Τι είναι Δύναμις

Share

Του Ιατρού Δημήτρη Καραλή

Αντικρίζοντας κάποτε ένας φίλος του Ισοκράτη ένα ψηλό νέο με μακριά και γεροδεμένα χέρια κοντά στο γυμναστήριο της αρχαίας αγοράς, εξέφρασε τον θαυμασμό του.

-Α…! αυτός είναι ότι πρέπει για να εξελιχθεί σε ιδανικός πυγμάχος με λιγάκι προπόνηση, λέει.
-Συμφωνώ, απαντά ο Ισοκράτης, αλλά μόνο όταν το στεφάνι της νίκης είναι πολύ ψιλά κρεμασμένο και κερδίζεται μόνο με το μπόι.

Continue reading “Τι είναι Δύναμις”

Αλησμόνητες Μνήμες

Share

Η Διασπορική Λογοτεχνική Στοά με τους συνεργάτες της, τους φίλους της, ερευνητές και ιστορικούς παρουσιάζει στον Ελληνισμό μια άλλη πτυχή της δικής του ανεπανάληπτης ιστορίας, τις αλησμόνητες εκείνες πατρίδες μέσα από τις ιστοσελίδες με τίτλο “Μνήμες“.

Είναι γνωστό πως η μνήμη φθαρτή αλλά και αιώνια είναι το αρχείο του μυαλού… πως η απώλειά της είναι πάντοτε οδυνηρή… αλλά και πως είναι αυτή που μας κάνει να μένουμε κοντά σε όσους αγαπάμε…

– Επιθυμώντας, λοιπόν, ως λάτρεις της παράδοσης να διατηρήσουμε τα πατρώα, παρουσιάζουμε με μια απλή μέθοδο παιδαγωγικής προσέγγισης, τη φωτο-ιστορία, όλα αυτά τα «όμορφα και ωραία» των αλησμόνητων πατρίδων, αλλά και του χθες… Γιατί πιστεύουμε ακράδαντα πως έτσι γίνεται ευκολότερη η αφομοίωση του θέματος, διευκολύνεται η αποδοχή της γνώσης.

Continue reading “Αλησμόνητες Μνήμες”

Λεξιλόγιο Κιτριώτικης Ομιλουμένης

Share

Λεξιλόγιο για τη σειρά ποιημάτων
του Αλέκου Ν. Αγγελίδη
και την Κιτριώτικη ομιλουμένη

Αγκόρτσα: Μικρά αγριοάχλαδα.

Αλπότρυπες: Τοποθεσία προς την περιοχή του Παλιόκιτρους.

Αντέτι: Έθιμο.

Αλτσίδια: (Αλυσίδια). Ορισμένη ποσότητα μάλλινης ή βαμβακερής, κλωστής, μαζεμένης σε είδος πλεξούδας.

Αρβύθι: Ρεβύθι.

Βάλια: Βουβάλια.

Βατσνόμαρα: Βατόμουρα.

Βιτούλι: Μικρό κατσίκι.

Γάρος: Τα γαλακτώδη αποστραγγίσματα τυριού.

Γάστρα: Είδος ημισφαιρικής λαμαρίνας, με εξωτερικό χείλος στη βάση, για να συγκρατεί τις ζεστές στάχτες και τα κάρβουνα που έβαζαν επάνω της για να πυρώνει ο θόλος της, κάτω απ’ τον οποίο έβαζαν το ταψί με πίτα ή φαγητό για να ψηθεί.

Γιαρμάς: Χοντροσπασμένο καλαμπόκι, ρόβη, βίκος κλπ. για τροφή των ζώων.

Γκαζίνα: Γκαζοτενεκές, δοχείο πετρελαίου.

Γκαζοκάντηλο: Μικρό, πρόχειρο τενεκεδένιο λυχνάρι, χωρίς γυαλί, το οποίο έκαιγε φτηνό πετρέλαιο. Το άναβαν και το κρατούσαν στο χέρι για να κυκλοφορούν τη νύχτα μέσα στο σπίτι ή να πηγαίνουν στα αχούρια και στα μαντριά των ζώων. Το πάνω μέρος του ήταν ακριβώς σαν το καλυμμαύκι του παπά.

Γκαρλίνγκα: Μακριά και χοντρή μαγκούρα.

Γκαρλίτσα: Αρρώστια γουρουνιών.

Γκαρλιτσοβότανο: Ρίζες χόρτου σαν καρότα ή πατάτες, βοτάνι για τα άρρωστα γουρούνια.

Γκδουνάρος: Αυτός που ζωνότανε επάνω του κουδούνια. Επικρατούσε το έθιμο (ίσως να επικρατεί και σήμερα) τα παιδιά και οι νέοι την Πρωτοχρονιά και των Θεοφανείων να μασκαρεύονται. Φορούσαν παράξενα ρούχα, ζώνονταν κουδούνια και οπλισμένα με ξύλινες μαχαίρες και μακριά ξύλα γύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν και χόρευαν στις αυλές. Συνήθως κάτι τους έδιναν σε κάθε σπίτι. Άλλος σύκα ή χαρούπια (ξυλοκέρατα), άλλος αλεύρι και χοιρινό κρέας ή λίπος κι άλλοι χρήματα. Έτσι, πολλές φορές ντύνονταν και μεγάλοι κι έπαιρναν μέρος στο μασκαρεμένο ξεφάντωμα, ανάλογα με το χαρακτήρα, το χιούμορ και το κέφι του καθενός.

Γκελμπερής: Ειδικό κοφτερό εργαλείο σαν τσαπί, με το οποίο πελεκούσαν κορμούς δένδρων για να φτιάξουν σκάφες για τάισμα των ζώων κλπ..

Γκιούμα ή γκιούμι: Χάλκινο υδροδοχείο σαν κανάτι, με πλατιά στρογγυλή βάση και προς το πάνω μέρος στενότερο και κωνικό, που κατέληγε σε ψηλό κυλινδρικό λαιμό με μεγάλο πλαϊνό χερούλι.

Γλαμπάτσα: Αρρώστια των προβάτων.

Γκουμπλίτσα: Ειδικό ξύλο, κατάλληλα στραβωμένο στη φωτιά, το οποίο έπαιρναν στον ώμο κι απ’ τις άκρες του κρεμούσαν δυο κουβάδες ή παρόμοια δοχεία, για τη μεταφορά συνήθως νερού.

Γκουντέλα (του) Φτυλιάδι: Δένδρο μέσα σε χωράφι του Γκουντέλα, που χαρακτηρίζει τοποθεσία προς το δρόμο του Μακρύγιαλου, απέναντι απ’ του παπά τη βρύση.

Γκουστερίτσα: Μικρή σαύρα.

Γριντιά: Χοντροπελεκημένο από κορμό δένδρου δοκάρι στα ταβάνια των σπιτιών.

Δάγκωμα: Κοιλόπονος.

Δερμόνι: Μεγάλο κόσκινο που χρησιμοποιούσαν στα αλώνια των σιτηρών.

Διχούλι: Σιδερένιο διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, με μακρύ, χοντρό, ξύλινο χερούλι (στηλιάρι), με το οποίο σήκωναν δεμάτια, χόρτα κλπ..

Ζαφειράκη: Τοποθεσία προς την κατεύθυνση των χωριών Σεβαστής και Κούκου.

Ζεύλες: Ειδικά λεπτά στεγνά ξύλα, με τα οποία έκλειναν το λαιμό του βοδιού ή του βουβαλιού στο ζυγό.

Ζιάμπα: Μικρό πράσινο βατραχάκι των χόρτων. Επικίνδυνο όταν το τρώγαν τα ζώα.

Ζλάπι: Το αγρίμι. Λύκος, τσακάλι κλπ..

Ζμαΐλι: Βρύση στη νότια άκρη του χωριού με γλυφό νερό, γεμάτο βδέλλες και με ποτίστρες για να ζώα.

Ζουπστιά: Σκουντιά.

Ζουρζουβίλες: Στροφές, γύρες, γυροβολιές.

Ζούριασμα: Ρίγος με πυρετό.

Ζυγαριές: Διαλεγμένες ρόκες ξερού καλαμποκιού, δεμένες δυο-δυο ή και πολλές μαζί, κρεμασμένες στα δοκάρια των ταβανιών του σπιτιού, φυλαγμένες για σπόρο.

