Διήγημα

Home »  Ελληνικά »  Διήγημα

Τα Λαμπριάτικα κουλούρια

Τη Μ. Τρίτη πρωί όλα τα υλικά βρίσκονται αραδιασμένα επάνω στον μεγάλο πάγκο της κουζίνας. Η μητέρα μου και η θεία μου ετοιμάζουν το μεγάλο τραπέζι δίπλα στον πάγκο, όπου θα πλάσουν τα κουλουράκια. Χρειάζεται στρωτή, καθαρή επιφάνεια, ένας χώρος κατάλληλος για την άνεση κινήσεων δύο ανθρώπων: της μάνας μου και της αδερφής της, της θείας μου Ελισάβετ. "Αυγά... βανίλια... χυμός πορτοκαλιού... αλεύρι..." "πρώτα χτύπημα τα ασπράδια... σε σφιχτή μαρέγκα... ύστερα οι κρόκοι... προστίθεται η βανίλλια..." Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια σπιτάκια…ΙΙΙ

Όμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια. Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια... Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια σπιτάκια… ii

Μέρος 2ο ©Πιπίνα Δ. Έλλη (P.D.Elles) Από το βιβλίο …και ο θεός έπλασε τον άντρα…(2006) Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού. Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους ανθρώπους που το μεταμόρφωναν σε «ζεστή οικογενειακή γωνιά» ή και κάτι άλλο λιγότερο εύφημο, τουλάχιστον τους ζωγράφιζε και υπογράμμιζε τον τρόπο με τον οποίο το έκαναν «κουμάντο». Η λέξη αυτή δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται. Πιστέψτε με. Κουμάντο σημαίνει ικανότητα, που ενώ υποτίθεται ότι αιτείται η παρουσία της παντού και πάντα, η απουσία της σημειώνεται περισσότερο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς, κι έχει σα συνέπεια επικίνδυνες επιπτώσεις. Παρατηρώντας και σημειώνοντάς το έξω και λιγότερο το μέσα διαισθανόμουν αρχικά και συχνά, το διαπίστωνα τελικά, αν ήταν άνθρωποι καλοβαλμένοι, ήσυχοι νοικοκυραίοι, σχολαστικοί ή αργοί και τσαπατσούληδες… Αν ήταν φανατισμένοι με [...]
Διαβάστε περισσότερα »

Σπίτια Σπιτάκια... Άνθρωποι

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων. Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το χαμό. Διαβάστε περισσότερα »

Koύρos... Kouros... Koύρos...

Χάραζε. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις πέντε και μισή. Από το ανοιχτό παράθυρο του στούντιο, έμπαινε δροσερό το καλοκαιρινό αεράκι του Αυγούστου. Ο Κούρος είχε ξυπνήσει απότομα, πάνω στο όνειρο. Ένιωσε λέει να πέφτει... Τώρα, ύστερα από τον «γλυτωμό», κοίταζε με μάτια μισόκλειστα, θολά από τον ύπνο, τον ουρανό, που στο χάραμα ταίριαζε μέσα στη μαυριδερή ορθογώνια κορνίζα του παραθύρου. Διαβάστε περισσότερα »

Η Αδερφή Του Stradioti

Η αλήθεια βρισκόταν κάπου στην μέση... Το Τζάντε, ή Φιόρο, όπως το ’λεγαν οι Βενετοί, είχε καταστραφεί μετά το μένος των Τούρκων εναντίον των Φράγκων κατακτητών του. Τώρα που ο Σουλτάνος δέχτηκε ν’ αναλάβουν οι Βενετοί, εκείνοι έψαχναν τρόπο να γεμίσει καινούργιες ψυχές το ερημωμένο νησί. Πρόσφεραν λοιπόν δωρεάν γη σε stradioti να χτίσουν την ζωή τους εκεί και μαζί και το νησί. Δεν θα πλήρωναν φόρους για τέσσερα χρόνια, όποτε όμως τους χρειάζονταν, θα ’πρεπε να πολεμούν για την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το τελευταίο ήταν που δεν είχε πει ακόμη στην αδερφή του. Διαβάστε περισσότερα »

