-
The very latest
- Το Φαρί
- Saturation
- Ο Μετρητής του χρόνου
- The Armenian Mother
- Duty
- Θαύματα
- Χριστός Ανέστη
- “Αφύπνιση 800 mg”
- Πάσχα
- Του Απρίλη
- The Street That Was Not Named “Pasolini Street”
- Το Φινάλε
- Χορεύοντας με τα Σπουργίτια
- Vatican Museum
- Μόνο Χαρά
- Emotions
- Πρωταπριλιάτικη Φάρσα της Λαγκάρντ
- Διαπίστωση
- The Flame
- ΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις
- Nature’s Caress
- Guilt
- Η κυρία του Μπαλκονιού
- Night
Subscribe to Diasporic
Book Reviews
International Events - Πολιτιστικές Εκδηλώσεις Παγκοσμίως
- Κάντε κλικ σε κάποια ημερομηνία πιο πάνω για να δείτε την εκδήλωση της ημέρας.
Click on a date above to see the event on that day. -
"Before the Silence"
Archival News Reports of the Christian Holocaust that Begs to be Remembered
Learn More... Login
Authors
Comments
- Αμφιτρίτη Κωνσταντέλου-Εμμανουήλ on Σελήνη
- Αμφιτρίτη Κωνσταντέλου-Εμμανουήλ on MA
- Aris Adanis on Το Φαρί
- Aris Adanis on Το Φαρί
- Κατερίνα Αξούγκα on Του Απρίλη
Literature Sites
Scheduled literature
Περιοδικές εκδόσεις Αυστραλίας
- "Antipodes" Τεύχος 56 - 2010
- "Antipodes" - Τεύχος 58
- "O Λόγος" Τεύχος 23 - 2010
- "O Λόγος" Τεύχος 24 - 2011
Χορεύοντας με τα Σπουργίτια
σημάδια και στόχοι
Άρις Αντάνης
Δεν το άντεχε πια αυτό το ρεζιλίκι.
Κρατούσε το κάθε παιδί από εφτά-οχτώ στο χέρι κι αυτός τίποτα. Κάθε φορά το ίδιο γινότανε. Κι αυτός τίποτα. Ακολουθούσε μόνο. Τελευταίος πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι, μέχρι που φώναζαν οι άλλοι «άντε γεια, αύριο πάλι» και διαλάγανε.
Κι εκείνος έπαιρνε μόνος του σιγά-σιγά το δρόμο για το σπίτι του, στρέφοντας κάπου-κάπου το κεφάλι, για να τους δει να απομακρύνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τρεχάλα, όσοι έφευγαν μόνοι τους και περπατώντας δυο-δυο, τρεις-τρεις, με φωνές, γέλια κι αστεία, όσων γειτόνευαν τα σπίτια. Κάνα-δυό μάλιστα που έμεναν προς τη δική του γειτονιά, έκοβαν από άλλο μονοπάτι. Πάει στοίχημα ότι όλοι μιλάνε γι αυτόν. Αλλά όχι βέβαια με κολακευτικά λόγια. Τον ειρωνεύονται. Γελάνε σε βάρος του. Ποιος ξέρει τι λένε. Γι αυτό τους ακούει που γελάνε, όταν φεύγουνε. Κάθε μέρα.
΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις
Χρήστος Ν. Φίφης
Οι γυμνασιακές σπουδές τη δεκαετία του 1950 σ’ ένα επαρχιακό γυμνάσιο είχαν συχνά περιορισμένους ορίζοντες. Στο γυμνάσιο του Θέρμου, πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα, περιορίζονταν για την πλειοψηφία των μαθητών, στην παπαγαλία μιας αυτολεξεί μετάφρασης των αρχαίων κειμένων, την προβλεπτικότητα και ρηχότητα των εκθέσεων ιδεών, χωρίς καν μια κριτική συζήτηση των κυρίαρχων ιδεών, τη θεωρητική ποδοσφαιρολογία, καμιά βόλτα νωρίς το βραδάκι, πότε πότε χαρτιά στα κρυφά για το φόβο εφόδου των καθηγητών. Continue reading
Η κυρία του Μπαλκονιού
«Σ’ αυτό το μπαλκόνι
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο εκθέτει»
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο εκθέτει»
(Κική Δημουλά)
–
Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο…
Τα εκατόν δεκαεπτά τετραγωνικά, που της ανήκαν εξ ημισείας με τον άνδρα της, έγιναν το δικό της βασίλειο από τότε που χάθηκε εκείνος. Αποτραβηγμένη στο μικρόκοσμό της και αποστρεφόμενη κάθε κοινωνική συναναστροφή του τύπου: καφές ίσον κουτσομπολιό, έκλεινε την πόρτα της σε παρόμοιες εκτονώσεις και προτιμούσε το δικό της κόσμο με τα βιβλία, τα λουλούδια και το μεγάλωμα των παιδιών της. Όταν της έφυγαν κι εκείνα, η ψυχαγωγία της έγινε το μπαλκόνι της!
Περισσότερα φώτα !