Ίγκλα: Το σχοινί ή το δέρμα που ήταν δεμένο στη μια μεριά του σαμαριού, περνούσε κάτω απ’ την κοιλιά του ζώου και ξαναδένονταν σφιχτά στην άλλη μεριά του σαμαριού, για να το συγκρατεί στη ράχη του.

Καδί: Κάδος, ξύλινο βαρέλι.

Καπίστρι: Σκοινί με ειδικό κεφαλοπέρασμα, που περνούσε στο κεφάλι του ζώου για να το οδηγούν σέρνοντάς το ή να το δένουν κάπου για να μη φύγει.

Καρπουλόι: Ίδε διχούλι, αλλά με περισσότερες από δυο διχάλες (ρουγκάλια).

Κασνάκι: Το γύρω ξύλινο κυλινδρικό μέρος της σίτας, του κόσκινου, του δερμονιού ή της κούτλας.

Κατσκέλες: Λιανοκαθίσματα, κόλπα, φιγούρες.

Κεσέδες: Γωνιές.

Κθάρι: Κριθάρι.

Κ’κιά (κουκιά): Τα ψυχανθή ξερά κουκιά.

Κι’κια παπούδια: Είδος φαγητού με ξερά κουκιά.

Κλίκι: Γίνονταν από μικρό κομμάτι ζυμαριού της πίτας. Το κολλούσαν μέσα στο πάνω μέρος του ταψιού και ψήνονταν σχεδόν αμέσως μετά το φούρνισμα. Τα παιδιά τριγύριζαν στο φούρνο ανυπόμονα περιμένοντας να ψηθεί το κλίκι.

Κλιμές: (η κλιμιά). Μακριά, χοντρά και ίσια ξύλα, μήκους 1,50 μ. περίπου, καψαλισμένα, καθαρισμένα και μυτερά στη μια άκρη. Τα έβαζαν σε ειδικές τρύπες-υποδοχές γύρω-γύρω στην πλατφόρμα (κρεβατίνα) του κάρου όταν φόρτωναν δεμάτια, χόρτα, καλαμποκιές, ρόβη ή ρεβύθια κλπ..

Κόκκινες γούρνες: Τοποθεσία μέσα στο χωριό, κοντά στο ξεκίνημα της χαράδρας του Ζμαϊλιού.

Κόλιντα: Τα κάλαντα.

Κοντοκλίμια: Κοντές κλιμιές.

Κουκότσες: Οι πέτρες της δοκάνης. Χρωματιστές πολύ σκληρές θαλασσόπετρες.

Κουλιάντζα: Κουτσαμάρα των προβάτων ως επί το πλείστον.

Κουλιάστρα (η): Το πρώτο γάλα που άρμεγαν από το ζώο μόλις γεννούσε.

Κουνάκι: ‘’Ρίχνω κουνάκι’’, λημεριάζω, αράζω.

Κουπάνα: Ξύλινη σκάφη, πελεκημένη και φτιαγμένη συνήθως από κορμό δένδρου.

Κουτσάκια: Το επάνω μέρος του ξύλινου σκελετού του σαμαριού των ζώων, απ’ όπου έδεναν και στεραίωναν με σκοινιά τα βάρη που φόρτωναν στα ζώα.

Κουρί: Τοποθεσία προς το χωριό Σφενδάμη.

Κούτλα: Δοχείο κυλινδρικό με ξύλινο περίγυρο και βάση πάλι από ξύλο ή λαμαρίνα ή δέρμα. Η χωρητικότητά του ήταν καθορισμένη και μ’ αυτό μετρούσαν τη σιτοπαραγωγή κι ανάλογα πλήρωναν τα δικαιώματα στο αφεντικό (γαιοκτήμονα), τους φόρους και τις προσφορές στα μοναστήρια.

Κουτλουγιόμωση: Τα ανοίγματα που μέναν στα παλιά χωριατόσπιτα, ανάμεσα σκεπής και τοίχων. Συνήθως εκεί έφτιαχναν τις φωλιές τους τα πουλιά και ιδίως τα καλιακούδια (κάργες) και πάντοτε ήταν γεμάτα από ξυλαράκια, άχυρα, ξερόχορτα κι άλλα σκουπίδια.

Κυπριά, τσιουκάνια, βραγγανούλια: Διάφορα είδη και μεγέθη κουδουνιών για τα ζώα.

Λαχτέντο: Μικρό γουρουνάκι.

Λίγδα: Χοιρινό λιωμένο λίπος, φυλαγμένο ειδικά για το χειμώνα.

Λουλούδια-Χαβούζι: Τοποθεσία χωραφιών προς το χωριό Κορινός.

Λουφές: Συνολική αμοιβή υπαλλήλου, βοσκού ή υπηρέτη.

Λυσιά: Χοντρή αυλόπορτα, πλεγμένη από μακριές βέργες διάφορων θαμνόδεντρων και ιδίως κουτσιπιάς (δέντρο του Ιούδα).

Μανάρια: Μικρά όμορφα αρνάκια.

Μασιαλάς: Αντικείμενο κάποιας αξίας, π.χ. καρφίτσα, φλουρί, ασημικό ή άλλο κόσμημα, το οποίο προσφέρονταν σαν αποδεικτικό λογοδοσίας κλπ..

Ματσιαλκό: Χαμηλό μέρος, πάντοτε λασπώδες από απονέρια αφανών μικροπηγών.

Ματσούκα: Μεγάλο και χοντρό ραβδί, απαραίτητο στους βοσκούς.

Μιλιάδι: Τοποθεσία ανάμεσα στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην Αλυκή.

Μιτάρια: Εξαρτήματα του αργαλειού.

Μούρσες: Ψοφίμια.

Μπαθρί: Κομμάτι χοιρινού δέρματος, το οποίο έβαζαν μέσα στο τσαρούχι για να μπαλώσουν έτσι και να κλείσουν κάποια τρύπα, ιδίως στη φτέρνα, που γίνονταν απ’ την πολλή χρήση.

Μπγιάλια: Ένα είδος χοντρά ποδοπάνια μάλλινα, υφαμένα στον αργαλειό, με τα οποία τύλιγαν τα πόδια ως πάνω στη γάμπα, πριν φορέσουν τα τσαρούχια και τα συγκρατούσαν τυλίγοντάς τα με τα κορδόνια των τσαρουχιών. Συνήθως τα γιορτινά είχαν κάπως λερό άσπρο χρώμα και τα καθημερινά ήταν σκουρόχρωμα.

Μπιμπίλια: Γαλοπούλες, κούρκοι.

Μπλουγούρι: Το πλιγούρι, σπασμένο σιτάρι.

Μπουλουμπότσα: Αντρική φαρδιά σκούρη βράκα, υφαντή στον αργαλειό από μαλλί γίδας ή πρόβατου.

Μπουτζνάρι: Η κάτω άκρη του τσουβαλιού. Η γωνία.

Μπουρμπούλια: Μαντίλια που χρησιμοποιούνταν όπως και οι τσιουβρέδες (δες λέξη), αλλά δένονταν κάτω απ’ αυτούς.

Μπρακάτσι: Λέγονταν και μπακράτσι. Μεγάλο χάλκινο επικασσιτερωμένο δοχείο. Κάτι σαν είδος διαφορετικού κουβά.

Μπρατίμια: Συνοδοί και παραστάτες του γαμπρού. Στενοί φίλοι του. Ενδιαφέρονταν και ρύθμιζαν το κάθε τι που είχε σχέση με τα έθιμα, το γλέντι και την περιποίηση των καλεσμένων στο γάμο.

Μσούρα (η): Βαθουλωτή μεγάλη πιατέλα, συνήθως πήλινη. Μικρό το μσούρι.

‘’Νιόναμ’’: Ιδιωματική, πολυσυνηθισμένη έκφραση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται.

Νοντάς: Απ’ το τούρκικο οντάς. Δωμάτιο.

Νουζίτσα: Λεπτή λουρίδα γουρουνίσιου δέρματος, με την οποία πλέκονταν γύρω το τσαρούχι, για να παίρνει το σχήμα του. Οι λουρίδες αυτές κόβονταν αρκετά μεγάλες, ώστε το περίσσευμα το τύλιγαν γύρω στο πόδι, για να συγκρατείται έτσι το τσαρούχι.

