Διήγημα

Home »  Ελληνικά »  Διήγημα

Η ιστορία μιας Εβραίας

Ήρθε στον χώρο που μαζεύαμε φάρμακα κι έφερε την μεγαλύτερη σακούλα. Κάθισε αντίκρυ κι άναψε τσιγάρο. ΄Άσσο πλακέ Παπαστράτο, ο παππούς καπνεργάτης το 36, ήξερε τα μέσα και τα έξω του καπνού. Σηκώθηκαν τα δακτυλίδια του καπνού, φανήκαν αμήχανες από πίσω οι δεκαετίες. Μιλήσαμε για πολλά. Καλλιτέχνης εμπλεκόμενη με τα εικαστικά και το θέατρο, χρόνια στο ΚΚΕ εσ. (πόσο άκομψο αυτό το εσ. όταν κι εσύ στηριζόσουν οικονομικά στον Τσαουσέσκου, Αμερικανοί ή Ανατολικοί ή Έλληνες, δύσκολα ανεξάρτητη από τοπικά ή υπερτοπικά συμφέροντα η πολιτική σκηνή... Διαβάστε περισσότερα »

Τι θα μπορούσε να μας πει ένα παιδί

Κατέφυγα σε μία πόλη άγνωστη, τεράστια και υπερσύγχρονη, μακριά απ’ την καταπίεση της μητρικής μου πόλης, που μου πλάκωνε την ψυχή με τα κάστρα και τους μύθους της. Περνώ τελείως απαρατήρητος. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει ότι τα παιδιά μου είναι μεγαλύτερα από μένα, λόγω άγχους και φόβου ζωής; Παιδιά που δε διαδηλώνουν ήσυχα, αλλά εκρήγνυνται σαν βεγγαλικά και καταστρέφουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Πολιτικοί που συνεισφέρουν μόνο στην πείνα του λαού και στο βόλεμα των «ημετέρων». Διαβάστε περισσότερα »

Η παράξενη ιστορία του αλόγου

Η έρημη παράγκα έστεκε μες στη σιωπή του κάμπου μοναχή κι ερειπωμένη, ένα στοιχειό της φύσης. Οι δυνατοί άνεμοι, που την λίκνιζαν πέρα δώθε, δεν κατάφεραν ακόμη να γκρεμίσουν ό,τι απέμεινε στη μνήμη σαν ανεκτίμητος θησαυρός. Όταν φυσούσε ο θαλασσινός, άκουγες τη βροντερή φωνή του μπάρμπα-Θόδωρου, πότε επιτακτική, πότε ενθαρρυντική να διαχέεται στο μεγαλύτερο μέρος του κάμπου, ιδιαίτερα στα κοντινά χωράφια του προσφυγικού συνοικισμού, όπου οι γεωργοί έπιαναν το χάραμα δουλειά. Ο μπάρμπα-Θόδωρος ακολουθούσε το μουλάρι του, που σκυμμένο πάνω απ’ τη σκληρή γη, έσερνε με απίστευτη δύναμη το αλέτρι, χαράζοντας μακρόστενες λουρίδες στο χώμα. Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρά- Σταματούλα

Κοντά στην πόλη μας, μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της, σε ένα από τα γραφικότατα προάστιά της -ήταν τότε ένα μικρό-μικρό χωριό- ζούσε η κυρά-Σταματούλα. Για να βοηθήσει τον άντρα της στα έξοδά τους πουλούσε “μαζώματα”[1], που τα εύρισκε εύκολα στο μικρό κάμπο, δίπλα στο χωριό από το ένα μέρος, και στη λίμνη μας από τ’ άλλο. Αρκετές γυναίκες του χωριού έκαναν το ίδιο και μετέφεραν τα “μαζώματα” στην πολιτεία μας, σε μεγάλα κομμάτια υφάσματος, σε παλιά τραπεζομάντηλα ή σε παλιές, μεγάλες, γερές “μπόλιες” ή “φακιόλια” ή “μαντίλες”, που δέναν τις γωνιές τους κάνοντας ένα “μποξιά” ή “μπόγο”. Διαβάστε περισσότερα »

