Διήγημα

Home »  Ελληνικά »  Διήγημα

Σιμούν

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί, υπουργός ασφαλείας της κυβέρνησης ΕΞΑΝΟΜ (Εξ Ανατολών Ορμώμενοι Μουσουλμάνοι) στεκόταν από ώρα τώρα μπροστά στα παράθυρα του γραφείου του συνοφρυωμένος. Με παγωμένο βλέμμα παρακολουθούσε το πλήθος που γέμιζε ασφυκτικά τους δρόμους γύρω από το υπουργείο του κι όλο μεγάλωνε και φούσκωνε, σαν ποτάμι έτοιμο να ξεχειλίσει. Πιο πολύ κι από τον τεράστιο όγκο τους τον ενοχλούσαν οι γαλανόλευκες σημαίες με τον μεγάλο σταυρό σε όλο το μήκος και το πλάτος τους. Τις κράδαιναν σαν ρομφαίες που αμφισβητούσαν τα ιερά και τα όσια της μουσουλμανικής πίστης την οποία είχε δουλέψει σκληρά να επιβάλει σ’ αυτή τη χώρα. Τον εξόργιζε και η χρονική στιγμή της διαδήλωσης. Το ημερολόγιο έδειχνε 11 Ιουνίου 2065 και διένυαν την κχιντ-­‐αλ-­‐ σαρκχιρ τη μικρή γιορτή τρεις μέρες πριν τη λήξη του ραμαζανιού. Διαβάστε περισσότερα »

"Τα μουσκεμένα φύλλα της Εγνατίας"

«Τώρα τι γράφετε;» «Μια ιστορία» είπα. «Κάτι για τον Ίωνα Δραγούμη». «Α», είπε η κυρία Βούλα. Δεν έδειξε να την τραβάει ιδιαίτερα το θέμα. Ούτε κι εμένα θα με τραβούσε πριν από λίγα χρόνια, στη δεκαετία του ’70. Το όνομα του Δραγούμη, όπως μου ‘χει μείνει απ’ το σχολείο, ήταν δεμένο με βαρετά βιβλία και βαρετές αναλύσεις. Έπρεπε να γνωρίσω τον αληθινό Ίωνα, μέσα απ’ το στόμα του γέρο-αδελφού του και μέσα από κιτρινισμένα φύλλα ημερολογίου, για να τον αγαπήσω. Διαβάστε περισσότερα »

Ω…  Λίλη!

ShareΎστερα από όλα αυτά, και με το πέρασμα του χρόνου, πίστεψα πως τον είχα ξεφορτωθεί. Μια μέρα –ήταν Άνοιξη- με περίμενε έξω από το σχολείο μου. Ήμουν δεν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Δεν ξέρω από πού το είχε μάθει, σε ποιο σχολείο πήγαινα, αλλά όπως έγινε αργότερα γνωστό στις ανακρίσεις, μας έψαχνε και είχε ανακαλύψει πού μέναμε τελικά και με παρακολουθούσε. Σάστισα, τρόμαξα, παράλυσα. Με πλησίασε και μου μίλησε. Διαβάστε περισσότερα »

Νέρεμα

Το μαγικό τοπίο του Στάνλεϋβιλλ θα το βρω κάποια μέρα στον ύπνο μου, ή ακόμα σε μια άλλη ζωή που ονειρεύομαι ακόμα. Από κάτω ένα μεγάλο πλατύ, κόκκινο ποτάμι. Ο Κόνγκος! Αυτοκρατορικός όπως τον γνώρισα κι αργότερα. Ήμουν στη χώρα των υδάτων! Η σκηνή αιχμαλώτιζε για χρόνια το μυαλό μου. Τίποτε, πουθενά σαν το Σταν. Τίποτε πουθενά δεν θα υπήρχε για μένα πιο επιβλητικό, στη φυσική του κατάσταση. Σε τίποτε, πιστεύω, δεν ανήκω περισσότερο απ’ ό,τι στη μαγεία αυτού του ποταμού. Διαβάστε περισσότερα »