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Το σούρουπο είχε πάρει τα πιο σκοτεινά του χρώματα παραμάσχαλα κι απρόσκλητο εισέβαλλε στα σαλόνια με τις σκέψεις σαν αράχνες να τριβελίζουν τα ανήσυχα μυαλά. ΄Ενας μικρός φωτεινός διάδρομος είχε απομείνει στη μέση του δωματίου, ακριβώς απέναντι από το μεγάλο παράθυρο κι εκεί έσυρε τα βήματα και την ψυχή της.
Σήμερα έκλεινε τα εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός έφτανε τρομακτικός στη σκέψη της. Ανελέητος, βιαστικός ο χρόνος , πέρασε ανύποπτα επάνω από τις μέρες της και τώρα έστεκε με θλίψη απέναντι στο τέρμα. ΄Αξαφνα, άκουσε ένα ηχηρό γέλιο, φερμένο λες από το παρελθόν. Η κοπελίτσα εκείνη που έστεκε απέναντί της είχε κάτι γνώριμο αλλά και ξένο ταυτόχρονα. Τη λέγανε Πηνελόπη, όπως κι εκείνη. Τι σύμπτωση! Φορούσε ένα καλοκαιρινό ροζ φουστάνι με φαρδιά ζώνη στη μέση και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια όμορφη αλογοουρά. Σκυμμένη στη ραπτομηχανή της, έραβε ασταμάτητα και τραγουδούσε ταυτόχρονα ένα μελωδικό τραγούδι για τον έρωτα. Κι ύστερα μπήκε βαρύς ο πατέρας της, ξερόβηξε για να καθαρίσει τη συνείδησή του κι ανακοίνωσε το συνοικέσιο με τον Παρασκευά, το γιο ενός έμπορα από το Πάνω Χωριό. ΄Εσκυψε εκείνη στη μοίρα της κι αφέθηκε στα άτσαλα χέρια του Παρασκευά.
Με έναν Άγιο
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, ελέγχοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες της εμφάνισής του. Απέναντί του πρόβαλε μια σκοτεινή φιγούρα, που πάσκιζε να κλέψει λίγο χρώμα από τη στολή του Αϊ-Βασίλη. Μα το βλέμμα παρέμενε θολό, τα χέρια φορτωμένα νεανικές αμαρτίες, η θέλησή του αμετανόητη.
Απόψε έριχνε στη μάχη το μεγάλο κόλπο. ΄Η όλα ή τίποτα. Από τη μια ο πλούτος των λίγων κι από την άλλη η δική του ανέχεια, που άγγιζε πια τα όρια της απελπισίας.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλο και κάποιοι θα είχαν βγει για την απαραίτητη διασκέδαση των ημερών. Κι αυτός, ενδεδυμένος με την αθωότητα ενός ΄Αγιου Βασίλη, θα μπούκαρε στα σπίτια των καλοζωισμένων και θα φρόντιζε να πάρει λίγη από τη δική τους ευτυχία. ΄Οχι, κλοπή δεν την ονόμαζε. Σαν δίκαιη μοιρασιά την έβλεπε, μια και οι λίγοι είχαν τα πολλά και οι πολλοί τα λίγα.
Χριστούγεννα
Τα Χριστούγεννα αναβόσβηναν επάνω στα λαμπάκια των στολισμένων δρόμων, κατηφόριζαν ύστερα στους δρόμους με τις φωτεινές επισημάνσεις «Προσοχή, Χριστούγεννα!» και σταθμεύανε στις άκριες μιας έγνοιας για την επιβίωση της ελπίδας. Κάποιοι ξεχασμένοι άγγελοι τραγουδούσανε ακόμα στους δρόμους, μα η φωνή τους ήταν πολύ αρμονική, για να ταιριάξει με τη βουή μιας ταραγμένης ανθρωπότητας.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρε βαθιά ανάσα, κατέβηκε προσέχοντας να μην πατήσει τις εύθραυστες αντοχές της.
H αγάπη που δεν νίκησε ο χωρισμός
Μαρούλλα Πανάγου
Άφησε πίσω την πατρίδα παραμονή Χριστούγεννα, την φτώχεια να ξεφύγει.
Αμούστακο παιδί δεκαεφτάχρονο, πήρε των ματιών του με την υπόσχεση μια μέρα να γυρίσει.
Αργά, γρήγορα, δεν είχε σημασία. Θα γύριζε.
Γύρευε να’ βρει την καλή, που στις πληγές της η πατρίδα δεν την είχε.
Ήθελε να ξεφύγει τούτη την μοίρα που οι μεγάλοι επέβαλλαν κι ας αγαπούσε αυτό το χώμα. Τούτη την γη. Τούτα τα καταγάλανα ακρογιάλια που κάθε μέρα τον χάιδευε το κύμα κι ο αφρός, όταν ένα γινόταν με την θάλασσα. Πρωί πρωί που σαν ο ήλιος άρχιζε το ταξίδι του εκεί στ ‘ακρογιάλι θα τον αντάμωνε. Να ξετινάζει τα μαλλιά να φοράει τα ρούχα του κι ύστερα να ακολουθάει τον κύρη στον κάματο τούτης της γης.