Χορεύοντας με τα Σπουργίτια

-Για να δω, είπε η μάννα του, μπαίνοντας μ ένα δίσκο στα χέρια. Χμ. τριάντα οχτώ. Μάλλον κρυωμένος θα είσαι. Εμ, βέβαια! Κάθε απόγευμα γυρίζεις στο κρύο και δεν μαζεύεσαι, αν δεν σκοτεινιάσει. Χειμώνας καιρός! Κρύωσες. Βλέπεις τι παθαίνεις για να μην ακούς κανένα; Τώρα πρέπει να φέρω γιατρό. Εσύ θα πιεις, σαν καλό παιδί το γάλα σου και θα πάρεις αυτή την ασπιρινούλα. Στην κουζίνα σού έχω έτοιμο ένα χαμομήλι. Αν δεν έχω γυρίσει σε δυο ώρες, θα σηκωθείς σιγά-σιγά, θα το ζεστάνεις λίγο, όχι πολύ, να μη το κάψεις δηλαδή, θα ρίξεις και μια κουταλιά μέλι και θα το πιεις κι αυτό. Θα σου κάνει καλό γιατί μάλλον οι αμυγδαλές σου είναι πάλι. Για να δω λίγο το λαιμό σου. Χμ! Περίεργο. Δεν φαίνεται και πολύ άσχημα. Τέλος πάντων, θα μας πει ο γιατρός. Διαβάστε περισσότερα »

΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις

Το Θέρμο δεν είχε κινηματογράφο, σπάνια το επισκεπτόταν καμιά θεατρική ομάδα, αλλά και αν γινόταν κάτι τέτοιο που να φτουρήσουν ψιλά για τέτοιες πολυτέλειες, όταν η εξασφάλιση του ψωμοτυριού ήταν προβληματική. Το κατηχητικό, ιδιαίτερα για μας που μέναμε σε ενοίκιο ήταν σχεδόν υποχρεωτικό και το ίδιο και ο εκκλησιασμός την Κυριακή, αν δεν λείπαμε στα χωριά μας. Την Κυριακή έβγαζε κήρυγμα ο θεολόγος μας και κατηχητής μας. Στα κηρύγματα πρόσεχα τις ιδέες που αράδιαζε και το περιεχόμενο. Μερικοί θαύμαζαν τις εντυπωσιακές λέξεις και τη ρητορική του δεινότητα. Παρατήρησα, όμως, ότι πάρα την ευγλωττία του μερικές φορές οι προτάσεις του κατέληγαν σε ασυναρτησίες. ΄Ημουν σίγουρος ότι δεν έκανα λάθος αλλά έτσι ν’ ακούσω και μια άλλη γνώμη, το είπα μια μέρα εμπειστευτικά στο φίλο μου Κοκκαλάκη, που ήταν άσσος στη γρήγορη κατανόηση κειμένων και λόγων. «Το ίδιο παρατήρησα και εγώ», μου είπε. Φυσικα το θέμα δεν το πήγαμε παραπέρα. Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρία του Μπαλκονιού

Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο... Διαβάστε περισσότερα »

Περισσότερα φώτα !

Σήμερα έκλεινε τα εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός έφτανε τρομακτικός στη σκέψη της. Ανελέητος, βιαστικός ο χρόνος , πέρασε ανύποπτα επάνω από τις μέρες της και τώρα έστεκε με θλίψη απέναντι στο τέρμα. ΄Αξαφνα, άκουσε ένα ηχηρό γέλιο, φερμένο λες από το παρελθόν. Η κοπελίτσα εκείνη που έστεκε απέναντί της είχε κάτι γνώριμο αλλά και ξένο ταυτόχρονα. Τη λέγανε Πηνελόπη, όπως κι εκείνη. Τι σύμπτωση! Φορούσε ένα καλοκαιρινό ροζ φουστάνι με φαρδιά ζώνη στη μέση και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια όμορφη αλογοουρά. Σκυμμένη στη ραπτομηχανή της, έραβε ασταμάτητα και τραγουδούσε ταυτόχρονα ένα μελωδικό τραγούδι για τον έρωτα. Διαβάστε περισσότερα »