Ο Καποδίστριας στον Πόρο

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής του. Μέσα σε σύντομο για τα δεδομένα της εποχής του διάστημα και με δυσμενή διεθνή ορίζοντα, κατάφερε να εδραιώσει την ανεξαρτησία, να κατοχυρώσει τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους, και να θέσει μέσα από ερείπια τις βάσεις για μία ευνομούμενη πολιτεία. Ως δημόσιος άνδρας και πολιτικός, ήταν προικισμένος με πολλές αρετές, βρίσκω όμως εξαιρετικά επίκαιρο να σημειώσω κάτι για την εντιμότητα, την ανιδιοτέλεια, τη σύνεση και την αφιλοκέρδειά του στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων. Διαβάστε περισσότερα »

Ο Μπάρμπα$ ο Αμερικάνο$

Πρόκειται για μια συνταρακτική και άκρως αληθινή ιστορία, η περίληψη της οποίας τιμήθηκε με το 1ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό βραβείο διηγήματος, που συνδιοργανώνει ο Πολιτιστικός Όμιλος "Καφενείο των Ιδεών" και ο Δήμος Σαλαμίνας υπό την αιγίδα του Ομίλου UNESCO Πειραιώς και Νήσων (2010). Διαβάστε περισσότερα »

Τα Λαμπριάτικα κουλούρια

Τη Μ. Τρίτη πρωί όλα τα υλικά βρίσκονται αραδιασμένα επάνω στον μεγάλο πάγκο της κουζίνας. Η μητέρα μου και η θεία μου ετοιμάζουν το μεγάλο τραπέζι δίπλα στον πάγκο, όπου θα πλάσουν τα κουλουράκια. Χρειάζεται στρωτή, καθαρή επιφάνεια, ένας χώρος κατάλληλος για την άνεση κινήσεων δύο ανθρώπων: της μάνας μου και της αδερφής της, της θείας μου Ελισάβετ. "Αυγά... βανίλια... χυμός πορτοκαλιού... αλεύρι..." "πρώτα χτύπημα τα ασπράδια... σε σφιχτή μαρέγκα... ύστερα οι κρόκοι... προστίθεται η βανίλλια..." Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια σπιτάκια…ΙΙΙ

ShareΌμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια. Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια... Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια σπιτάκια… ii

ShareΜέρος 2ο ©Πιπίνα Δ. Έλλη (P.D.Elles) Από το βιβλίο …και ο θεός έπλασε τον άντρα…(2006) Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού. Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους ανθρώπους που το μεταμόρφωναν σε «ζεστή οικογενειακή γωνιά» ή και κάτι άλλο λιγότερο εύφημο, τουλάχιστον τους ζωγράφιζε και υπογράμμιζε τον τρόπο με τον οποίο το έκαναν «κουμάντο». Η λέξη αυτή δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται. Πιστέψτε με. Κουμάντο σημαίνει ικανότητα, που ενώ υποτίθεται ότι αιτείται η παρουσία της παντού και πάντα, η απουσία της σημειώνεται περισσότερο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς, κι έχει σα συνέπεια επικίνδυνες επιπτώσεις. Παρατηρώντας και σημειώνοντάς το έξω και λιγότερο το μέσα διαισθανόμουν αρχικά και συχνά, το διαπίστωνα τελικά, αν ήταν άνθρωποι καλοβαλμένοι, ήσυχοι νοικοκυραίοι, σχολαστικοί ή αργοί και τσαπατσούληδες… Αν ήταν φανατισμένοι με [...]
Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια Σπιτάκια... Άνθρωποι

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων. Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το χαμό. Διαβάστε περισσότερα »

Koύρos... Kouros... Koύρos...