Η νησώ του ποταμού
Κατερίνα Αξούγκα
Η κόρη σκούπιζε το τρίτο πάτωμα του αρχοντικού, τον τελευταίο όροφο, που ’χε παράθυρα ανοιχτά, χωρίς κάγκελα και βιτρό, παρά μόνο φύλα ξύλινα που τα σφράγιζαν το χειμώνα για να μην μπαίνουν οι αέρηδες από τον Αϊ -Λια και μουσκέψει η βροχή τα σανιδένια πατώματα. Τον ιδρώτα της στέγνωνε το αεράκι που ερχόταν φρέσκο από τις κορυφές των Κασταναριών, κατά κει που προσηλωμένο έστεκε θαρρείς το σπίτι του ανδρός της, ενώ μιμίτσια, ανεμώνες και τ’ αυτί του λαγού, άνθη ταπεινά, μύρωναν τις κατηφοριές της πλαγιάς. Ήταν Άνοιξη και τα χελιδόνια ισοκρατούσαν τη μελωδική της φωνή, που η ηχώ της σιγοντάριζε τα ευτυχισμένα τους τιτιβίσματα με τραγούδια του αφορεσμένου Επισκόπου Μελετίου, καθώς μουρμούραγαν στα καφενεία οι γεροντότεροι, τότε που στα χρόνια τα παλιά έπεσε σ’ έρωτα βαθύ ο Δεσπότης τους, κι όντας ποιητής, έγραφε τα «ερωτικά του» για να ξορκίσει το δαίμονα που τον κατέτρωγε τις νύχτες. Μα το ξύρισμα δεν τ’ απέφυγε και τον αφορεσμό.
Μεγεθύνσεις ενός παρελθόντος
Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου
2ος ΄Επαινος Διηγήματος στο 12ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Εταιρείας Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου . 2012
To δωμάτιο μικρό, μικρότερο απ’ ό,τι συνήθως. Λες και χαμήλωνε το ταβάνι απειλητικά πάνω απ’ την ανήσυχη σκέψη του. Σηκώθηκε απ΄το κρεβάτι όμοια με παιδί που ξυπνά αλαφιασμένο από όνειρο κακό. Γύρω του σκορπισμένα άδεια τενεκεδάκια μπίρας, πρόβαλλαν σαν μικρό ναρκοπέδιο στον ασταθή βηματισμό του. Ξανακάθισε βαρύς στο στενό, γυμνό από σεντόνια κρεβάτι. Απέναντί του το ψυγείο με την πόρτα ορθάνοιχτη, άδειο κι αυτό, προκαλούσε την πείνα και τη δίψα του.
΄Εψαξε νευρικά στις τσέπες του παντελονιού του. Δυο τρία τσαλακωμένα χαρτομάντιλα κι ένας σπασμένος αναπτήρας όλη κι όλη η συγκομιδή του.
Μια αναπάντεχη συνάντηση
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Είχε τις πρωινές στάλες πάνω στα μάγουλά της. Έτρεξε προς το μέρος μου που την καλούσα με μία κίνηση του χεριού, για να προστατευθεί κάτω απ’ τη σκεπή του κτιρίου. Ήταν η μοναδική της επιλογή. Απότομο το ξέσπασμα του ουρανού• τίποτα δεν προμηνούσε μία βροχερή μέρα. Όλοι ντυμένοι ανοιξιάτικα, ελαφρά, τυλιγμένοι με μία διάθεση κεφιού, τώρα προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από το νερό που πετούσαν τα αυτοκίνητα στο πέρασμά τους.
- Βγήκα για ψώνια, αλλά δεν πρόλαβα…
Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Διέκρινα ένα κόκκινο σημάδι στο πρόσωπο της, στενό μα μεγάλο σε μήκος διέσχιζε την επιδερμίδα της, σαν ρεματάκι όπου κυλούσε μέσα του το νερό της βροχής. Στα χείλια της γυάλιζαν διαμάντια οι σταγόνες, ενώ τα μακριά μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και υποδήλωναν έτσι την αιτία του ξεσπάσματος.
- Με συγχωρείς, είμαι κάπως αναστατωμένη.
Σήκωσε το δεξί χέρι της ψηλά, μπροστά στο πρόσωπο, προσπαθώντας να κρύψει τη γρατσουνιά απ’ το δικό μου βλέμμα, που γι’ αυτήν ήταν το βλέμμα ενός άγνωστου ανθρώπου.
Continue reading
Το αντάμωμα
Χρύσα Μαστοροδήμου
Τον ξύπνησε ο ήχος του μεγαφώνου. Κάποιος ανακοίνωνε ότι το αντάμωμα στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία θα ξεκινούσε στις 8:30 το απόγευμα. Είχε ξεχάσει τον τρόπο ενημέρωσης στο χωριό και χαμογέλασε. Του έφερε μνήμες από τότε που ήταν παιδί και οτιδήποτε αφορούσε στο χωριό το μάθαινε από το μεγάφωνο. Από τη λειτουργία του σχολείου μέχρι και την αναγγελία κάποιου χρέους που έπρεπε να πληρωθεί στην κοινότητα. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν» σκέφτηκε και αυτό τον έκανε να νιώσει οικεία. Οι έντονοι ρυθμοί του Βερολίνου που έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια τον είχαν κάνει να ξεχάσει τους ήρεμους ρυθμούς του χωριού.
