-
The very latest
- Κι όμως γυρίζει
- Ένα νησί ταξιδεύει
- Αφόρητες Αγάπες
- Ανάμνηση
- Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Pues sola hay una
- Η ιστορία της γέννησης
- Από τη Μάνα στην Κόρη
- Έτη παιδιού
- Mother’s Day Remembrance
- Σαν έφυγες
- Το νόημα του κόσμου
- «Αρχή Άνδρα…δείκνυσι»
- Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος!!!!!
- Amulet
- A woman’s wig
- Τα “θα” που έμαθα
- Cinco Dinares
- From Top to Toe
- Τιτανικός Δύο
- Θυσία Κωνσταντίνου Κουκίδη*
- You’ll Never Walk Alone
- Emigre
- Τα ιδανικά μας
Subscribe to Diasporic
Login
Diasporic Authors
Alekos Agelidis
(42), Andrea Demetriou
(3), Andrea Garivaldis
(24), Angela Costi
(8), Aris Adanis
(17), Avgoustis Maroulis
(6), Christina Tsardikos
(2), Chrysa Mastorodimou
(1), Constantinos Nigdelis
(2), Diasporic Literature
(53), Dimitri Dr Karalis
(18), Dimitris Troaditis
(38), Dimitris Tsaloumas
(16), Dionysia Mousoura-Tsoukala
(5), Dr Christos Galiotos
(6), Dr George Kanarakis
(1), Dr Gregory Christidis
(13), Dr Nicholas Fourikis
(6), Evangelia-Aggeliki Pechlivanidou
(60), Fedon Theofilou
(5), Frederika Apokidou
(18), Gabriel E. Christoforidis
(4), Gabriel Panagiosoulis
(22), Gabrielle Morgan
(15), George Marinakis
(3), George Nikolopoulos
(19), Haris Melitas
(18), Hector M. Taboada
(4), Iakovos Garivaldis
(66), Ioannis Panagakos
(9), Irene Doura-Kavvadia
(4), Jennifer Stewart
(3), John Liaskos
(17), Katerina Tsernotopoulou
(2), Laskaris P. Zararis
(17), Liat Kirby-Nagar
(6), Loula S. Rodopoulos
(15), Manolis Aligizakis
(39), Maria Theofilakou
(7), Michael Morgan
(5), Michael Pais
(15), N.Ν. Trakakis
(11), Nicos Nicolaides
(3), Nikos Batsikanis
(9), Nikos Nomikos
(3), Nikos Piperis
(3), Panagiotis Garmiris
(3), Ross Spirou
(1), Ruth Sancho
(12), Sofia Kostos
(5), Sophocles Kitharidis
(2), Stratos Doukakis
(4), Tasos Damianos
(3), Thodoros Ioannidis
(1), Vangelis Catevatis
(9), Yiorgos Anagnostou
(1), Yiota Stratis
(4), Άθως Χατζηματθαίου
(2), Δρ Ιωσήφ Ιωσηφίδης
(13), Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
(45), Κώστας Δουρίδας
(2), Τάκης Χατζηαναγνώστου
(3)
Author images
Comments
- Ευαγγελία - Αγγελική Πεχλιβανίδου on Mother’s Day Remembrance
- Aris Adanis on Κι όμως γυρίζει
- Aris Adanis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Giota Tsiliki on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Laskaris Zararis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
Περιοδικές εκδόσεις Αυστραλίας
Αρχείο
- May 2012 (17)
- April 2012 (26)
- March 2012 (24)
- February 2012 (20)
- January 2012 (32)
- December 2011 (32)
- November 2011 (28)
- October 2011 (12)
- September 2011 (21)
- August 2011 (21)
- July 2011 (33)
- June 2011 (35)
- May 2011 (32)
- April 2011 (30)
- March 2011 (35)
- February 2011 (35)
- January 2011 (39)
- December 2010 (35)
- November 2010 (49)
- October 2010 (30)
- September 2010 (20)
- August 2010 (12)
- July 2010 (14)
- June 2010 (6)
- May 2010 (11)
- April 2010 (7)
- March 2010 (6)
- February 2010 (11)
- January 2010 (7)
- December 2009 (10)
- November 2009 (16)
- October 2009 (14)
- September 2009 (18)
- August 2009 (42)
- July 2009 (15)
- June 2009 (10)
Ροή Φόρουμ- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012Αγαπητέ Δημήτρη, Επειδή έχουμε αλλάξει θέμα στη συζήτησή μας αυτή και μιλάμε πλέον περί ψυχής, θεώρησα σωστό να προσθέσω μια άλλη κατηγορία συζήτησης με τίτλο "Περί ψυχής". Σε παρακαλώ πήγαινε εκεί για να δεις την απάντησή μου στα πιο πάνω. Ευχαριστώ Ιάκωβος […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 1, 2012Φίλε Ιάκωβε χαίρε, Και μένα ευφραίνεται η ψυχή μου όταν κουβεντιάζομαι φιλοσοφικά και ιδικά για τα αίτια της ζωής και για πού μας τραβάει μεταφυσικά. Το ίδιο παρατήρησα και εγώ διαβάζοντας το Φαίδωνα στην Αγγλική γλώσσα με πολλές λεξικές ανακρίβειες. Επόμενο ήταν η αδυναμία τους να βρουν κατάλληλη λέξη στη μητρική τους γλώσσα που να εκφράζει την αντίστοιχη Ε […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012
Views
- Magazine - 4,523 views
- Michael Morgan’s paintings - 3,088 views
- That Day… - 3,085 views
- Γυμνοί Άγγελοι - 2,980 views
- Στον κυρό Αυγουστίνο Καντιώτη - 2,898 views
- Έλληνες – Ξενιτιά - 2,798 views
- Νίκος Καζαντζάκης: Μια παγκόσμια αγωνία για το μέλλον - 2,245 views
- Μηλιά η ξένη… - 2,039 views
- Κώστας Μόντης - 1,937 views
- Polymorphous George Aslanis - 1,789 views
Πολιτιστικά Culture
Literature Sites
Scheduled literature
- Πύδνα - Κίτρος12–10–2012
- Στην απελευθέρωση της Κατερίνης15–10–2012
Έτη παιδιού
διήγημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου
Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των πεύκων που κατέβαινε απ’ το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν απ’ τα ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ’ απ’ τα πόδια τους.
Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα:
- Τηλεφώνησαν απ’ την πόλη ότι…
Δεν μπόρεσε να βρει γιατί, εκείνη τη στιγμή, ένιωσε άξαφνα σαν ένα μικρό παιδί, που πάνω απ’ το κεφάλι του έπαιξαν αναπάντεχα μιαν αποτρόπαιη καμπάνα. Αυθόρμητα αναζήτησε το χέρι της γυναίκας του. Μα εκείνη είχε κιόλας σηκωθεί απ’ την πάνινη πολυθρόνα της.
- Πρέπει να πάμε αμέσως κοντά της, είπε.
Σηκώθηκε κι εκείνος. Αισθανόταν κάπως σαστισμένος, δειλός. Η μητέρα του ήταν κοντά ογδόντα-εξ χρονών, με κλονισμένη πια υγεία, με κατάγματα από παλιό πέσιμο. Θα ‘πρεπε να την περιμένει μια τέτοια εξέλιξη, που διόλου απίθανο να οδηγούσε σύντομα στο αναπόφευκτο τέλος. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι κλοτσούσε μέσα του. Να ήταν η καρδιά του;
Η γυναίκα του τακτοποίησε τα παιδιά να κοιμηθούν, κι ο ίδιος ετοίμασε το αυτοκίνητο. Ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα. Τα φώτα του αμαξιού έφεγγαν πάρα πολύ δυνατά το δρόμο μπροστά, έτσι που γινόταν πιο σκοτεινός όλος ο άλλος χώρος στα πλάγια. Κι όμως εκείνος μάντευε τα σχήματα του τοπίου γύρω, που τώρα θα παρακολουθούσαν με κάποια σιωπηλή ανησυχία το μεταμεσονύχτιο ταξίδι του. Τα δέντρα, οι λόφοι, τα σκαρφαλωμένα απάνω τους σπιτάκια των μικρών χωριών, οι εκκλησιές, όλα, στα σίγουρα, θα έμεναν με άγρυπνα τα μάτια τους και κρατημένη την αναπνοή τους, γι’ αυτήν την απρόσμενη περιπέτεια. Ο αέρας που τρύπωνε απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, μιλούσε συνέχεια για τη διάχυτη συμπάθεια των πραγμάτων που τους κύκλωναν. Ένιωθε συγκίνηση και ανακούφιση μαζί. Για σκέψου, όλα αυτά ήταν για τη μητέρα, τη μητέρα του.