Με έναν Άγιο

Απόψε έριχνε στη μάχη το μεγάλο κόλπο. ΄Η όλα ή τίποτα. Από τη μια ο πλούτος των λίγων κι από την άλλη η δική του ανέχεια, που άγγιζε πια τα όρια της απελπισίας. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλο και κάποιοι θα είχαν βγει για την απαραίτητη διασκέδαση των ημερών. Κι αυτός, ενδεδυμένος με την αθωότητα ενός ΄Αγιου Βασίλη, θα μπούκαρε στα σπίτια των καλοζωισμένων και θα φρόντιζε να πάρει λίγη από τη δική τους ευτυχία. ΄Οχι, κλοπή δεν την ονόμαζε. Σαν δίκαιη μοιρασιά την έβλεπε, μια και οι λίγοι είχαν τα πολλά και οι πολλοί τα λίγα. Διαβάστε περισσότερα »

Χριστούγεννα

Τα Χριστούγεννα αναβόσβηναν επάνω στα λαμπάκια των στολισμένων δρόμων, κατηφόριζαν ύστερα στους δρόμους με τις φωτεινές επισημάνσεις « Προσοχή, Χριστούγεννα!» και σταθμεύανε στις άκριες μιας έγνοιας για την επιβίωση της ελπίδας. Κάποιοι ξεχασμένοι άγγελοι τραγουδούσανε ακόμα στους δρόμους, μα η φωνή τους ήταν πολύ αρμονική, για να ταιριάξει με τη βουή μιας ταραγμένης ανθρωπότητας. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρε βαθιά ανάσα, κατέβηκε προσέχοντας να μην πατήσει τις εύθραυστες αντοχές της. Διαβάστε περισσότερα »

H αγάπη που δεν νίκησε ο χωρισμός

Γύρευε να' βρει την καλή, που στις πληγές της η πατρίδα δεν την είχε. Ήθελε να ξεφύγει τούτη την μοίρα που οι μεγάλοι επέβαλλαν κι ας αγαπούσε αυτό το χώμα. Τούτη την γη. Τούτα τα καταγάλανα ακρογιάλια που κάθε μέρα τον χάιδευε το κύμα κι ο αφρός, όταν ένα γινόταν με την θάλασσα. Πρωί πρωί που σαν ο ήλιος άρχιζε το ταξίδι του εκεί στ 'ακρογιάλι θα τον αντάμωνε. Να ξετινάζει τα μαλλιά να φοράει τα ρούχα του κι ύστερα να ακολουθάει τον κύρη στον κάματο τούτης της γης. Διαβάστε περισσότερα »

Η νησώ του ποταμού

Η κόρη σκούπιζε το τρίτο πάτωμα του αρχοντικού, τον τελευταίο όροφο, που ’χε παράθυρα ανοιχτά, χωρίς κάγκελα και βιτρό, παρά μόνο φύλα ξύλινα που τα σφράγιζαν το χειμώνα για να μην μπαίνουν οι αέρηδες από τον Αϊ -Λια και μουσκέψει η βροχή τα σανιδένια πατώματα. Τον ιδρώτα της στέγνωνε το αεράκι που ερχόταν φρέσκο από τις κορυφές των Κασταναριών, κατά κει που προσηλωμένο έστεκε θαρρείς το σπίτι του ανδρός της, ενώ μιμίτσια, ανεμώνες και τ’ αυτί του λαγού, άνθη ταπεινά, μύρωναν τις κατηφοριές της πλαγιάς. Διαβάστε περισσότερα »

Μεγεθύνσεις ενός παρελθόντος

To δωμάτιο μικρό, μικρότερο απ’ ό,τι συνήθως. Λες και χαμήλωνε το ταβάνι απειλητικά πάνω απ’ την ανήσυχη σκέψη του. Σηκώθηκε απ΄το κρεβάτι όμοια με παιδί που ξυπνά αλαφιασμένο από όνειρο κακό. Γύρω του σκορπισμένα άδεια τενεκεδάκια μπίρας, πρόβαλλαν σαν μικρό ναρκοπέδιο στον ασταθή βηματισμό του. Ξανακάθισε βαρύς στο στενό, γυμνό από σεντόνια κρεβάτι. Απέναντί του το ψυγείο με την πόρτα ορθάνοιχτη, άδειο κι αυτό, προκαλούσε την πείνα και τη δίψα του. ΄Εψαξε νευρικά στις τσέπες του παντελονιού του. Δυο τρία τσαλακωμένα χαρτομάντιλα κι ένας σπασμένος αναπτήρας όλη κι όλη η συγκομιδή του. Διαβάστε περισσότερα »