Μια άλλη γνώριμη φωνή τον έκανε να νιώσει οικεία και μια ζεστασιά στην καρδιά του. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρά Ειρήνη.
- Συ είσαι πιδί μ’; Δημήτρη μ’! Καλά σ’ άκσα εγώ του βράδ’. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της μέχρι που δεν άντεχε άλλο.
Το τρένο
Χρύσα Μαστοροδήμου
Ο κυρ Ανδρέας ξύπνησε νωρίς εκείνη τη μέρα. Τελείωνε η άνοιξη και οι μέρες ήταν σχεδόν καλοκαιρινές. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Η κίνηση των αυτοκινήτων είχε ήδη ξεκινήσει παρόλο που δεν είχε ξημερώσει καλά – καλά. Πάντα αυτή η πόλη ήταν ζωντανή από πολύ νωρίς.
ʼλλοτε τέτοια εποχή οι γλάστρες του μπαλκονιού θα είχαν γεμίσει ανθάκια και μπουμπούκια αλλά τώρα μόνο ξεραμένοι βλαστοί είχαν απομείνει. Η σκέψη αυτή του έφερε θλίψη και βιάστηκε να μπει μέσα.
Όπως κάθε μέρα από τότε που έχασε την κυρά Παναγιώτα ντυνόταν και πήγαινε στο σταθμό των τρένων να πιει τον καφέ του. Του βάραινε η καρδιά να κάθεται και να πίνει τον καφέ μόνος του. Τόσα χρόνια μαζί, χαρές και λύπες τα κουβέντιαζαν με τον καφέ τους και τώρα δε μπορούσε να συνηθίσει αυτή την απουσία, την ερημιά του δωματίου, τη σιωπή. Εκείνη την ημέρα ακόμη περισσότερο. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος και ακόμη νιώθει αυτό το κενό.
- Καλώς τον κυρ Ανδρέα, τον καλημέρισαν εγκάρδια οι υπάλληλοι του σταθμού. Τον είχαν μάθει όλοι αφού τον τελευταίο καιρό πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα.
- Καλημέρα, καλημέρα, απάντησε με χαμόγελο και έπιασε θέση στο καφέ που έβλεπε προς τα τρένα.
Continue reading
Η προσπάθεια
Την ίδια την πτώση δε τη θυμόμουν. Θα πρέπει να είχα πέσει, τούτο ήταν λογικό, αφού βρισκόμουν σε ένα σκοτεινό χώρο, ξαπλωμένος, το σώμα μου πονούσε, και ψηλά, πολύ ψηλά, φαινόταν ένα φωτεινό άνοιγμα.
Αφού σηκώθηκα, διαπιστώνοντας ότι ευτυχώς δεν είχα υποστεί, όσο μπορούσα να το διακρίνω αγγίζοντας όλο μου το σώμα, κάποιο σοβαρό τραυματισμό, κοίταξα πάνω, το άνοιγμα, αλλά και έπειτα μπροστά μου, εκεί όπου αμυδρά φωτιζόταν μία μεταλλική, κάθετη σκάλα. Ήταν στην πραγματικότητα απλώς δύο δοκοί, που κατά κανονικά διαστήματα τις έτεμναν μπάρες, στο ίδιο πάχος με τις δοκούς. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε βέβαια εκεί να ανεβώ, προς το φως, καθώς όπως βεβαιώθηκα σύντομα δεν υπήρχε κάποια συνέχεια στον στενό χώρο όπου βρισκόμουν, παρόλο που βρισκόταν μία πόρτα εκεί, στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από τη σκάλα, όμως ήταν κλειδωμένη.
Η άδεια ντουλάπα
Μαστοροδήμου Χρύσα
Ξύπνησε με την ίδια νευρικότητα που ξυπνούσε τις τελευταίες μέρες. Απέφυγε τον καφέ πιστεύοντας ότι θα την κάνει χειρότερα. Ήξερε ότι κάτι θα συμβεί, το περίμενε. Όσο κι αν εθελοτυφλούσε τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Δεν ήταν μόνο οι ξένες μυρωδιές που κουβαλούσε ο σύζυγος της στο σπίτι, οι ώρες που εμφανιζόταν όλο και λιγότερες, ούτε τα μεγάλα διαστήματα σιωπής που είχαν πέσει πια ανάμεσα τους. Ίσως και να πίστευε πως θα περάσει, έτσι όπως της είχε μάθει η μάνα της. «Θα κλείνεις τα μάτια και θα περνάει, υπομονή παιδί μου». Αυτό το ήξερε καλά η Γεωργία, έκλεινε τα μάτια, έριχνε το βάρος στα παιδιά, στο σχολείο, στο νοικοκυριό και προσποιούνταν πως τίποτα δε συμβαίνει, πως όλα είναι καλά, μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά που μόλις είχαν σηκωθεί. Τα δύο αγόρια έτρεξαν στο μπάνιο γελώντας όπως έκαναν κάθε μέρα, κάνοντας αγώνες ταχύτητας. Όταν έκλεισε την πόρτα του σχολικού έμεινε λίγο στο πεζοδρόμιο να τα χαιρετήσει όπως έκανε κάθε μέρα τα τρία τελευταία χρόνια. Τα δίδυμα μεγάλωσαν πια του χρόνου θα πήγαιναν στην πρώτη δημοτικού.
