8 Μαρτίου_

Share

“Σ’ ένα γιασεμί”

[audio: http://diasporic.org/wp-content/uploads/2011/02/LITSA_FIN.mp3|autostart=no|track=Giasemi]

Μελοποίηση του μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Θέμελη,
στο πιάνο ο Κωνσταντίνος Γκαρίπης,
τραγουδάει ο Θεόδωρος Βουτσικάκης

μελανοδοχείο ήχου

“Νύχτα Μαγικιά”

[audio: http://diasporic.org/wp-content/uploads/2015/03/nyxta-magikia.mp3]

Σύνθεση Μίκη Θεοδωράκη
στίχος Γιάννη Θεοδωράκη,
εδώ σ’ εκτέλεση του Άρι Αντάνη

[tabgroup]

[tab title=”Προοίμιο ποιημάτων”]

Λίγα λουλούδια για τη γυναίκα στη ζωή μας

20141009_134000 

Λίγα λουλούδια για τη μητέρα, τη σύζυγο, την αδερφή, την ξαδέρφη, την κόρη, τη γιαγιά, τη φίλη, φτιαγμένα από της καρδιάς τους κτύπους και την ανάσα των πνευμόνων της λογοτεχνίας των συγγραφέων που συμμετέχουν σ’ αυτή την πανδαισία δημιουργίας.

Για τη γυναίκα που έχει προσφέρει τα πάντα στην ιερή της οικογένεια, στο ένδοξό μας έθνος, στην ύπαρξή και στο αδιαίρετο του συνόλου μας. Αυτή ακόμη κι αν δεν την ακούσαμε, παρ’ όλο που δεν τη μιμηθήκαμε σε πολλά εμείς οι άντρες, παρ’ όλο που δείχνοντας τσαμπουκά την μειώσαμε, παρ’ όλο που δεν την τιμήσαμε στη ζωή μας τόσο όσο ίσως θα έπρεπε. Στο πανέμορφο και ανθεκτικότατο αυτό δημιούργημα της φύσης που όχι μόνον προσφέρει απλόχερα αλλά και υπομένει ασταμάτητα, αφιερώνουμε αυτά τα λόγια κι αυτό το χώρο.

Συνιστούμε να διαβάσετε αργά και προσεκτικά ένα-ένα τα έργα των λογοτεχνών που αφιέρωσαν το χρόνο τους εδώ να την τιμήσουν, γιατί η τιμή της είναι τιμή για κείνους που την αναγνωρίζουν.

Ίσως όμως προτιμάτε όμως ν’ ακούσετε αρχικά τη μελοποίηση του Δημήτρη Θέμελη του ποιήματος της Ευαγγελίας Πεχλιβανίδου “Σ’ένα Γιασεμί”, ή ακόμη και το φίλο, ποιητή, μουσικό κι εκτελεστή Άρι Αντάνη που έκανε τη δική του προσφορά και σύνθεση στη γυναίκα με τη “Νύχτα Μαγικιά”…

Τα κουμπιά ελέγχου του βίντεο
στο φόντο της σελίδας
βρίσκονται δεξιά και στο μέσο περίπου.

[/tab]

[tab title=” 1 “]

Γυναίκα

cyp_woman-correctedΓυναίκα,
το άγαλμά σου έχει στηθεί κάτω απ΄ τον ήλιο
πότε με ένα μαντίλι στο κεφάλι
πότε με ξέμπλεκα μαλλιά
Μα πάντα εκεί βλέπω σκυμμένο ένα γκρίζο πουλί
να σκύβει να τσιμπολογάει
λίγο λίγο το ουράνιο τόξο
που θα ΄θελε να γίνει καλοκαιριάτικη κορδέλα στα μαλλιά σου
μα γίνεται σκέψη ανεμοδαρμένη
γίνεται κουπί και αρμενίζει μες στην έγνοια, Γυναίκα
Γιατί γεννήθηκες για να γεννάς τη θάλασσα
κι όλους τους βράχους της μαζί
μα και καράβια που όλο φεύγουνε
πότε με ούρια ευχή
πότε με πόνο χωρισμού

Γυναίκα
σου ΄δωσε ο Θεός αντρίκια χέρια
για να δουλεύεις σαν αμόνι τον καιρό
Και τις φωτιές να ανάβεις
να λάμπουν φώτα μες στους δρόμους των παιδιών
Κι όταν πονάς, γυναίκα
με τις ωδίνες και οδύνες του καιρού σου
είναι για να γεννάς ακόμα ελπίδα
και να γεννιέσαι εσύ σαν άλλη μέρα
μια νέα ανατολή
για τα παιδιά που έμειναν χωρίς αγκάλη
για ένα κόσμο που έμεινε ακίνητος
χωρίς την γενική του πτώση στην αγάπη
Της αγάπης, της αγάπης , της αγάπης κόσμος
μόνο μέσα στο κόκκινό σου αίμα πάλλεται
σαν νέο φεγγάρι είκοσι οχτώ ημερών
και σαν κύκλος μυστικός που πλάθει
και ξαναπλάθει τη ζωή
ώσπου ο έρωτας να γονιμοποιήσει ένα μέλλον