Νόχτος: Γκρεμός.

Νταβάς: Πλατιά και ρηχή χάλκινη κατσαρόλα για φαγητά ιδίως φούρνου.

Νταλίγκα: Ελαφρό αλογόκαρο.

Ντάμκες: Λεκέδες, ξεφλουδίσματα.

Ντιπ: Καθόλου, τελείως, ολωσδιόλου.

Ντλάπι: Ντουλάπι. Τενεκεδένιο κυλινδρικό κουτί με μακριά σιδερένια ουρά-χερούλι, που το διαπερνούσε κατά μήκος. Μέσα σ’ αυτό έβαζαν τα σπυριά του καφέ και το γύριζαν επάνω στη φωτιά για να ζηθούν. Σ’ αυτό έβαζαν και μικρούς σπόρους διαλεγμένου καλαμποκιού, που, όταν ψήνονταν, έσκαζαν και φούσκωναν και φαίνονταν σαν να είχε γυρίσει το μέσα τους έξω. Έτσι γίνονταν οι λεγόμενες παπαδούλες, ζεστές και νόστιμες.

Ντραγαταροί: Αγροφύλακες και αμπελοφύλακες.

Ντρασκλιά: Μεγάλο βήμα. Έτσι συνήθιζαν να μετρούν αποστάσεις οικοπέδων, χωραφιών, δρόμων κλπ..

Ξεπετάλδωμα: Χάλασμα, ξεφλούδισμα του χωματοαλειμμένου πατώματος του σπιτιού.

Ξιάλη: Μακρύ, ίσιο, καλοκαθαρισμένο και στεγνωμένο στη φωτιά ξύλο, με μικρό σιδερένιο μυτερό καρφί στη μια άκρη και πλατιά σιδερένια ξύστρα στην άλλη. Είδος μακριάς βουκέντρας. Τη χρησιμοποιούσαν στα οργώματα, για να οδηγούν και να αναγκάζουν τα βόδια να περπατούν και για να καθαρίζουν και το αλέτρι απ’ τις λάσπες.

Ξυλοκέρατα: Χαρούπια.

‘’Ολαντζίμ’’: Ιδιωματική πολυσυνηθισμένη έκφραση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται.

Παιδιακό: Στα σπίτια που πήγαιναν τα παιδιά για να τραγουδήσουν τα Κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων τα χρόνια εκείνα, τα έπαιρναν συνήθως οι νοικοκυρές μέσα στο δωμάτιο, κοντά στο τζάκι για να ζεσταθούν. Τότε ο πιο θαρραλέος και ο πιο αστείος απ’ τα παιδιά έκανε το ‘’πιδιακό’’. Έριχνε σπυριά αλάτι στη φωτιά και, όπως το αλάτι έσκαζε με κρότους, αυτός έλεγε διάφορες ευχές για το καλό του σπιτιού, τη σοδειά των χωραφιών, για τα ζώα, για την υγεία της οικογένειας και τα τυχερά των παιδιών της, τα καλά γεράματα των γέρων κλπ.. Πολλές φορές οι ευχές μπερδεύονταν άθελα και είτε δημιουργούσαν φαιδρότερη ατμόσφαιρα ή εξόργιζαν τους σπιτικούς, πράγμα που απόβαινε σε βάρος αυτουνού που έκανε το ‘’πιδιακό’’ και της παρέας του.

Παλαΐζω: Αναζητώ, ψάχνω να βρω.

Παλαμαριά (η): Ξύλινο εργαλείο σα γάντι, με μεγάλη γαμψωτή μύτη και τρύπες για να μπαίνουν τα δάχτυλα. Το φορούσαν στο ένα χέρι οι θεριστές, για να προστατεύουν το χέρι τους απ’ το δρεπάνι και τα αγκάθια και για να  συγκρατούν περισσότερα θερισμένα στάχια στο χέρι τους.

Παλιουριά (η): Θαμνώδες πυκνό φυτό με αγκάθια. Χλωρό είναι εξαιρετική τροφή για τις γίδες. Ξερό το χρησιμοποιούσαν για να φράζουν τα οικόπεδα κλπ..

Παλιοκόπρι: Μέρος όπου πετούσαν για χρόνια τις κοπριές των ζώων.

Παλιουντόκανα (η): Παλιά δοκάνη. Η δοκάνη ήταν ένα βαρύ και μεγάλο εργαλείο, περίπου 2,5 μ. μακρύ και 1 μ. φαρδύ, φτιαγμένο από χοντρό σκληρό ξύλο με πλήθος από σφηνωμένες από κάτω κοφτερές πέτρες. Αυτό το έσερναν τα βόδια, τα βουβάλια ή τα άλογα στο αλώνι πάνω στα απλωμένα δεμάτια, για να τριφτούν γρήγορα τα στάχυα και να βγει ο καρπός.

Παπαδούλες: Ψημένοι σπόροι ξερού καλαμποκιού.

Παντά (παν-τά): Παλτά. Το ν και το τ προφέρονται χωριστά, χωρίς να σχηματίζουν ντ.

Παπίλα: Πάθηση χειλιών. Πρίξιμο, κοκκίνισμα και προσωρινή παραμόρφωση.

Πατούλι: Χαμήλωμα, ισάδι.

Πέδουκλας: Κομμάτι σκοινιού του εμπορίου ή σπιτικής συνήθως κατασκευής από μάλλινες χοντρές κλωστές κατάλληλα δεμένες, με το οποίο έδεναν κοντά-κοντά (πεδίκλωναν) τα δυο μπροστινά πόδια των αλόγων ή γαϊδουριών, για να μην μπορούν να περπατούν εύκολα κι απομακρύνονται από κει που τα άφηναν για να βοσκήσουν.

Πιλύκομπος: Παράφθαρση του ‘’πολύκομπος’’. Ποώδες φυτό με λεπτά αλλά γερά κλωνιά, που σέρνονται στη γη κι έχουν πολλούς κόμπους σαν γόνατα. Κλωνιά τέτοια πλέκουν μαζί με τα κρεμμύρια και τα σκόρδα, για να γίνονται οι πλέχτρες πιο γερές.

Πιστιμάλια: Γυναικείες ποδιές.

Πλάστης: Στρογγυλό μακρύ ξύλο, με το οποίο έπλαθαν σε φύλλο το ζυμάρι για την πίτα.

Πλιαγγούρια: Μικρά χρωματιστά πουλιά, τα οποία ανοίγουν τρύπες στους γκρεμούς κι εκεί μέσα χτίζουν τις φωλιές τους.

Πλευραμιές: Τα πλευρά των σφαγίων. Εδώ τα ειδικά καβουρντισμένα και μέσα σε λίπος διατηρημένα ή καλοαλατισμένα πλευρά των χοιρινών για το χειμώνα.

Πλοκός: Φράχτης από παλιούρια συνήθως. (Ίδε λέξη παλιουριά).

Πνάκι: Ξύλινο πιάτο.

Ποριά: Το άνοιγμα που άφηναν στο φράχτη για το πέρασμα απ’ το δρόμο στην  αυλή. Η αυλόπορτα. Χωρίς οπωσδήποτε να εννοείται και η πόρτα.

Προκόβα: Χοντρό χράμι ή κουβέρτα, συνήθως για το στρώσιμο του πατώματος ή και για σκέπασμα, υφασμένο στον αργαλειό από γιδόμαλλο.

Πτια: Ειδική κύστη μικρού κατσικιού, της οποίας το περιεχόμενο χρησιμοποιούνταν για το πήτιασμα (πήξιμο) του τυριού.

Πουδόλτσα: Παραφθορά της συγχώνευσης των λέξεων ποδιών-λύσσα. Αρρώστια η οποία προσβάλλει τα πόδια των ζώων. Προχωρημένης μορφής κουτσαμάρα.

Ποντικοβότανο: Είδος μικρού βελονοειδούς πυκνού θάμνου, χωρίς φύλλα, αλλά με πολυάριθμα λεπτά και μυτερά αγκάθια. Μ’ αυτό βούλωναν τις τρύπες μέσα και γύρω στο σπίτι, για να μην μπαινοβγαίνουν τα ποντίκια.

