Ι Θιός

Share

Ι  ΘΙΟΣ  (Ο Θεός)

 

Το κείμενο αυτό
είναι γραμμένο στο Καβακλιώτικο ιδίωμα,
που το μιλάνε οι πρόσφυγες
από την Ανατολική Ρωμυλία

και κατοικούν στον κάτω συνοικισμό του Κίτρους Πιερίας.

Μια μέρα ι Θιος σκώθκιν σαμπάλια-σαμπάλια[1], πήριν ένα χουντρό ξύου ως μια ουργιά μακρύ κι το ‘σκισιν σ’ μέσ(η. Ύστιρα πήριν του κουφτιρό του μαχαίρ’ τ’, κι του στινό του σκιπάρ’ τ’, έκατσιν σ’ ένα κούτσουρου μες στ’ αργαστήρ’ τ’, και κίντσιν να του πιλικά μι ούλ(η) ‘ν τέχν(η) τ’. Είχιν ουμούτ(ι)[2] να φκιάσ(ει) μια χλιάρα[3]. Σα μπίτσιν του ένα του κουμάτ(ι), κρέμασιν έτμ(η) τ’ μια τ’ χλιάρα σι ένα καρφί που είχιν μπήξ(ει) στου ντβάρ(ι) και σκώθκιν να πάρ(ει) και τ’ άου του ξύου. Νόμαζιν[4] να φκιάσ(ει) δυο ίδιις χλιάρις. Γλεπ’ς Θιος ήταν, ε! Χάλιβιν του δίκιου.

Continue reading “Ι Θιός”