8 Μαρτίου_

Share

“Σ’ ένα γιασεμί”

[audio: http://diasporic.org/wp-content/uploads/2011/02/LITSA_FIN.mp3|autostart=no|track=Giasemi]

Μελοποίηση του μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Θέμελη,
στο πιάνο ο Κωνσταντίνος Γκαρίπης,
τραγουδάει ο Θεόδωρος Βουτσικάκης

μελανοδοχείο ήχου

“Νύχτα Μαγικιά”

[audio: http://diasporic.org/wp-content/uploads/2015/03/nyxta-magikia.mp3]

Σύνθεση Μίκη Θεοδωράκη
στίχος Γιάννη Θεοδωράκη,
εδώ σ’ εκτέλεση του Άρι Αντάνη

[tabgroup]

[tab title=”Προοίμιο ποιημάτων”]

Λίγα λουλούδια για τη γυναίκα στη ζωή μας

20141009_134000 

Λίγα λουλούδια για τη μητέρα, τη σύζυγο, την αδερφή, την ξαδέρφη, την κόρη, τη γιαγιά, τη φίλη, φτιαγμένα από της καρδιάς τους κτύπους και την ανάσα των πνευμόνων της λογοτεχνίας των συγγραφέων που συμμετέχουν σ’ αυτή την πανδαισία δημιουργίας.

Για τη γυναίκα που έχει προσφέρει τα πάντα στην ιερή της οικογένεια, στο ένδοξό μας έθνος, στην ύπαρξή και στο αδιαίρετο του συνόλου μας. Αυτή ακόμη κι αν δεν την ακούσαμε, παρ’ όλο που δεν τη μιμηθήκαμε σε πολλά εμείς οι άντρες, παρ’ όλο που δείχνοντας τσαμπουκά την μειώσαμε, παρ’ όλο που δεν την τιμήσαμε στη ζωή μας τόσο όσο ίσως θα έπρεπε. Στο πανέμορφο και ανθεκτικότατο αυτό δημιούργημα της φύσης που όχι μόνον προσφέρει απλόχερα αλλά και υπομένει ασταμάτητα, αφιερώνουμε αυτά τα λόγια κι αυτό το χώρο.

Συνιστούμε να διαβάσετε αργά και προσεκτικά ένα-ένα τα έργα των λογοτεχνών που αφιέρωσαν το χρόνο τους εδώ να την τιμήσουν, γιατί η τιμή της είναι τιμή για κείνους που την αναγνωρίζουν.

Ίσως όμως προτιμάτε όμως ν’ ακούσετε αρχικά τη μελοποίηση του Δημήτρη Θέμελη του ποιήματος της Ευαγγελίας Πεχλιβανίδου “Σ’ένα Γιασεμί”, ή ακόμη και το φίλο, ποιητή, μουσικό κι εκτελεστή Άρι Αντάνη που έκανε τη δική του προσφορά και σύνθεση στη γυναίκα με τη “Νύχτα Μαγικιά”…

Τα κουμπιά ελέγχου του βίντεο
στο φόντο της σελίδας
βρίσκονται δεξιά και στο μέσο περίπου.

[/tab]

[tab title=” 1 “]

Γυναίκα

cyp_woman-correctedΓυναίκα,
το άγαλμά σου έχει στηθεί κάτω απ΄ τον ήλιο
πότε με ένα μαντίλι στο κεφάλι
πότε με ξέμπλεκα μαλλιά
Μα πάντα εκεί βλέπω σκυμμένο ένα γκρίζο πουλί
να σκύβει να τσιμπολογάει
λίγο λίγο το ουράνιο τόξο
που θα ΄θελε να γίνει καλοκαιριάτικη κορδέλα στα μαλλιά σου
μα γίνεται σκέψη ανεμοδαρμένη
γίνεται κουπί και αρμενίζει μες στην έγνοια, Γυναίκα
Γιατί γεννήθηκες για να γεννάς τη θάλασσα
κι όλους τους βράχους της μαζί
μα και καράβια που όλο φεύγουνε
πότε με ούρια ευχή
πότε με πόνο χωρισμού

Γυναίκα
σου ΄δωσε ο Θεός αντρίκια χέρια
για να δουλεύεις σαν αμόνι τον καιρό
Και τις φωτιές να ανάβεις
να λάμπουν φώτα μες στους δρόμους των παιδιών
Κι όταν πονάς, γυναίκα
με τις ωδίνες και οδύνες του καιρού σου
είναι για να γεννάς ακόμα ελπίδα
και να γεννιέσαι εσύ σαν άλλη μέρα
μια νέα ανατολή
για τα παιδιά που έμειναν χωρίς αγκάλη
για ένα κόσμο που έμεινε ακίνητος
χωρίς την γενική του πτώση στην αγάπη
Της αγάπης, της αγάπης , της αγάπης κόσμος
μόνο μέσα στο κόκκινό σου αίμα πάλλεται
σαν νέο φεγγάρι είκοσι οχτώ ημερών
και σαν κύκλος μυστικός που πλάθει
και ξαναπλάθει τη ζωή
ώσπου ο έρωτας να γονιμοποιήσει ένα μέλλον

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

[/tab]
[tab title=” 2 “]

transp_statues

Μια πορεία εγώ… εσύ…

Το ημερολόγιό μου τραβώ από ερμάρι μπιστικά…
Δεν έχω ανάγκη να κρυφτώ
Όμως το ολοφάνερο μυστικό είναι ολοδικό μου.
Σημειώνω τις μέρες
Καταμετρώ τις νύχτες καταγράφω… σκέψεις.

Λέω ‘καταγράφω’…
Γιατί η μνήμη έχει ανάγκη από μια υποστήριξη.
Ερμαί της πορείας μου,
φανοί στην κακοτράχαλη ανηφόρα της,
είναι οι καταθέσεις μου, φιλενάδα…

Σκέφτομαι ξέρεις το στίγμα σου… το στίγμα μου…
την ηλακάτη της γιαγιάς μου…
που κάποια στιγμή μετρούσε η συντροφιά της
παρά το σύνολο τόσων φωνών οικείων… ξένων…
Το στίγμα της πορείας ίσως μετράει πιότερο…
και το κουβάρι της γιαγιάς μου
γαλάζιος μίτος στο λαβύρινθό της,
όμοια κι εγώ…
και τον κρατώ σφιχτά με χέρια που ματώνουν
για δεν μπορώ να τ’ αφήσω.
Τρέμω μήπως χαθώ
στην ανηφόρα-κατηφόρα της τρέλας…
Θεέ, Θεέ, Θεέ μου
και νιώθω την αγωνία σου φίλη…
που δίδυμη της δικής μου… είναι
και αδερφή ψυχή
–κι ας μη μ’ αρέσουν τ’ ακραία ρήματα!