Ο Έλληνας

Ο σερβιτόρος πλησίασε υπάκουα τον ηλικιωμένο μάγειρα και κάθισε στο πλαστικό καφάσι πλάι του. Πήρε το τσιγάρο που του πρόσφερε ο άλλος και για λίγη ώρα κάπνιζαν αμίλητοι. Το βλέμμα του Νίκου ήταν καρφωμένο στην πόρτα του εστιατορίου. Με το που θ’ άνοιγε, θα πεταγόταν να επιστρέψει στην δουλειά του. -- «Ξέρεις πότε στράβωσε το πράγμα;» ρώτησε άξαφνα ο σεφ. Διαβάστε περισσότερα »

Άνθρωποι μονάχοι...

Τα λόγια συναρμονίζονται με τη μουσική και με τη φωνή της γυναίκας. Ο άντρας ακούει καπνίζοντας. Έχει περάσει το σπαραξικάρδιο στάδιο της ανακάλυψης ότι είναι ολομόναχος στον κόσμο. Κάποτε είχε σύντροφο και μπόλικη συντροφιά. Τώρα... αυτό το ρημάδι «το τώρα» είναι τόσο έρημο, όσο αυτός. Διαβάστε περισσότερα »

Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο. Διαβάστε περισσότερα »

Βόηθα, Γέρο!

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;» Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί. Διαβάστε περισσότερα »

Η ιστορία μιας Εβραίας

Ήρθε στον χώρο που μαζεύαμε φάρμακα κι έφερε την μεγαλύτερη σακούλα. Κάθισε αντίκρυ κι άναψε τσιγάρο. ΄Άσσο πλακέ Παπαστράτο, ο παππούς καπνεργάτης το 36, ήξερε τα μέσα και τα έξω του καπνού. Σηκώθηκαν τα δακτυλίδια του καπνού, φανήκαν αμήχανες από πίσω οι δεκαετίες. Μιλήσαμε για πολλά. Καλλιτέχνης εμπλεκόμενη με τα εικαστικά και το θέατρο, χρόνια στο ΚΚΕ εσ. (πόσο άκομψο αυτό το εσ. όταν κι εσύ στηριζόσουν οικονομικά στον Τσαουσέσκου, Αμερικανοί ή Ανατολικοί ή Έλληνες, δύσκολα ανεξάρτητη από τοπικά ή υπερτοπικά συμφέροντα η πολιτική σκηνή... Διαβάστε περισσότερα »

Τι θα μπορούσε να μας πει ένα παιδί

Κατέφυγα σε μία πόλη άγνωστη, τεράστια και υπερσύγχρονη, μακριά απ’ την καταπίεση της μητρικής μου πόλης, που μου πλάκωνε την ψυχή με τα κάστρα και τους μύθους της. Περνώ τελείως απαρατήρητος. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει ότι τα παιδιά μου είναι μεγαλύτερα από μένα, λόγω άγχους και φόβου ζωής; Παιδιά που δε διαδηλώνουν ήσυχα, αλλά εκρήγνυνται σαν βεγγαλικά και καταστρέφουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Πολιτικοί που συνεισφέρουν μόνο στην πείνα του λαού και στο βόλεμα των «ημετέρων». Διαβάστε περισσότερα »

Η παράξενη ιστορία του αλόγου

Η έρημη παράγκα έστεκε μες στη σιωπή του κάμπου μοναχή κι ερειπωμένη, ένα στοιχειό της φύσης. Οι δυνατοί άνεμοι, που την λίκνιζαν πέρα δώθε, δεν κατάφεραν ακόμη να γκρεμίσουν ό,τι απέμεινε στη μνήμη σαν ανεκτίμητος θησαυρός. Όταν φυσούσε ο θαλασσινός, άκουγες τη βροντερή φωνή του μπάρμπα-Θόδωρου, πότε επιτακτική, πότε ενθαρρυντική να διαχέεται στο μεγαλύτερο μέρος του κάμπου, ιδιαίτερα στα κοντινά χωράφια του προσφυγικού συνοικισμού, όπου οι γεωργοί έπιαναν το χάραμα δουλειά. Ο μπάρμπα-Θόδωρος ακολουθούσε το μουλάρι του, που σκυμμένο πάνω απ’ τη σκληρή γη, έσερνε με απίστευτη δύναμη το αλέτρι, χαράζοντας μακρόστενες λουρίδες στο χώμα. Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρά- Σταματούλα