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Είχε τις πρωινές στάλες πάνω στα μάγουλά της. Έτρεξε προς το μέρος μου που την καλούσα με μία κίνηση του χεριού, για να προστατευθεί κάτω απ’ τη σκεπή του κτιρίου. Ήταν η μοναδική της επιλογή. Απότομο το ξέσπασμα του ουρανού• τίποτα δεν προμηνούσε μία βροχερή μέρα. Όλοι ντυμένοι ανοιξιάτικα, ελαφρά, τυλιγμένοι με μία διάθεση κεφιού, τώρα προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από το νερό που πετούσαν τα αυτοκίνητα στο πέρασμά τους. Διαβάστε περισσότερα »

Το αντάμωμα

Τον ξύπνησε ο ήχος του μεγαφώνου. Κάποιος ανακοίνωνε ότι το αντάμωμα στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία θα ξεκινούσε στις 8:30 το απόγευμα. Είχε ξεχάσει τον τρόπο ενημέρωσης στο χωριό και χαμογέλασε. Του έφερε μνήμες από τότε που ήταν παιδί και οτιδήποτε αφορούσε στο χωριό το μάθαινε από το μεγάφωνο. Από τη λειτουργία του σχολείου μέχρι και την αναγγελία κάποιου χρέους που έπρεπε να πληρωθεί στην κοινότητα. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν» σκέφτηκε και αυτό τον έκανε να νιώσει οικεία. Οι έντονοι ρυθμοί του Βερολίνου που έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια τον είχαν κάνει να ξεχάσει τους ήρεμους ρυθμούς του χωριού. Μια άλλη γνώριμη φωνή τον έκανε να νιώσει οικεία και μια ζεστασιά στην καρδιά του. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρά Ειρήνη. Διαβάστε περισσότερα »

Το τρένο

Ο κυρ Ανδρέας ξύπνησε νωρίς εκείνη τη μέρα. Τελείωνε η άνοιξη και οι μέρες ήταν σχεδόν καλοκαιρινές. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Η κίνηση των αυτοκινήτων είχε ήδη ξεκινήσει παρόλο που δεν είχε ξημερώσει καλά - καλά. Πάντα αυτή η πόλη ήταν ζωντανή από πολύ νωρίς. ʼλλοτε τέτοια εποχή οι γλάστρες του μπαλκονιού θα είχαν γεμίσει ανθάκια και μπουμπούκια αλλά τώρα μόνο ξεραμένοι βλαστοί είχαν απομείνει. Η σκέψη αυτή του έφερε θλίψη και βιάστηκε να μπει μέσα. Όπως κάθε μέρα από τότε που έχασε την κυρά Παναγιώτα ντυνόταν και πήγαινε στο σταθμό των τρένων να πιει τον καφέ του. Του βάραινε η καρδιά να κάθεται και να πίνει τον καφέ μόνος του. Τόσα χρόνια μαζί, χαρές και λύπες τα κουβέντιαζαν με τον καφέ τους και τώρα δε μπορούσε να συνηθίσει αυτή την απουσία, την ερημιά του δωματίου, τη σιωπή. Εκείνη την ημέρα ακόμη περισσότερο. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος και ακόμη νιώθει αυτό το κενό. Διαβάστε περισσότερα »

Η προσπάθεια

Την ίδια την πτώση δε τη θυμόμουν. Θα πρέπει να είχα πέσει, τούτο ήταν λογικό, αφού βρισκόμουν σε ένα σκοτεινό χώρο, ξαπλωμένος, το σώμα μου πονούσε, και ψηλά, πολύ ψηλά, φαινόταν ένα φωτεινό άνοιγμα. Αφού σηκώθηκα, διαπιστώνοντας ότι ευτυχώς δεν είχα υποστεί, όσο μπορούσα να το διακρίνω αγγίζοντας όλο μου το σώμα, κάποιο σοβαρό τραυματισμό, κοίταξα πάνω, το άνοιγμα, αλλά και έπειτα μπροστά μου, εκεί όπου αμυδρά φωτιζόταν μία μεταλλική, κάθετη σκάλα. Ήταν στην πραγματικότητα απλώς δύο δοκοί, που κατά κανονικά διαστήματα τις έτεμναν μπάρες, στο ίδιο πάχος με τις δοκούς. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε βέβαια εκεί να ανεβώ, προς το φως, καθώς όπως βεβαιώθηκα σύντομα δεν υπήρχε κάποια συνέχεια στον στενό χώρο όπου βρισκόμουν, παρόλο που βρισκόταν μία πόρτα εκεί, στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από τη σκάλα, όμως ήταν κλειδωμένη. Έτσι ξεκίνησα να ανεβαίνω. Αρχικά μου έμοιαζε εύκολο, παρόλο που κάθε φορά που σήκωνα το δεξί μου πόδι αισθανόμουν [...]
Διαβάστε περισσότερα »