Χάραζε. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις πέντε και μισή. Από το ανοιχτό παράθυρο του στούντιο, έμπαινε δροσερό το καλοκαιρινό αεράκι του Αυγούστου. Ο Κούρος είχε ξυπνήσει απότομα, πάνω στο όνειρο. Ένιωσε λέει να πέφτει... Τώρα, ύστερα από τον «γλυτωμό», κοίταζε με μάτια μισόκλειστα, θολά από τον ύπνο, τον ουρανό, που στο χάραμα ταίριαζε μέσα στη μαυριδερή ορθογώνια κορνίζα του παραθύρου. Διαβάστε περισσότερα »

Η Αδερφή Του Stradioti

Η αλήθεια βρισκόταν κάπου στην μέση... Το Τζάντε, ή Φιόρο, όπως το ’λεγαν οι Βενετοί, είχε καταστραφεί μετά το μένος των Τούρκων εναντίον των Φράγκων κατακτητών του. Τώρα που ο Σουλτάνος δέχτηκε ν’ αναλάβουν οι Βενετοί, εκείνοι έψαχναν τρόπο να γεμίσει καινούργιες ψυχές το ερημωμένο νησί. Πρόσφεραν λοιπόν δωρεάν γη σε stradioti να χτίσουν την ζωή τους εκεί και μαζί και το νησί. Δεν θα πλήρωναν φόρους για τέσσερα χρόνια, όποτε όμως τους χρειάζονταν, θα ’πρεπε να πολεμούν για την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το τελευταίο ήταν που δεν είχε πει ακόμη στην αδερφή του. Διαβάστε περισσότερα »

Ο Έλληνας

Ο σερβιτόρος πλησίασε υπάκουα τον ηλικιωμένο μάγειρα και κάθισε στο πλαστικό καφάσι πλάι του. Πήρε το τσιγάρο που του πρόσφερε ο άλλος και για λίγη ώρα κάπνιζαν αμίλητοι. Το βλέμμα του Νίκου ήταν καρφωμένο στην πόρτα του εστιατορίου. Με το που θ’ άνοιγε, θα πεταγόταν να επιστρέψει στην δουλειά του. -- «Ξέρεις πότε στράβωσε το πράγμα;» ρώτησε άξαφνα ο σεφ. Διαβάστε περισσότερα »

Άνθρωποι μονάχοι...

Τα λόγια συναρμονίζονται με τη μουσική και με τη φωνή της γυναίκας. Ο άντρας ακούει καπνίζοντας. Έχει περάσει το σπαραξικάρδιο στάδιο της ανακάλυψης ότι είναι ολομόναχος στον κόσμο. Κάποτε είχε σύντροφο και μπόλικη συντροφιά. Τώρα... αυτό το ρημάδι «το τώρα» είναι τόσο έρημο, όσο αυτός. Διαβάστε περισσότερα »

Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο. Διαβάστε περισσότερα »

Βόηθα, Γέρο!

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;» Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί. Διαβάστε περισσότερα »

Η ιστορία μιας Εβραίας

Ήρθε στον χώρο που μαζεύαμε φάρμακα κι έφερε την μεγαλύτερη σακούλα. Κάθισε αντίκρυ κι άναψε τσιγάρο. ΄Άσσο πλακέ Παπαστράτο, ο παππούς καπνεργάτης το 36, ήξερε τα μέσα και τα έξω του καπνού. Σηκώθηκαν τα δακτυλίδια του καπνού, φανήκαν αμήχανες από πίσω οι δεκαετίες. Μιλήσαμε για πολλά. Καλλιτέχνης εμπλεκόμενη με τα εικαστικά και το θέατρο, χρόνια στο ΚΚΕ εσ. (πόσο άκομψο αυτό το εσ. όταν κι εσύ στηριζόσουν οικονομικά στον Τσαουσέσκου, Αμερικανοί ή Ανατολικοί ή Έλληνες, δύσκολα ανεξάρτητη από τοπικά ή υπερτοπικά συμφέροντα η πολιτική σκηνή... Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρά- Σταματούλα