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

[/tab]
[tab title=” 2 “]

transp_statues

Μια πορεία εγώ… εσύ…

Το ημερολόγιό μου τραβώ από ερμάρι μπιστικά…
Δεν έχω ανάγκη να κρυφτώ
Όμως το ολοφάνερο μυστικό είναι ολοδικό μου.
Σημειώνω τις μέρες
Καταμετρώ τις νύχτες καταγράφω… σκέψεις.

Λέω ‘καταγράφω’…
Γιατί η μνήμη έχει ανάγκη από μια υποστήριξη.
Ερμαί της πορείας μου,
φανοί στην κακοτράχαλη ανηφόρα της,
είναι οι καταθέσεις μου, φιλενάδα…

Σκέφτομαι ξέρεις το στίγμα σου… το στίγμα μου…
την ηλακάτη της γιαγιάς μου…
που κάποια στιγμή μετρούσε η συντροφιά της
παρά το σύνολο τόσων φωνών οικείων… ξένων…
Το στίγμα της πορείας ίσως μετράει πιότερο…
και το κουβάρι της γιαγιάς μου
γαλάζιος μίτος στο λαβύρινθό της,
όμοια κι εγώ…
και τον κρατώ σφιχτά με χέρια που ματώνουν
για δεν μπορώ να τ’ αφήσω.
Τρέμω μήπως χαθώ
στην ανηφόρα-κατηφόρα της τρέλας…
Θεέ, Θεέ, Θεέ μου
και νιώθω την αγωνία σου φίλη…
που δίδυμη της δικής μου… είναι
και αδερφή ψυχή
–κι ας μη μ’ αρέσουν τ’ ακραία ρήματα!

Αμαζόνες του στίχου
τον πιλατεύουμε, τον πολεμάμε,
τον αγκαλιάζουμε –ερωμένες του πια-
τον στρώνουμε στη χάρτα τη ζωή μας
και σκεφτόμαστε ποιον τάχατις θ’ αγγίξουν;
Ποιόνα θα συντροφέψουν;
Ποιον θα διδάξουν;
Ποιος θα τους αγαπήσει;
-αχ, κι είναι δίσεκτοι οι καιροί!

Σ’ ερμάρι όμως δε θα σε κρύψω στοχασμέ
παρά μονάχα ημερομηνίες κι αποδείξεις,
ότι πορεύομαι την γήινη πορεία μου…
κατά πως αρέσκομαι…
Αυτό δεν είναι που μετράει;

Πιπίνα Δ. Έλλη (Pipina D. Elles)
Από το βιβλίο ποίησης,
“Ψίθυροι”
Σύδνεϋ 2008

Αφιερωμένο στην πνευματική πανσπερμία της γυναίκας
Π.Ε.

[/tab]
[tab title=” 3 “]

mother_child 

Γυναίκα…

Μανούλα, Σύζυγος και Αδερφή!
Τρεις τίτλοι άφθαστοι σε σημασία.
Τρεις τίτλοι π’ απευθύνονται σε μια μορφή.
Ύμνος και δόξα, στη γλυκιά της παρουσία.

Μ’ Αυτήν αρχίζει πάντα η ζωή.
Σαν καταφύγιο η αγκαλιά της.
Όπλο και στήριξη της Μάνας η ευχή.
Κουράγιο και παρηγοριά είν’ τα φιλιά της.

Στο δρόμο της ζωής όποιος θα μπει,
Μονάχος, είναι δύσκολο να τον περάσει.
Η Σύζυγος, με την αγάπη της μπορεί
Να τού ‘ναι στήριγμα γλυκό ως να γεράσει.

Μ’ Αυτή θα μοιραστεί λύπες, χαρές,
Τις πιο ‘μορφες στιγμές μ’ αυτήν θα ζήσει
Κι αν στη ζωή του ανταμώσει συμφορές,
Στην αγκαλιά της κουρασμένος θ’ ακουμπήσει.

Μες στην καρδιά της, είν’ η προσφορά!
Μητέρα, αδελφή, ή νοσοκόμα.
Ότι προσφέρει, το προσφέρει με καρδιά!
Και τη ζωή της θα την έδινε ακόμα!!

Αυτ’ είναι που ομορφαίνει τη ζωή
Όπως τα λούλουδα την Άνοιξη στολίζουν.
Και δεν μπορεί κανείς να την απαρνηθεί.
Τα όσα της οφείλουμε, δίκαια, της αξίζουν!!!