O πόνος
Κυριάκος Χαλκόπουλος
Αγαπητή κυρία,
Δε θα μπορούσα να αρχίσω με άλλο τρόπο αυτό μου το γράμμα παρά μόνο διατυπώνοντας και γραπτώς τα συλλυπητήρια μου για την απώλειά σας. Διότι εγώ μπορεί να έχασα ένα φίλο, εσείς όμως χάσατε ένα γιό, και το πένθος σας προφανώς είναι απείρως μεγαλύτερο.
Ωστόσο δε σας γράφω εδώ για να σας οικτίρω για αυτή την κατάσταση, αλλά σε απάντηση της απορίας σας, που θα τη θυμάμαι πάντα, εκείνο το πονεμένο βλέμμα με το οποίο διατυπώσατε αυτά τα λόγια, «πώς έγινε αυτό;».
Τότε ακόμα δεν ήξερα τι να πω. Τώρα ακόμα νοιώθω άσκημα. Όμως θεωρώ ότι οφείλω να σας μιλήσω για να λυθεί αυτή τουλάχιστον η απορία, διότι στην πραγματικότητα, παρά τη σιωπή μου εκείνη τη στιγμή, ξέρω πώς έγινε. Αυτό είναι όλο το θέμα τούτου του γράμματος, και θα μπω κατ ευθείαν στο ζήτημα.
Έτη παιδιού
διήγημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου
Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των πεύκων που κατέβαινε απ’ το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν απ’ τα ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ’ απ’ τα πόδια τους.
Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα:
- Τηλεφώνησαν απ’ την πόλη ότι…
Μαθήματα πίστης και ηρωισμού
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ο Φιλικός Εταίρος προσπαθούσε να με πείσει. Έστεκε μπροστά μου με το βλέμμα του βυθισμένο σε οραματισμούς. Αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη φλόγα της φαντασίας που τώρα τον εξουσίαζε. Ήταν Έλληνας πλούσιος, με καταγωγή από ένα τόπο της Πελοποννήσου που ανάθρεψε μεγάλους πατριώτες, ήρωες και αξιόλογους πολιτικούς. Είχε στραφεί από χρόνια στη χρηματοδότηση των σκοπών του υπόδουλου γένους. Στο πρόσωπό του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν παράδειγμα πατριώτη, φωτισμένου από τη σκέψη ευγενών σκοπών. Σήκωσε το χέρι για να τονίσει τα λόγια του. Το γένι του τον εξύψωνε στα μάτια μου• μου θύμιζε τους σοφούς καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο της Λειψίας.
- Νεαρέ μου, η επιτυχής έκβαση του αγώνα επιβάλλει θυσίες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά πως πλησίασε η ώρα να επωμιστούμε τις ευθύνες μας και να διεκδικήσουμε τα εδάφη των προγόνων μας. Εμπρός λοιπόν…με σθένος! μου είπε σφίγγοντας τη γροθιά του.
Μια αναπάντητη ερώτηση
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Β΄ Βραβείο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
στη μνήμη ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός»
το έτος 2011
Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων.
Το κλειδί της χαμένης ευτυχίας
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στα ψηλά, εκεί όπου ένα θολό σύννεφο έπαιρνε διάφορους σχηματισμούς, πριν διαλυθεί και φανεί πλέον ο ουρανός στο γαλανό του χρώμα. Ο δροσερός αέρας άγγιζε τα θεόρατα κτίρια, αφαιρώντας απ’ την επιφάνειά τους ό,τι βρώμικο και φθαρμένο ασχήμιζε την ατμόσφαιρα· τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια. Απέναντι ξεχώριζαν τα διαμερίσματα σαν μικρά φωτεινά κουτάκια με τις εγκλωβισμένες ανθρώπινες φιγούρες σε ακατάπαυστη κίνηση.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και του έπνιγε τη σκέψη. Κάτω στους δρόμους, η βουλιαγμένη Αθήνα, ταλαιπωρημένη και ανεξέλεγκτη δεν ησύχαζε ποτέ. Μια σιδερένια γροθιά το πηγαινέλα των περαστικών, μια μοχθηρή κλωτσιά στο στήθος του αυτό το μεγαθήριο, που στράγγιζε μέρα τη μέρα τα οράματά του.
Ο Κώστας Αθανασίου ήταν ψηλός και γυμνασμένος με πανέξυπνα μάτια και ευγενικά χαρακτηριστικά, αλλά η θλίψη σιγόκαιγε μέσα του· φλόγα τρεμουλιαστή που αντανακλούσε τον ταραγμένο κόσμο του σ’ ένα χαμόγελο σκοτεινό και πικραμένο, φανερώνοντας κάποιες αποκαρδιωτικές κινήσεις στο βάδισμά του.