Αμαζόνες του στίχου
τον πιλατεύουμε, τον πολεμάμε,
τον αγκαλιάζουμε –ερωμένες του πια-
τον στρώνουμε στη χάρτα τη ζωή μας
και σκεφτόμαστε ποιον τάχατις θ’ αγγίξουν;
Ποιόνα θα συντροφέψουν;
Ποιον θα διδάξουν;
Ποιος θα τους αγαπήσει;
-αχ, κι είναι δίσεκτοι οι καιροί!

Σ’ ερμάρι όμως δε θα σε κρύψω στοχασμέ
παρά μονάχα ημερομηνίες κι αποδείξεις,
ότι πορεύομαι την γήινη πορεία μου…
κατά πως αρέσκομαι…
Αυτό δεν είναι που μετράει;

Πιπίνα Δ. Έλλη (Pipina D. Elles)
Από το βιβλίο ποίησης,
“Ψίθυροι”
Σύδνεϋ 2008

Αφιερωμένο στην πνευματική πανσπερμία της γυναίκας
Π.Ε.

[/tab]
[tab title=” 3 “]

mother_child 

Γυναίκα…

Μανούλα, Σύζυγος και Αδερφή!
Τρεις τίτλοι άφθαστοι σε σημασία.
Τρεις τίτλοι π’ απευθύνονται σε μια μορφή.
Ύμνος και δόξα, στη γλυκιά της παρουσία.

Μ’ Αυτήν αρχίζει πάντα η ζωή.
Σαν καταφύγιο η αγκαλιά της.
Όπλο και στήριξη της Μάνας η ευχή.
Κουράγιο και παρηγοριά είν’ τα φιλιά της.

Στο δρόμο της ζωής όποιος θα μπει,
Μονάχος, είναι δύσκολο να τον περάσει.
Η Σύζυγος, με την αγάπη της μπορεί
Να τού ‘ναι στήριγμα γλυκό ως να γεράσει.

Μ’ Αυτή θα μοιραστεί λύπες, χαρές,
Τις πιο ‘μορφες στιγμές μ’ αυτήν θα ζήσει
Κι αν στη ζωή του ανταμώσει συμφορές,
Στην αγκαλιά της κουρασμένος θ’ ακουμπήσει.

Μες στην καρδιά της, είν’ η προσφορά!
Μητέρα, αδελφή, ή νοσοκόμα.
Ότι προσφέρει, το προσφέρει με καρδιά!
Και τη ζωή της θα την έδινε ακόμα!!

Αυτ’ είναι που ομορφαίνει τη ζωή
Όπως τα λούλουδα την Άνοιξη στολίζουν.
Και δεν μπορεί κανείς να την απαρνηθεί.
Τα όσα της οφείλουμε, δίκαια, της αξίζουν!!!

Θοδωρής Μεσσηνέζης

[/tab]
[tab title=” 4 “]

mother-and-child1

Αρχονταρίκι των πληγών και της ζωής, Γυναίκα!

Κορφοβούνια που κράτησαν γερά στο χρόνο
Που φωλιάζουν σπηλιές μυστηρίου και λατρείας
Που θηλάζουν ρίζες δέντρων πανύψηλων
Που γεννούνε ρυάκια, φλέβες ποταμών
Να ποτίζουν ψυχή τις πεδιάδες.

Πλοία ωκεανόπλευστα γεμάτα με φορτία ανεκτίμητα

Βασιλικοί σε γλάστρες ταπεινές στα αυλοθύρια

Αρχονταρίκι της ζωής και των πληγών, Γυναίκα!

Σ’ ακούσαμε να ουρλιάζεις από πόνο
Στη συνέργεια με τη Γέννηση του Μέλλοντος.
Γόνιμη γη, πεδιάδα καρπερή,
Μήτρα ζωής που μέσα σου σαλεύουν
Τα μυστήρια της δημιουργίας
Καθώς το αλέτρι της νιότης
Χαράζει τις αυλακιές του κορμιού σου.

Σε είδαμε, Θεά Εστία, να κρατάς
Τη φλόγα της παρθενίας άσβεστη
Κόντρα στα αδηφάγα
ποθοανεμίσματα του Δία.

Στο γάλα των μαστών σου είδαμε
Την αγνότητα να θηλάζει
Σιγουριά και ολοκλήρωση.

Και είδαμε να θυσιάζεις το αίμα σου
Που κόχλαζε νεότητα
Στην εστία της ενότητας
Στην ειρήνη των παιδιών σου
Στο κτίσιμο της κοινωνίας
Και του μέλλοντος αιώνος.

Είδαμε γενιές κοινωνιών
Να πληρώνουν τις αξίες σου
Με άρνηση.
Σε είδαμε να ματώνεις στη μανία
Του ζωώδους αρσενικού.
Χρόνια και χρόνια
Κτήμα του άνδρα.
Να σε πωλούν
Να σε προσφέρουν
Να σε εγκαταλείπουν
Να σε παίρνουν μαζί τους
Στο θάνατο.
Ναι, σε βρήκαμε σε τάφους-δήμιους
Ανάθημα πικρό στον εκλιπόντα σύζυγο

Τραγική υπηρέτρια
Ηθών και εθίμων
Ενστίκτων και δυνάμεων
Αντικείμενο οικοσκευής
Του άνδρα αφέντη.

Γυναίκα , Αμαζόνα , Μήδεια, Ασπασία,
Κυβέλη, Αντιγόνη, Κλεοπάτρα, Εκάβη,
Ιφιγένεια, Ρέα, Εικασία, …
Μαρία!

Σε είδαμε πολλές φορές να ξεστρατίζεις
Ακολουθώντας τους Εφιάλτες των Ιδανικών σου.

Σε βλέπουμε να εξανδρίζεσαι
Κόβοντας Γόρδιους Δεσμούς αιώνων.