Θοδωρής Μεσσηνέζης

[/tab]
[tab title=” 4 “]

mother-and-child1

Αρχονταρίκι των πληγών και της ζωής, Γυναίκα!

Κορφοβούνια που κράτησαν γερά στο χρόνο
Που φωλιάζουν σπηλιές μυστηρίου και λατρείας
Που θηλάζουν ρίζες δέντρων πανύψηλων
Που γεννούνε ρυάκια, φλέβες ποταμών
Να ποτίζουν ψυχή τις πεδιάδες.

Πλοία ωκεανόπλευστα γεμάτα με φορτία ανεκτίμητα

Βασιλικοί σε γλάστρες ταπεινές στα αυλοθύρια

Αρχονταρίκι της ζωής και των πληγών, Γυναίκα!

Σ’ ακούσαμε να ουρλιάζεις από πόνο
Στη συνέργεια με τη Γέννηση του Μέλλοντος.
Γόνιμη γη, πεδιάδα καρπερή,
Μήτρα ζωής που μέσα σου σαλεύουν
Τα μυστήρια της δημιουργίας
Καθώς το αλέτρι της νιότης
Χαράζει τις αυλακιές του κορμιού σου.

Σε είδαμε, Θεά Εστία, να κρατάς
Τη φλόγα της παρθενίας άσβεστη
Κόντρα στα αδηφάγα
ποθοανεμίσματα του Δία.

Στο γάλα των μαστών σου είδαμε
Την αγνότητα να θηλάζει
Σιγουριά και ολοκλήρωση.

Και είδαμε να θυσιάζεις το αίμα σου
Που κόχλαζε νεότητα
Στην εστία της ενότητας
Στην ειρήνη των παιδιών σου
Στο κτίσιμο της κοινωνίας
Και του μέλλοντος αιώνος.

Είδαμε γενιές κοινωνιών
Να πληρώνουν τις αξίες σου
Με άρνηση.
Σε είδαμε να ματώνεις στη μανία
Του ζωώδους αρσενικού.
Χρόνια και χρόνια
Κτήμα του άνδρα.
Να σε πωλούν
Να σε προσφέρουν
Να σε εγκαταλείπουν
Να σε παίρνουν μαζί τους
Στο θάνατο.
Ναι, σε βρήκαμε σε τάφους-δήμιους
Ανάθημα πικρό στον εκλιπόντα σύζυγο

Τραγική υπηρέτρια
Ηθών και εθίμων
Ενστίκτων και δυνάμεων
Αντικείμενο οικοσκευής
Του άνδρα αφέντη.

Γυναίκα , Αμαζόνα , Μήδεια, Ασπασία,
Κυβέλη, Αντιγόνη, Κλεοπάτρα, Εκάβη,
Ιφιγένεια, Ρέα, Εικασία, …
Μαρία!

Σε είδαμε πολλές φορές να ξεστρατίζεις
Ακολουθώντας τους Εφιάλτες των Ιδανικών σου.

Σε βλέπουμε να εξανδρίζεσαι
Κόβοντας Γόρδιους Δεσμούς αιώνων.

Και το σπαθί της αδικίας, της αγανάκτησης,
Της κατάργησης, της κατάκτησης,
Της ματαιότητας, της πλάνας δύναμης
Κόβει, αλίμονο, φορές
Και τους δικούς σου Γόρδιους Δεσμούς.

Σκοτώνει τη διαφορετικότητά σου,

Σβήνει την τρυφεράδα σου,

Αμαυρώνει την αγιότητά σου.

Μην ξεχνάς!

Είσαι η Σελήνη και ο Ήλιος
Μέρα και Νύχτα
Σε μια ζωή που συνεχίζει να υπάρχει
Από εσένα!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

[/tab]

[tab title=” 5 “]

[expand title=”Εισαγωγή στο ποίημα Αλκυμο Έλυτρο – κλικ εδώ”]

Αγαπητέ αναγνώστη,

Σε παρακαλώ συγχώρεσέ μου μια μικρή εισαγωγή στο ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» που ακολουθεί, προκειμένου να γίνει κατανοητή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δύο πραγματικών γεγονότων που περιγράφονται σ’ αυτό, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα αναφέρονται, το μεν ένα σε ένα πραγματικό περιστατικό που έχει σχέση και με την ιστορία της Κύπρου, το δε άλλο σε ένα οικογενειακό μου θέμα:

Τον Σεπτέμβριο του 1974 τοποθετήθηκα από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ως μόνιμος Υπολοχαγός που ήμουν, στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.) όπου, το πρώτο εξάμηνο, ανέλαβα καθήκοντα Διμοιρίτη, στην πρώτη γραμμή έναντι των Τούρκων.