Ραγάζι: Είδος αγριοκάλαμου, που φύτρωνε ελεύθερο στις ρεματιές και το χρησιμοποιούσαν για να σκεπάζουν αχυρώνες, στάνες και πολλές φορές και τα σπίτια.

Ραντστές: Ραντιστές. Είδος ζυμαριού που έφτιαχναν οι γυναίκες στο σπίτι. Σ’ ένα ταψί άπλωναν αλεύρι και το ψιχάλιζαν βουτώντας το χέρι τους στο νερό. Μετά από δυο-τρία ψιχαλίσματα, άδειαζαν το αλεύρι στη σίτα και το ξανακοσκίνιζαν στο ταψί. Έτσι, το βρεγμένο απ’ τις ψιχάλες αλεύρι γίνονταν μικρά σβολάκια, στο μέγεθος φακής περίπου, τα οποία και ξεχώριζαν με το κοσκίνισμα. Αυτό επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές, ώσπου να μαζευτούν αρκετά σβολάκια ‘’ραντστές’’, τόσα όσα χρειάζονταν για το φαγητό της οικογένειας. Τα μικρά αυτά σβολάκια τα μαγείρευαν με λάδι ή χοιρινό λίπος, όπως τα ζυμαρικά.

Ρέντζαλο: Κουρέλι.

Ρόγα: Αμοιβή τσοπάνων κατά κεφαλή προβάτου ή γιδιού.

Ρούγα: Μεγάλος δρόμος, υπολογίσιμος, κεντρικός.

Ρουγκάλια (τα): Οι μυτερές προεξοχές απ’ το διχούλι, το καρπολόι κλπ. (δες λέξεις).

Σακαή: Αρρώστια των γαϊδουριών.

Σαχνιασμένα: Όταν αρχίζουν να σαπίζουν. Μουχλιασμένα.

‘’Σβήνω το ζυμάρι’’: Έκφραση που δηλώνει το ξεκίνημα του ζυμώματος. Πρωτοανακάτεμα του νερού με το αλεύρι.

Σέια: Τα κάθε είδους χρειαζούμενα πράγματα και εργαλεία.

Σιάπη: Αρρώστια. Σήψη του προσβλημένου μέρους.

Σιάργκαβο: Μαύρο, σκούρο.

Σιρμαές: Πλήθος και ποικιλία αντικειμένων και πραγμάτων. Πολλές φορές έκφραση ειρωνική, που υπονοούσε άχρηστα και τιποτένια πράγματα.

Σκορδάρη: Καλοκαιρικό πρόχειρο και φτωχότατο φαγητό που έφτιαχναν στα χωράφια. Κοπάνιζαν σ’ ένα μεγάλο πήλινο ή ξύλινο πιάτο σκόρδο, τυρί, λάδι και αλάτι. Μετά γέμιζαν το πιάτο με πολύ νερό. Σ’ αυτό έτριβαν ψωμί κι έτρωγαν για το μεσημέρι. Άλλοι πρόσθεταν και λίγο ξύδι ή ψιλοκομμένο αγγουράκι. Δεν ήταν όμως απαραίτητο να υπάρχουν οπωσδήποτε κι όλα τα παραπάνω υλικά για να γίνει η σκορδάρη. Αρκεί να υπήρχε μέσα σκόρδο. Αν έλειπε το σκόρδο τότε το φαγητό κινδύνευε να πάρει άλλο όνομα. Αν είχε και λίγο τυρί, τότε τη θεωρούσαν φαγητό πολυτελείας.

Σκοτίδα (η): Έτσι έλεγαν πισινό συνήθως δωμάτιο του σπιτιού. Ήταν σκοτεινό, χωρίς παράθυρο και φως. Χρησίμευε για αποθήκη και για κρυψώνα.

Σούδα: Μικρό ρυάκι μέσα σε μικρή χαράδρα σκεπασμένη με βλάστηση από βάτα, αγριόχορτα και χαμόδεντρα.

Σκφούνι: Σκουφούνι. Μάλλινη κάλτσα, πλεγμένη απ’ τις γυναίκες στο χέρι, από μαλλί γνεσμένο πάλι στο χέρι.

Σοφράς: Χαμηλό στρογγυλό τραπέζι, πάνω στο οποίο έπλαθαν τις πίτες ή έτρωγε η οικογένεια, καθισμένοι όλοι τριγύρω σταυροπόδι.

Σούκος: Το πρώτο νερό απ’ το πλύσιμο του μαλλιού των προβάτων. Είχε κάποια σπιρτάδα απ’ τα ούρα της στάνης κλπ., το οποίο χρησιμοποιούσαν στο πλύσιμο ή στο βάψιμο των ρούχων.

Σπαρτίνα (η): Χοντρό σκοινί, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να δένουν τα δεμάτια πάνω στα κάρα κατά τη μεταφορά απ’ το χωράφι στο αλώνι.

Στρέβλα: Κομμάτι λεπτού ξεφλουδισμένου και σκληρού γυαλιστερού ξύλου, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να δένουν πιο σφιχτά με κατάλληλες κινήσεις τα δεμάτια στο θερισμό.

Στριμπιασμένο: Συνήθως πιάτο ή σταμνί χτυπημένο και λίγο-πολύ καταστραμμένο εδώ κι εκεί, γύρω-γύρω στο χείλος του.

Στοιχίζω: Προσλαμβάνομαι έναντι προκαθορισμένης αμοιβής, για να προσφέρω εργασία για ένα χρόνο ή έξι μήνες σαν υπάλληλος αγροκτήματος, τσομπάνος, αγροφύλακας κλπ..

Συντραυλίζω: Απ’ τη λέξη συντραύλιστο. Είδος μακριού ξύλου, με το οποίο μετατόπιζαν και ανακάτευαν τα αναμμένα ξύλα μέσα στο φούρνο, υποβοηθώντας τα έτσι να ανάψουν καλύτερα και να σκορπιστεί κανονικά η πύρα της φωτιάς. Παλιά συνήθεια του Κίτρους να φτιάχνουν πίτες κάθε Σαββατόβραδο. Έθιμο απαράβατο για κείνες τις μέρες.

Τανούρα: Διάρροια.

Ταντούρα: Είδος ποτού, όπως το ούζο.

Τζιουμπές: Είδος μπλε σκούρου μάλλινου πανωφοριού, υφαντού στον αργαλειό.

Τζιράπι: Χοντροφτιαγμένο δοχείο, σκαλισμένο σε πέτρα ή κομμάτι κοιλιάς στάμνας ή άλλου άχρηστου πήλινου κλπ. πιάτου, βαλμένο με νερό στην αυλή, για να πίνουν οι κότες.

Τζιτζβές: Το μπρίκι του καφέ.

Τιμάρι: Το καθημερινό χτένισμα των ζώων και ιδίως των βοοειδών και βουβαλιών.

Τισλίμι: Χαλάλι. Κάτι που δίνεται με θέληση, με την ευχή.

Τράκα: Είδος μεγάλου κουδουνιού ζώων.

Τσάπουρνα: Άγριος μικρός καρπός του δάσους, όπως τα κράνα, σκούρου μπλε χρώματος όταν είναι ώριμα.

Τσιατί: Η σκεπή του σπιτιού.

Τσιουρίδα: Διαπεραστικό ξεφωνητό.

Τσικρίκι: Εργαλείο για το γνέσιμο του μαλλιού. Τα κύρια εξαρτήματά του ήταν μια φαρδιά ακτινωτή ρόδα, την οποία η γυναίκα γύριζε με το χέρι της. Η κίνηση αυτή μεταδίδονταν στο αδράχτι με ένα λεπτό σκοινί, που είχε θέση ιμάντα, την κόρδα. Το αδράχτι, λόγω της διαφοράς ακτίνας (ρόδας και αδραχτιού) γύριζε πολύ γρήγορα κι έστριβε το μαλλί σε κλωστή.

Τσκάλι: Τσουκάλι. Το έβαζαν στην κοιλιά, σαν μεγάλη βεντούζα, σε περίπτωση δυνατού κοιλόπονου, χωρίς διάκριση ή ιδιαίτερη διάγνωση.

Τσιγαρίδες: Τα ξεροψημένα απομεινάρια απ’ το πάχος του χοιρινού, μετά το βράσιμο και τσιγάρισμα για την αφαίρεση του λίπους.

Τσιντσίρι: Ο τζίτζικας.