Ο ζητιάνος στη γωνία, κάθε πρωί, λες και διάβαζε τις σκέψεις του, τον χαιρετούσε μ’ ένα ζωντανό και απροσποίητο χαμόγελο. Σαν να ξεχείλιζαν τα κέρματα στο μικρό τενεκεδένιο κουτί που κρατούσε, κι εκείνα άστραφταν στον ήλιο μαζί με τη γεμάτη ζωή. Δεν είχε καν το συνηθισμένο κακόμοιρο ύφος που προξενεί λύπηση. Έμοιαζε τόσο αξιοπρεπής μες τη δεινή του θέση. Τα λόγια, του έστηναν περίεργα παιχνίδια, του τριβέλιζαν το μυαλό:
Απροσδόκητο αεροπορικό ταξίδι
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Η Ζιλιέτ με κοιτούσε ταραγμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο και όλο έριχνε νευρικές ματιές τριγύρω.
«Κλείσε τα μάτια, της λέω, και φαντάσου κάτι εκπληκτικό ή ονειρικό. Για παράδειγμα, πήγαινε πίσω στην παιδική σου ηλικία και πλάσε την εικόνα της γιαγιάς σου, τη στιγμή που σε κρατούσε στα γόνατά της και σου έλεγε ιστορίες ή σκέψου μια μεγάλη σου επαγγελματική επιτυχία».
«Μα η γιαγιά μου πέθανε πολύ μικρή, Αριστείδη, πριν γεννηθώ εγώ και δεν πρόλαβε να με πάρει στα γόνατά της» απάντησε εκείνη συνοφρυωμένη.
«Ε, τότε θυμήσου μια εξαιρετική επιτυχία. Αναλογίσου με ποιο τρόπο αντιμετώπισες την πραγματοποίηση μιας φιλοδοξίας σου, πώς αντέδρασες σ’ ένα ευχάριστο και ανέλπιστο νέο; Αλήθεια, με τι χαρά πλημμύρισε η καρδιά σου όταν ένιωσες να σ’ αγγίζει ένας μεγάλος έρωτας; Ή καλύτερα πήγαινε με τη φαντασία σου μέχρι τη Σαντορίνη και ξαναζωντάνεψε στη μνήμη σου το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Αγκαλιασμένοι στον εξώστη στα Φηρά να βλέπουμε τον ήλιο σαν ένα πύρινο στεφάνι που ρίχνει τις αιμάτινες αχτίνες του στη θάλασσα».
Τα θλιμμένα βράχια
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής μου σταδιοδρομίας έτυχε να βρεθώ αντιμέτωπος πολλές φορές με το έγκλημα και τις παράξενες εκδηλώσεις του. Αναρωτήθηκα επίσης, για τα έντονα συναισθήματα και τις πράξεις, ορατές ή μη, και για τα θολά κίνητρα των ανθρώπων που εγκλημάτησαν. Μια ιστορία, που διαδόθηκε μεταξύ των προσφύγων της Θεσσαλίας, μ’ έκανε να βρεθώ στη Νότια Βουλγαρία το έτος 1951. Είχα αδιασάλευτη πεποίθηση πως αυτό που ακούγονταν καθημερινά σαν μύθος, δεν ήταν παρά μια αληθινή ιστορία. Έτσι βρέθηκα να παίρνω συνέντευξη από μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω το τι πραγματικά συνέβηκε τότε.
«Ήταν χρόνια παράξενα τα χρόνια εκείνα. Έλεγες πως είσαι μέσα στην Ελλάδα, μα ταυτόχρονα έξω απ’ αυτή τη χώρα την ευλογημένη».
Μιλούσε με θέρμη η χήρα Παναγιώτα κάθε φορά που κάποιος βρίσκονταν να ξύσει τις μεγάλες πληγές της. Ανέβαινε την ανηφόρα σκυφτή από τα χρόνια που κουβαλούσε στη ράχη της· εκατόν δέκα τέσσερα παρακαλώ, είχε γεννηθεί το 1837. Βασανισμένη απ’ τους καημούς της, πήγαινε να πιει νερό στη βρύση της αυλής της, που ήταν χωμένη κάτω από βαθύσκιωτα δέντρα. Η ερημιά της την ακολουθούσε μέχρι τα σκαλοπάτια του σπιτιού της, την ακολουθούσε μέχρι την κουζίνα του κατωγιού και ίσαμε το καθιστικό, εκεί όπου κάποτε κεντούσε ωραία σχέδια. Κι ο Δημήτρης, ο άντρας της έπινε τον καφέ του, πάντοτε μετά το φαγητό, να κάνει παρέα στην κυρά του. Μισοζαλισμένος απ’ τις φωνές των παιδιών που μόνο σαματά ήξεραν να κάνουν και από γράμματα ίσα-ίσα κάτι κουτσουρεμένα ελληνικά, μπερδεμένη δημοτική με καθαρεύουσα, με κάποιες λέξεις κωνσταντινουπολίτικες και λίγα βουλγάρικα.
H μεγάλη αγάπη
Α΄ Βραβείο Διηγήματος
26 Πανελλήνιου Διαγωνισμού λόγου και Τέχνης-
«Σικελιανά 2010» « Το καφενείο των ιδεών»
Άθως Χατζηματθαίου
Θα ήταν γύρω στις τρεις τα ξημερώματα. Μόλις πριν από λίγα λεπτά είχε τελειώσει το πάρτι και η παρέα άρχισε να διαλύεται.
-Θα τα πούμε αύριο, έτσι, είπε ο Χρίστος στον κολλητό του φίλο τον Κωστή.