Το ‘χε ξαναδοκιμάσει αυτό το συναίσθημα πριν χρόνια πολλά, δε θυμάται πια πόσα. Θα πρέπει να ήταν πολύ μικρός, γιατί είδε ξαφνικά τον εαυτό του με κοντά παντελονάκια να παίζει στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά, όταν μια γειτόνισσα, που είχε πάει να πιει καφέ με τη μητέρα του, βγήκε απρόσμενα στην πόρτα τους κι έβαλε τις φωνές, γιατί η φίλη της, λέει, έπεσε ξαφνικά χάμω αναίσθητη, σαν νεκρή. Έτρεξε πολύς κόσμος. Εκείνος όχι, δεν έτρεξε. Αισθανόταν ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Κάθισε στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού και βάλθηκε να κλαίει. Για τον μικρό κόσμο του η μητέρα του τότε ήταν σαν ένα είδος ουρανός. Δεν τη σκεφτόταν όταν έπαιζε ή όταν έτρεχε με τ’ άλλα παιδιά στους δρόμους. Αλλά την ένιωθε αόρατα από πάνω του, σαν μια απέραντη στέγη σπιτιού, σαν μια γλύκα που υπήρχε πάντα στην ατμόσφαιρα. Μπορούσε τώρα αυτή η μητέρα ν’ αρρωστήσει ; Μπορούσε να θαμπώσει ποτέ ο ουρανός; Μπορούσε η στέγη εκείνη να πάψει να τον σκεπάζει; Κι όμως ξαφνικά κι απότομα αισθανόταν γυμνός, σαν να ‘ρθαν ξένοι κι άγνωστοι και τον ξέντυσαν, του πήραν όλα του τα ρούχα. Γι’ αυτό έκλαιγε. Δεν ήξερε πόσες ώρες. Ύστερα ήρθαν ένα πλήθος χέρια και του χάιδεψαν το κεφάλι. Άκουσε τρυφερές καθησυχαστικές φωνές: “Μην κλαις, δεν είναι τίποτα. Μια μικρή λιποθυμία που πέρασε. Η μητέρα σου σηκώθηκε κιόλας…” Ανάσανε. Και χαμογέλασε. Κι ας έτρεχαν ακόμα ποτάμι τα δάκρυα απ’ τα μάτια του…
Τώρα, βέβαια, μέσα στο αυτοκίνητο, δεν κλαίει. Νιώθει τη στοργή του σκοταδιού και τη συμπόνια του. Τον ανακουφίζει.
Ωστόσο…
Κοιτάζει λοξά τη γυναίκα του. Θέλει να της πει ότι παρ’ όλην αυτή τη στοργή, δεν αισθάνεται κανένα χέρι ν’ απλώνεται στο κεφάλι του, ούτε ακούει καμιά φωνή να τον παρηγορεί. Και θέλει να τη ρωτήσει: “Τι λες κι εσύ;”
Μα η γυναίκα του μένει σιωπηλή, κοιτάζοντας ολοϊσια μπροστά. Σωπαίνει κι εκείνος. Σκέφτεται: “Είναι αστείο να της μιλήσω για τέτοια πράματα τώρα…”
*
Έφτασαν στη νυχτωμένη πόλη χωρίς άργητα, πήγαν κατευθείαν στο σπίτι της μητέρας. Ήταν η αδελφή του εκεί, με τον άντρα της και τα παιδιά της. Του είπε με λίγα λόγια τα καθέκαστα:
- Έκανε να σηκωθεί, και ζαλιζόταν, κι όταν πλάγιασε, της ήρθε εμετός, και δεν τον πρόλαβε, γέμισε το κρεβάτι, τα σεντόνια, και το πιο σπουδαίο ότι δε μιλούσε τίποτα, ούτε έδειχνε να καταλαβαίνει. Φωνάξαμε αμέσως το γιατρό. Είπε: εγκεφαλικό. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Θα περιμένουμε να ξημερώσει. Έστειλα αμέσως και σας ειδοποίησα.
- Πού την έχετε; ρώτησε εκείνος.
- Στην κρεβατοκάμαρη.
Η γυναίκα του πέρασε πρώτη να τη δει. Ο ίδιος ένιωσε, απροσδόκητα, ανίκανος να κάνει έστω κι ένα βήμα. Κάθισε στα σκαλοπάτια της εισόδου, έτοιμος να κλάψει. Αισθανόταν σαν να ήταν μια στάλα μικρός, κι όλη του η ζωή ήταν ένας ουρανός, κι ο ουρανός αυτός τώρα από κάπου έσπασε, θόλωσαν τα χρώματά του, μερικά κομμάτια του κρεμάστηκαν σαν ξεκάρφωτα, μπορεί από στιγμή σε στιγμή να κατρακυλούσαν στο χάος. Η ψυχή του μαζεύτηκε σε μια γωνιά, σαν ζωάκι κατάφοβο. Αν συντριβόταν και χανόταν αυτός ο ουρανός…;
Προσπάθησε ν’ αντιδράσει. Ήταν λυπηρό να είναι ένας ολόκληρος άντρας με άσπρα κιόλας μαλλιά, με οικογένεια, με δικές του έγνοιες κι ευθύνες, και ξαφνικά να νιώθει να διαλύεται όλη του η υπόσταση επειδή αρρώστησε η μητέρα του.
- Δε θα πας κι εσύ να τη δεις; ρώτησε η αδελφή του.
Έκανε μια γκριμάτσα, που δεν ήξερε κι ο ίδιος τι σήμαινε. Δεν απάντησε. Κι ωστόσο, δεν πήγε. Κάθισε με τον γαμπρό του στην τραπεζαρία τους. Αμίλητος. Ο νους του πήγε σ’ ένα γραμμάτιο που όφειλε να πληρώσει μεθαύριο. Ύστερα σ ‘ένα τηλεφώνημα που έπρεπε να κάνει στη γραμματεία του σχολειού της μικρής κόρης του, και το είχε ξεχάσει . Έπειτα, ξαφνικά, πήδησε πίσω, σ’ απροσδιόριστα χρόνια, κι είδε τη μητέρα νέα, να στέκει κοντά σ’ ένα παράθυρο και να πλέκει προσεκτικά, σαλεύοντας πότε-πότε τα χείλια, σαν να μετρούσε, ή να προσευχόταν. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος παραδίπλα και διάβαζε, κι ανάμεσα σήκωνε κρυφά τα μάτια και την παρακολουθούσε. Δεν ανέπνεε; Πώς! Αν πρόσεχες, θα ‘βλεπες ότι το στήθος της ανεβοκατέβαινε ανεπαίσθητα, ολόιδια με το στήθος της γης, που μέσα του εκτρέφει την ομορφιά του κόσμου. Έτσι το είχε σκεφτεί τότε. Ήταν έφηβος, και διάβαζε βιβλία με ποιήματα, και είχε κάποιες μυστικές ανατάσεις που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πού ξεκινούσαν και προς τα πού κατευθύνονταν. Χαμογέλασε με τη σκέψη του. Ήταν μάλλον φιλολογική. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή ένιωσε έντονα τη διάθεση να τη ζωγραφίσει, παρ’ όλο ότι δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του μολύβι και χαρτί για κάτι τέτοιο. Το αποφάσισε. Κι έκανε το σκίτσο της. Το ‘χει φυλαγμένο ακόμα. Θα πρέπει να το καντρώσει…
Απάνω στην ώρα βγήκε η γυναίκα του απ’ την κρεβατοκάμαρη. Ήταν σφιγμένη. Είπε:
- Δε νομίζω ότι θα μας βρει το πρωί…
Αμέσως έστρεψε και κοίταξε εκείνον στα μάτια. Σαν να τον άκουσε που επαναλάμβανε μέσα του χωρίς να καταλαβαίνει: “Δε θα μας βρει το πρωί…Δε θα μας βρει το πρωί…” Του φάνηκε πως κρύωνε. Και την ίδια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να το πει της μητέρας. Πάντα έτσι γινόταν, απ’ τα παιδικά χρόνια. “Μάνα, κρυώνω… Μάνα, πεινώ…..Μάνα, πονεί ο λαιμός μου…Μάνα,-…” Έκανε να καταπιεί, και δεν μπόρεσε. Κιόλας είχε δεθεί ένας κόμπος μέσα του -δεν ήξερε να πει αν ήταν στο λαιμό, στο στήθος, ή χαμηλά, στην κοιλιά του. Γύρισε απελπισμένος και κοίταξε την αδελφή του. Εκείνη δεν τον πρόσεχε. Συζητούσε με τη γυναίκα του για το πώς θ’ αντιμετώπιζαν το μοιραίο, τι έπρεπε να κάνουν, ποιον να ειδοποιήσουν, πώς να φτιάξουν το σπίτι.