Κοντά στην πόλη μας, μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της, σε ένα από τα γραφικότατα προάστιά της -ήταν τότε ένα μικρό-μικρό χωριό- ζούσε η κυρά-Σταματούλα. Για να βοηθήσει τον άντρα της στα έξοδά τους πουλούσε “μαζώματα”[1], που τα εύρισκε εύκολα στο μικρό κάμπο, δίπλα στο χωριό από το ένα μέρος, και στη λίμνη μας από τ’ άλλο. Αρκετές γυναίκες του χωριού έκαναν το ίδιο και μετέφεραν τα “μαζώματα” στην πολιτεία μας, σε μεγάλα κομμάτια υφάσματος, σε παλιά τραπεζομάντηλα ή σε παλιές, μεγάλες, γερές “μπόλιες” ή “φακιόλια” ή “μαντίλες”, που δέναν τις γωνιές τους κάνοντας ένα “μποξιά” ή “μπόγο”. Διαβάστε περισσότερα »

Χορεύοντας με τα Σπουργίτια

-Για να δω, είπε η μάννα του, μπαίνοντας μ ένα δίσκο στα χέρια. Χμ. τριάντα οχτώ. Μάλλον κρυωμένος θα είσαι. Εμ, βέβαια! Κάθε απόγευμα γυρίζεις στο κρύο και δεν μαζεύεσαι, αν δεν σκοτεινιάσει. Χειμώνας καιρός! Κρύωσες. Βλέπεις τι παθαίνεις για να μην ακούς κανένα; Τώρα πρέπει να φέρω γιατρό. Εσύ θα πιεις, σαν καλό παιδί το γάλα σου και θα πάρεις αυτή την ασπιρινούλα. Στην κουζίνα σού έχω έτοιμο ένα χαμομήλι. Αν δεν έχω γυρίσει σε δυο ώρες, θα σηκωθείς σιγά-σιγά, θα το ζεστάνεις λίγο, όχι πολύ, να μη το κάψεις δηλαδή, θα ρίξεις και μια κουταλιά μέλι και θα το πιεις κι αυτό. Θα σου κάνει καλό γιατί μάλλον οι αμυγδαλές σου είναι πάλι. Για να δω λίγο το λαιμό σου. Χμ! Περίεργο. Δεν φαίνεται και πολύ άσχημα. Τέλος πάντων, θα μας πει ο γιατρός. Διαβάστε περισσότερα »

΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις

Το Θέρμο δεν είχε κινηματογράφο, σπάνια το επισκεπτόταν καμιά θεατρική ομάδα, αλλά και αν γινόταν κάτι τέτοιο που να φτουρήσουν ψιλά για τέτοιες πολυτέλειες, όταν η εξασφάλιση του ψωμοτυριού ήταν προβληματική. Το κατηχητικό, ιδιαίτερα για μας που μέναμε σε ενοίκιο ήταν σχεδόν υποχρεωτικό και το ίδιο και ο εκκλησιασμός την Κυριακή, αν δεν λείπαμε στα χωριά μας. Την Κυριακή έβγαζε κήρυγμα ο θεολόγος μας και κατηχητής μας. Στα κηρύγματα πρόσεχα τις ιδέες που αράδιαζε και το περιεχόμενο. Μερικοί θαύμαζαν τις εντυπωσιακές λέξεις και τη ρητορική του δεινότητα. Παρατήρησα, όμως, ότι πάρα την ευγλωττία του μερικές φορές οι προτάσεις του κατέληγαν σε ασυναρτησίες. ΄Ημουν σίγουρος ότι δεν έκανα λάθος αλλά έτσι ν’ ακούσω και μια άλλη γνώμη, το είπα μια μέρα εμπειστευτικά στο φίλο μου Κοκκαλάκη, που ήταν άσσος στη γρήγορη κατανόηση κειμένων και λόγων. «Το ίδιο παρατήρησα και εγώ», μου είπε. Φυσικα το θέμα δεν το πήγαμε παραπέρα. Διαβάστε περισσότερα »

Η κυρία του Μπαλκονιού

Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο... Διαβάστε περισσότερα »

Περισσότερα φώτα !