Και το σπαθί της αδικίας, της αγανάκτησης,
Της κατάργησης, της κατάκτησης,
Της ματαιότητας, της πλάνας δύναμης
Κόβει, αλίμονο, φορές
Και τους δικούς σου Γόρδιους Δεσμούς.

Σκοτώνει τη διαφορετικότητά σου,

Σβήνει την τρυφεράδα σου,

Αμαυρώνει την αγιότητά σου.

Μην ξεχνάς!

Είσαι η Σελήνη και ο Ήλιος
Μέρα και Νύχτα
Σε μια ζωή που συνεχίζει να υπάρχει
Από εσένα!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

[/tab]

[tab title=” 5 “]

[expand title=”Εισαγωγή στο ποίημα Αλκυμο Έλυτρο – κλικ εδώ”]

Αγαπητέ αναγνώστη,

Σε παρακαλώ συγχώρεσέ μου μια μικρή εισαγωγή στο ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» που ακολουθεί, προκειμένου να γίνει κατανοητή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δύο πραγματικών γεγονότων που περιγράφονται σ’ αυτό, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα αναφέρονται, το μεν ένα σε ένα πραγματικό περιστατικό που έχει σχέση και με την ιστορία της Κύπρου, το δε άλλο σε ένα οικογενειακό μου θέμα:

Τον Σεπτέμβριο του 1974 τοποθετήθηκα από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ως μόνιμος Υπολοχαγός που ήμουν, στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.) όπου, το πρώτο εξάμηνο, ανέλαβα καθήκοντα Διμοιρίτη, στην πρώτη γραμμή έναντι των Τούρκων.

Εκεί, παρόλο ότι είχαν τελειώσει επισήμως οι εχθροπραξίες, έζησα την πολεμική ατμόσφαιρα, κάποτε, μάλιστα, πολύ έντονα, όπως όταν το βράδυ της 8ης Φεβρουαρίου 1975 περιμέναμε την επίθεση των Τούρκων, που είχαν αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του αεροδρομίου της Λευκωσίας· ενέργεια που, τελικά, δεν έλαβε χώρα, αφού οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι τους αναμέναμε καλά προετοιμασμένοι, γεγονός που δεν τους έδινε κανένα περιθώρια επιτυχίας.

Τη νύχτα εκείνη, αλλά και πολλές άλλες πριν και μετά, ένεκα αυτού του περιστατικού ή άλλων παραπλήσιων, όταν όλη η ΕΛ.ΔΥ.Κ. ξενυχτούσε στο χαράκωμα με το χέρι στη σκανδάλη, η γυναίκα μου, Ελένη, η οποία με είχε ακολουθήσει στην Κύπρο, παρ’ όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η απόφαση, έγκυος μάλιστα ούσα, στο πρώτο μας παιδί, τα βράδια στο σπίτι, διακόσια μέτρα πίσω απ’ την πρώτη γραμμή, μόνη της, λαγοκοιμόταν ντυμένη κανονικά με τα ρούχα της μέρας, σε μια πολυθρόνα με το γιο μας στην κοιλιά κι ένα τουφέκι αγκαλιά και με την απόφαση να πουλήσει ακριβά τη ζωή της και την ύπαρξη που έφερε στα σπλάχνα της, αν τυχόν ο εχθρός έσπαγε τη γραμμή αμύνης.

Ευτυχώς, δεν συνέβη το μοιραίο` μοιραίο για την προσωπική και οικογενειακή μας ζωή, γιατί, κατά τ’ άλλα, εκείνες οι μέρες άφησαν την Κύπρο μας και την Ελλάδα μισερή! Πάντως, αυτό είναι το γεγονός που περιγράφεται στο ποίημα και, ύστερα απ’ όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, ελπίζω να έχει γίνει κατανοητό και να δώσει κάποια πνευματική απόλαυση στον αναγνώστη που θα έχει το μεράκι να το διαβάσει.

Σαν υστερόγραφο, για να γίνει κατανοητό ακόμα ένα σημείο του ποιήματος, θα ήθελα να προσθέσω, σχετικά με τη γυναίκα μου, ότι η φράση που περιέχεται κάπου μέσα σ’ αυτό: «Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,/ Με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα/ Της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές», αναφέρεται στο μελάνωμα χοριοειδούς (χοριοειδής: ο μεσαίος χιτώνας του ματιού) το οποίο την επισκέφτηκε εδώ και λίγα χρόνια και, κατά του οποίου, δίνει με θάρρος, χαμόγελο και αξιοπρέπεια έναν άλλον αγώνα.

Σ’ αυτή τη γυναίκα και, μέσα από αυτήν, στην Ελληνίδα γυναίκα, σύντροφο, μάνα, αδελφή, κόρη, στην υπόσταση αυτήν που γύρω της περιστρέφεται, ζει, κινείται, παίρνει δύναμη και δρα και προοδεύει και μεγαλουργεί η Ελληνική Οικογένεια και η Εθνική Παιδεία, σ’ αυτήν και στην Κύπρο αφιερώνω το ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» («άλκιμο»: που έχει δύναμη και σφρίγος, «έλυτρο»: προστατευτικό περίβλημα).

Φιλικά,

Ιωάννης Παναγάκος
Σ.Σ.Ε./1971 – Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

[/expand]

Άλκιμο Έλυτρο

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα
μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη
και στην Κύπρο