Νευρίασε, σηκώθηκε. Θυμήθηκε που μια φορά, στο σχολειό -πόσα χρόνια από τότε, Θε μου- είχαν αργία γιατί πέθανε η μητέρα του δασκάλου τους. Τι χαρές που έκαναν όλα τα παιδιά της τάξης του! Γύρισε σπίτι χοροπηδώντας. “Δεν έχουμε μάθημα!…” Η δική του μητέρα τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο πικρό. “Σκεφτήκατε ποτέ τι άσκημο που θα ‘ταν να χάνατε ο καθένας από σας τη μάνα του, και να γελούσαν οι άλλοι από ευτυχία;” Πήγε στην καμαρούλα του σκυθρωπός. Εκείνος ο ουρανός που λέγαμε, για σκέψου να ράγιζε ξαφνικά… Ανατρίχιασε.
- Ευτυχώς που τη μετάλαβα προχτές…
Μιλούσε η αδελφή του. Κι όσο καταλάβαινε ότι ακόμα και τα λόγια, κι οι αναπνοές, κι οι εκφράσεις των ζωντανών μέσα στο σπίτι είχαν μπει στον κύκλο της μακάβριας τελετουργίας του τέλους, γνωστής κι απαίσιας όπως και να ‘χει το πράγμα, τόσο ένιωθε μιαν ενστικτώδη αντίρροπη δύναμη βαθιά του να θέλει ν’ αντιδράσει. Είπε:
- Δηλαδή δε θα κοιμηθούμε ως το πρωί;
- Μάλλον να κάνουμε βάρδιες. Κάποιος πρέπει ν’ αγρυπνεί οπωσδήποτε, για κάθε ενδεχόμενο.
- Λοιπόν, βρείτε να κοιμηθείτε κάπου όλοι σας. Θα φυλάξω πρώτος εγώ.
Ήταν μια άξαφνη και σωτήρια λύση. Συμφώνησαν μαζί του. Έπιασαν άλλος μια πολυθρόνα, άλλος έναν καναπέ, άλλος ένα ντιβάνι.
Εκείνος πήγε με σταθερά βήματα στην κρεβατοκάμαρη. Είδε πρώτη φορά τη μητέρα ξαπλωμένη έτσι, άρρωστη, στο κρεβάτι της: ένα ηλικιωμένο, μικρό, αδύναμο, κι αξιολύπητο πτώμα. Μόνο που ανάπνεε. Ελάχιστα. Ήταν εκείνη; Εκείνη η γυναίκα που στην αγκαλιά της κατάφευγε πάντα, στα μακρινά χρόνια των παιδικών απογοητεύσεων και των δακρύων;
- Μανούλα μου !…,ψέλλισε.
Δεν τον άκουσε. Δεν ήταν σε θέση να τον ακούσει. Ο θάνατος είχε κιόλας ακουμπήσει βαριά το χέρι του πάνω στα μεγάλα και κουρασμένα της βλέφαρα. Δεν τα ‘χε κλείσει ολότελα. Είπαμε: ανάπνεε ακόμα.
Πλησίασε στο κρεβάτι πατώντας στ’ ακροδάχτυλα, για να μην την ξυπνήσει.
- Μανούλα…,ξαναψέλλισε.
Καμιά απάντηση. Μήτε ένα σάλεμα των φρυδιών. Κι όμως, θυμήθηκε που κάποτε, σαν να ‘ναι τώρα, κάποτε, μικρούλης τόσο, καθώς κοιμόταν στο κρεβάτι του, ξύπνησε ξαφνικά απ’ το ροχαλητό της. ‘Ανοιξε τα μάτια και την είδε πλαγιασμένη δίπλα του. Κανένας άλλος θόρυβος. Καμιά άλλη κίνηση. Μόνο αυτό: άνοιξε τα μάτια. Πόσο μπορούσαν να θροϊσουν δυο παιδικά ματοτσίνουρα; Ωστόσο, εκείνη ξύπνησε. “Θέλεις τίποτα, αγάπη μου;” τον ρώτησε. “Όχι, τίποτα…” Η τρυφερότητα της φωνής της πέρασε μέσα του, τον γαλήνεψε. Ξανακοιμήθηκε αμέσως. Κι είδε όνειρο ότι πετούσε πάνω σε φτερά, κι από κάτω περνούσαν με διάκριση μικροί άνεμοι, και τα φτερά σάλευαν μόλις, ίσα-ίσα για να τον τυλίγουν σ’ έναν ύπνο γλυκύτατο, ζαλιστικό.
Κάθισε κοντά της. Είδε έξω απ’ το σεντόνι κρεμασμένο, σαν εγκαταλειμμένο κι έρημο, το λιπόσαρκο χέρι της. Άπλωσε φοβισμένα το δικό του, ακούμπησε ελάχιστα, με το δάχτυλο, τις φλέβες της. Ακόμα μέσα τους κυκλοφορούσε ζεστό το αίμα. Πήρε θάρρος. Ανασήκωσε το ετοιμοθάνατο χέρι και το πήρε με ιερή προσοχή στη χούφτα του. Ήταν μικρό κι αδύναμο σαν πουλί που ξέμεινε. Σαν χελιδόνι, που ήταν να φύγει απ’ το φθινόπωρο, και πέρασαν οι γερανοί, κι αυτό απολησμονήθηκε, ξεχασμένο κάπου να χαίρεται τις ομορφιές του θεού, κι οι γερανοί πήραν τους συντρόφους του κι έφυγαν, και το τρυφερό αθώο χέρι δεν ήξερε πια τι θ’ απογίνει, κι αυτοεγκαταλείφθηκε. Τι ζεστό που ήταν, ωστόσο, ακόμα!…Το ίδιο ζεστό, όπως τότε που τον έδερνε με μια σπιτικιά παντόφλα, όταν παράκουγε τις εντολές της, ή τότε που τον χάιδευε στα μαλλιά, στο πρόσωπο, όταν, πλημμυρισμένη απ’ την καλοσύνη της, ήθελε να του μεταδώσει τα βουβά της αισθήματα…
Θυμήθηκε που μια φορά έπαιζε στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά. (Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι μικροί φίλοι, αυτής της απίθανης παιδικής εποχής..;) Λοιπόν, έπαιζε, κι είχε απορροφηθεί απ’ το παιχνίδι τόσο, που ούτε την άκουσε όταν εκείνη τον φώναξε για να τον στείλει σε κάποια δουλειά. Ήταν ιδρωμένος κι αλαφιασμένος, κι ο νους του ήταν στο πώς θα νικούσε η ομάδα του στην αμπάριζα. Μόνο την τρίτη φορά έπιασε τ’ αυτί του αόριστα τη φωνή της. Και το ίδιο αόριστα υποψιάστηκε και τις άλλες δυο προηγούμενες φορές. Δεν έδωσε σημασία. Το παιχνίδι ήταν στην πιο κρίσιμή του καμπή. Τη μητέρα θ’ ακούμε τώρα; Εκείνη δεν ξαναφώναξε. Κάποτε η αμπάριζα τέλειωσε. Αλάλαξαν όλα τα παιδιά σαν τρελά απ’ τη νίκη. Τότε τον πλησίασε ένα κορίτσι απ’ τους νικημένους. “Ναι, αλλά η μάνα σου ξελαρυγγίστηκε να σε φωνάζει!” Ξεροκατάπιε. Έβαλε το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, τράβηξε και τις κάλτσες του που κρέμονταν ξεσκισμένες, και πήγε σπίτι. Τον περίμενε πίσω απ’ την πόρτα τους. Και μόλις έβαλε το πόδι του, τον άρχισε στο ξύλο με την παντόφλα της, οργισμένη κι απελπισμένη. Ύστερα, πέταξε την παντόφλα σε μιαν άκρια κι έπεσε στον καναπέ κλαίγοντας με λυγμούς που την τράνταζαν ολόκληρη. Πήγε κοντά της κι έπεσε στα γόνατα. Ψιθύριζε μέσ’ απ’ τα δόντια: “Συγχώρεσέ με…Συγχώρεσέ με…”