Εκεί, παρόλο ότι είχαν τελειώσει επισήμως οι εχθροπραξίες, έζησα την πολεμική ατμόσφαιρα, κάποτε, μάλιστα, πολύ έντονα, όπως όταν το βράδυ της 8ης Φεβρουαρίου 1975 περιμέναμε την επίθεση των Τούρκων, που είχαν αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του αεροδρομίου της Λευκωσίας· ενέργεια που, τελικά, δεν έλαβε χώρα, αφού οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι τους αναμέναμε καλά προετοιμασμένοι, γεγονός που δεν τους έδινε κανένα περιθώρια επιτυχίας.

Τη νύχτα εκείνη, αλλά και πολλές άλλες πριν και μετά, ένεκα αυτού του περιστατικού ή άλλων παραπλήσιων, όταν όλη η ΕΛ.ΔΥ.Κ. ξενυχτούσε στο χαράκωμα με το χέρι στη σκανδάλη, η γυναίκα μου, Ελένη, η οποία με είχε ακολουθήσει στην Κύπρο, παρ’ όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η απόφαση, έγκυος μάλιστα ούσα, στο πρώτο μας παιδί, τα βράδια στο σπίτι, διακόσια μέτρα πίσω απ’ την πρώτη γραμμή, μόνη της, λαγοκοιμόταν ντυμένη κανονικά με τα ρούχα της μέρας, σε μια πολυθρόνα με το γιο μας στην κοιλιά κι ένα τουφέκι αγκαλιά και με την απόφαση να πουλήσει ακριβά τη ζωή της και την ύπαρξη που έφερε στα σπλάχνα της, αν τυχόν ο εχθρός έσπαγε τη γραμμή αμύνης.

Ευτυχώς, δεν συνέβη το μοιραίο` μοιραίο για την προσωπική και οικογενειακή μας ζωή, γιατί, κατά τ’ άλλα, εκείνες οι μέρες άφησαν την Κύπρο μας και την Ελλάδα μισερή! Πάντως, αυτό είναι το γεγονός που περιγράφεται στο ποίημα και, ύστερα απ’ όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, ελπίζω να έχει γίνει κατανοητό και να δώσει κάποια πνευματική απόλαυση στον αναγνώστη που θα έχει το μεράκι να το διαβάσει.

Σαν υστερόγραφο, για να γίνει κατανοητό ακόμα ένα σημείο του ποιήματος, θα ήθελα να προσθέσω, σχετικά με τη γυναίκα μου, ότι η φράση που περιέχεται κάπου μέσα σ’ αυτό: «Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,/ Με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα/ Της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές», αναφέρεται στο μελάνωμα χοριοειδούς (χοριοειδής: ο μεσαίος χιτώνας του ματιού) το οποίο την επισκέφτηκε εδώ και λίγα χρόνια και, κατά του οποίου, δίνει με θάρρος, χαμόγελο και αξιοπρέπεια έναν άλλον αγώνα.

Σ’ αυτή τη γυναίκα και, μέσα από αυτήν, στην Ελληνίδα γυναίκα, σύντροφο, μάνα, αδελφή, κόρη, στην υπόσταση αυτήν που γύρω της περιστρέφεται, ζει, κινείται, παίρνει δύναμη και δρα και προοδεύει και μεγαλουργεί η Ελληνική Οικογένεια και η Εθνική Παιδεία, σ’ αυτήν και στην Κύπρο αφιερώνω το ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» («άλκιμο»: που έχει δύναμη και σφρίγος, «έλυτρο»: προστατευτικό περίβλημα).

Φιλικά,

Ιωάννης Παναγάκος
Σ.Σ.Ε./1971 – Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

[/expand]

Άλκιμο Έλυτρο

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα
μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη
και στην Κύπρο