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου
σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,
την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.
Σε άκουσα να τη σμιλεύεις
με τις κορφάδες των ονείρων σου
στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,
μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.
Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης
να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,
αγυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.
Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου
μέθεξη ουράνιας στόχασης,
συνειρμό ακτίνων ζωής,
εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.
Ατενίζω την αγάπη μας
βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι
ν’ αρμενίζει στο πέλαο.
Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.
Μα και σε πέλαο οδύνης και σπαραγμού.
Με πελώριους Ποσειδώνες πανέτοιμους
να πιούν και να συντρίψουν
καρυδότσουφλο το φεγγάρι μας.
Με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και Κίρκες και Σειρήνες
να βάφουν μ’ άσχημα όνειρα τις νύχτες μας.
Και μ’ έναν Αίολο
να μαστιγώνει αδυσώπητα το πεπρωμένο μας.
Μα στο πέλαο τώρα βασιλεύει η γαλήνη.
Το διαλαλούν, από φως μεθυσμένοι,
στον αφρό του ορίζοντα, οι γλάροι…
Πως, σαν πίστη Θεογέννητη …
Πως, όταν αγώνας αταλάντευτος,
μαζί τα δυο, τραφούν με ζωοφόρο αγάπη,
ο Ίδιος ο Θεός τη νίκη τους τη στεφανώνει
με το χρυσό της ελπίδας κότινο.
Ελπίδα καταξίωσης λαμπηδόνας για το αύριο.
Νίκης βεβαιότητα για το σήμερα, το αναστάσιμο.
Αγάπης εγγύηση, άφθαρτης, στο διηνεκές.
Τώρα…
Ω, πώς με θωπεύει τώρα
τρεχούμενου βάλσαμου μαρμαρυγή η φωνή σου!
Τα φύλλα της καρδιάς μου, ω,
πώς εξ ουρανού θροΐζει κελαρυστή μελωδία
η αύρα του γέλιου σου!
Φωτοχυσία Αιγαίου το πρόσωπό σου
σαν η χαρά το δονεί ευφρόσυνα
στην ουράνια προσφορά της Γυναίκας – Συντρόφου,
στη θεοφόρο θυσία, στο ολοκαύτωμα της ΜΑΝΑΣ!…
Κι’ άλλοτε πάλι,
πώς σκοτεινιάζει τρέμοντας ο ουρανός
σαν το παράπονο της ματιάς σου της λαβωμένης
την ψυχή μου τρυπά!…
Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,
με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα
της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές!
Ω, εσύ! Πόσο ψηλά, σε Ολύμπιο κάλος στέκεις!
Καταυγάζεις τον πόνο με πυρφόρο αγάπη!
Δεν επιστρέφεις χολή.
Μα ό,τι καλό πήρες, εκείνο επιστρέφεις!
Με χέρι σταθερό, δημιουργού,
με ψυχής ποιητικής, ευαισθησία·
αυγάζεις στην ελπίδα τους βλαστούς σου,
ως μάνα.
Δημιουργείς, ως σύζυγος, χώρο
ο σύντροφός σου να υψωθεί.
Το μονοπάτι ωθείς μπροστά,
μη κοιτάζοντας πίσω,
παρά μόνο ελπίδα για να πάρεις.
Κι’ έτσι προχωράς,
πυργώνοντας ψηλά ό,τι δικό σου.
Θυμάμαι… κάποτε στην Κύπρο…
Την Κύπρο των ονείρων μας πού ’γιναν στεναγμός…
Ήταν αμέσως μετά την εισβολή.
Την εισβολή των εβδομηκοστών τέταρτων ντροπών
του εικοστού αιώνα.
Κι’ ήσουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί…
Σε ώρες δύσκολες, τρεμουλιαστές…
Κι’ ήσουν εκεί… Διακόσια μέτρα θάνατο
απ’ την πρώτη γραμμή… σε κείνο το φιλόξενο σπίτι.
Εκεί, κοντά στα αχτιδορροούντα χαρακώματα
του υπέρ πάντων αγώνα.
Ενώ μπορούσες αν ήθελες…
Ω, πώς είναι δυνατό να αλλάξει η φορά των πραγμάτων!
Το λίκνο του ήλιου να πάψει νά ’ναι η ανατολή!
Αν πρόκρινες να επιλέξεις την ασφάλεια απ’ την ιστορία…
Θά ’σουν μίλια μακριά, στη Θεόκτιστη Αθήνα,
στο σπίτι σου!
Ακολούθησες, όμως, εικοσάχρονη, σχεδόν ακόμα, κόρη
το πεπρωμένο σου.
Της Ελληνίδας – μάνας ή συντρόφου – την ειμαρμένη.
Με ψυχή Μακεδόνισσας εκ γενετής.
Με πνεύμα Σπαρτιάτισσας από κληρονομιά.
Ακολούθησες…
Κι’ είχες, αντί για λύτρωσης ύπνο, τα βράδια,
σαν στο χαράκωμα ο άντρας σου αγρυπνούσε,
του τρόμου την αγωνία συντροφιά.
Ψευτοκοιμόσουν με το γιο μας στην κοιλιά
κι’ ένα τουφέκι αγκαλιά.
Με μια λάμψη μαύρη, ατσάλινης απόφασης στα μάτια
την Ελληνόπρεπη ζωή σου ακριβά να πουλήσεις,
πριν της κόψεις η ίδια το νήμα,
πριν της πάρεις εσύ την πνοή…
Ω, θαλασσόπνιχτο λυπητερό βουητό!
Αν τύχαινε να μας αιφνιδιάσει ο εχθρός!
Μισοκοιμόσουν με τον φόβο του Αττίλα συντροφιά.
Μα είχες προσκέφαλο ένα κλαρί Ελλάδας στην καρδιά ριζωμένο!
Κι’ έναν Πυρσό λευτεριάς
να σελαγίζει τα πέλαα της ψυχής σου!
Κι’ ήσουν η ίδια…
Όπως σε θυμούνται οι φυλλωσιές της ιστορίας,
στους αιώνες των αιώνων.
Ήσουν η ίδια!!
Όχι, μόνο, στο κλέος της δόξας,
στο «ταν ή επί τας» της αρχαίας Σπαρτιάτισσας…
Κι’ ούτε μόνο στου σαράντα,
στο ματωμένο της Ηπειροτοπούλας αγώνα.
Αλλά και όπως θα σε θυμούνται να θυσιάζεσαι,
ΑΘΑΝΑΤΗ,
στην Έξοδο,
στους Καταρράκτες,
στον Γκρεμό…
Στην Έξοδο, στους Καταρράκτες, στον Γκρεμό
της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας…
Ελληνίδα του Μεσολογγιού!
Μητέρα της Νάουσας!
Κόρη του Ζάλογγου!
Ω, εσύ, Άλκιμο Έλυτρο Ελληνικής Εστίας Αθάνατο!
Δίνε μου δύναμη και φως για να σε προστατεύω!