Η άδεια ντουλάπα

ShareΕκείνη τη μέρα όταν άνοιξε τη ντουλάπα, παρά τα αρνητικά της προαισθήματα, δεν περίμενε αυτό που είδε. Η ντουλάπα ήταν άδεια σαν πελώριο στόμα καρχαρία που ερχόταν καταπάνω της έτοιμο να την καταπιεί, σαν τις αντίστοιχες ταινίες που τόσο της άρεσαν. Την είχε προειδοποιήσει, αλλά εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε, πίστευε πως θα βρουν μια λύση, με τίποτα δε φανταζόταν αυτό. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει μήπως έφυγε κάποιο βιαστικό ταξίδι χωρίς να προλάβει να την ενημερώσει, αλλά τα τελευταία κομματάκια εγωισμού που της είχαν απομείνει αντέδρασαν έντονα. Δεν υπήρχε τίποτα να εξηγήσει, της το είχε πει πως θέλει χρόνο για τον εαυτό του, να ηρεμήσει, λες και εκείνη δε χρειαζόταν τίποτε. Η άδεια ντουλάπα λες και την ειρωνευόταν. Δεν ήταν και κάτι τρομερό αυτό που ζούσε, αρκετές γυναίκες το είχαν περάσει, δεν αποτελούσε τη φοβερή εξαίρεση. Έτσι όπως στεκόταν μπροστά στα ανοιχτά πορτόφυλλα ωστόσο δεν άντεχε το βάρος της εγκατάλειψης, δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Μια βαριά λέξη την τριγύριζε: η μοναξιά. Δεν είχε μάθει ποτέ να είναι μόνη. Δεν ήθελε να είναι μόνη. Διαβάστε περισσότερα »

O πόνος

Δε θα μπορούσα να αρχίσω με άλλο τρόπο αυτό μου το γράμμα παρά μόνο διατυπώνοντας και γραπτώς τα συλλυπητήρια μου για την απώλειά σας. Διότι εγώ μπορεί να έχασα ένα φίλο, εσείς όμως χάσατε ένα γιό, και το πένθος σας προφανώς είναι απείρως μεγαλύτερο. Ωστόσο δε σας γράφω εδώ για να σας οικτίρω για αυτή την κατάσταση, αλλά σε απάντηση της απορίας σας, που θα τη θυμάμαι πάντα, εκείνο το πονεμένο βλέμμα με το οποίο διατυπώσατε αυτά τα λόγια, «πώς έγινε αυτό;». Τότε ακόμα δεν ήξερα τι να πω. Τώρα ακόμα νοιώθω άσκημα. Όμως θεωρώ ότι οφείλω να σας μιλήσω για να λυθεί αυτή τουλάχιστον η απορία, διότι στην πραγματικότητα, παρά τη σιωπή μου εκείνη τη στιγμή, ξέρω πώς έγινε. Αυτό είναι όλο το θέμα τούτου του γράμματος, και θα μπω κατ ευθείαν στο ζήτημα. Διαβάστε περισσότερα »

Έτη παιδιού

Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των πεύκων που κατέβαινε απ' το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν απ' τα ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ' απ' τα πόδια τους. Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα: Διαβάστε περισσότερα »

Μαθήματα πίστης και ηρωισμού

Ο Φιλικός Εταίρος προσπαθούσε να με πείσει. Έστεκε μπροστά μου με το βλέμμα του βυθισμένο σε οραματισμούς. Αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη φλόγα της φαντασίας που τώρα τον εξουσίαζε. Ήταν Έλληνας πλούσιος, με καταγωγή από ένα τόπο της Πελοποννήσου που ανάθρεψε μεγάλους πατριώτες, ήρωες και αξιόλογους πολιτικούς. Είχε στραφεί από χρόνια στη χρηματοδότηση των σκοπών του υπόδουλου γένους. Στο πρόσωπό του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν παράδειγμα πατριώτη, φωτισμένου από τη σκέψη ευγενών σκοπών. Σήκωσε το χέρι για να τονίσει τα λόγια του. Το γένι του τον εξύψωνε στα μάτια μου• μου θύμιζε τους σοφούς καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Διαβάστε περισσότερα »