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου
σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,
την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.
Σε άκουσα να τη σμιλεύεις
με τις κορφάδες των ονείρων σου
στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,
μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.
Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης
να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,
αγυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.
Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου
μέθεξη ουράνιας στόχασης,
συνειρμό ακτίνων ζωής,
εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.
Ατενίζω την αγάπη μας
βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι
ν’ αρμενίζει στο πέλαο.
Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.
Μα και σε πέλαο οδύνης και σπαραγμού.
Με πελώριους Ποσειδώνες πανέτοιμους
να πιούν και να συντρίψουν
καρυδότσουφλο το φεγγάρι μας.
Με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και Κίρκες και Σειρήνες
να βάφουν μ’ άσχημα όνειρα τις νύχτες μας.
Και μ’ έναν Αίολο
να μαστιγώνει αδυσώπητα το πεπρωμένο μας.
Μα στο πέλαο τώρα βασιλεύει η γαλήνη.
Το διαλαλούν, από φως μεθυσμένοι,
στον αφρό του ορίζοντα, οι γλάροι…
Πως, σαν πίστη Θεογέννητη …
Πως, όταν αγώνας αταλάντευτος,
μαζί τα δυο, τραφούν με ζωοφόρο αγάπη,
ο Ίδιος ο Θεός τη νίκη τους τη στεφανώνει
με το χρυσό της ελπίδας κότινο.
Ελπίδα καταξίωσης λαμπηδόνας για το αύριο.
Νίκης βεβαιότητα για το σήμερα, το αναστάσιμο.
Αγάπης εγγύηση, άφθαρτης, στο διηνεκές.
Τώρα…
Ω, πώς με θωπεύει τώρα
τρεχούμενου βάλσαμου μαρμαρυγή η φωνή σου!
Τα φύλλα της καρδιάς μου, ω,
πώς εξ ουρανού θροΐζει κελαρυστή μελωδία
η αύρα του γέλιου σου!
Φωτοχυσία Αιγαίου το πρόσωπό σου
σαν η χαρά το δονεί ευφρόσυνα
στην ουράνια προσφορά της Γυναίκας – Συντρόφου,
στη θεοφόρο θυσία, στο ολοκαύτωμα της ΜΑΝΑΣ!…
Κι’ άλλοτε πάλι,
πώς σκοτεινιάζει τρέμοντας ο ουρανός
σαν το παράπονο της ματιάς σου της λαβωμένης
την ψυχή μου τρυπά!…
Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,
με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα
της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές!
Ω, εσύ! Πόσο ψηλά, σε Ολύμπιο κάλος στέκεις!
Καταυγάζεις τον πόνο με πυρφόρο αγάπη!
Δεν επιστρέφεις χολή.
Μα ό,τι καλό πήρες, εκείνο επιστρέφεις!
Με χέρι σταθερό, δημιουργού,
με ψυχής ποιητικής, ευαισθησία·
αυγάζεις στην ελπίδα τους βλαστούς σου,
ως μάνα.
Δημιουργείς, ως σύζυγος, χώρο
ο σύντροφός σου να υψωθεί.
Το μονοπάτι ωθείς μπροστά,
μη κοιτάζοντας πίσω,
παρά μόνο ελπίδα για να πάρεις.
Κι’ έτσι προχωράς,
πυργώνοντας ψηλά ό,τι δικό σου.
Θυμάμαι… κάποτε στην Κύπρο…
Την Κύπρο των ονείρων μας πού ’γιναν στεναγμός…
Ήταν αμέσως μετά την εισβολή.
Την εισβολή των εβδομηκοστών τέταρτων ντροπών
του εικοστού αιώνα.
Κι’ ήσουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί…
Σε ώρες δύσκολες, τρεμουλιαστές…
Κι’ ήσουν εκεί… Διακόσια μέτρα θάνατο
απ’ την πρώτη γραμμή… σε κείνο το φιλόξενο σπίτι.
Εκεί, κοντά στα αχτιδορροούντα χαρακώματα
του υπέρ πάντων αγώνα.
Ενώ μπορούσες αν ήθελες…
Ω, πώς είναι δυνατό να αλλάξει η φορά των πραγμάτων!
Το λίκνο του ήλιου να πάψει νά ’ναι η ανατολή!
Αν πρόκρινες να επιλέξεις την ασφάλεια απ’ την ιστορία…
Θά ’σουν μίλια μακριά, στη Θεόκτιστη Αθήνα,
στο σπίτι σου!
Ακολούθησες, όμως, εικοσάχρονη, σχεδόν ακόμα, κόρη
το πεπρωμένο σου.
Της Ελληνίδας – μάνας ή συντρόφου – την ειμαρμένη.
Με ψυχή Μακεδόνισσας εκ γενετής.
Με πνεύμα Σπαρτιάτισσας από κληρονομιά.
Ακολούθησες…
Κι’ είχες, αντί για λύτρωσης ύπνο, τα βράδια,
σαν στο χαράκωμα ο άντρας σου αγρυπνούσε,
του τρόμου την αγωνία συντροφιά.
Ψευτοκοιμόσουν με το γιο μας στην κοιλιά
κι’ ένα τουφέκι αγκαλιά.
Με μια λάμψη μαύρη, ατσάλινης απόφασης στα μάτια
την Ελληνόπρεπη ζωή σου ακριβά να πουλήσεις,
πριν της κόψεις η ίδια το νήμα,
πριν της πάρεις εσύ την πνοή…
Ω, θαλασσόπνιχτο λυπητερό βουητό!
Αν τύχαινε να μας αιφνιδιάσει ο εχθρός!
Μισοκοιμόσουν με τον φόβο του Αττίλα συντροφιά.
Μα είχες προσκέφαλο ένα κλαρί Ελλάδας στην καρδιά ριζωμένο!
Κι’ έναν Πυρσό λευτεριάς
να σελαγίζει τα πέλαα της ψυχής σου!
Κι’ ήσουν η ίδια…
Όπως σε θυμούνται οι φυλλωσιές της ιστορίας,
στους αιώνες των αιώνων.
Ήσουν η ίδια!!
Όχι, μόνο, στο κλέος της δόξας,
στο «ταν ή επί τας» της αρχαίας Σπαρτιάτισσας…
Κι’ ούτε μόνο στου σαράντα,
στο ματωμένο της Ηπειροτοπούλας αγώνα.
Αλλά και όπως θα σε θυμούνται να θυσιάζεσαι,
ΑΘΑΝΑΤΗ,
στην Έξοδο,
στους Καταρράκτες,
στον Γκρεμό…
Στην Έξοδο, στους Καταρράκτες, στον Γκρεμό
της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας…
Ελληνίδα του Μεσολογγιού!
Μητέρα της Νάουσας!
Κόρη του Ζάλογγου!
Ω, εσύ, Άλκιμο Έλυτρο Ελληνικής Εστίας Αθάνατο!
Δίνε μου δύναμη και φως για να σε προστατεύω!