Αυτός είχε κιόλας βάλει μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου και ετοιμαζόταν να πάρει το δρόμο για το σπίτι.
-Και βέβαια αδελφέ, απάντησε αυτός, να με περιμένεις, θα περάσω απ’ το σπίτι να σε πάρω, και πατώντας γκάζι χάθηκε στη στροφή.
Η ιστορία της πέτρας
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ο Λουκάς καμάρωνε πάνω στο βράχο και έπαιρνε διάφορες πόζες μιμούμενος αγάλματα με αυστηρή αρχαϊκή γραμμή. Μετά ξεφούσκωνε από την προσπάθεια, οι μυς του χαλάρωναν για να ξεσπάσει σ’ ένα ασυγκράτητο γέλιο. Η Αφροδίτη τον παρακολουθούσε συνεχώς με το απαλό της βλέμμα και θαύμαζε τον ήρωά της καθισμένη στην αμμουδιά. Ο ήλιος λαμποκοπούσε στο λαδωμένο σώμα της.
Ήταν περήφανη για εκείνον που ριψοκινδύνευε και πιάνονταν στους βράχους σαν αίλουρος, για ν’ αναρριχηθεί με απίστευτη δεξιοτεχνία ως την κορυφή τους. Ο ήλιος του κατάκαιγε τους ώμους και τις πλάτες αλλά του πρόσφερε το μοναδικό, απέραντο βλέμμα, την ηδονή του υπέροχου τοπίου. Το καταπράσινο βουνό κατέβαινε μέχρι την αμμουδιά σαν καλλίγραμμη γυναίκα να δροσίσει τα πόδια της μέσα στο υγρό, κρυστάλλινο, δαντελωτό ακρογιάλι και η σκιά της έπεφτε ακόμη και στα βαθιά νερά, όπου τα βότσαλα και τα πολύχρωμα φυτά ζωγράφιζαν το βυθό. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα πριν χαθεί στην διάπλατη αγκαλιά της φίλης του, της θάλασσας. Ο Λουκάς, γεμάτος γδαρσίματα στα χέρια και στα πόδια, ατένιζε το μεγαλείο και την ομορφιά του βουνού των Κενταύρων, το στολισμένο με τις ελιές, τις καστανιές, τις μηλιές, τις αγριόλευκες και τα πανύψηλα πλατάνια. Ερωτοτροπούσε μ’ αυτή την πλούσια γη πέφτοντας με ορμή από ψηλά προς τα κάτω και η Αφροδίτη έτρεμε απ’ το φόβο της, μην τυχόν χτυπήσει άσχημα το άμυαλο παιδί. Όλη αυτή η αστείρευτη ενέργεια έβγαινε από τον αγνό, νεανικό έρωτα που έμενε μυστικός στις καρδιές τους, για να γεννήσει την αληθινή αγάπη στο πέρασμα του χρόνου.
Ο Αντώνης Πάβλοβιτς και η ανθρώπινη φύση
Γιώργος Νικολόπουλος
1ο βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Καφενείου των Ιδεών (2009)
διάκριση στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Βέροιας (2009)
διάκριση στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Βιβλιόφιλων Έδεσσας (2010)
Μια βροχερή φθινοπωριάτικη μέρα του Οχτώβρη, ο Αντώνης Πάβλοβιτς Τσερένκωβ, γραμματέας τρίτου βαθμού, ο Σεμιόν Σεμιόνιτς Τσέχωβ, γιατρός, ο Σεργκέι Ιβάνιτς Βολόσιν, λοχαγός του Ιππικού, και ο Ιβάν Κιρίλοβιτς Τιχόνοβ, ταχυδρομικός διευθυντής, ένας άνθρωπος άξεστος και στενόμυαλος – που είχε όμως σημαντική θέση στην τοπική κοινωνία και έτσι κανείς δεν απέφευγε τη συντροφιά του, είχαν μαζευτεί από νωρίς στην ίσμπα του Τσερένκωβ. Κατά τη συνήθειά τους, είχαν παίξει χαρτιά, είχαν καπνίσει, και τώρα ήταν καθισμένοι στο σαλονάκι και έπιναν κουβεντιάζοντας.
Το ίδιο ξημέρωμα
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ξημέρωνε Κυριακή. Ο ήλιος σε λίγο θα έπαιζε κρυφτούλι πίσω από τα σύννεφα. Δίσταζε να ξεμυτίσει και να εντυπωσιάσει τους αγουροξυπνημένους με το κόκκινο πρόσωπό του. Ήθελε να μείνει ακόμη στην αγκαλιά της νύχτας, να μετεωριστεί πριν παραδώσει το σώμα του στη μέρα. Γι’ αυτό εμφανιζόταν σύντομα στον ουρανό κι όταν το μετάνιωνε, γυρνούσε προς τα πίσω. Τα σκοτεινιασμένα σύννεφα ήθελαν να στείλουν στους περαστικούς αρκετή βροχή, αλλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη ώρα ακόμη. Εξέταζαν τις διαθέσεις του ήλιου και περίμεναν υπομονετικά. Ο ήλιος άκεφος, φαίνεται τελικά πως θα άφηνε τα σύννεφα να κρύψουν τα χρώματά του, να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά πάνω από την ήσυχη και αθόρυβη πόλη.