Τσιουβρέδες: Μεγάλα, άσπρα κατά το πλείστον, μαντίλια, με τα οποία τύλιγαν τα κεφάλια τους οι γυναίκες το καλοκαίρι στα χωράφια, για να προφυλάγονται απ’ τον ήλιο, να μη μαυρίσουν και να διατηρείται η φρεσκάδα του προσώπου τους και η ομορφιά τους.

Τσιουπέλικα: Καλοφτιαγμένα, περιποιημένα, με ωραίο στυλ.

Ύπεργα: Ίσως εφθαρμένο παράγωγο απ’ τη λέξη υπάρχοντα. Συνήθως όλα τα εργαλεία και τα εξαρτήματα του αργαλειού.

Φιδιού ψωμί: Είδος πλατύφυλλου φυτού, που φύονταν ελεύθερα στο ύπαιθρο.

Φιντούλες: Μικρά, λεπτά και στρογγυλά σα δίσκοι ψωμάκια από ζυμάρι ψωμιού. Τα έψηναν στα κάρβουνα του φούρνου, λίγο πριν φουρνίσουν τα ψωμιά. Ήταν πολύ νόστιμα. Πολλές φορές τα ζύμωναν με λίγο λίπος ή και τυρί και τότε γίνονταν νοστιμότατα.

Φκέντρι: Ξύλινη βουκέντρα.

Φλαστερό: Μεγάλη ξύλινη σκαλιστή σφραγίδα με θρησκευτικές παραστάσεις, με την οποία σφράγιζαν το ζυμάρι κι έφτιαχναν τα πρόσφορα για την εκκλησία. Την προμηθεύονταν απ’ τους γύφτους ή τους καλόγερους.

Φουκάλια: Μάτσα από αγριόθαμνο, ονομαζόμενο ‘’φουκάλι’’, δεμένο και πατημένο με βάρος, για να πάρουν το σχήμα σκούπας. Μ’ αυτά σκούπιζαν τις αυλές, τα αχούρια και τις στάνες των ζώων ή τα χρησιμοποιούσαν και στ’ αλώνια.

Φουρτουτήρα: Απ’ το φορτώνω. Γερό ξύλο που κατέληγε σε μικρό δίχαλο, το οποίο βοηθούσε στο φόρτωμα των ζώων. Μ’ αυτό κρατούσαν το βάρος που πρωτοφόρτωναν στη μια μεριά του σαμαριού, στηρίζοντάς το στη γη και πήγαιναν να φορτώσουν και την άλλη.

Φτσέλια: Μικρά ξύλινα βαρελάκια που τα κρεμούσαν στον ώμο ή στα σαμάρια των ζώων κι έπαιρναν μαζί τους νερό στα χωράφια για να πίνουν.

Φτυλιαδόπετσα: Φλούδα δέντρου (φτυλιάδι). Την έβραζαν στο νερό και μ’ αυτήν έπνελαν τις πληγές από κοψίματα, χτυπήματα κλπ.. Είχε κάποια απολυμαντική και θεραπευτική ιδιότητα.

Χαβούζα (η): Μεγάλη λακούβα με νερό.

Χαβούζι: Τοποθεσία προς το χωριό Κορινός.

Χάζι: ‘’Κάνω χάζι’’. Χαζεύω, κάνω γούστο.

Χαϊάτι: Ανοιχτό προχόλ του σπιτιού, χωρίς πάτωμα και χωρίς ταβάνι, απ’ όπου ξανοίγονταν γύρω-γύρω όλες οι πόρτες των δωματίων. Το πάτωμα το άλειφαν με μια λάσπη από κόκκινο χώμα και σβουνιές βοδιών. Στέγνωνε γρήγορα και δεν έσκαζε.

‘’Χάση και γιόμωση’’: Εννοεί το χάσιμο και το γέμισμα του φεγγαριού. Δηλαδή πολύ αραιά. Κάπου-κάπου.

Χάσκα: Είδος παιχνιδιού που είχε γίνει έθιμο. Το βράδυ της αποκριάς η μητέρα έδενε με μια κλωστή στην άκρη του πλάστη (ίδε λέξη πλάστης) ένα καλοβρασμένο και καθαρισμένο αυγό, το οποίο αιωρούσε με κατάλληλες κινήσεις προς τα στόματα των παιδιών που ήταν καθισμένα γύρω-γύρω στο τραπέζι (σοφρά). Τα παιδιά, μ’ ανοιχτά τα στόματα, προσπαθούσαν με γέλια ν’ αρπάξουν και να φάνε το αυγό. Μόλις κάποιο παιδί κατάφερνε και άρπαζε το αυγό η μητέρα έδενε άλλο στην κλωστή. Έτσι, γίνονταν κάτι το διαφορετικό και διασκεδαστικό για τα παιδιά το βράδυ εκείνο της αποκριάς, που όλα τα μικρά παιδιά περίμεναν με χαρά.

Χαράπι: Κουρελιασμένο, καταξεσκισμένο κατατρυπημένο.

Χλιαράκι: Απ’ το κοχλιάριον. Μικρό κουταλάκι.

‘’Χρονκές μέρες’’: Λεγόταν οι μεγάλες σε σημασία μέρες της χρονιάς.

Χροστάσι: Χοροστάσι. Τοποθεσία του χωριού, όπου χόρευαν στα πανηγύρια. ‘’Χροστάσι’’ ήταν τότε το μέρος όπου είναι σήμερα τα γραφεία της Κοινότητας (σήμερα Δήμου) και της Αστυνομίας.

Χρούπου στάμνα: Στάμνα που της έλειπε το στόμιο και μέρος ή και όλος ο λαιμός.

Literary Agents, where are you?

Share

Well, just looking at the title line a writer can start to shiver before they have a chance to start thinking what it all means and how it can help them on their way to become established. A daunting task for most, especially those who have something to publish for the first time.

Here we just provide some information from the Australian Literary Agents’ Association which we believe should be your first step.

I’m a writer. How do I bring my work to the attention of a literary agent?

First, read the information and advice on this page.

Second, look up a suitable agent from our list of member agents and phone them to check that they wish to see your work. Phoning first saves time and expense, because some kinds of writing are not of interest to some agents. Screenplays and plays are only dealt with by agents who specialise in that area, for example, and some agents may not wish to deal with children’s writing, and so on.

Third, if an agent wants to look at your writing, they will generally ask you to post a copy of a one-to-two-page synopsis of your book, together with copies of some pages from one or two sample chapters (up to a maximum of fifty pages total), to their office. They usually do not want to see the whole work at first.

In order to read the rest of this worthwhile article please visit the Australian Literary Agents’ Association website here.

Another thing you may consider doing on your way to understanding literary agents, is to listen to an interview which has taken place in 2008 by Radio National and the ABC’s Book Show with the topic “The rise and rise of literary agents”. You will find this very interesting talk by following this link.

Another very informative and interesting web-site is the Writers’ Workshop. It has advise freely distributed on the Internet and you can read about how to get literary agents by following this link.

As we find more useful information in helping writers become established we will add it here. Please visit this page at least once every few months and if you have any suggestions or pointers, or even if you’d like to share some information please do so by adding your comments below.

Στιχουργική

Share

1. Τι είναι ο στίχος

Είναι μια σειρά ενός οποιουδήποτε ποιήματος

2. Ποια τα είδη των στίχων

2.1 τα δύο είδη του δισύλλαβου ρυθμού
Είναι ο ιαμβικός και ο τροχαϊκός
2.2 τα τρία είδη του τρισύλλαβου ρυθμού
Είναι ο ανάπαιστος, ο μεσότονος και ο δάχτυλος

3. Η διαφορά αρχαίου και σύγχρονου μέτρου

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ αρχαίου και νέου ελληνικού μέτρου. Στην αρχαία ελληνική ποίηση το μέτρο βασιζόταν στις βραχύχρονες και τις μακρόχρονες συλλαβές, ενώ στη νεοελληνική ποίηση στις τονισμένες και τις άτονες .

4. Πώς συμβολίζουμε τις συλλαβές

τηνÈΜε _ συμβολίζουμε την τονισμένη συλλαβή και με  άτονη.

