαν είδα πως άλλαξε μορφή
το δικό μου σχολειό,
άλλαξε όψη, ίσως για να μην το γνωρίσω
ίσως για να μην το αναζητήσω.
Το Γκρίζο Κασκόλ – II
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος II
Γαντζωμένοι στα εσωτερικά πλευρά του κήτους, στα πλαϊνά πατάρια και στις σιδερόσκαλες του αμπαριού ή σκαρφαλωμένοι στις χοντρές αλυσίδες των τανκς ή πάνω στα φτερά και στις καρότσες των φορτηγών αυτοκινήτων με τους πολυψήφιους αριθμούς και τα χτυπητά κεφαλαία διακριτικά Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός), που, αλυσοδεμένα εδώ κι εκεί, στέκονταν βουβά και βαρύγδουπα στο απέραντο πάτωμα του αρματαγωγού, οι φαντάροι κοίταζαν με άχρωμο βλέμμα το αρμυρό νερό, που όλο και ανέβαινε ψηλότερα μέσα στο αμπάρι, παρ’ ότι όλες οι πόμπες του καραβιού δούλευαν ασταμάτητα και πάσχιζαν να κρατήσουν τη στάθμη του όσο γινόταν χαμηλότερα. Ο θόρυβος αυτός των αντλιών και τα τριξίματα των γάντζων, που προσπαθούσαν, σε κάθε ανεβοκατέβασμα του πλοίου, να συγκρατήσουν τα τανκς και τα αυτοκίνητα σταθερά στις θέσεις τους, σκορπούσαν περισσότερη τρομάρα μέσα στο καράβι κι έκαναν πιο αισθητή και πιο χειροπιαστή τη μανία των κυμάτων, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τη δεινή θέση του αρματαγωγού.
Πολλοί φαντάροι κρατούσαν σφιχτά στην αγκαλιά τους ή είχαν περασμένο στο λαιμό τους το τριμμένο χακί σακίδιό τους, το μόνο πράγμα που τους επέτρεψε να πάρουν μαζί τους στο ταξίδι τους αυτό ο Στρατός. Εκτός φυσικά απ’ τα ξεβαμμένα χακί χιτώνια και τα φθαρμένα παντελόνια, που τους έδωσαν οι ‘’εφοδιασμοί’’ των λόχων τους την τελευταία στιγμή, πριν φύγουν απ’ τις μονάδες τους για το λιμάνι.
Το Γκρίζο Κασκόλ – I
Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος I
Εκκωφαντιντικός αντήχησε ο κρότος της χοντρής καδένας της άγκυρας, που, σα δαιμονισμένη, ξετυλίγονταν τώρα απ’ τα πελώρια σιδερένια καρούλια, τα στημένα, όγκοι ολόκληροι, πάνω στο στενό και μυτερό κατάστρωμα της πλώρης
Η θεόρατη άγκυρα, με το πάτημα ενός μοχλού πάνω απ’ την καμπίνα της γέφυρας, είχε αφεθεί ελεύθερη και τώρα έπεφτε ακάθεκτη στο νερό. Έσκιζε με ορμή τη γκριζοπράσινη επιφάνεια της καλμαρισμένης κάπως τώρα θάλασσας και τραβούσε ολοταχώς για το βυθό, παρασύροντας πίσω της μ’ αστραπιαία γρηγοράδα, τους χοντρούς σιδερένιους χαλκάδες της σκουριασμένης απ’ τον καιρό και την αρμύρα αλυσίδας της.
Οι κρίκοι της βαριάς καδένας, δεμένοι αδιάσπαστα ο ένας με τον άλλο, πλατάγιζαν στο βιαστικό δρόμο τους και, καθώς ξετυλίγονταν απ’ τη μεγάλη πομπίνα, έκαναν το χοντρό άξονά της να βογκά και τα τεράστια καφετιά απ’ τη σκουριά γρανάζια της να τρίζουν παράξενα μέσα στο ήσυχο απομεσήμερο της κρύας εκείνης μέρας του Νοέμβρη.
Viento Rojo
Ruth Sancho
(From Kings Canyon.
Outback. Australia. Oct. 2006)
En la Ciudad Sagrada de los Hombre Luritja
El viento sopla en círculos concéntricos
Y se aplaca en sus calles su cola enroquecida.
El Viento gira,
Gira el Viento,
Gira
Horadando la piedra,
Sedimento aborigen,
Crea cuevas rupestres donde se alberga el Mito.
Κονιορτός
Canto a la Opera
Ruth Sancho
(Desde Sydney. Agosto. 2010)
La escuchas?