Άλλες φορές έπεφτε με πυρετό. Πολλές φορές, σαν παιδί, του συνέβαινε ν ‘αρρωστήσει. Ίδρωνε απ’ τα παιχνίδια και κρυολογούσε. Πρήζονταν οι αμυγδαλές του κι έκαναν πύον. Καθόταν ανήσυχη κοντά του. Τον κοίταζε στα μάτια. Δε ρωτούσε τίποτα, δεν έλεγε τίποτα. Μόνο αυτό: τον κοίταζε στα μάτια, σαν να ‘ταν εκείνος πολιορκημένος από εχθρούς, κι εκείνη αγρυπνούσε και παραφύλαγε, έτοιμη να ορμήσει απάνω σ’ όποιον θα τολμούσε να πλησίαζε περισσότερο. Φοβόταν ακόμα και τους γιατρούς. Τα λίγα της γράμματα την έκαναν σκοτεινά να πιστεύει ότι για να ‘ρχεται σπίτι ένας γιατρός, θα πρέπει να είναι πολύ επικίνδυνη η κατάσταση του αρρώστου. Με το να μην τον καλεί, ήταν σαν να εξόρκιζε το κακό. Αφηνόταν στο ένστικτό της ,κι αντιμετώπιζε τα περιστατικά με την καρδιά της, με τη στοργή της, με την αγρύπνια της, με τις αδιάκοπες φροντίδες της. Και τώρα που σκέφτεται εκείνες τις ώρες, χαμογελά με την αφέλειά της. Κι όμως, με πόση εμπιστοσύνη της παραδινόταν! Ήταν σαν Θεός του -ένας παντοδύναμος, παντογνώστης Θεός, που μπορούσε με τη δική του δύναμη να διώξει μακριά κάθε κακό. Και το ‘διωχνε πράγματι. Κι ο πυρετός κάποτε έπεφτε, κι άνοιγε τα μάτια του. Αισθανόταν το πιο αδύναμο πλάσμα του κόσμου, αλλά μαζί και το πιο ευτυχισμένο, γιατί είχε κοντά του τη μητέρα του, αυτόν τον πανίσχυρο προστάτη, που τον παράστεκε πάντα. Άκουγε την αναπνοή της, μπορούσε να βλέπει από πολύ μικρή απόσταση το πεταλούδισμα των βλεφάρων της. Άπλωνε το χέρι του και της έλεγε: “Κράτησέ-μου-το…” Κι εκείνη το ‘παιρνε στη ζεστή της χούφτα, ολόιδια όπως τώρα δα κρατούσε εκείνος στη δική του το φτωχό χέρι της. Θυμάται πόσο καθαρά συνομιλούσαν τότε αυτά τα χέρια. Ήταν μια συζήτηση χωρίς λόγια, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδιαίτερους χρωματισμούς. Ερχόταν κατευθείαν από μέσα, απ’ τα σωθικά του καθενός τους, καβάλα στο αίμα που κυκλοφορούσε στις φλέβες τους. Όταν αυτό το αίμα έφτανε στην περιοχή των χεριών, θαρρείς μεταμορφωνόταν σε λεπτές φωνές και νοήματα, που πηδούσαν απ’ τη μια χούφτα στην άλλη. Πόσα δεν έλεγαν: για αγάπη, για τρυφερότητα, για ομορφιά…
Δεν το κατάλαβε ότι τα μάτια του έτρεχαν. Έκλαιγε; Μπορούσε να κλαίει έτσι ένας άντρας, φορτωμένος κιόλας τόσα χρόνια ζωής, τόσες εμπειρίες; Τι θα ‘λεγαν οι άλλοι όταν θα τον έβλεπαν; “Χριστιανέ μου, η μητέρα έκανε πια τον κύκλο της, μακάρι να πάμε στα χρόνια της…” Θέλησε ν’ απαντήσει αμέσως σ’ αυτή τη σκέψη. Αλλά ένας βαθύς εσωτερικός λυγμός τον τράνταξε .Η έννοια “ομορφιά”, που πέρασε λίγο πριν απ’ το νου του, τον μετέφερε μ’ ένα πήδημα σε μιαν άλλη εποχή, τότε που, μπόμπιρας άβγαλτος ακόμα, γευόταν κοντά της το μεγαλείο της γύρω φύσης. Την άκουγε που του ‘λεγε: “Δες ‘μορφιά βρε γιέ μου!…” Δεν πολυκαταλάβαινε το νόημα της φράσης της. Ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις και τα σχήματα του κόσμου που τον περιτριγύριζε. Ωστόσο, κοίταζε προς τα κει που πετούσε το μάτι της -ένα μάτι θαυμαστικό, χαρούμενο, γελαστό, γεμάτο απ ‘ ό,τι έβλεπε: μια θάλασσα που στραφτάλιζε παιχνιδιάρικα κάτω απ’ τα φιλιά του ήλιου, ή έναν ήλιο που βασίλευε καταπόρφυρος πίσω απ’ τις μαλακές γραμμές των βουνών, ή ένα δέντρο ορθωμένο κατά τον ουρανό, μ’ ολάνοιχτα, σαν χέρια, τα κλωνιά του, για ν’ αγκαλιάσει όλον τον κόσμο, ή ένα δειλό αγριολούλουδο στην άκρη ενός βράχου, απάνω σ’ ένα γκρεμό, ή ακόμα ένα σύννεφο περαστικό, φορτωμένο απαλά, ρόδινα χρώματα…”Δες ‘μορφιά βρε γιέ μου!…” Έπαιρνε βαθιά αναπνοή, θαρρείς για να μεγαλώσει όσο γινόταν περισσότερο το στέρνο της, να χωρέσει αυτά που θαύμαζε, να χωρέσει το Θεό της, που πίστευε ότι ήταν κρυμμένος πίσω τους. Αυτές τις ώρες ήταν ευτυχισμένη. Κι η ευτυχία της αυτή άξιζε όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, προπάντων όταν η καθημερινή ζωή, με τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της, τής δημιουργούσε τόσα προβλήματα, που αμαύρωναν τις μέρες της.
Θυμήσου και τον καημένο τον Άη-Γιάννη τον Καλυβίτη!… Τι ιστορία!…Πόσες φορές την άκουσε απ’ τα χείλια της, από τότε που έπιασε να ξεχωρίζει τις λέξεις και τα νοήματά τους. Ακόμα κι έφηβος θυμάται ότι την άκουσε, καθώς, καθισμένη κοντά του, προσπαθούσε πάλι να ξορκίσει από πάνω του κάποια αρρώστια του. Ο Άη-Γιάννης, που έφυγε απ’ το σπίτι του, κι όταν γύρισε μετανιωμένος και πάμφτωχος ύστερα από χρόνια και δεν τον γνώρισαν οι δικοί του, αρκέστηκε σ’ ένα καλυβάκι, στην άκρη της μεγάλης αυλής του αρχοντικού των γονιών του, όπου του ‘στερναν με τους υπηρέτες τους ένα πιάτο φαϊ, ενώ εκείνος προσευχόταν όλη μέρα στο Θεό για τη σωτηρία της ψυχής τους…
- Μάνα, ψέλλισε τρυφερά.
Τα δάκρυά του έτρεχαν τώρα ανεμπόδιστα, καθώς ο νους του πετούσε ακράτητος σ’ όλες εκείνες τις παιδικές περιπέτειες μαζί της, όταν, ξαφνικά, του φάνηκε πως το χέρι της έσφιξε απότομα το δικό του. Δυνατό ρίγος πέρασε όλο του το κορμί. Σκούπισε βιαστικά τα μάτια του, και κοίταξε προσεκτικότερα. Ναι, δε λάθευε. Τ’ αδύνατα δάχτυλά της είχαν γαντζωθεί στον καρπό του, λες κι ένα αόρατο τρένο την έπαιρνε μακριά, κι εκείνη δεν ήθελε ν’ απομακρυνθεί, και τον έσφιγγε, τον έσφιγγε. Η καρδιά του χτυπούσε πάρα πολύ γρήγορα. Άκουγε κι εκείνος τα σφυρίγματα και τ’ αγκομαχητό της μηχανής. Θε μου, τι έπρεπε να κάνει για να καταφέρει να την αποσπάσει απ’ τα νύχια αυτού του αποτρόπαιου ταξιδιού; Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει. Δε βγήκε απ’ τα χείλη του καμιά φωνή. Κι όμως, δίπλα, στα άλλα δωμάτια, ήταν η γυναίκα του, η αδελφή του, ο άντρας της. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν, να φωνάξουν έναν, δυο, τρεις γιατρούς, να φωνάξουν όλη τη γειτονιά, όλον τον κόσμο, η μάνα έφευγε, ήρθαν να την πάρουν, κι εκείνη δεν ήθελε, το ‘νιωθε απ’ το χέρι της, άκουγε τις μυστικές φωνές απ’ το αίμα της, απ’ τη χούφτα της. Πώς όμως να σηκωνόταν να τους μιλούσε; Θα ‘πρεπε να εγκαταλείψει το άρρωστο χέρι. Και το καταλάβαινε σίγουρα ότι, λίγο να χαλάρωνε, θα κόβονταν αμέσως οι δεσμοί που τους έδεναν ως εκείνη τη στιγμή, κι ευθύς θα χάνονταν στο βάραθρο όλα τα παιδικά του χρόνια, τα χάδια της, το ξύλο με την παντόφλα της, ο ‘Αη-Γιάννης ο Καλυβίτης, εκείνη η φράση της “δες ‘μορφιά, γιε μου”, όλα, όλα. Άρχισε να τρέμει. Φοβόταν πως από στιγμή σε στιγμή το σφίξιμο του χεριού της θα παρέλυε. Και τότε…
- Μάνα!…, ξαναψιθύρισε απελπισμένος.