5. Ποια τα είδη των μέτρων

5.1 Ίαμβος: Το συνταίριασμα μιας  _ )Èάτονης και μιας τονισμένης συλλαβής (
5.2 Τροχαίος: Το συνταίριασμα μιας  )È τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής(_
5.3 Ανάπαιστος: Το συνταίριασμα δυο  _ )È Èάτονων και μιας τονισμένης συλλαβής (
5.4 Μεσότονος : Μια τονισμένη  )È _ Èσυλλαβή ανάμεσα σε δυο άτονες (
5.5 Δάχτυλος: Το συνταίριασμα μιας  )È È τονισμένης συλλαβής με δυο άτονες (_

6. Διασκέλισμα ή υπερβατό

Όταν το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον επόμενο, διαπιστώνουμε το φαινόμενο του διασκελίσματος. Χρησιμοποιείται από τον ποιητή, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη με την τοποθέτησή της σε θέση ξεχωριστή.

π.χ. την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη (Μαβίλης)
π.χ. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους (Καβάφης)
π.χ. και χαιρετά με τούτο το διαμάντι
την κυρά του (Κ. Θεοτόκης)

7. Μετρικό χασοτόνισμα

Όταν μέσα σ’ ένα στίχο βρεθούν πλάι πλάι δυο συλλαβές τονισμένες και οι δυο, είναι αδύνατο ή τουλάχιστον πολύ δύσκολο να προφερθούν τονισμένες και οι δύο χωρίς να σπάσει ο ρυθμός. Γι’ αυτό τονίζουμε τη μια και η άλλη ακούγεται πιο χαλαρά.

π.χ. τα μαλλιά σέρνω στα λιγνά μου στήθη
(Δ. Σολωμός)

8. Χασμωδία

Είναι η συνάντηση φωνηέντων σε ένα στίχο τα οποία δεν μπορούν να συνεκφωνηθούν, γιατί κάθε γραμματική συλλαβή είναι και μετρική συλλαβή.

π.χ. Είναι ανθέων εορτή, η πρώτη του Μαΐου,
το άσμα της νεότητος, η άνοιξις του βίου.
(Αχ. Παράσχος)

9. Συνίζηση

Είναι η συνεκφώνηση σε μια συλλαβή γειτονικών φωνηέντων, για να κρατηθεί ο ρυθμός του στίχου, που αλλιώς θα χανόταν.

π.χ. κοιμάται ο νέος ωραίος βοσκός στη χλόη το μεσημέρι
(Γρυπάρης)

9.1 Υφέν
Για λόγους ευκολίας στον εντοπισμό της  ) κάτω από τα φωνήεντα πουÈσυνίζησης χρησιμοποιούμε το υφέν ( συνεκφέρονται.

10. Τομή

Μερικοί μεγάλοι στίχοι κόβονται αναγκαστικά σε συγκεκριμένη συλλαβή, δηλ. Σε συγκεκριμένη συλλαβή πρέπει να τελειώνει λέξη. Αυτό το κόψιμο λέγεται τομή. Το καθένα από τα κομμάτια στα οποία κόβεται ο στίχος λέγεται ημιστίχιο.

π.χ. όμορφος κόσμος ηθικός / αγγελικά πλασμένος
(Δ. Σολωμός)
π.χ. θαρρώ πως είχα μάνα, μάνα κι αδελφή
(λαϊκός στίχος)

11. Παρήχηση

Η επανάληψη σε γειτονικές συλλαβές ή λέξεις του ίδιους ή των ίδιων συμφωνικών φθόγγων λέγεται παρήχηση.

π.χ. είχε ο γιαλός της γλύκας γυρογιάλι
(Μαβίλης)
π.χ. άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι
(Μαβίλης)

12. Ποιητική άδεια

Πολλές φορές αδέξιοι κατά βάση στιχουργοί βιάζουν τη γραμματική ή τη γλώσσα, για να ταιριάξουν την ομοιοκαταληξία. Το φαινόμενο αυτό λέγεται ποιητική άδεια.

π.χ. αγαπεί , ερχέται

13. Τα είδη των ιαμβικών στίχων

13.1 ιαμβικός τρισύλλαβος  )È _ È(

Ένας στίχος πρέπει να έχει οπωσδήποτε κάποιο μέγεθος, για να γίνει αισθητός ο ρυθμός του.
Γι’ αυτό στίχοι ολιγοσύλλαβοι, όπως ο ιαμβικός τρισύλλαβος, πρέπει να σπαρθούν ανάμεσα σε άλλους, μεγαλύτερους ιαμβικούς.

π.χ. σαν άλλες-
και πρώτη-
του κάκου-
τα φύκια-
σμιγμένο-
)È _ È _ È13.2 ιαμβικός πεντασύλλαβος (

Τονίζονται ή και οι δυο ζυγές συλλαβές του ή μόνο η δεύτερη ζυγή, δηλ. Η παραλήγουσα του στίχου.

π.χ. γαϊτάνι πλέκω
(λαϊκό)
π.χ. δειλή τα χέρια
(Σολωμός)
π.χ. εκλείσθη ο τάφος
(Κάλβος)
π.χ. λάφυρα μάχης
(Κάλβος)
)È _ È _ È _ È13.3 ιαμβικός εφτασύλλαβος (
π.χ. σαν τι να πω πως μοιάζεις
(Εφταλιώτης)
π.χ. τώρα των φιλοπόνων-
έρημα μονοπάτια-
έθλιψε την Ελλάδα-
θάλασσαν των ονείρων-
μόνη παρηγορία-
ή πανηγυριζόντων-
φύλακες των δικαίων-
13.4 ιαμβικός  )È _ È _ È _ È _ Èεννεασύλλαβος (
π.χ. κι ήρθαν ανθοστεφανωμένες
(Παλαμάς)
π.χ. μ’ αναλαμπές ψυχομαχάει
(Λαπαθιώτης)
π.χ. γιατί, σελήνη, με κοιτάζεις-
(Πολέμης)
π.χ. κι απ’ τ’ άλλο δέντρο κόβοντάς τα-
(Παλαμάς)
π.χ. πεσμένα ξάφνου, δυο ριπίδια-
σιγά σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου.
(Σεφέρης)
13.5 ιαμβικός  )È _ È _ È _ È _ È _ Èεντεκασύλλαβος (

Συνήθως τονίζονται η δέκατη και η έκτη συλλαβή του.

π.χ. δείχνοντας το σταυρό στην απαλάμη-
σύγνεφο καταχνιά δεν απερνούσε-
(Σολωμός)
π.χ. ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες-
πάντοτε την αλήθειαν ομιλούντες-
(Καβάφης)
Αλλά υπάρχουν κι άλλες τονιζόμενες συλλαβές.
π.χ. μα σαν αγάπη την ευχαριστούμε-
Που σου χρωστώ, και την ανταμοιβή μου.
(Κ. Θεοτόκης)
π.χ. η ελπίδα μου κι η γλυκαπαντοχή μου (Γρυπάρης)
È È _ È _ È _ È _ È _ È13.6 ιαμβικός δωδεκασύλλαβος ( )

Σχηματίζεται με την προσθήκη μιας άτονης συλλαβής στο τέλος του ιαμβικού εντεκασύλλαβου. Ο λαϊκός δωδεκασύλλαβος χρησιμοποιήθηκε λίγο στην προσωπική ποίηση.

π.χ. Από το πολύστιχο ποίημα «Ο ναύτης του Ιονίου» του Γ. Μαυρογιάννη.
Στην έρημο την τόση κι άκρα σιωπή
Ο νιος ακολουθούσε το τραγούδι του:
«Γλυκό μ’ αέρι, φύσα στ’ άσπρα μας πανιά
να πάρω λίγ’ αέρα, λίγ’ ανάσαση!
È _ È _ È _ È _ È _ È _ È13.7 ιαμβικός δεκατρισύλλαβος ( )

Διαμορφώθηκε κυρίως από τον Πολυλά στη μετάφραση του Άμλετ.
Στηρίζεται – εκτός από τον απαραίτητο τόνο της προτελευταίας συλλαβής, της δωδέκατης- στον τόνο της έκτης ή στους τόνους της τέταρτης και της όγδοης.