Συναυλία Κρουστών
Άρις Αντάνης
Καθισμένος πάνω σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο που ανακάλυψε σε μια γωνιά μέσα στα παρασκήνια, περιμένει να ’ρθει η ώρα του για να βγει στη σκηνή και συλλογίζεται. Αναλογίζεται τη σύντομη ζωή του, μαζί της, το χρόνο που πέρασε. Και τα καλά και τα άσχημα. Συνήθως θυμόμαστε τα καλά. Τα άσχημα τα θυμόμαστε μόνο αν θέλουμε να φανούμε δικαιωμένοι. Σε ποιους; Μα σε μας τους ίδιους, ποιους άλλους; Όμως, αυτές τις στιγμές της αναμονής, το μυαλό του δεν είναι εκεί που θα έπρεπε. Κι ενώ έχει μια συναυλία να δώσει, δύο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους δυνάμεις συναγωνίζονται, στη σκέψη του, ποια θα εξαφανίσει η μία την άλλη. Τη μία τη λένε Ματίνα και την άλλη τη λένε…«τουμπερλέκι». Η συνύπαρξή τους στο νου του πρέπει να αποκλειστεί…
Μαυροντυμένα όνειρα
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Κάθε πρωί, το χάραμα και λίγο πριν βραδιάσει, το πυκνό και ατέλειωτο σύννεφο, το μαύρο σκοτάδι πετούσε πάνω από τις σκεπές σε διάφορους σχηματισμούς πριν χωθεί για τα καλά στον επίγειο παράδεισό του, τα πεύκα. Κι εκείνη η απαίσια φωνή τους, το αντιαισθητικό κράξιμο σκορπούσε μια προστιθέμενη ανατριχίλα στο συνηθισμένο ρίγος που προξενεί η θέαση του συρματοπλέγματος.
“Κάναντα”
Άρις Αντάνης
Βραβείο Πνευματικής Εστίας Μοσχάτου,
εκδόσεων Πατάκη
ΓΣΣΕ
Ξ έ χ α σ α να σου πω, ότι, έτσι και με συμπαθήσει άνθρωπος εμένα, δεν με ξεσυμπαθάει εύκολα και να με συμπαθάς, αν στο σημείο αυτό δεν δείχνω διόλου μετριόφρων.
Εν τούτοις δεν θα μπορούσες και να πεις, ότι η πολλή συμπάθεια βγαίνει πάντοτε σε καλό και μη νομίσεις δηλαδή, ότι, όντας συμπαθής γίνεσαι και προνομιούχος.
Γιατί ξέχασα να σου πω, ότι κ α ι εγώ, έτσι και συμπαθήσω άνθρωπο δεν τον ξεσυμπαθάω εύκολα. Πρόσεξε τώρα να δεις τι συμβαίνει εδώ: Συμπαθώ, συμπάσχω, συμπονώ. Ρήματα σύνθετα. Πρώτο συνθετικό η πρόθεση «συν». Τι σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι αν πάσχεις εσύ, πάσχω και εγώ μαζί σου και αν πονάς εσύ, πονάω κι εγώ. Αυτό είναι καλό ή κακό; Καλό θα πεις, αλλά αν πονάω κι εγώ μαζί σου, πώς θα μπορέσω να σε βοηθήσω; Κι εγώ θα χρειάζομαι βοήθεια! Δεν θα χρειάζομαι; Μην απαντάς. Στο τέλος θα μιλήσεις εσύ…Αν και αμφιβάλω, γιατί μάλλον θα μείνεις άλαλος!….
Η ασπίδα της Αθηνάς
Αυγουστής Μαρούλης
Κάποτε ήμουν όμορφη. Εκθαμβωτική! Με βλέπανε και με θαυμάζανε γενιές ολόκληρες. Για πολλούς αιώνες ήμουν ένα κόσμημα μέσα στην Ακρόπολη. Τώρα πια δεν είμαι. Με βυθισμένες αναμνήσεις απ’ τα παλιά, ένδοξα χρόνια, κείτομαι στα βάθη της θάλασσας, στο αμπάρι μιας γαλέρας. Ναυάγιο μέσα σε ναυάγιο. Μόνο το παγερό βλέμμα των ψαριών αντικρίζω πλέον. Και τα μόνα χαμόγελα που εισπράττω είναι αυτά των κοραλλιών.
Παγωτό χωνάκι!
Κωνσταντίνος Νίγδελης
Και παγωτό χωνάκι, ο δικός σου. Από κείνα της μηχανής, που ο «μάστορης» με τ’ άσπρο μπλουζάκι και το καπέλο στο κεφάλι, παίρνει το έτοιμο τραγανό παρασκεύασμα, το τοποθετεί στο στόμιο της μηχανής, κατεβάζει με ελεγχόμενο ρυθμό το μοχλό και… και το αντικείμενο, εκείνο το παχύρρευστο άσπρο ή και καφέ- σοκολατί κατά προτίμηση προϊόν του γαστρικού πόθου εισέρχεται σιγά σιγά, ηδονικά, από τη βάση έως την κορυφή.
Ουφ !
