Σήμερα έκλεινε τα εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός έφτανε τρομακτικός στη σκέψη της. Ανελέητος, βιαστικός ο χρόνος , πέρασε ανύποπτα επάνω από τις μέρες της και τώρα έστεκε με θλίψη απέναντι στο τέρμα. ΄Αξαφνα, άκουσε ένα ηχηρό γέλιο, φερμένο λες από το παρελθόν. Η κοπελίτσα εκείνη που έστεκε απέναντί της είχε κάτι γνώριμο αλλά και ξένο ταυτόχρονα. Τη λέγανε Πηνελόπη, όπως κι εκείνη. Τι σύμπτωση! Φορούσε ένα καλοκαιρινό ροζ φουστάνι με φαρδιά ζώνη στη μέση και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια όμορφη αλογοουρά. Σκυμμένη στη ραπτομηχανή της, έραβε ασταμάτητα και τραγουδούσε ταυτόχρονα ένα μελωδικό τραγούδι για τον έρωτα. Διαβάστε περισσότερα »

Με έναν Άγιο

Απόψε έριχνε στη μάχη το μεγάλο κόλπο. ΄Η όλα ή τίποτα. Από τη μια ο πλούτος των λίγων κι από την άλλη η δική του ανέχεια, που άγγιζε πια τα όρια της απελπισίας. Παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλο και κάποιοι θα είχαν βγει για την απαραίτητη διασκέδαση των ημερών. Κι αυτός, ενδεδυμένος με την αθωότητα ενός ΄Αγιου Βασίλη, θα μπούκαρε στα σπίτια των καλοζωισμένων και θα φρόντιζε να πάρει λίγη από τη δική τους ευτυχία. ΄Οχι, κλοπή δεν την ονόμαζε. Σαν δίκαιη μοιρασιά την έβλεπε, μια και οι λίγοι είχαν τα πολλά και οι πολλοί τα λίγα. Διαβάστε περισσότερα »

Χριστούγεννα

Τα Χριστούγεννα αναβόσβηναν επάνω στα λαμπάκια των στολισμένων δρόμων, κατηφόριζαν ύστερα στους δρόμους με τις φωτεινές επισημάνσεις « Προσοχή, Χριστούγεννα!» και σταθμεύανε στις άκριες μιας έγνοιας για την επιβίωση της ελπίδας. Κάποιοι ξεχασμένοι άγγελοι τραγουδούσανε ακόμα στους δρόμους, μα η φωνή τους ήταν πολύ αρμονική, για να ταιριάξει με τη βουή μιας ταραγμένης ανθρωπότητας. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρε βαθιά ανάσα, κατέβηκε προσέχοντας να μην πατήσει τις εύθραυστες αντοχές της. Διαβάστε περισσότερα »

Η νησώ του ποταμού

Η κόρη σκούπιζε το τρίτο πάτωμα του αρχοντικού, τον τελευταίο όροφο, που ’χε παράθυρα ανοιχτά, χωρίς κάγκελα και βιτρό, παρά μόνο φύλα ξύλινα που τα σφράγιζαν το χειμώνα για να μην μπαίνουν οι αέρηδες από τον Αϊ -Λια και μουσκέψει η βροχή τα σανιδένια πατώματα. Τον ιδρώτα της στέγνωνε το αεράκι που ερχόταν φρέσκο από τις κορυφές των Κασταναριών, κατά κει που προσηλωμένο έστεκε θαρρείς το σπίτι του ανδρός της, ενώ μιμίτσια, ανεμώνες και τ’ αυτί του λαγού, άνθη ταπεινά, μύρωναν τις κατηφοριές της πλαγιάς. Διαβάστε περισσότερα »