Αλλά στην ολικήν του νου μου βλέψιν τούτο-
δηλοί που συμφορά στο κράτος μας θα σπάσει-
(Πολυλάς)
Οι στίχοι τονίζονται στην έκτη και σε οποιαδήποτε άλλη ζυγή.
π.χ. ένα πληθόκρουνο, μυριόπαλμο μεθύσι-
(Μελαχρινός)
από το σύθρηνο που πια δε σταματάει
(Ρώτας)
Οι προηγούμενοι στίχοι στηρίζονται στον τόνο της τέταρτης και της όγδοης συλλαβής.
13.8 ιαμβικός  )È _ È _ È _ È _ È _ È _ È _ Èδεκαπεντασύλλαβος (

Είναι ο «πολιτικός» στίχος των Βυζαντινών, ο «εθνικός» μας στίχος. Στην κανονική του μορφή γίνεται από δυο ημιστίχια, ένα οκτασύλλαβο οξύτονο ή παροξύτονο κι ένα επτασύλλαβο παροξύτονο.

π.χ. κοιμήσου, αυγή, κοιμήσου, αστρί, κοιμήσου, νιο φεγγάρι-
(Λαϊκό)
π.χ. ο χρόνος φεύγει, αλλάζει η γη, περνούν λαοί και κόσμοι
(Παλαμάς)
π.χ. Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες αλλού να ρίξεις άμε-
(Σολωμός)
π.χ. όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος
(Σολωμός)
π.χ. του κύκλου τ’ ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
(Σεφέρης)
È _ È _ È _ È _ È _ È _ È13.9 ιαμβικός δεκαεφτασύλλαβος (  )È _ È_

Ο Πολυλάς έπλασε τον ιαμβικό δεκαεφτασύλλαβο προσθέτοντας δυο συλλαβές στο πρώτο ημιστίχιο του δεκαπεντασύλλαβου.

π.χ. στ’ άγνωστα χώματά της ασθενή / κρατεί με η Φαιακία-
μη μου το απλώσεις, δέομαι, σιμά δεν έχω τη μητέρα.
(Πολυλάς)
π.χ. ήρτα σε σένα που δεσμά/ δεν ξέρεις, Νύχτα ονειρομάνα-
στα νύχια απάνου τρέμουλο/ τάνυσα το λιανό κορμί μου-
(Βάρναλης)
13.10 σύνθετοι ιαμβικοί στίχοι

Καμιά φορά συναντούμε στίχους που ο ρυθμός τους είναι αμέσως αισθητός ως ιαμβικός, αλλά παρουσιάζουν κάποια δυσκολία για τον πρωτόπειρο μελετητή.

π.χ. εβάλαμε το βάτο,/ το ριζιμιό δεντρό,
σα βάτος να δασώσει/ η νύφη κι ο γαμπρός
(Λαϊκό)
π.χ. Ως πότε, παλικάρια/ να ζούμεν στα στενά,
μονάχοι, σα λιοντάρια,/ στις ράχες, στα βουνά,
σπηλιές να κατοικούμεν,/ να βλέπομεν κλαδιά,
να φεύγομ’ απ’ τον κόσμον, / για την πικρή σκλαβιά;»

Και στα δυο παραδείγματα στην πραγματικότητα έχουμε σε κάθε σειρά γραμμένους δυο στίχους.

14. Τα είδη των τροχαϊκών μέτρων

)È _ È14.1 Τροχαϊκός τετρασύλλαβος (_
14.2  )È _ È _ ÈΤροχαϊκός εξασύλλαβος (_
È _ È _ È14.3 Τροχαϊκός οκτασύλλαβος (_   )È_
)È _ È _ È _ È _ È14.4 Τροχαϊκός δεκασύλλαβος (_
14.5 Τροχαϊκός  )È _ È _ È _ È _ È _ Èδωδεκασύλλαβος (_
14.6 Σύνθετοι δωδεκασύλλαβοι και μεγαλύτεροι τροχαϊκοί

15. Τα είδη των αναπαιστικών μέτρων

15.1  _)È È _ È ÈΑναπαιστικός δίμετρος (
_È È _ È È15.2 Αναπαιστικός τρίμετρος (  _ )È È
_ )È È _ È È _ È È _ È È15.3 Αναπαιστικός τετράμετρος (
15.4  _ )È È _ È È _ È È _ È È _ È ÈΑναπαιστικός πεντάμετρος (

16. Τα είδη των μεσοτονικών μέτρων

)È _ È È _ È16.1 Μεσοτονικός δίμετρος (
16.2  )È _ È È _ È È _ ÈΜεσοτονικός τρίμετρος (
_È16.3 Μεσοτονικός τετράμετρος (  )È _ È È _ È È _ È È

17. Τα είδη των δαχτυλικών μέτρων

Οι δαχτυλικοί στίχοι, κανονικά, παίρνουν τόνο στην πρώτη συλλαβή κάθε τρισύλλαβου μέτρου τους, δηλ. Στην πρώτη, την τέταρτη, την έβδομη, τη δέκατη κτλ. . Εκτός από την πρώτη, που όχι σπάνια μένει άτονη, οι άλλες που προαναφέρθηκαν τονίζονται σχεδόν πάντα, τουλάχιστον στους μικρούς δαχτυλικούς.
Όπως και στα άλλα μετρικά είδη, αν τύχει να τονίζεται κάποια συλλαβή άλλη από εκείνες που απαιτεί το μέτρο, ο τόνος δε θα ακούγεται, γιατί θα γειτονεύει πάντα με συλλαβή ρυθμικά τονισμένη κι έτσι θα παθαίνει μετρικό χασοτόνισμα.

π.χ. μια διψω δίψα· το φως-
(Παλαμάς)
È È _ È È _ È È _ È È17.1 Δαχτυλικός εξάμετρος (_   )È _ È È_
Είναι στίχος 17σύλλαβος. Χρησιμοποιήθηκε με σχετική χαλαρότητα.

18. Ομοιοκαταληξία (ή ρίμα)

18.0 Είναι το ομόηχο του τέλους δυο ή περισσότερων στίχων.
18.1 Οι ομοιοκαταληξίες είναι οξύτονες
π.χ. πιάνουν και γράφουν μια γραφή
βρίζουν τα χέρια του κατή
(Λαϊκό)
παροξύτονες :

π.χ. γράφουνε και στο Κομπότι,
προσκυνούν και το Δεσπότη
(Λαϊκό)
ή προπαροξύτονες :
π.χ. και φέρνει μέσα Χιώτισσες
και Βλαχομπουχτανιώτισσες
(Λαϊκό)
18.2 Η θέση των στίχων που ομοιοκαταληκτούν ποικίλλει:

α) ζευγαρωτή : Ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με το δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο, ο πέμπτος με τον έκτο κτλ.
β) πλεχτή : μέσα σ’ ένα τετράστιχο, ο πρώτος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο.
γ) σταυρωτή : σε τετράστιχο ο πρώτος με τον τέταρτο και ο δεύτερος με τον τρίτο.
δ) ζευγαροπλεχτή : μέσα σ’ ένα εξάστιχο, ο πρώτος με το δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο.
ε) ανάκατη : χωρίς ορισμένη σειρά
στ) εσωτερική : σε μερικά ποιήματα βρίσκεται και στον ίδιο στίχο ομοιοκαταληξία.
π.χ. καράβια πρωτοτάξιδα
δίχως κατάρτια, ξάρτια, μες στα πλάτια
της θάλασσας, που δέρνει-τα ακυβέρνητα
(Μαλακάσης)
ζ) αντίλαλος : Ο δεύτερος στίχος όχι μόνο ομοιοκαταληκτεί με τον πρώτο, αλλά περιέχεται κι ολόκληρος μέσα σ’ αυτόν.

π.χ. πάρε φωτιά και κάψε με κι αντάμα με τη στάχτη μου
τ’ άχτι μου
(Εφταλιώτης)

19. Συμπλέγματα στίχων

19.1 Όταν το ποίημα χωρίζεται σε ενότητες στίχων κατά κανόνα ομοιόμορφων μεταξύ τους, έχουμε τις στροφές.
Υπάρχουν στροφές με ομοιοκαταληξία σε όλους τους στίχους, στροφές με ομοιοκαταληξία σε μερικούς στίχους.

π.χ. Άμοιρη! Το σπιτάκι μας εστοίχειωσεν
από την ομορφιά τη θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα
από την ομορφιά σου κάτι μένει.
(Πορφύρας)
και στροφές χωρίς καμιά ομοιοκαταληξία.