Κοντά στην πόλη μας, μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της, σε ένα από τα γραφικότατα προάστιά της -ήταν τότε ένα μικρό-μικρό χωριό- ζούσε η κυρά-Σταματούλα. Για να βοηθήσει τον άντρα της στα έξοδά τους πουλούσε “μαζώματα”[1], που τα εύρισκε εύκολα στο μικρό κάμπο, δίπλα στο χωριό από το ένα μέρος, και στη λίμνη μας από τ’ άλλο. Αρκετές γυναίκες του χωριού έκαναν το ίδιο και μετέφεραν τα “μαζώματα” στην πολιτεία μας, σε μεγάλα κομμάτια υφάσματος, σε παλιά τραπεζομάντηλα ή σε παλιές, μεγάλες, γερές “μπόλιες” ή “φακιόλια” ή “μαντίλες”, που δέναν τις γωνιές τους κάνοντας ένα “μποξιά” ή “μπόγο”. Διαβάστε περισσότερα »

Χορεύοντας με τα Σπουργίτια

Share-Για να δω, είπε η μάννα του, μπαίνοντας μ ένα δίσκο στα χέρια. Χμ. τριάντα οχτώ. Μάλλον κρυωμένος θα είσαι. Εμ, βέβαια! Κάθε απόγευμα γυρίζεις στο κρύο και δεν μαζεύεσαι, αν δεν σκοτεινιάσει. Χειμώνας καιρός! Κρύωσες. Βλέπεις τι παθαίνεις για να μην ακούς κανένα; Τώρα πρέπει να φέρω γιατρό. Εσύ θα πιεις, σαν καλό παιδί το γάλα σου και θα πάρεις αυτή την ασπιρινούλα. Στην κουζίνα σού έχω έτοιμο ένα χαμομήλι. Αν δεν έχω γυρίσει σε δυο ώρες, θα σηκωθείς σιγά-σιγά, θα το ζεστάνεις λίγο, όχι πολύ, να μη το κάψεις δηλαδή, θα ρίξεις και μια κουταλιά μέλι και θα το πιεις κι αυτό. Θα σου κάνει καλό γιατί μάλλον οι αμυγδαλές σου είναι πάλι. Για να δω λίγο το λαιμό σου. Χμ! Περίεργο. Δεν φαίνεται και πολύ άσχημα. Τέλος πάντων, θα μας πει ο γιατρός. Διαβάστε περισσότερα »

΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις

ShareΤο Θέρμο δεν είχε κινηματογράφο, σπάνια το επισκεπτόταν καμιά θεατρική ομάδα, αλλά και αν γινόταν κάτι τέτοιο που να φτουρήσουν ψιλά για τέτοιες πολυτέλειες, όταν η εξασφάλιση του ψωμοτυριού ήταν προβληματική. Το κατηχητικό, ιδιαίτερα για μας που μέναμε σε ενοίκιο ήταν σχεδόν υποχρεωτικό και το ίδιο και ο εκκλησιασμός την Κυριακή, αν δεν λείπαμε στα χωριά μας. Την Κυριακή έβγαζε κήρυγμα ο θεολόγος μας και κατηχητής μας. Στα κηρύγματα πρόσεχα τις ιδέες που αράδιαζε και το περιεχόμενο. Μερικοί θαύμαζαν τις εντυπωσιακές λέξεις και τη ρητορική του δεινότητα. Παρατήρησα, όμως, ότι πάρα την ευγλωττία του μερικές φορές οι προτάσεις του κατέληγαν σε ασυναρτησίες. ΄Ημουν σίγουρος ότι δεν έκανα λάθος αλλά έτσι ν’ ακούσω και μια άλλη γνώμη, το είπα μια μέρα εμπειστευτικά στο φίλο μου Κοκκαλάκη, που ήταν άσσος στη γρήγορη κατανόηση κειμένων και λόγων. «Το ίδιο παρατήρησα και εγώ», μου είπε. Φυσικα το θέμα δεν το πήγαμε παραπέρα. Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρία του Μπαλκονιού

Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο... Διαβάστε περισσότερα »

Περισσότερα φώτα !