Μεγεθύνσεις ενός παρελθόντος

To δωμάτιο μικρό, μικρότερο απ’ ό,τι συνήθως. Λες και χαμήλωνε το ταβάνι απειλητικά πάνω απ’ την ανήσυχη σκέψη του. Σηκώθηκε απ΄το κρεβάτι όμοια με παιδί που ξυπνά αλαφιασμένο από όνειρο κακό. Γύρω του σκορπισμένα άδεια τενεκεδάκια μπίρας, πρόβαλλαν σαν μικρό ναρκοπέδιο στον ασταθή βηματισμό του. Ξανακάθισε βαρύς στο στενό, γυμνό από σεντόνια κρεβάτι. Απέναντί του το ψυγείο με την πόρτα ορθάνοιχτη, άδειο κι αυτό, προκαλούσε την πείνα και τη δίψα του. ΄Εψαξε νευρικά στις τσέπες του παντελονιού του. Δυο τρία τσαλακωμένα χαρτομάντιλα κι ένας σπασμένος αναπτήρας όλη κι όλη η συγκομιδή του. Διαβάστε περισσότερα »

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Είχε τις πρωινές στάλες πάνω στα μάγουλά της. Έτρεξε προς το μέρος μου που την καλούσα με μία κίνηση του χεριού, για να προστατευθεί κάτω απ’ τη σκεπή του κτιρίου. Ήταν η μοναδική της επιλογή. Απότομο το ξέσπασμα του ουρανού• τίποτα δεν προμηνούσε μία βροχερή μέρα. Όλοι ντυμένοι ανοιξιάτικα, ελαφρά, τυλιγμένοι με μία διάθεση κεφιού, τώρα προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από το νερό που πετούσαν τα αυτοκίνητα στο πέρασμά τους. Διαβάστε περισσότερα »

Το αντάμωμα

Τον ξύπνησε ο ήχος του μεγαφώνου. Κάποιος ανακοίνωνε ότι το αντάμωμα στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία θα ξεκινούσε στις 8:30 το απόγευμα. Είχε ξεχάσει τον τρόπο ενημέρωσης στο χωριό και χαμογέλασε. Του έφερε μνήμες από τότε που ήταν παιδί και οτιδήποτε αφορούσε στο χωριό το μάθαινε από το μεγάφωνο. Από τη λειτουργία του σχολείου μέχρι και την αναγγελία κάποιου χρέους που έπρεπε να πληρωθεί στην κοινότητα. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν» σκέφτηκε και αυτό τον έκανε να νιώσει οικεία. Οι έντονοι ρυθμοί του Βερολίνου που έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια τον είχαν κάνει να ξεχάσει τους ήρεμους ρυθμούς του χωριού. Μια άλλη γνώριμη φωνή τον έκανε να νιώσει οικεία και μια ζεστασιά στην καρδιά του. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρά Ειρήνη. Διαβάστε περισσότερα »

Το τρένο

Ο κυρ Ανδρέας ξύπνησε νωρίς εκείνη τη μέρα. Τελείωνε η άνοιξη και οι μέρες ήταν σχεδόν καλοκαιρινές. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Η κίνηση των αυτοκινήτων είχε ήδη ξεκινήσει παρόλο που δεν είχε ξημερώσει καλά - καλά. Πάντα αυτή η πόλη ήταν ζωντανή από πολύ νωρίς. ʼλλοτε τέτοια εποχή οι γλάστρες του μπαλκονιού θα είχαν γεμίσει ανθάκια και μπουμπούκια αλλά τώρα μόνο ξεραμένοι βλαστοί είχαν απομείνει. Η σκέψη αυτή του έφερε θλίψη και βιάστηκε να μπει μέσα. Όπως κάθε μέρα από τότε που έχασε την κυρά Παναγιώτα ντυνόταν και πήγαινε στο σταθμό των τρένων να πιει τον καφέ του. Του βάραινε η καρδιά να κάθεται και να πίνει τον καφέ μόνος του. Τόσα χρόνια μαζί, χαρές και λύπες τα κουβέντιαζαν με τον καφέ τους και τώρα δε μπορούσε να συνηθίσει αυτή την απουσία, την ερημιά του δωματίου, τη σιωπή. Εκείνη την ημέρα ακόμη περισσότερο. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος και ακόμη νιώθει αυτό το κενό. Διαβάστε περισσότερα »

Older Entries »