19.2 Μερικά αξιοπρόσεχτα είδη στροφών

α. Οι τερτσίνες είναι στροφές τρίστιχες. Της πρώτης στροφής του ποιήματος οι δυο ακρινοί στίχοι, δηλ. ο πρώτος και ο τρίτος, ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους. Καθεμιάς από τις άλλες οι δυο ακρινοί στίχοι ομοιοκαταληκτούν με το μεσαίο στίχο της προηγούμενης. Το ποίημα το κλείνει ένας στίχος μονός, που ομοιοκαταληκτεί με το μεσαίο της τελευταίας τρίστιχης στροφής.

π.χ. ένα μέρος χορικού της «Ερωφίλης»
Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη
απου με τη φωτιά σου τη μεγάλη
σ’ όλη χαρίζεις φως την Οικουμένη.
Τον ουρανό στολίζει ‘ς μια κι εις άλλη
μερά κι όλη τη γη η πορπατηξιά σου,
δίχως ποτέ τη στράτα-τζη να σφάλη.
Κι όντα μασε μακραίνης τη θωριά σου,
με χιόνια και βροχές τη γη ποτίζεις,
για να μπορού να ζιού τα πλάσματά σου.
Και πάλι σα σιμώνης κι αρχινίζης
τα χιόνια να σκορπάς και να ζεσταίνης
τον κόσμο, όλη τη γη μ’ αθούς γεμίζεις·
τα φύτρ’ αναγαλλιάς, καρπούς πληθαίνεις,
μεστώνεις ‘πωρικά, γεννάς λιθάρια
πολλώ λογιώ, κι εις δόξα πάντα μένεις.
Διαμάντια και ρουμπιά, μαργαριτάρια
κι όλες τσι πέτρες τς άλλες μοναχός σου
πως κάνεις όλοι βλέπομε καθάρια.
Τα δε θωρεί στη γη ποτέ το φως σου,
μα βρίσκουνται στα βάθη φυλαμένα,
κι όσα κι αν είν’ ομπρός των αμματιώ σου,
γη εσύ τα κάνεις όλα γη απο σενα
θρέφουνται και κρατιούνται και πληθαίνου,
και να χαθή ποτέ μπορεί κιανένα;
Ήλιε μου φωτερέ, του περασμενου
καιρού τα πάθη, πού ‘χαμε, θυμούμαι
κι ολόκρυγια τα μέλη μου απομένου.
Τσι ποταμούς πως είδαμε μπορούμε
‘ς τούτους τσι δόλιους τόπου τς εδικού μας
να κυματίσουν αίματα να πούμε.
Τριγύρου στα τειχιά ‘χαμε τς οχθρού μας…

β. Τη στροφή του Κάλβου αποτελούν πέντε ανομοιοκατάληκτοι στίχοι. Ο πέμπτος είναι πάντα σχεδόν ιαμβικός πεντασύλλαβος· πολύ σπάνια γίνεται εξασύλλαβος. Οι άλλοι τέσσερις στίχοι είναι ιαμβικοί εφτασύλλαβοι, με την ελευθερία να χάσουν την τελευταία τους συλλαβή και να γίνουν εξασύλλαβοι ή να πάρουν μια άτονη και να γίνουν προπαροξύτονοι οχτασύλλαβοι.
γ. Η οχτάβα είναι στροφή οχτάστιχη. Ομοιοκαταληκτούν ο πρώτος στίχος με τον τρίτο και τον πέμπτο, ο δεύτερος με τον τέταρτο και τον έκτο και οι δυο τελευταίοι αναμεταξύ τους.

π.χ. Ο παπάς για το γάμο όλα ετοιμάζει
κι είναι αναμμένα τα κεριά του γάμου·
ο Λάμπρος τρομασμένος τηνε κράζει:
«Σήκω, δυστυχισμένη, έλα κοντά μου».
Εις τη φωνή του Λάμπρου ανατριχιάζει
και παρευθύς σηκώνεται από χάμου
και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει·
κι αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς», της λέει.
(Σολωμός)

20. Ποιήματα με σταθερή μορφή

20.1 Δίστιχο : Δυο στίχοι του ίδιου ρυθμού και ισοσύλλαβοι και ομοιοκατάληκτοι, είναι ένα στιχουργικό στοιχείο που με την επανάληψή του οδηγεί στη σύνθεση ενός ολόκληρου ποιήματος. Τέτοια ποιήματα είναι ο «Όρκος» του Μαρκορά , ο «Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου.
Δίστιχα θεωρούνται και τα λαϊκά ιαμβικά 15σύλλαβα που ο λαός τα λέει λιανοτράγουδα, μαντινάδες, κοτσάκια κτό.

π.χ. Κοιμάτ’ η πούλια στο βουνό κι η πέρδικα στα δάση·
αφήτε το πουλάκι μου τον ύπνο να χορτάσει.
(Δημοτικό)

20.2 Σονέτο : Είναι 14στιχο που αποτελείται από δυο τετράστιχα και δυο τρίστιχα. Έχει σχεδόν πάντα ομοιοκαταληξία.
Το είδος των στίχων του σονέτου δεν είναι υποχρεωτικό. Π.χ. οι «Τερακότες» του Γρυπάρη είναι σε ιαμβικό 11σύλλαβο, ενώ ο «Ερασιτέχνης» του Πολυλά όπως και τα παλαμικά της συλλογής «Πατρίδες» σε 13σύλλαβο. Οι «Σκαραβαίοι» πάλι του Γρυπάρη είναι σε ιαμβικό 15σύλλαβο.
Άλλες θεωρήσεις θέλουν το σονέτο να γράφεται κατά προτίμηση σε ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους .
Επίσης , μερικοί προτιμούν να γράφουν το σονέτο σε τρείς τετράστιχες στροφές και μία δίστιχη .

20.3 Ροντέλο : Γίνεται με 13σύλλαβους στίχους με δυο ομοιοκαταληξίες και για τους δεκατρείς. Τη μια την έχουν οι:1ος, 4ος, 5ος, 7ος, 9ος, 12ος, 13ος, ενώ την άλλη οι στίχοι 2ος, 3ος, 6ος, 8ος, 10ος και 11ος. Ο πρώτος στίχος ξαναγυρίζει ίδιος και ως έβδομος και ως δέκατος τρίτος. Ο δεύτερος ξαναγυρίζει ως όγδοος.

20.4 Τριολέτο: Είναι ένα οχτάστιχο με δυο ομοιοκαταληξίες, που ο πρώτος του στίχος γυρίζει και ως τέταρτος και ως έβδομος, ο δεύτερος και ως όγδοος. Σπάνιο στα ελληνικά.

20.5 Μπαλάντα: Αποτελείται από τρεις ισόστιχες στροφές και ένα «στάσιμο», που έχει το μισό αριθμό των στίχων κάθε στροφής., σύμφωνα με άλλους απο τρείς οκτάστιχες και μια τετράστιχη στροφή που καλείται «επωδός» . Γνωστή μπαλάντα είναι η «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» του Κ. Καρυωτάκη.

20.5.1 Η μπαλάντα έχει και τη σημασία του διηγηματικού ποιήματος με υπόθεση θρυλική ή αόριστα ιστορική και μοιάζει με τις λαϊκές μας «παραλογές». Η μορφή αυτή δεν είναι ορισμένη.

21. Στιχουργικά παιχνίδια

21.1 Ακροστιχίδα: Τα αρχικά γράμματα των στίχων ή των στροφών αποτελούν μια λέξη ή μια φράση. Αυτό μπορεί να γίνει και με την πρώτη συλλαβή ή με τα τελευταία γράμματα.

π.χ. Πάμε κι η άνοιξη προβάλλει
Όπου ευωδούν κι ανθούν οι κλώνοι.
Λαλεί η φλογέρα και τ’ αηδόνι
Ύμνους γλυκούς στ’ απόσυκα ψάλλει.
Ξανθή νεράιδα αγαπημένη,
Έλα, περήφανη, κοντά μου,
Ν’ ανοίξει λίγο κι η καρδιά μου
Η θλιβερή που σε προσμένει.

(Νεοκλής Δημητριάδης)

Πηγή : Θερσίτες
Αποστολή κειμένου από: Βορέας

© 2003-2004 by NEXUS LABS, athens, gr

Copyright secured by Digiprove © 2010