Μια αναπάντητη ερώτηση

Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων. Διαβάστε περισσότερα »

Το κλειδί της χαμένης ευτυχίας

Λάσκαρης Π. Ζαράρης Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στα ψηλά, εκεί όπου ένα θολό σύννεφο έπαιρνε διάφορους σχηματισμούς, πριν διαλυθεί και φανεί πλέον ο ουρανός στο γαλανό του χρώμα. Ο δροσερός αέρας άγγιζε τα θεόρατα κτίρια, αφαιρώντας απ’ την επιφάνειά τους ό,τι βρώμικο και φθαρμένο ασχήμιζε την ατμόσφαιρα· τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια. Απέναντι ξεχώριζαν τα διαμερίσματα σαν μικρά φωτεινά κουτάκια με τις εγκλωβισμένες ανθρώπινες φιγούρες σε ακατάπαυστη κίνηση. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και του έπνιγε τη σκέψη. Κάτω στους δρόμους, η βουλιαγμένη Αθήνα, ταλαιπωρημένη και ανεξέλεγκτη δεν ησύχαζε ποτέ. Μια σιδερένια γροθιά το πηγαινέλα των περαστικών, μια μοχθηρή κλωτσιά στο στήθος του αυτό το μεγαθήριο, που στράγγιζε μέρα τη μέρα τα οράματά του. Ο Κώστας Αθανασίου ήταν ψηλός και γυμνασμένος με πανέξυπνα μάτια και ευγενικά χαρακτηριστικά, αλλά η θλίψη σιγόκαιγε μέσα του· φλόγα τρεμουλιαστή που αντανακλούσε τον ταραγμένο κόσμο [...]
Διαβάστε περισσότερα »

Απροσδόκητο αεροπορικό ταξίδι

ShareΗ Ζιλιέτ με κοιτούσε ταραγμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο και όλο έριχνε νευρικές ματιές τριγύρω. «Κλείσε τα μάτια, της λέω, και φαντάσου κάτι εκπληκτικό ή ονειρικό. Για παράδειγμα, πήγαινε πίσω στην παιδική σου ηλικία και πλάσε την εικόνα της γιαγιάς σου, τη στιγμή που σε κρατούσε στα γόνατά της και σου έλεγε ιστορίες ή σκέψου μια μεγάλη σου επαγγελματική επιτυχία». «Μα η γιαγιά μου πέθανε πολύ μικρή, Αριστείδη, πριν γεννηθώ εγώ και δεν πρόλαβε να με πάρει στα γόνατά της» απάντησε εκείνη συνοφρυωμένη. «Ε, τότε θυμήσου μια εξαιρετική επιτυχία. Αναλογίσου με ποιο τρόπο αντιμετώπισες την πραγματοποίηση μιας φιλοδοξίας σου, πώς αντέδρασες σ’ ένα ευχάριστο και ανέλπιστο νέο; ... Διαβάστε περισσότερα »

Τα θλιμμένα βράχια

Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής μου σταδιοδρομίας έτυχε να βρεθώ αντιμέτωπος πολλές φορές με το έγκλημα και τις παράξενες εκδηλώσεις του. Αναρωτήθηκα επίσης, για τα έντονα συναισθήματα και τις πράξεις, ορατές ή μη, και για τα θολά κίνητρα των ανθρώπων που εγκλημάτησαν. Μια ιστορία, που διαδόθηκε μεταξύ των προσφύγων της Θεσσαλίας, μ’ έκανε να βρεθώ στη Νότια Βουλγαρία το έτος 1951. Είχα αδιασάλευτη πεποίθηση πως αυτό που ακούγονταν καθημερινά σαν μύθος, δεν ήταν παρά μια αληθινή ιστορία. Έτσι βρέθηκα να παίρνω συνέντευξη από μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω το τι πραγματικά συνέβηκε τότε. Διαβάστε περισσότερα »

Older Entries »