Ήταν απίστευτο, αλλά ήταν αλήθεια: τα μάτια της άνοιξαν. Ήταν θολά, χαμένα μέσα σ’ ένα πούσι πηχτό κι αδιαπέραστο. Κι όμως το βλέμμα της τον αναζήτησε! Και τον βρήκε. Πόση κούραση μέσα σ’ αυτό το βλέμμα, πόση απόγνωση!…
Έσκυψε με λαχτάρα κοντά της, είπε με θέρμη:
- Μάνα, είμαι κοντά σου, δίπλα σου, μη φοβάσαι…
Το μάτι της δε φοβόταν. Αλλά ήταν κατάκοπο. Έκανε να κρατηθεί λίγο ακόμα πάνω του. Ήταν δύσκολο. Θόλωσε κι άλλο. Μια αδιόρατη γκριμάτσα πέρασε απ’ το πρόσωπό της, μια έκφραση απροσδιόριστης αδυναμίας. Αμέσως μετά τα βλέφαρά της έκλεισαν. Ήρεμα. Χωρίς κανένα άλλο σημάδι που να εξηγεί το παραμικρό. Μόνο το χέρι της χαλάρωσε, χαλάρωσε, ξεσφίχτηκε. Η αναπνοή της σταμάτησε.
Τα δάκρυα ξαναπλημμύρισαν τα μάτια του. Και μέσ’ απ’ την υγρή τους διαφάνεια είδε μια θάλασσα στραφταλιστή, κι ένα άσπρο περιστέρι να πετά στο φως, ενώ πίσω του ακολουθούσαν, σαν κυνηγημένα, ένα σμάρι μικρά πουλιά, χαμένα μέσα στην απεραντωσύνη, όλα τα περασμένα χρόνια ως τα σήμερα, αυτά τα χρόνια που, όσο ζούσε εκείνη, ήταν χρόνια εμπιστοσύνης, σιγουριάς, κι ομορφιάς, ήταν έτη παιδιού..
Μαθήματα πίστης και ηρωισμού
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ο Φιλικός Εταίρος προσπαθούσε να με πείσει. Έστεκε μπροστά μου με το βλέμμα του βυθισμένο σε οραματισμούς. Αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη φλόγα της φαντασίας που τώρα τον εξουσίαζε. Ήταν Έλληνας πλούσιος, με καταγωγή από ένα τόπο της Πελοποννήσου που ανάθρεψε μεγάλους πατριώτες, ήρωες και αξιόλογους πολιτικούς. Είχε στραφεί από χρόνια στη χρηματοδότηση των σκοπών του υπόδουλου γένους. Στο πρόσωπό του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν παράδειγμα πατριώτη, φωτισμένου από τη σκέψη ευγενών σκοπών. Σήκωσε το χέρι για να τονίσει τα λόγια του. Το γένι του τον εξύψωνε στα μάτια μου• μου θύμιζε τους σοφούς καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο της Λειψίας.
- Νεαρέ μου, η επιτυχής έκβαση του αγώνα επιβάλλει θυσίες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά πως πλησίασε η ώρα να επωμιστούμε τις ευθύνες μας και να διεκδικήσουμε τα εδάφη των προγόνων μας. Εμπρός λοιπόν…με σθένος! μου είπε σφίγγοντας τη γροθιά του.
Μια αναπάντητη ερώτηση
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Β΄ Βραβείο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
στη μνήμη ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός»
το έτος 2011
Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων.
Το κλειδί της χαμένης ευτυχίας
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στα ψηλά, εκεί όπου ένα θολό σύννεφο έπαιρνε διάφορους σχηματισμούς, πριν διαλυθεί και φανεί πλέον ο ουρανός στο γαλανό του χρώμα. Ο δροσερός αέρας άγγιζε τα θεόρατα κτίρια, αφαιρώντας απ’ την επιφάνειά τους ό,τι βρώμικο και φθαρμένο ασχήμιζε την ατμόσφαιρα· τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια. Απέναντι ξεχώριζαν τα διαμερίσματα σαν μικρά φωτεινά κουτάκια με τις εγκλωβισμένες ανθρώπινες φιγούρες σε ακατάπαυστη κίνηση.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και του έπνιγε τη σκέψη. Κάτω στους δρόμους, η βουλιαγμένη Αθήνα, ταλαιπωρημένη και ανεξέλεγκτη δεν ησύχαζε ποτέ. Μια σιδερένια γροθιά το πηγαινέλα των περαστικών, μια μοχθηρή κλωτσιά στο στήθος του αυτό το μεγαθήριο, που στράγγιζε μέρα τη μέρα τα οράματά του.
Ο Κώστας Αθανασίου ήταν ψηλός και γυμνασμένος με πανέξυπνα μάτια και ευγενικά χαρακτηριστικά, αλλά η θλίψη σιγόκαιγε μέσα του· φλόγα τρεμουλιαστή που αντανακλούσε τον ταραγμένο κόσμο του σ’ ένα χαμόγελο σκοτεινό και πικραμένο, φανερώνοντας κάποιες αποκαρδιωτικές κινήσεις στο βάδισμά του.
Ο ζητιάνος στη γωνία, κάθε πρωί, λες και διάβαζε τις σκέψεις του, τον χαιρετούσε μ’ ένα ζωντανό και απροσποίητο χαμόγελο. Σαν να ξεχείλιζαν τα κέρματα στο μικρό τενεκεδένιο κουτί που κρατούσε, κι εκείνα άστραφταν στον ήλιο μαζί με τη γεμάτη ζωή. Δεν είχε καν το συνηθισμένο κακόμοιρο ύφος που προξενεί λύπηση. Έμοιαζε τόσο αξιοπρεπής μες τη δεινή του θέση. Τα λόγια, του έστηναν περίεργα παιχνίδια, του τριβέλιζαν το μυαλό:
Απροσδόκητο αεροπορικό ταξίδι
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Η Ζιλιέτ με κοιτούσε ταραγμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο και όλο έριχνε νευρικές ματιές τριγύρω.
«Κλείσε τα μάτια, της λέω, και φαντάσου κάτι εκπληκτικό ή ονειρικό. Για παράδειγμα, πήγαινε πίσω στην παιδική σου ηλικία και πλάσε την εικόνα της γιαγιάς σου, τη στιγμή που σε κρατούσε στα γόνατά της και σου έλεγε ιστορίες ή σκέψου μια μεγάλη σου επαγγελματική επιτυχία».
«Μα η γιαγιά μου πέθανε πολύ μικρή, Αριστείδη, πριν γεννηθώ εγώ και δεν πρόλαβε να με πάρει στα γόνατά της» απάντησε εκείνη συνοφρυωμένη.
«Ε, τότε θυμήσου μια εξαιρετική επιτυχία. Αναλογίσου με ποιο τρόπο αντιμετώπισες την πραγματοποίηση μιας φιλοδοξίας σου, πώς αντέδρασες σ’ ένα ευχάριστο και ανέλπιστο νέο; Αλήθεια, με τι χαρά πλημμύρισε η καρδιά σου όταν ένιωσες να σ’ αγγίζει ένας μεγάλος έρωτας; Ή καλύτερα πήγαινε με τη φαντασία σου μέχρι τη Σαντορίνη και ξαναζωντάνεψε στη μνήμη σου το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Αγκαλιασμένοι στον εξώστη στα Φηρά να βλέπουμε τον ήλιο σαν ένα πύρινο στεφάνι που ρίχνει τις αιμάτινες αχτίνες του στη θάλασσα».
Τα θλιμμένα βράχια
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής μου σταδιοδρομίας έτυχε να βρεθώ αντιμέτωπος πολλές φορές με το έγκλημα και τις παράξενες εκδηλώσεις του. Αναρωτήθηκα επίσης, για τα έντονα συναισθήματα και τις πράξεις, ορατές ή μη, και για τα θολά κίνητρα των ανθρώπων που εγκλημάτησαν. Μια ιστορία, που διαδόθηκε μεταξύ των προσφύγων της Θεσσαλίας, μ’ έκανε να βρεθώ στη Νότια Βουλγαρία το έτος 1951. Είχα αδιασάλευτη πεποίθηση πως αυτό που ακούγονταν καθημερινά σαν μύθος, δεν ήταν παρά μια αληθινή ιστορία. Έτσι βρέθηκα να παίρνω συνέντευξη από μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω το τι πραγματικά συνέβηκε τότε.
«Ήταν χρόνια παράξενα τα χρόνια εκείνα. Έλεγες πως είσαι μέσα στην Ελλάδα, μα ταυτόχρονα έξω απ’ αυτή τη χώρα την ευλογημένη».