(2008)
Ιωάννης Παναγάκος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[/tab]

[tab title=” 6 “]

silhouette 

Η λεπτή σου σιλουέτα

Μια πινελιά είσαι μυστική,
και η ματιά μου μένει εκεί
συχνά να σε παρατηρώ
κι από παιδί να λαχταρώ
να σε αγγίζω
να σε θωρώ
να σε φιλώ…

Μια πινελιά είσαι θεϊκή
μία ματιά που μαγική
γεύομαι όπου κι αν σταθώ
από παιδί κι όσο γερνώ
να σε θαυμάζω
να σε ποθώ
να σ’ αγαπώ…

Ιάκωβος Γαριβάλδης

[/tab]
[tab title=” 7 “]

Aphrodite_scul 

Αφροδίτη

(ο κΌσμος σε πτΏση γενικΉ)

Γιος του Δία και της Ήρας, θεός του Πολέμου υπήρξα Εγώ.
Πλανήτης τέταρτος, κατά σειράν αποστάσεως εκ του Η λ ί ο υ.
Και ο Κόσμος πλανάται π λ ά ν η ν οικτράν, για του Άρη τη χάρη.
Ανδρικός τέτοιος Κόσμος, αλλ’ όχι ανδρείος, ο Κόσμος μου,
κι αν συμφωνείς ή διαφωνείς, με τα λόγια μου, της Πάφου θεά,
θαύμασε ωστόσο, πόσο άλλαξε και πόσο ίδιος έχει παραμείνει,
από το έτος των Ασσυρίων και των Φοινίκων μέχρι το Διαδίκτυο!

Γιατί, τώρα, εΣύ πολεμάς! Εσύ που κρατούσες στ’ απαλά σου
τα χέρια, τη φοβερή σου αυτάρκεια και τη μοναδική μας διάκριση:
Εγώ ν’ αγαπάω τον Πόλεμο ως εαυτόν και σαν θεό τον Εαυτό μου,
πως μου επέτρεπε να φαντάζω σοβαρός, στα πεδία των μαχών,
ενόσω «τα παιδία παίζει», κι εσύ, ώ Κύπριδα, που έβλεπες τον Πόλεμο γελοίο, να παύεις ξαφνικά να με περιγελάς και -μα το Δία – οξύμωρον!
να υπακούς με…αισθησιασμό στη λογική τού «πράσσειν άλογα»!

Μέσα στον Πόλεμο, εγώ σε μείωνα στο ύψος του Αντικείμενου
αφού διέκρινα – λάθος θεός! – μόνο Αντικείμενα, ενώ εσύ, Κυθήρια,
σωστά τη σχέση ζύγιαζες, που εκείνα διατηρούσαν μεταξύ τους.
« Τα Αντικείμενα χρειάζονται το ένα το άλλο, να μια τους ιδιότητα»,
έλεγες, «αγαπούν το ένα το άλλο, να κι άλλη», ισχυριζόσουν, «ταυτίζονται το ένα με το άλλο», υποστήριζες, και να που τώρα, στην τότε διάσταση των αισθημάτων σου, ταπεινά υποκλίνομαι.

Η ερωτική σπιρτάδα σου γινόταν τρυφεράδα εντός μου, ώ Άφρω
κι απ’ τα ουράνια όπου εσύ μ’ ανέβαζες, κοιτούσα ακόμα πιο ψηλά,
για να σε δω, να σε θαυμάσω – ενδόμυχα ο άφρων – και να δεχθώ
πως διαθέτεις τα χαρίσματα μιας πραγματικής θεάς : Γυναίκας Γήινης !
Τι είναι Πόλεμος; Από της Έρας Άσκελον έως βαθείας Νυχτός,
εγώ μονάχα το γνωρίζω, Ιδού, Ναι, Τώρα, Εγώ, που οριστικά πια
τρεμοσβήνει μου το άστρο του θεού, εμπρός σου αποκαλύπτομαι.