ShareΣήμερα έκλεινε τα εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός έφτανε τρομακτικός στη σκέψη της. Ανελέητος, βιαστικός ο χρόνος , πέρασε ανύποπτα επάνω από τις μέρες της και τώρα έστεκε με θλίψη απέναντι στο τέρμα. ΄Αξαφνα, άκουσε ένα ηχηρό γέλιο, φερμένο λες από το παρελθόν. Η κοπελίτσα εκείνη που έστεκε απέναντί της είχε κάτι γνώριμο αλλά και ξένο ταυτόχρονα. Τη λέγανε Πηνελόπη, όπως κι εκείνη. Τι σύμπτωση! Φορούσε ένα καλοκαιρινό ροζ φουστάνι με φαρδιά ζώνη στη μέση και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια όμορφη αλογοουρά. Σκυμμένη στη ραπτομηχανή της, έραβε ασταμάτητα και τραγουδούσε ταυτόχρονα ένα μελωδικό τραγούδι για τον έρωτα. Διαβάστε περισσότερα »

Με έναν Άγιο

ShareΑπόψε έριχνε στη μάχη το μεγάλο κόλπο. ΄Η όλα ή τίποτα. Από τη μια ο πλούτος των λίγων κι από την άλλη η δική του ανέχεια, που άγγιζε πια τα όρια της απελπισίας. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλο και κάποιοι θα είχαν βγει για την απαραίτητη διασκέδαση των ημερών. Κι αυτός, ενδεδυμένος με την αθωότητα ενός ΄Αγιου Βασίλη, θα μπούκαρε στα σπίτια των καλοζωισμένων και θα φρόντιζε να πάρει λίγη από τη δική τους ευτυχία. ΄Οχι, κλοπή δεν την ονόμαζε. Σαν δίκαιη μοιρασιά την έβλεπε, μια και οι λίγοι είχαν τα πολλά και οι πολλοί τα λίγα. Διαβάστε περισσότερα »

Χριστούγεννα

Τα Χριστούγεννα αναβόσβηναν επάνω στα λαμπάκια των στολισμένων δρόμων, κατηφόριζαν ύστερα στους δρόμους με τις φωτεινές επισημάνσεις « Προσοχή, Χριστούγεννα!» και σταθμεύανε στις άκριες μιας έγνοιας για την επιβίωση της ελπίδας. Κάποιοι ξεχασμένοι άγγελοι τραγουδούσανε ακόμα στους δρόμους, μα η φωνή τους ήταν πολύ αρμονική, για να ταιριάξει με τη βουή μιας ταραγμένης ανθρωπότητας. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρε βαθιά ανάσα, κατέβηκε προσέχοντας να μην πατήσει τις εύθραυστες αντοχές της. Διαβάστε περισσότερα »

Η νησώ του ποταμού

ShareΗ κόρη σκούπιζε το τρίτο πάτωμα του αρχοντικού, τον τελευταίο όροφο, που ’χε παράθυρα ανοιχτά, χωρίς κάγκελα και βιτρό, παρά μόνο φύλα ξύλινα που τα σφράγιζαν το χειμώνα για να μην μπαίνουν οι αέρηδες από τον Αϊ -Λια και μουσκέψει η βροχή τα σανιδένια πατώματα. Τον ιδρώτα της στέγνωνε το αεράκι που ερχόταν φρέσκο από τις κορυφές των Κασταναριών, κατά κει που προσηλωμένο έστεκε θαρρείς το σπίτι του ανδρός της, ενώ μιμίτσια, ανεμώνες και τ’ αυτί του λαγού, άνθη ταπεινά, μύρωναν τις κατηφοριές της πλαγιάς. Διαβάστε περισσότερα »

Older Entries »