Μιλούσε με θέρμη η χήρα Παναγιώτα κάθε φορά που κάποιος βρίσκονταν να ξύσει τις μεγάλες πληγές της. Ανέβαινε την ανηφόρα σκυφτή από τα χρόνια που κουβαλούσε στη ράχη της· εκατόν δέκα τέσσερα παρακαλώ, είχε γεννηθεί το 1837. Βασανισμένη απ’ τους καημούς της, πήγαινε να πιει νερό στη βρύση της αυλής της, που ήταν χωμένη κάτω από βαθύσκιωτα δέντρα. Η ερημιά της την ακολουθούσε μέχρι τα σκαλοπάτια του σπιτιού της, την ακολουθούσε μέχρι την κουζίνα του κατωγιού και ίσαμε το καθιστικό, εκεί όπου κάποτε κεντούσε ωραία σχέδια. Κι ο Δημήτρης, ο άντρας της έπινε τον καφέ του, πάντοτε μετά το φαγητό, να κάνει παρέα στην κυρά του. Μισοζαλισμένος απ’ τις φωνές των παιδιών που μόνο σαματά ήξεραν να κάνουν και από γράμματα ίσα-ίσα κάτι κουτσουρεμένα ελληνικά, μπερδεμένη δημοτική με καθαρεύουσα, με κάποιες λέξεις κωνσταντινουπολίτικες και λίγα βουλγάρικα.
H μεγάλη αγάπη
Α΄ Βραβείο Διηγήματος
26 Πανελλήνιου Διαγωνισμού λόγου και Τέχνης-
«Σικελιανά 2010» « Το καφενείο των ιδεών»
Άθως Χατζηματθαίου
Θα ήταν γύρω στις τρεις τα ξημερώματα. Μόλις πριν από λίγα λεπτά είχε τελειώσει το πάρτι και η παρέα άρχισε να διαλύεται.
-Θα τα πούμε αύριο, έτσι, είπε ο Χρίστος στον κολλητό του φίλο τον Κωστή.
Αυτός είχε κιόλας βάλει μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου και ετοιμαζόταν να πάρει το δρόμο για το σπίτι.
-Και βέβαια αδελφέ, απάντησε αυτός, να με περιμένεις, θα περάσω απ’ το σπίτι να σε πάρω, και πατώντας γκάζι χάθηκε στη στροφή.
Η ιστορία της πέτρας
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ο Λουκάς καμάρωνε πάνω στο βράχο και έπαιρνε διάφορες πόζες μιμούμενος αγάλματα με αυστηρή αρχαϊκή γραμμή. Μετά ξεφούσκωνε από την προσπάθεια, οι μυς του χαλάρωναν για να ξεσπάσει σ’ ένα ασυγκράτητο γέλιο. Η Αφροδίτη τον παρακολουθούσε συνεχώς με το απαλό της βλέμμα και θαύμαζε τον ήρωά της καθισμένη στην αμμουδιά. Ο ήλιος λαμποκοπούσε στο λαδωμένο σώμα της.
Ήταν περήφανη για εκείνον που ριψοκινδύνευε και πιάνονταν στους βράχους σαν αίλουρος, για ν’ αναρριχηθεί με απίστευτη δεξιοτεχνία ως την κορυφή τους. Ο ήλιος του κατάκαιγε τους ώμους και τις πλάτες αλλά του πρόσφερε το μοναδικό, απέραντο βλέμμα, την ηδονή του υπέροχου τοπίου. Το καταπράσινο βουνό κατέβαινε μέχρι την αμμουδιά σαν καλλίγραμμη γυναίκα να δροσίσει τα πόδια της μέσα στο υγρό, κρυστάλλινο, δαντελωτό ακρογιάλι και η σκιά της έπεφτε ακόμη και στα βαθιά νερά, όπου τα βότσαλα και τα πολύχρωμα φυτά ζωγράφιζαν το βυθό. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα πριν χαθεί στην διάπλατη αγκαλιά της φίλης του, της θάλασσας. Ο Λουκάς, γεμάτος γδαρσίματα στα χέρια και στα πόδια, ατένιζε το μεγαλείο και την ομορφιά του βουνού των Κενταύρων, το στολισμένο με τις ελιές, τις καστανιές, τις μηλιές, τις αγριόλευκες και τα πανύψηλα πλατάνια. Ερωτοτροπούσε μ’ αυτή την πλούσια γη πέφτοντας με ορμή από ψηλά προς τα κάτω και η Αφροδίτη έτρεμε απ’ το φόβο της, μην τυχόν χτυπήσει άσχημα το άμυαλο παιδί. Όλη αυτή η αστείρευτη ενέργεια έβγαινε από τον αγνό, νεανικό έρωτα που έμενε μυστικός στις καρδιές τους, για να γεννήσει την αληθινή αγάπη στο πέρασμα του χρόνου.
Ο Αντώνης Πάβλοβιτς και η ανθρώπινη φύση
Γιώργος Νικολόπουλος
1ο βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Καφενείου των Ιδεών (2009)
διάκριση στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Βέροιας (2009)
διάκριση στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Βιβλιόφιλων Έδεσσας (2010)
Μια βροχερή φθινοπωριάτικη μέρα του Οχτώβρη, ο Αντώνης Πάβλοβιτς Τσερένκωβ, γραμματέας τρίτου βαθμού, ο Σεμιόν Σεμιόνιτς Τσέχωβ, γιατρός, ο Σεργκέι Ιβάνιτς Βολόσιν, λοχαγός του Ιππικού, και ο Ιβάν Κιρίλοβιτς Τιχόνοβ, ταχυδρομικός διευθυντής, ένας άνθρωπος άξεστος και στενόμυαλος – που είχε όμως σημαντική θέση στην τοπική κοινωνία και έτσι κανείς δεν απέφευγε τη συντροφιά του, είχαν μαζευτεί από νωρίς στην ίσμπα του Τσερένκωβ. Κατά τη συνήθειά τους, είχαν παίξει χαρτιά, είχαν καπνίσει, και τώρα ήταν καθισμένοι στο σαλονάκι και έπιναν κουβεντιάζοντας.
Το ίδιο ξημέρωμα
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ξημέρωνε Κυριακή. Ο ήλιος σε λίγο θα έπαιζε κρυφτούλι πίσω από τα σύννεφα. Δίσταζε να ξεμυτίσει και να εντυπωσιάσει τους αγουροξυπνημένους με το κόκκινο πρόσωπό του. Ήθελε να μείνει ακόμη στην αγκαλιά της νύχτας, να μετεωριστεί πριν παραδώσει το σώμα του στη μέρα. Γι’ αυτό εμφανιζόταν σύντομα στον ουρανό κι όταν το μετάνιωνε, γυρνούσε προς τα πίσω. Τα σκοτεινιασμένα σύννεφα ήθελαν να στείλουν στους περαστικούς αρκετή βροχή, αλλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη ώρα ακόμη. Εξέταζαν τις διαθέσεις του ήλιου και περίμεναν υπομονετικά. Ο ήλιος άκεφος, φαίνεται τελικά πως θα άφηνε τα σύννεφα να κρύψουν τα χρώματά του, να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά πάνω από την ήσυχη και αθόρυβη πόλη.
Συναυλία Κρουστών
Άρις Αντάνης
Καθισμένος πάνω σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο που ανακάλυψε σε μια γωνιά μέσα στα παρασκήνια, περιμένει να ’ρθει η ώρα του για να βγει στη σκηνή και συλλογίζεται. Αναλογίζεται τη σύντομη ζωή του, μαζί της, το χρόνο που πέρασε. Και τα καλά και τα άσχημα. Συνήθως θυμόμαστε τα καλά. Τα άσχημα τα θυμόμαστε μόνο αν θέλουμε να φανούμε δικαιωμένοι. Σε ποιους; Μα σε μας τους ίδιους, ποιους άλλους; Όμως, αυτές τις στιγμές της αναμονής, το μυαλό του δεν είναι εκεί που θα έπρεπε. Κι ενώ έχει μια συναυλία να δώσει, δύο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους δυνάμεις συναγωνίζονται, στη σκέψη του, ποια θα εξαφανίσει η μία την άλλη. Τη μία τη λένε Ματίνα και την άλλη τη λένε…«τουμπερλέκι». Η συνύπαρξή τους στο νου του πρέπει να αποκλειστεί…
Μαυροντυμένα όνειρα
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Κάθε πρωί, το χάραμα και λίγο πριν βραδιάσει, το πυκνό και ατέλειωτο σύννεφο, το μαύρο σκοτάδι πετούσε πάνω από τις σκεπές σε διάφορους σχηματισμούς πριν χωθεί για τα καλά στον επίγειο παράδεισό του, τα πεύκα. Κι εκείνη η απαίσια φωνή τους, το αντιαισθητικό κράξιμο σκορπούσε μια προστιθέμενη ανατριχίλα στο συνηθισμένο ρίγος που προξενεί η θέαση του συρματοπλέγματος.