Ήρθε η ώρα να προδώσω το βαρύ μου μυστικό, τα όπλα μου σε σέ
να παραδώσω, την ώρα που οι αμετανόητοι εραστές του δωδεκάθεου
αγωνίζονται να με κρατήσουν πλάνητα, με τα απλανή τους μάτια
τα μάταια αστρολογήματά τους κι άναστρες τις πλάνες τους κραυγές.
Ο Πόλεμος είναι μια Ψύχωση, τάλαντο της φύσης μου, διασταύρωση
φρικτή Σθένους κι Αδυναμίας, με αιώνιο θύμα τη σχέση μου μαζί σου.
Φοβού, ώ Βένους: Ο Πόλεμος- αλίμονο – είναι πια προνόμιο δικό σου!

Άδραξε τη θεϊκή ευκαιρία και δώσε τούτη τη Φωτιά, σαν Προμηθέας
και σαν Φως, δώρο, αντί για Δόρυ στους Δαναούς, Γένος Γενναίο,
που Εσύ κι Εγώ προδώσαμε, για να εξαλειφθεί ο Φόβος απ’ τον Κόσμο.
Μην αμελείς, θεά Αφροδίτη, μόνο σε σένα πλέον επαφίεται η Ελπίδα.
Μη καταλύσεις τη διακριτή σου τάξη και καταλήξεις να διακρίνεις
μόνο Αντικείμενα, όπως εγώ. Σπουδαίο σου μέλημα να διατηρείς σώας τας φρένας. Το συρμό σου ακολουθεί πιστά του κόσμου ο Κόσμος!

Ο Κόσμος δεν προσβλέπει πια στη σχέση του με τον Πολιτισμό, τη Γνώση, δεν ερευνά την Οικονομία του, παντελώς αγνοεί τον Ερμή Τρισμέγιστο, αμφισβητεί το Μεγαλέξανδρο, κωφεύει στο Θεόδωρο Μετοχίτη, διακωμωδεί την υπομονή της Πηνελόπης, δεν βαφτίζει «Δάμωνα» ή «Φιντία» ή «Καλλιπάτειρα» τα τέκνα του, δεν πείθεται από την Ιστορία του κι από ανεξήγητη ντροπή, κρυφά σταυροκοπιέται.
Κι εσύ, Πανώρια, δεν τον ελκύεις πια, μέσα στην Άρεια πανοπλία σου.

Οι Άνθρωποι ζουν στον Κόσμο τους, καθώς Δ υ ν ά μ ε ι Σ ζοφερές,
αχρείες, αναλφάβητες και ανεύθυνες τον κυβερνούν, προβάλλοντας
τη σοβαροφανή και παντελώς γελοία υπεροψία τους, ωσάν ψευδή, γοήτρου ανάξιου πορφύρα, και φέροντας στο Νου πρωτοφανή, πρωτόγνωρη, πρωτόγονη, πρώτου βαθμού ανοησία, χωρίς να λογαριάζουνε την άμεσή τους σχέση με το Τίποτα. Και με το θάνατο. Φοβού, Αφροδίτη την αφροσύνη μου. (Άρης, τέως θεός…)

Α.Π. Αντάνης

unnamed

[/tab]

 

[tab title=” 8 “]

GYNAIKA

Για τη Γυναίκα

 

Ένα αφιέρωμα στη ΓΥΝΑΙΚΑ, αλλά και στον ΑΝΔΡΑ,
αφου κι αυτός σαν άλλο της “ολόκληρο” συμμετέχει στην Ευλογία  της ζωής!!

Στη μάνα
στην κόρη
στην αδερφή
στην ερωμένη
στην άγνωστη

Γυναίκα, μάνα , ιστορία, κόρη ενός Έρωτα-Θεού
βλαστάρι άχρονο, κρατάς το πεπρωμένο,
γίνεσαι ανάγκη, αγάπη, αδερφή, Αριάδνη-ερωμένη,
μες στο λαβύρινθο του κόσμου…
αφορμή,
για άγάπες, έριδες,μεγάλες συμφωνίες.
Στα πόδια σου, άλλοτε, σου κρένουν ενοχές,
μολύνουν με αίμα , λόγια και βλαστήμιες…
ό,τι πολύτιμο οι λαγόνες σου γεννήσαν με βοές,
τον κόσμο, τούτο το”μικρό το μέγα”…
Μα συνεχίζεις , κόντρα σε όλα να γεννάς
τον Ήλιο το θερμό, στα παιδικά τα μάτια
της Ελπίδας!!
 
το αφιερώνω
Με αγάπη και σεβασμό σε κάθε γυναίκα, σε κάθε άνδρα…..στον Άνθρωπο, τελικά!