(2008)
Ιωάννης Παναγάκος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[/tab]

[tab title=” 6 “]

silhouette 

Η λεπτή σου σιλουέτα

Μια πινελιά είσαι μυστική,
και η ματιά μου μένει εκεί
συχνά να σε παρατηρώ
κι από παιδί να λαχταρώ
να σε αγγίζω
να σε θωρώ
να σε φιλώ…

Μια πινελιά είσαι θεϊκή
μία ματιά που μαγική
γεύομαι όπου κι αν σταθώ
από παιδί κι όσο γερνώ
να σε θαυμάζω
να σε ποθώ
να σ’ αγαπώ…

Ιάκωβος Γαριβάλδης

[/tab]
[tab title=” 7 “]

Aphrodite_scul 

Αφροδίτη

(ο κΌσμος σε πτΏση γενικΉ)

Γιος του Δία και της Ήρας, θεός του Πολέμου υπήρξα Εγώ.
Πλανήτης τέταρτος, κατά σειράν αποστάσεως εκ του Η λ ί ο υ.
Και ο Κόσμος πλανάται π λ ά ν η ν οικτράν, για του Άρη τη χάρη.
Ανδρικός τέτοιος Κόσμος, αλλ’ όχι ανδρείος, ο Κόσμος μου,
κι αν συμφωνείς ή διαφωνείς, με τα λόγια μου, της Πάφου θεά,
θαύμασε ωστόσο, πόσο άλλαξε και πόσο ίδιος έχει παραμείνει,
από το έτος των Ασσυρίων και των Φοινίκων μέχρι το Διαδίκτυο!

Γιατί, τώρα, εΣύ πολεμάς! Εσύ που κρατούσες στ’ απαλά σου
τα χέρια, τη φοβερή σου αυτάρκεια και τη μοναδική μας διάκριση:
Εγώ ν’ αγαπάω τον Πόλεμο ως εαυτόν και σαν θεό τον Εαυτό μου,
πως μου επέτρεπε να φαντάζω σοβαρός, στα πεδία των μαχών,
ενόσω «τα παιδία παίζει», κι εσύ, ώ Κύπριδα, που έβλεπες τον Πόλεμο γελοίο, να παύεις ξαφνικά να με περιγελάς και -μα το Δία – οξύμωρον!
να υπακούς με…αισθησιασμό στη λογική τού «πράσσειν άλογα»!

Μέσα στον Πόλεμο, εγώ σε μείωνα στο ύψος του Αντικείμενου
αφού διέκρινα – λάθος θεός! – μόνο Αντικείμενα, ενώ εσύ, Κυθήρια,
σωστά τη σχέση ζύγιαζες, που εκείνα διατηρούσαν μεταξύ τους.
« Τα Αντικείμενα χρειάζονται το ένα το άλλο, να μια τους ιδιότητα»,
έλεγες, «αγαπούν το ένα το άλλο, να κι άλλη», ισχυριζόσουν, «ταυτίζονται το ένα με το άλλο», υποστήριζες, και να που τώρα, στην τότε διάσταση των αισθημάτων σου, ταπεινά υποκλίνομαι.

Η ερωτική σπιρτάδα σου γινόταν τρυφεράδα εντός μου, ώ Άφρω
κι απ’ τα ουράνια όπου εσύ μ’ ανέβαζες, κοιτούσα ακόμα πιο ψηλά,
για να σε δω, να σε θαυμάσω – ενδόμυχα ο άφρων – και να δεχθώ
πως διαθέτεις τα χαρίσματα μιας πραγματικής θεάς : Γυναίκας Γήινης !
Τι είναι Πόλεμος; Από της Έρας Άσκελον έως βαθείας Νυχτός,
εγώ μονάχα το γνωρίζω, Ιδού, Ναι, Τώρα, Εγώ, που οριστικά πια
τρεμοσβήνει μου το άστρο του θεού, εμπρός σου αποκαλύπτομαι.

Ήρθε η ώρα να προδώσω το βαρύ μου μυστικό, τα όπλα μου σε σέ
να παραδώσω, την ώρα που οι αμετανόητοι εραστές του δωδεκάθεου
αγωνίζονται να με κρατήσουν πλάνητα, με τα απλανή τους μάτια
τα μάταια αστρολογήματά τους κι άναστρες τις πλάνες τους κραυγές.
Ο Πόλεμος είναι μια Ψύχωση, τάλαντο της φύσης μου, διασταύρωση
φρικτή Σθένους κι Αδυναμίας, με αιώνιο θύμα τη σχέση μου μαζί σου.
Φοβού, ώ Βένους: Ο Πόλεμος- αλίμονο – είναι πια προνόμιο δικό σου!

Άδραξε τη θεϊκή ευκαιρία και δώσε τούτη τη Φωτιά, σαν Προμηθέας
και σαν Φως, δώρο, αντί για Δόρυ στους Δαναούς, Γένος Γενναίο,
που Εσύ κι Εγώ προδώσαμε, για να εξαλειφθεί ο Φόβος απ’ τον Κόσμο.
Μην αμελείς, θεά Αφροδίτη, μόνο σε σένα πλέον επαφίεται η Ελπίδα.
Μη καταλύσεις τη διακριτή σου τάξη και καταλήξεις να διακρίνεις
μόνο Αντικείμενα, όπως εγώ. Σπουδαίο σου μέλημα να διατηρείς σώας τας φρένας. Το συρμό σου ακολουθεί πιστά του κόσμου ο Κόσμος!

Ο Κόσμος δεν προσβλέπει πια στη σχέση του με τον Πολιτισμό, τη Γνώση, δεν ερευνά την Οικονομία του, παντελώς αγνοεί τον Ερμή Τρισμέγιστο, αμφισβητεί το Μεγαλέξανδρο, κωφεύει στο Θεόδωρο Μετοχίτη, διακωμωδεί την υπομονή της Πηνελόπης, δεν βαφτίζει «Δάμωνα» ή «Φιντία» ή «Καλλιπάτειρα» τα τέκνα του, δεν πείθεται από την Ιστορία του κι από ανεξήγητη ντροπή, κρυφά σταυροκοπιέται.
Κι εσύ, Πανώρια, δεν τον ελκύεις πια, μέσα στην Άρεια πανοπλία σου.

Οι Άνθρωποι ζουν στον Κόσμο τους, καθώς Δ υ ν ά μ ε ι Σ ζοφερές,
αχρείες, αναλφάβητες και ανεύθυνες τον κυβερνούν, προβάλλοντας
τη σοβαροφανή και παντελώς γελοία υπεροψία τους, ωσάν ψευδή, γοήτρου ανάξιου πορφύρα, και φέροντας στο Νου πρωτοφανή, πρωτόγνωρη, πρωτόγονη, πρώτου βαθμού ανοησία, χωρίς να λογαριάζουνε την άμεσή τους σχέση με το Τίποτα. Και με το θάνατο. Φοβού, Αφροδίτη την αφροσύνη μου. (Άρης, τέως θεός…)

Α.Π. Αντάνης

unnamed

[/tab]

 

[tab title=” 8 “]

GYNAIKA

Για τη Γυναίκα

 

Ένα αφιέρωμα στη ΓΥΝΑΙΚΑ, αλλά και στον ΑΝΔΡΑ,
αφου κι αυτός σαν άλλο της “ολόκληρο” συμμετέχει στην Ευλογία  της ζωής!!