“Κάναντα”
Άρις Αντάνης
Βραβείο Πνευματικής Εστίας Μοσχάτου,
εκδόσεων Πατάκη
ΓΣΣΕ
Ξ έ χ α σ α να σου πω, ότι, έτσι και με συμπαθήσει άνθρωπος εμένα, δεν με ξεσυμπαθάει εύκολα και να με συμπαθάς, αν στο σημείο αυτό δεν δείχνω διόλου μετριόφρων.
Εν τούτοις δεν θα μπορούσες και να πεις, ότι η πολλή συμπάθεια βγαίνει πάντοτε σε καλό και μη νομίσεις δηλαδή, ότι, όντας συμπαθής γίνεσαι και προνομιούχος.
Γιατί ξέχασα να σου πω, ότι κ α ι εγώ, έτσι και συμπαθήσω άνθρωπο δεν τον ξεσυμπαθάω εύκολα. Πρόσεξε τώρα να δεις τι συμβαίνει εδώ: Συμπαθώ, συμπάσχω, συμπονώ. Ρήματα σύνθετα. Πρώτο συνθετικό η πρόθεση «συν». Τι σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι αν πάσχεις εσύ, πάσχω και εγώ μαζί σου και αν πονάς εσύ, πονάω κι εγώ. Αυτό είναι καλό ή κακό; Καλό θα πεις, αλλά αν πονάω κι εγώ μαζί σου, πώς θα μπορέσω να σε βοηθήσω; Κι εγώ θα χρειάζομαι βοήθεια! Δεν θα χρειάζομαι; Μην απαντάς. Στο τέλος θα μιλήσεις εσύ…Αν και αμφιβάλω, γιατί μάλλον θα μείνεις άλαλος!….
Η ασπίδα της Αθηνάς
Αυγουστής Μαρούλης
Κάποτε ήμουν όμορφη. Εκθαμβωτική! Με βλέπανε και με θαυμάζανε γενιές ολόκληρες. Για πολλούς αιώνες ήμουν ένα κόσμημα μέσα στην Ακρόπολη. Τώρα πια δεν είμαι. Με βυθισμένες αναμνήσεις απ’ τα παλιά, ένδοξα χρόνια, κείτομαι στα βάθη της θάλασσας, στο αμπάρι μιας γαλέρας. Ναυάγιο μέσα σε ναυάγιο. Μόνο το παγερό βλέμμα των ψαριών αντικρίζω πλέον. Και τα μόνα χαμόγελα που εισπράττω είναι αυτά των κοραλλιών.
Παγωτό χωνάκι!
Κωνσταντίνος Νίγδελης
Και παγωτό χωνάκι, ο δικός σου. Από κείνα της μηχανής, που ο «μάστορης» με τ’ άσπρο μπλουζάκι και το καπέλο στο κεφάλι, παίρνει το έτοιμο τραγανό παρασκεύασμα, το τοποθετεί στο στόμιο της μηχανής, κατεβάζει με ελεγχόμενο ρυθμό το μοχλό και… και το αντικείμενο, εκείνο το παχύρρευστο άσπρο ή και καφέ- σοκολατί κατά προτίμηση προϊόν του γαστρικού πόθου εισέρχεται σιγά σιγά, ηδονικά, από τη βάση έως την κορυφή.
Ουφ !
Το παιδί και το …σκυλί!
Κωνσταντίνος Νίγδελης
-Έλα, έλα, «χρυσούλη»!
Τσιμουδιά, μουγκαμάρα τρανή, ο «χρυσούλης».
-Μα… μα δεν έφαγες τίποτε, καλέ… Έλα, έλα…
Άκρα του τάφου σιωπή, ο «χρυσούλης», το καλό μου, αδιάφορος και πάλι, παρά τις εκκλήσεις και παρακλήσεις της ξανθιάς, με τα ολίγα κοιλιακά προγούλια κυρίας. Τίποτε.
-Καλέ! Τι θα γίνει με σένα, ε; Και επιτέλους θα θυμώσω… θύμωσα και δεν …δεν θα σε πάω βόλτα στο πάρκο το απόγευμα. Πάει, το πήρα απόφαση, σου κάμω όλα τα χατίρια και συ είσαι κακό, πολύ κακό παιδάκι. Αχάριστε, ε αχάριστε!
Ο αχάριστος, συγγνώμη ο «χρυσούλης», γύρισε το κεφαλάκι του. Την κοίταξε μάλλον αδιάφορα, ξύθηκε κομματάκι, χασμουρήθηκε και …και ξανακατέβασε την παμπόνηρη γκλάβα του.
-Καλά, καλά, θα δεις εσύ.
Η λέξη που αρχίζει από “Μ”
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Ήταν Αύγουστος στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα όταν άρχισε ένα ταξίδι κάποιων απροσδόκητων διακοπών που μ’ έφερε μια παράδοξη μοίρα.
Κατακαλόκαιρο, κι εμείς τέσσερα ανέμελα παιδιά με τη μητέρα, καταλήξαμε σ’ ένα γραφικό νησάκι, τόσο μικρό που μπορούσε κανείς να περπατήσει τη διάμετρό του σε μια ώρα. Ένα νησάκι στημένο καταμεσής του πελάγου σαν σκηνικό κάποιας καλοστημένης παραγωγής όπου για πρώτη φορά και με τα δικά μου παιδιάστικα καμώματα, κατάλαβα τι σήμαινε για μένα η λέξη «μάνα»…
Έθιμα του χωριού
Αλέκος Αγγελίδης
Πολλά και ποικίλα είναι –και προπαντός ήταν- τα ήθη και έθιμα των ελληνικών χωριών, και πάρα πολλά τα ιδιαίτερα σημεία τους, στα οποία θα μπορούσε να σταματήσει κανείς και να αναφερθεί με περισσότερες λεπτομέρειες. Ιδιαίτερα, όμως, ξεχωρίζουν οι συνήθειες που επικρατούσαν στα χωριά της Πιερίας τις μέρες των Μεγάλων Γιορτών και των Πανηγυριών.
Την παραμονή μεγάλης γιορτής, όπως Αποκριά, Πάσχα, Χριστούγεννα ή την παραμονή της μέρας που επρόκειτο να κοινωνήσουμε στην εκκλησία, πηγαίναμε στα σπίτια των παππούδων και των γιαγιάδων μας και ζητούσαμε συγχώρεση.
Χριστούγεννα στο Πέλαγος
Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά
Παραμονή Χριστουγέννων, 1967…
Μουντή και άχρωμη η μέρα, δακρυσμένη, όπως οι εκατοντάδες νέων ανθρώπων, που με μια βαλίτζα, στο χέρι κοίταζαν γύρω σα χαμένοι μην τολμώντας να συνειδητοποιήσουν την πραγματικότητα, καθώς στέκονταν στην αποβάθρα για να επιβιβαστούν στο Πατρίς που περίμενε να φορτώσουν το ζωντανό εμπόρευμα, να σηκώσει άγκυρες και να σαλπάρει για Αυστραλία.
Γύρω μας, (ναι, ανάμεσα τους κι εγώ με το σύζυγο και τα δυο παιδιά μας, το γιο 5 χρονών και την κόρη μόλις δυόμισι), όλοι περπατούν χαρούμενα και γρήγορα, αδιάφοροι για το δράμα του φευγιού μας.
Ο μπάρμπας, ο Αμερικάνος
της Ειρήνης Ντούρα – Καββαδία
Πρόκειται για μια – όσο κι αν με τα σημερινά δεδομένα και κριτήρια φανεί απίστευτη ή εξωπραγματική – εξ’ ολοκλήρου αληθινή ιστορία. Ως εκ τούτου, κρίθηκε σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν άλλα ονόματα, με στόχο να διατηρηθεί η ανωνυμία των προσώπων που ευγενώς μου την εμπιστεύθηκαν.
Πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό “Σικελιανά”
του Δήμου Σαλαμίνας, Πειραιά και Νήσων
που συνδιοργανώνεται υπό τη αιγίδα της UNESCO
Ι
Πριν από μισό – και βάλε – αιώνα ζούσε στην πρωτεύουσα της Ηλείας μια τριμελής οικογένεια: η μητέρα, η κόρη και ο γιος. Πατέρας δεν υπήρχε, μια και είχε προ ετών συγχωρεθεί, προτού προλάβει καλά-καλά να χαρεί τη γυναίκα και να γνωρίσει τα παιδιά του.