 

[/tab]

[tab title=” 9 “]

reaching_female_statue 

Chokehold

As a country
They’ve hemorrhaged
Your soul; until
Your body runs dry

Innocence runs deep as
Corrupt pockets
Tricked into sacrificing
Your child to them. For now.

A small tsipoura
Surrounded by sharks
But he bites tenaciously.

Christina Pipinos Dorudian
San Diego, Ca U.S.A

[/tab]
[tab title=”Δοκίμιο”]

xarakia 

Χαρακιά

Ξημέρωνε. Μια χαρακιά φως έπεσε πάνω στο κρεβάτι.

Χαράζω σημαίνει αφήνω ίχνος. Χαράζω σημαίνει μεταφορικά και κυριολεκτικά, το σημείο αλλαγής από το σκοτάδι στο φως. Χαράζω σημαίνει σημαδεύω κάτι για να το αναγνωρίσω εύκολα. Χαράζω σημαίνει αφαιρώ κάτι. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω, ανοίγω για να μπω, για να αφαιρέσω ή να προσθέσω. Χαράζω σημαίνει τραβάω γραμμή. Εν τέλει χαράζω σημαίνει επεμβαίνω και χαρακιά είναι το σημάδι. Αυτά της είχαν γράψει οι μαθητές της στην ερμηνεία της λέξης. Ήταν ένα σύντομο τέστ που έβαλε στην τάξη, προκειμένου να καταλάβει το επίπεδο των γνώσεών τους.

Πριν καιρό στο κρεβάτι του νοσοκομείου ψηλάφισε την τομή στο στήθος της. Ζήτησε από τη νοσοκόμα έναν καθρέφτη αλλά δεν της έφερε. Τώρα στο σπίτι μπορούσε με την ησυχία της να επεξεργαστεί το σώμα της. Άναψε το φως. Στο γόνατο είχε μια χαρακιά από γυαλί. Την είχε αποκτήσει μικρή προσπαθώντας να κρύψει το σπασμένο ποτήρι. Στην κοιλιά είχε μερικές ραγάδες, από την εγκυμοσύνη. Είχε προσπαθήσει να τις αποκαταστήσει ματαίως. Η φιλαρέσκειά της έμεινε για πάντα τραυματισμένη. Γύρισε στον καθρέφτη λοξά και κοίταξε την πλάτη της. Δεν καλοφαινόταν, αλλά ένα σημαδάκι από ένα σπίλο που είχε αφαιρέσει ήταν εκεί. Τώρα είχε μια ωραία μεγάλη τομή στο στήθος. Πέρασε το χέρι της από πάνω. Η εικόνα της είχε αλλάξει. Μην τη λέτε χαρακιά, της είχε πει ο γιατρός, ακούγεται πολύ αιχμηρό. Της ήρθε να βάλει τα γέλια. Ήθελε να του πει ότι η λέξη τομή είναι δισύλλαβη, αλλά σημαίνει τέμνω/κόβω. Περισσότερο μυαλό είχαν οι μαθητές της. Δεν είπε τίποτα τελικά.

Ψηλάφισε την πλάτη της. Χαράζω σημαίνει αφαιρώ κάτι.

Πέρασε το δάχτυλό της πάνω από το γόνατο. Χαράζω σημαίνει τραβάω γραμμή, είπε χαμογελαστά.

Κατέβασε τα μάτια της στην κοιλιά. Κάποτε ήταν επίπεδη, μετά φιλοξένησε μωρό, τεντώθηκε όσο δεν έπαιρνε, έσπασε, αλλά τα έφερε εις πέρας. Χαράζω σημαίνει αφήνω ίχνος, μονολόγησε.

Τέντωσε τα χέρια της ψηλά. Κοίταξε ξανά το στήθος της που είχε θηλάσει, είχε δοθεί μαξιλάρι για κλάμα, για χάδι. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω σκέφτηκε. Χαράζω σημαίνει ανοίγω για να δω, ανοίγω για να μπω, για να αφαιρέσω ή να προσθέσω.

Χαράζω σημαίνει έζησα σκέφτηκε. Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε στον καθρέφτη καλωσορίζοντας τη Γυναίκα. Ένιωσε περήφανη για τις χαρακιές της.

Περήφανη που υπήρξε μάνα, κόρη, αδελφή, σύντροφος, φίλη, δασκάλα. Περήφανη όπως ο πολεμιστής που γυρίζει από τη μάχη και οι χαρακιές του μιλάνε για τις μάχες του. Γιατί χαράζω σημαίνει μεταφορικά και κυριολεκτικά, το σημείο αλλαγής από το σκοτάδι στο φως.

Άνοιξε διάπλατα τα παντζούρια στον πρωϊνό ήλιο.

Γιώτα Δ. Τσιλίκη


 

[/tab]

[/tabgroup]