Στη μάνα
στην κόρη
στην αδερφή
στην ερωμένη
στην άγνωστη

Γυναίκα, μάνα , ιστορία, κόρη ενός Έρωτα-Θεού
βλαστάρι άχρονο, κρατάς το πεπρωμένο,
γίνεσαι ανάγκη, αγάπη, αδερφή, Αριάδνη-ερωμένη,
μες στο λαβύρινθο του κόσμου…
αφορμή,
για άγάπες, έριδες,μεγάλες συμφωνίες.
Στα πόδια σου, άλλοτε, σου κρένουν ενοχές,
μολύνουν με αίμα , λόγια και βλαστήμιες…
ό,τι πολύτιμο οι λαγόνες σου γεννήσαν με βοές,
τον κόσμο, τούτο το”μικρό το μέγα”…
Μα συνεχίζεις , κόντρα σε όλα να γεννάς
τον Ήλιο το θερμό, στα παιδικά τα μάτια
της Ελπίδας!!
 
το αφιερώνω
Με αγάπη και σεβασμό σε κάθε γυναίκα, σε κάθε άνδρα…..στον Άνθρωπο, τελικά!

 

[/tab]

[tab title=” 9 “]

reaching_female_statue 

Chokehold

As a country
They’ve hemorrhaged
Your soul; until
Your body runs dry

Innocence runs deep as
Corrupt pockets
Tricked into sacrificing
Your child to them. For now.

A small tsipoura
Surrounded by sharks
But he bites tenaciously.

Christina Pipinos Dorudian
San Diego, Ca U.S.A

[/tab]
[tab title=”Δοκίμιο”]

xarakia 

Χαρακιά

Ξημέρωνε. Μια χαρακιά φως έπεσε πάνω στο κρεβάτι.

Χαράζω σημαίνει αφήνω ίχνος. Χαράζω σημαίνει μεταφορικά και κυριολεκτικά, το σημείο αλλαγής από το σκοτάδι στο φως. Χαράζω σημαίνει σημαδεύω κάτι για να το αναγνωρίσω εύκολα. Χαράζω σημαίνει αφαιρώ κάτι. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω, ανοίγω για να μπω, για να αφαιρέσω ή να προσθέσω. Χαράζω σημαίνει τραβάω γραμμή. Εν τέλει χαράζω σημαίνει επεμβαίνω και χαρακιά είναι το σημάδι. Αυτά της είχαν γράψει οι μαθητές της στην ερμηνεία της λέξης. Ήταν ένα σύντομο τέστ που έβαλε στην τάξη, προκειμένου να καταλάβει το επίπεδο των γνώσεών τους.

Πριν καιρό στο κρεβάτι του νοσοκομείου ψηλάφισε την τομή στο στήθος της. Ζήτησε από τη νοσοκόμα έναν καθρέφτη αλλά δεν της έφερε. Τώρα στο σπίτι μπορούσε με την ησυχία της να επεξεργαστεί το σώμα της. Άναψε το φως. Στο γόνατο είχε μια χαρακιά από γυαλί. Την είχε αποκτήσει μικρή προσπαθώντας να κρύψει το σπασμένο ποτήρι. Στην κοιλιά είχε μερικές ραγάδες, από την εγκυμοσύνη. Είχε προσπαθήσει να τις αποκαταστήσει ματαίως. Η φιλαρέσκειά της έμεινε για πάντα τραυματισμένη. Γύρισε στον καθρέφτη λοξά και κοίταξε την πλάτη της. Δεν καλοφαινόταν, αλλά ένα σημαδάκι από ένα σπίλο που είχε αφαιρέσει ήταν εκεί. Τώρα είχε μια ωραία μεγάλη τομή στο στήθος. Πέρασε το χέρι της από πάνω. Η εικόνα της είχε αλλάξει. Μην τη λέτε χαρακιά, της είχε πει ο γιατρός, ακούγεται πολύ αιχμηρό. Της ήρθε να βάλει τα γέλια. Ήθελε να του πει ότι η λέξη τομή είναι δισύλλαβη, αλλά σημαίνει τέμνω/κόβω. Περισσότερο μυαλό είχαν οι μαθητές της. Δεν είπε τίποτα τελικά.

Ψηλάφισε την πλάτη της. Χαράζω σημαίνει αφαιρώ κάτι.

Πέρασε το δάχτυλό της πάνω από το γόνατο. Χαράζω σημαίνει τραβάω γραμμή, είπε χαμογελαστά.

Κατέβασε τα μάτια της στην κοιλιά. Κάποτε ήταν επίπεδη, μετά φιλοξένησε μωρό, τεντώθηκε όσο δεν έπαιρνε, έσπασε, αλλά τα έφερε εις πέρας. Χαράζω σημαίνει αφήνω ίχνος, μονολόγησε.

Τέντωσε τα χέρια της ψηλά. Κοίταξε ξανά το στήθος της που είχε θηλάσει, είχε δοθεί μαξιλάρι για κλάμα, για χάδι. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω σκέφτηκε. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω, ανοίγω για να μπω, για να αφαιρέσω ή να προσθέσω.

Χαράζω σημαίνει έζησα σκέφτηκε. Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε στον καθρέφτη καλωσορίζοντας τη Γυναίκα. Ένιωσε περήφανη για τις χαρακιές της.

Περήφανη που υπήρξε μάνα, κόρη, αδελφή, σύντροφος, φίλη, δασκάλα. Περήφανη όπως ο πολεμιστής που γυρίζει από τη μάχη και οι χαρακιές του μιλάνε για τις μάχες του. Γιατί χαράζω σημαίνει μεταφορικά και κυριολεκτικά, το σημείο αλλαγής από το σκοτάδι στο φως.

Άνοιξε διάπλατα τα παντζούρια στον πρωϊνό ήλιο.