Η μάνα που καταγόταν από πλούσια φαμίλια είχε δυστυχώς απομείνει μετά τον πόλεμο και τις συγκυρίες πολύ φτωχιά. Η κυρα-Καλλιόπη (ας την ονομάσουμε έτσι την ηρωίδα της ιστορίας μας - ήταν για τα χρόνια εκείνα πολύ μορφωμένη, με γνώσεις Αγγλικών, Γαλλικών και λογιστικής. Ήταν και τελειόφοιτος της Εμπορικής Σχολής – σπουδαίο πράγμα κι άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους η μόρφωση για την εποχή εκείνη, και ειδικά για γυναίκα! Η μοίρα όμως έτσι τα έφερε να μην τελειώσει ποτέ τη σχολή, ούτε φυσικά να εργαστεί πάνω στις σπουδές που είχε κάνει. “Δύσκολα τα χρόνια, βλέπεις”, συνήθιζε να λέει υπομένοντας καρτερικά .
Το Ανθρωπάκι
Αυγουστής Μαρούλης
«Πάει καιρός που δεν έρχεται ο Ιωάννης στην ταβέρνα μου. Θαρρώ πως δεν θα τον ξαναδούμε σεβασμιότατε» απάντησε ο ταβερνιάρης στον επίσκοπο Αγαθάγγελο κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση.
Εκείνος, κούνησε αργά το κεφάλι, αηδιασμένος απ’ το χνώτο του ταβερνιάρη που βρωμοκοπούσε κρασί. Ύστερα, έριξε μια ματιά τριγύρω. «Τί μίζερα ανθρωπάρια» συλλογίστηκε, καρφώνοντας το αετίσιο βλέμμα του σ’ ένα κακόμοιρο, κοντοστούπικο και κακομούτσουνο ανθρωπάκι που είχε τολμήσει να τον κοιτάξει κατάματα. Το ανθρωπάκι αμέσως χαμήλωσε το βλέμμα οικτίροντας τον εαυτό του για την παράτολμη και απερίσκεπτή του ενέργεια.
Ο επίσκοπος σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα κι οι δυο παρατρεχάμενοί του, ένας κληρικός κι ένας λαϊκός, τον ακολούθησαν σκυφτοί, ξεφυσώντας ανεπαίσθητα σα να δήλωναν μ’ αυτό τον τρόπο τη δυσαρέσκειά τους για το μέρος που τους είχε υποχρεώσει να τον ακολουθήσουν. Έπειτα, άρχισε να ανεβαίνει αργά-αργά τα ξεχαρβαλωμένα σκαλοπάτια που οδηγούσαν σε μια μικρή πόρτα ίσαμε μισό μπόϊ ύψος. Όταν έφτασε στο τελευταίο, κοντοστάθηκε, γύρισε προς τους παρατρεχάμενους και έδειξε με τα μάτια προς τη μεριά του ταβερνιάρη. Ο λαϊκός, τού έβαλε μερικά νομίσματα στη χούφτα. Αμέσως μετά, έσκυψαν, διπλώθηκαν σχεδόν στα δύο κι εξαφανίστηκαν πίσω απ’ το πορτάκι του φτωχικού καπηλειού.
Το Δάκρυ
Ένα δάκρυ κύλησε, έπεσε χάμω, ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.
Αν προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά, ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε. Continue reading
4. O Κραταιός Νόστος
Του Γιάννη Λιάσκου
«Ο Κραταιός Νόστος» είναι το πρώτο βιβλίο διηγημάτων της Σούλας Μούσουρα-Τσουκαλά και η πρώτη ατομική της έκδοση. Έχει συμμετάσχει, στο παρελθόν, με ποιήματά της, στη συλλογική έκδοση «Τετραλογία» και στην Ανθολογία Ελλήνων Ποιητών Αυστραλίας «Ποιητικές Ώρες».
Ο «Κραταιός Νόστος» περιλαμβάνει δεκαπέντε διηγήματα, «με τα οποία η συγγραφέας», γράφει ο καθηγητής Μίμης Σοφοκλέους, που είχε και την επιμέλεια του βιβλίου, «αποπειράται να δώσει την καθημερινή ζωή των Ελλήνων μεταναστών της Αυστραλίας μέσα από ιστορίες σοβαρές και αστείες, σκληρές και τρυφερές, συχνά τραγικές και μελαγχολικές γιατί τέτοιος είναι ο κόσμος που ζουν. Η γκάμα των ηρώων της είναι μεγάλη. Από την πρώτη γενιά που ξενιτεύτηκε, μέχρι τα παιδιά τους που δε γεύτηκαν πατρίδα. Η Ζάκυνθος, όμως, βρίσκεται παντού. Την ακολουθεί καθώς η καβαφική Πόλη ακολουθεί τους πολίτες της παντού…».
Του Πατέρα το όνειρο
Από το λιμάνι του νησιού ξεκινούσαν δυο δρόμοι, ο ένας έσκιζε κατ’ ευθεία τον κάμπο στα δυο πήγαινε για την πρωτεύουσα, ο άλλος πήγαινε για το βουνό. Πήρα το δρόμο που ήταν ανήφορος. Ήταν Μάης, εποχή που ανθίζουν οι παπαρούνες, ένα κόκκινο θέαμα ξεπετιόταν από τους βράχους σαν αίμα από μαχαιριές θεών.
Κάποιος περπατούσε πλάι μου, φαινόταν να με απόφευγε. Continue reading
Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία
Η μάνα μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια, από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα, στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή η περιφορά του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν Η ζωή εν τάφω…, ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’ Continue reading
Αααχ!!! Μισή ώρα ανάσα.
Εργαζόμουν σε εστιατόριο ακριβώς απέναντι από το Presbyterian Hospital in New York, 10:30 με 11 πρωινή ήταν η δική μου, μισή ελεύθερη ώρα, ώρα για φαγητό, μπορούσα να κάνω το σώμα μου ότι ήθελα, συνήθως έβγαινα έξω να πάρω καθαρό αέρα ή ας πούμε να μου φύγει από πάνω μου αυτό το αίσθημα της καταπιεστικής σκλαβιάς. Άλλοι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν ή τους άρεσε, εμένα με πέθαινε, γυρνώντας στο σπίτι, η κούραση μου αφαιρούσε κάθε πρωτοβουλία, γινόμουν ένα κινούμενο πτώμα, αλλά υποχρεωτικά έσκυβα το κεφάλι στο δεκάωρο εργασίας έπρεπε να βγει ο επιούσιος. Continue reading
Η Επίσκεψη
της Βάνας Κοντομέρκου
Η βροχή είχε σταματήσει. Περπατούσε σκυφτή, ακούγοντας τα λούκια να στάζουν πάνω στα πεζοδρόμια.Τα βήματά της, την οδηγούσαν μόνα τους στο μικρό διόροφο σπιτάκι, στο Μεταξουργείο.
Πόσο τ’αγαπούσε αυτό το σπιτάκι..΄Ενας Θεός μόνο ήξερε..Η ζωή της ολόκληρη, ήταν γεμάτη απ’αυτό. Από χρώματα, λουλούδια και μυρουδιές που έβγαιναν μέσα από τα παλιά του κουφώματα και σανίδια και είχαν ποτίσει το είναι της. Οι αναμνήσεις, ένας πολύτιμος θησαυρός που είχε κλείσει ερμητικά μέσα της ενάντια στην φθορά του χρόνου.
Το κλάμα του παιδιού
- Παππού, εεε παππού, έρχεται ο θείος μου με το καινούριο του αυτοκίνητο… έλα, έλα να δεις!
- Καλά γιόκα μου, έρχομαι, μη με τραβάς.
- Μα έλα τώρα σου λέω γρήγορα, τρέξε, θα μας πάει βόλτα! Θα μας πάει βόλτα με το ωραίο αυτοκίνητο!
- Πήγαινε Σωκράτη μου να φωνάξεις τη μάνα σου κι εγώ έρχομαι, μια στιγμή παιδί μου.
Την ίδια ώρα δυο χέρια ροζιασμένα και βρεγμένα από τη σκάφη εμφανίζονται στην πίσω πόρτα του σπιτιού, μια ποδιά με τη σημαία της Κύπρου βρεγμένη στο πάνω μέρος κι ένα τσεμπέρι, δεμένο γερά πίσω. Τα μανίκια τραβηγμένα επάνω, μα κάθε ματιά πιο ζωηρή κι από αστραπή.
Ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο
Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή με τα ομοιώματα της Παναγίας, με Ιωσήφ που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι προσκυνητές είχαν απιθώσει την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.
Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά. Continue reading
Ο Μετρητής του Χρόνου
Μετά από δεκάωρο μεροκάματο στο εστιατόριο αρχίζει ένας καινούργιος αγώνας, ο αγώνας του γυρισμού με το υπόγειο τρένο (μετρό) της Νέας Υόρκης. Βιάζεσαι να φθάσεις στη θαλπωρή του σπιτιού σου. Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα.
Τα σκαλοπάτια βρώμικα, μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Στην πλατφόρμα ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, τα σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας.