Notas centelleantes
Sobre un pentagrama oceánico.
Puedes sentir sus tonos,
Ondulando los vértices
De vibrantes escamas?
Sus voces,
Escalando en cóncavo
Sus cavidades líricas?
Sus crecendos,
Viniéndose en convexo
La noche con sus pechos?
Luz De mi Tierra
Ruth Sancho
(A Miguel Hernández)
Nace Miguel
y se nace la luz
Mediterránea.
Levantino de espuma
que temprano germinas,
que pronto te floreces
entre este olor a tierra y clavelinas.
Eres larga sonrisa,
sonriente acequia
que recorre los huertos,
que se comparte
y abres compartimentos,
puertas de piedra,
más pesadas que el tiempo,
más duras que la noche encarcelada,
y a la luz de alborada
vestida de azahares
te derramas,
te rebosas,
te desbordas naranja
redondo entre marxales.
Επαίτες της Δευτέρας
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Όλοι οι γέροι της βουλής προσμένουν μια Δευτέρα
και η βδομάδα μένει στις μέρες τις επτά,
όλα τα άπλυτα θα βγουν κρυφά την ίδια μέρα,
θα φαν σ’ όλα τα γεύματα, θ’ αλλάξουνε γραπτά.
Δεν διοικούν, κι η χώρα μας που διπλοπροσκυνάει
αίμα χάνει στο διάβα τους, το λένε πεπρωμένο,
μένοντας μόνοι και γυμνοί χειμώνας σαν περνάει
φέρνουν γενιές με παρελθόν μπρος σε τετελεσμένο.
“Ο Λόγος” τεύχος 24
Παρουσίαση του περιοδικού “Ο Λόγος”
Το λογοτεχνικό περιοδικό “Ο Λόγος”, τεύχος 24, το οποίο εκδίδεται από το Σύνδεσμο Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας ανελλιπώς για 19 χρόνια τώρα παρουσιάστηκε στην όμορφη αίθουσα της Δημαρχίας του Νόρθκοτ στις 27 Νοεμβρίου 2011.
Το τεύχος αυτό του περιοδικού αφιερώθηκε στη λογοτέχνιδα Χρυσούλα Ζάκκα η οποία όταν ανέβηκε στο βήμα κατασυγκινημένη μίλησε και τραγούδησε με την ωραία φωνή της προς χάριν του ακροατηρίου.
Την παρουσίαση του περιοδικού έκανε ο εκπαιδευτικός και ελληνιστής Κυριάκος Αμανατίδης σε περίπου εκατό μέλη και φίλους του Συνδέσμου που παρευρέθηκαν. Στην ομιλία του ο κ. Αμανατίδης μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στον σπουδαίο ρόλο που διαδραματίζουν τα δυο ελληνόγλωσσα λογοτεχνικά περιοδικά της Μελβούρνης λέγοντας ότι «…παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας και συνείδησης.» Και συνέχισε πώς «αν ο αριθμός των αναγνωστών αυτών των περιοδικών είναι κατά κανόνα μικρός σε σύγκριση με τα άτομα που διαβάζουν εφημερίδες, η συμβολή τους στην πνευματική κίνηση της ομογένειας είναι πολύ μεγάλη…»
Για την ιστορία συμπεριλαμβάνουμε εδώ ολόκληρη την ομιλία του Κυριάκου Αμανατίδη την οποία κι εσείς έχετε τη δυνατότητα να διαβάσετε. Είναι ευχής έργο το ότι ακόμη υπάρχουν άτομα ανάμεσά μας με τη μοναδική προσφορά του κυρίου Κ. Αμανατίδη στα γράμματα και στον πολιτισμό της Μελβουρνιώτικης Ελληνικής πατριάς.
Se me irá de las manos
Ruth Sancho
(Dedicado a Miguel Hernández y Josefina Manresa )
Este amor cosmológico,
Inmenso, ilimitado
de fugaces encuentros,
que fecunda los campos
de estos dos cuerpos nuestros
enraizándose,
surcando los más profundos
cadáveres del sueño,
despertando un océano
de simientes,
cimentándose en besos,
este amor de Vía Láctea,
de luna que se crece en mis adentros,
de sangre y barro
de tierra removida,
se está muriendo.
El Espejismo
Ruth Sancho
Serpenteante,
Sigiloso,
Enredado en la reja de la rutina
Escondido en el quicio de la razón
Susurrando en el alba
de un naranja azafrán,
o en un rumor salado
cual cuchicheo albino
de rocas aburridas,
despierta el Símbolo.