Γιώτα Δ. Τσιλίκη


 

[/tab]

[/tabgroup]

 

Μια Ηλιαχτίδα!

Share

Μια ηλιαχτίδα:

Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε ο χρόνος;
Αυτός μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος.
Μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα σ’ ένα τροπικό παράδεισο, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί κάτω από τσίγκινα κεραμίδια τον χορό της αγάπης
Χόρτασε η ψυχή μου να στροβιλιζόμαστε αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην χόβολη, αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα.
Οι στάλες έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσαν οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που τελικά ήταν.
Σήμερα ξαναήρθαν οι στρατιώτες του χρόνου φέρνοντας καινούργιες ηλιαχτίδες τυλιγμένες σε υποσχέσεις για να υποδεχθούμε μαζί την είσοδό του χορεύοντας τον χορό της φθοράς!
Σας εύχομαι ένα χαρούμενο κι ευτυχισμένο καινούργιο χρόνο 2015.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Το σβηστό Λυχνάρι

Share

antique-lamp2Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας με το τρεμούλιασμα της, τις σκιές του ταβανιού πάνω στις χοντροκομμένες κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους, αυτού του φτωχικού ουρανού του σπιτιού μου να κινούνται, τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν, τις νεράιδες να με εγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους για να μου χαρίσουν τις χάριτες της ζωής, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα, το πρόσωπο του Θεού να χαμογελά.

Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή μαστίγωνε τα κεραμίδια, έτσι αγκαλιασμένοι και οι δυο αέρας και βροχή, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό σα φτερούγισμα Αγγέλων που είχαν κατέβει απ τον γαλάζιο ουρανό. Ξάφνου το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκα το χέρι του θεού να με σκεπάζει, έχωσα το κεφάλι μου κάτω απ τα σκεπάσματα και αποκοιμήθηκα στον δικό μου κόσμο, γεμάτο παιδικά αθώα χρώματα, αυτά που μου χάριζε το φως του λύχνου.

Τώρα κοιτώ το σβηστό λυχνάρι, είναι αυτό το ίδιο που μου κράταγε συντροφιά τις παιδικές αθώες νύχτες, αναλογίζομαι τις εποχές που πέρασαν και νιώθω ένας μικροσκοπικός διαβάτης σε μια πολύχρωμη παγκόσμια τροχιά, σα να είναι το φως της λάμπας αυτής όπου σπέρνει την ελπίδα, στο ατέρμονο πέπλο της νύχτας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Το Κλειδί

Share

Κρεμόσουν από μια κλειδαριά σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση!

Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους. Θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτή που κάποτε άνοιγες ανυπομονώντας να μου προσφέρεις τη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό να εξακολουθείς να με περιμένεις; Μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα. Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια, ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες μας τις σερβίρανε, διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται.

Διαβάζεις τα βιβλία της κάθε μιας θρησκείας, τις υποσχέσεις τους, ακούς τα κηρύγματα των προφητών τους, οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο κανένας δεν πήγε και γύρισε. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος. Όταν γεννιέσαι άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η τιμή της σκέψεις, σε κρατούν δεμένο, πληρώνεις για να μπορείς να εξασκείς το ότι πιστεύεις, αυτό που σου έμαθαν, είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made, είναι business. Έλα κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί, υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του χρόνου δεν συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί. Υπάρχει και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο;

Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει η σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σε συμφωνία με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης. Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, τ’ άγρια τα ζώα και απ’ τους άλλους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα. Έχε γεια!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Ο Μετρητής του χρόνου

Share

Ο Μετρητής του Χρόνου.

Μετά από δεκάωρη εργασία σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, αρχίζει ο αγώνας του γυρισμού στο σπίτι.
Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι του μετρό, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα. Τα σκαλοπάτια βρώμικα μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας. Χέρια σηκωμένα κρατημένα από χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα νεαρά.
Πρόσωπα πολύχρωμα, μαύρα άσπρα, κίτρινα, σοκολατί, μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρωμούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα, σώματα σε κτυπούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα να καταλάβεις πόση ώρα ήσουν στον κήπο της Εδέμ κοιτάς το ρολόι του σταθμού τον μετρητή του χρόνου και βγάζεις μια φωνή, πω! πω! Άργησα. Φτάνεις σπίτι.

Κουρασμένος κάθεσαι στον καναπέ, λασκάρεις τη ζώνη σου, αναπνές βαθιά, έτσι καθιστός τα μάτια σου κλείνουν, αρχίζουν τα όνειρα, τρομάζεις, ξυπνάς, δεν ξέρεις πόσο καιρός πέρασε, ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα, κοιτάς για αποδείξεις, το ρολόι δίπλα, σου χαμογελά κάνοντας τα μπλε φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Σηκώνεσαι, τρίβεις τα μάτια σου. Το χουφτιάζεις, το σφίγγεις, το πετάς κάτω, το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του σα να ήτανε η τελευταία του αναπνοή, άχρωμες πια οι τρύπες στο μέρος των ματιών του. Το θυσίασες στο όνομα της ελευθερίας του σκλαβωμένου εαυτού σου. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου και αγκάλιασες τον χρόνο σου, τον έσφιξες πάνω σου κι άρχισες να κλαις, γιατί κατάλαβες ότι ήσουν δεμένος με αυτόν, το συνεχιστή των βημάτων σου, της σκιάς σου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

*********************************************************************

Παιδιά, Ψίχουλα Κάτω απ’ το τραπέζι

Share

Ένα κομματάκι καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός ιερέας με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα ξένοι έκαναν κουμάντο αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές..

Continue reading “Παιδιά, Ψίχουλα Κάτω απ’ το τραπέζι”

When was it?

Share

Sofia Kontogeorge Kostos

When was it?
that Germans and Turks
of Central Powers-
pulled from their uniforms,

ORDERS FROM HEADQUARTERS:

“Start from the East; sweep to the Black Sea;
continue through to Cappadocia; later-
swing towards the Ionian West.
There’s a shortage of bullets,
take as long as it takes- be thorough!

Continue reading “When was it?”

Πολιτογράφηση, Μετανάστης

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Είχε νυχτώσει, ξάπλωσαν, η μάνα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, ο πατέρας ροχάλιζε, τα δυο αγόρια πήγαν στο δωμάτιό τους, κοίταζαν απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν σε αυτό τον δρόμο της Νέας Υόρκης κι έπλαθαν όνειρα απόδρασης από την φυλακή του πατέρα τους, παρομοίαζαν τους εαυτούς τους σαν δυο πουλιά κλεισμένα στο κλουβί.

Continue reading “Πολιτογράφηση, Μετανάστης”

Το Δάκρυ

Share

Ένα δάκρυ κύλησε, έπεσε χάμω,  ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν  προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά,  ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε. Continue reading “Το Δάκρυ”

Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία

Share

Η μάνα  μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια,   από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα,  στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή  η περιφορά  του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν  Η ζωή εν τάφω…,   ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’ Continue reading “Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία”

Αααχ!!! Μισή ώρα ανάσα.

Share

Εργαζόμουν σε εστιατόριο ακριβώς απέναντι από το Presbyterian Hospital in New York,  10:30 με 11 πρωινή ήταν η δική μου,  μισή  ελεύθερη ώρα, ώρα για φαγητό,  μπορούσα να κάνω το σώμα μου ότι ήθελα, συνήθως έβγαινα έξω να πάρω καθαρό αέρα ή ας πούμε να μου φύγει από πάνω μου αυτό το αίσθημα της καταπιεστικής σκλαβιάς. Άλλοι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν  ή τους άρεσε, εμένα με πέθαινε,  γυρνώντας στο σπίτι, η  κούραση μου αφαιρούσε κάθε πρωτοβουλία, γινόμουν ένα κινούμενο πτώμα,   αλλά υποχρεωτικά έσκυβα το κεφάλι στο δεκάωρο εργασίας  έπρεπε να βγει ο επιούσιος. Continue reading “Αααχ!!! Μισή ώρα ανάσα.”

Η Επίσκεψη

Share

της Βάνας Κοντομέρκου

Η βροχή είχε σταματήσει. Περπατούσε σκυφτή, ακούγοντας τα λούκια να στάζουν πάνω στα πεζοδρόμια.Τα βήματά της, την οδηγούσαν μόνα τους στο μικρό διόροφο σπιτάκι, στο Μεταξουργείο.

Πόσο τ’αγαπούσε αυτό το σπιτάκι..΄Ενας Θεός μόνο ήξερε..Η ζωή της ολόκληρη, ήταν γεμάτη απ’αυτό. Από χρώματα, λουλούδια και μυρουδιές που έβγαιναν μέσα από τα παλιά του κουφώματα και σανίδια και είχαν ποτίσει το είναι της. Οι αναμνήσεις, ένας πολύτιμος θησαυρός που είχε κλείσει ερμητικά μέσα της ενάντια στην φθορά του χρόνου.

Continue reading “Η Επίσκεψη”

Σελήνη

Share

Πελώριος δίσκος, χάλκινος, απόψε η σελήνη.
Αφήνει τη σφραγίδα της στην παγωμένη νύχτα.
Μνήμες ξυπνά. Ανήσυχη η καρδιά, πώς δραπετεύει!

Κρυφές οι σκιες, ανήλιαγες.
Διάττοντες του χρόνου…
κι ως ανεβαίνει μαγικά,
κρύβεται μεσ’ τα πεύκα
σαν διαγράφουν σιωπηλά
τ’ ανέμου τις ανάσες…

Ν’ άδραζα τον χρυσάργυρο, να τον ‘φτιαχνα ασπίδα,
να προστατεύσω την μικρή, εφηβική αχτίδα,
που σφράγισε την νύχτα μου
και ξύπνησα γυναίκα…

Σελήνη του βόρειου πόλου

(C) Γιώτα Στρατή, ΝΥ

Copyright secured by Digiprove © 2010

Απόμαχος Ναυτικός

Share

Κάθε δάκρυ του γέρου που πέφτει,
ένα μπλε τριαντάφυλλο ανοίγει,
κάθε του ροδοπέταλο ένας καθρέφτης,
π’ αντανακλά μια ναυτική ιστορία.

Σκύβει ο γέρος  να μαζέψει δάκρυα
με αρώματα της νιότης ποτισμένα,
φουρτούνες, αγάπες, αναμνήσεις,
σε ροδοπέταλα τυλιγμένα. Continue reading “Απόμαχος Ναυτικός”

Ο Νοσταλγός, γιος της Γης

Share

Ο  άνθρωπος όταν έρχεται στον κόσμο δεν έχει  επιλογή, γεννιέται γυμνός, με ένα μόνο φύλο, ανήκει  σε μια φυλή, σε μια εποχή που ο ίδιος δεν διάλεξε.  Απ’  την στιγμή που γεννήθηκε το σώμα  αρχίζει  να  φθείρετε, ο νους παρθένος, άγουρος, σα σφουγγάρι απορροφά   ότι  είναι γύρω του, ότι τον δίδασκαν, ακόμα του έδωσαν ένα όνομα, τον βάφτισαν σε μια  θρησκεία, αυτή που  ήθελαν, δεν τον ρώτησαν.

Αναμένει  κάτι καινούργιο, σα μια ελπίδα στο αύριο, αυτό που ποτέ δεν έρχεται, πάντοτε είναι σήμερα,  η φθορά του χρόνου  τσάκισε το σώμα, χάθηκαν οι φίλοι  αυτοί που μόνο  εντυπωσιαζόταν από το σφρίγος του σώματος. Παρέμεινε ο νους μοναδικός σύντροφός του, έτσι όπως  τον πρωτογνώρισε ‘γυμνό’.

Continue reading “Ο Νοσταλγός, γιος της Γης”

Ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο

Share

Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή με τα ομοιώματα  της Παναγίας, με Ιωσήφ που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι    προσκυνητές είχαν απιθώσει  την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.

Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά. Continue reading “Ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο”

…Or, what was worse? ©

Share

A remarkable thing about the bodies that we saw was that nearly all of them were
naked. I have been informed that the people were forced to take off their clothes
before they were killed, as the Mohammedans consider the clothes taken from a
dead body to be defiled.

—Leslie A. Davis, American Consul General

When we see those still photographs
captioned “deportations”
—showing long lines of
Christian women: Armenian, Assyrian,
Greek; full with babies, carrying infants,
children by their sides—but where are their men?
We see them walking through barren land
on their way to their deaths—
they don’t know, they’ve not been told.

Continue reading “…Or, what was worse? ©”