-
The very latest
- Κι όμως γυρίζει
- Ένα νησί ταξιδεύει
- Αφόρητες Αγάπες
- Ανάμνηση
- Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Pues sola hay una
- Η ιστορία της γέννησης
- Από τη Μάνα στην Κόρη
- Έτη παιδιού
- Mother’s Day Remembrance
- Σαν έφυγες
- Το νόημα του κόσμου
- «Αρχή Άνδρα…δείκνυσι»
- Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος!!!!!
- Amulet
- A woman’s wig
- Τα “θα” που έμαθα
- Cinco Dinares
- From Top to Toe
- Τιτανικός Δύο
- Θυσία Κωνσταντίνου Κουκίδη*
- You’ll Never Walk Alone
- Emigre
- Τα ιδανικά μας
Subscribe to Diasporic
Login
Diasporic Authors
Alekos Agelidis
(42), Andrea Demetriou
(3), Andrea Garivaldis
(24), Angela Costi
(8), Aris Adanis
(17), Avgoustis Maroulis
(6), Christina Tsardikos
(2), Chrysa Mastorodimou
(1), Constantinos Nigdelis
(2), Diasporic Literature
(53), Dimitri Dr Karalis
(18), Dimitris Troaditis
(38), Dimitris Tsaloumas
(16), Dionysia Mousoura-Tsoukala
(5), Dr Christos Galiotos
(6), Dr George Kanarakis
(1), Dr Gregory Christidis
(13), Dr Nicholas Fourikis
(6), Evangelia-Aggeliki Pechlivanidou
(60), Fedon Theofilou
(5), Frederika Apokidou
(18), Gabriel E. Christoforidis
(4), Gabriel Panagiosoulis
(22), Gabrielle Morgan
(15), George Marinakis
(3), George Nikolopoulos
(19), Haris Melitas
(18), Hector M. Taboada
(4), Iakovos Garivaldis
(66), Ioannis Panagakos
(9), Irene Doura-Kavvadia
(4), Jennifer Stewart
(3), John Liaskos
(17), Katerina Tsernotopoulou
(2), Laskaris P. Zararis
(17), Liat Kirby-Nagar
(6), Loula S. Rodopoulos
(15), Manolis Aligizakis
(39), Maria Theofilakou
(7), Michael Morgan
(5), Michael Pais
(15), N.Ν. Trakakis
(11), Nicos Nicolaides
(3), Nikos Batsikanis
(9), Nikos Nomikos
(3), Nikos Piperis
(3), Panagiotis Garmiris
(3), Ross Spirou
(1), Ruth Sancho
(12), Sofia Kostos
(5), Sophocles Kitharidis
(2), Stratos Doukakis
(4), Tasos Damianos
(3), Thodoros Ioannidis
(1), Vangelis Catevatis
(9), Yiorgos Anagnostou
(1), Yiota Stratis
(4), Άθως Χατζηματθαίου
(2), Δρ Ιωσήφ Ιωσηφίδης
(13), Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
(45), Κώστας Δουρίδας
(2), Τάκης Χατζηαναγνώστου
(3)
Author images
Επιφανείς ομογενείς
Comments
- Ευαγγελία - Αγγελική Πεχλιβανίδου on Mother’s Day Remembrance
- Aris Adanis on Κι όμως γυρίζει
- Aris Adanis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Giota Tsiliki on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
- Laskaris Zararis on Μπρος στο δικό της μεγαλείο
Περιοδικές εκδόσεις Αυστραλίας
Αρχείο
- May 2012 (17)
- April 2012 (26)
- March 2012 (24)
- February 2012 (20)
- January 2012 (32)
- December 2011 (32)
- November 2011 (28)
- October 2011 (12)
- September 2011 (21)
- August 2011 (21)
- July 2011 (33)
- June 2011 (35)
- May 2011 (32)
- April 2011 (30)
- March 2011 (35)
- February 2011 (35)
- January 2011 (39)
- December 2010 (35)
- November 2010 (49)
- October 2010 (30)
- September 2010 (20)
- August 2010 (12)
- July 2010 (14)
- June 2010 (6)
- May 2010 (11)
- April 2010 (7)
- March 2010 (6)
- February 2010 (11)
- January 2010 (7)
- December 2009 (10)
- November 2009 (16)
- October 2009 (14)
- September 2009 (18)
- August 2009 (42)
- July 2009 (15)
- June 2009 (10)
Ροή Φόρουμ- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012Αγαπητέ Δημήτρη, Επειδή έχουμε αλλάξει θέμα στη συζήτησή μας αυτή και μιλάμε πλέον περί ψυχής, θεώρησα σωστό να προσθέσω μια άλλη κατηγορία συζήτησης με τίτλο "Περί ψυχής". Σε παρακαλώ πήγαινε εκεί για να δεις την απάντησή μου στα πιο πάνω. Ευχαριστώ Ιάκωβος […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 1, 2012Φίλε Ιάκωβε χαίρε, Και μένα ευφραίνεται η ψυχή μου όταν κουβεντιάζομαι φιλοσοφικά και ιδικά για τα αίτια της ζωής και για πού μας τραβάει μεταφυσικά. Το ίδιο παρατήρησα και εγώ διαβάζοντας το Φαίδωνα στην Αγγλική γλώσσα με πολλές λεξικές ανακρίβειες. Επόμενο ήταν η αδυναμία τους να βρουν κατάλληλη λέξη στη μητρική τους γλώσσα που να εκφράζει την αντίστοιχη Ε […]
- Re: Τι είναι Δύναμις May 2, 2012
Views
- Magazine - 4,523 views
- Michael Morgan’s paintings - 3,088 views
- That Day… - 3,085 views
- Γυμνοί Άγγελοι - 2,980 views
- Στον κυρό Αυγουστίνο Καντιώτη - 2,898 views
- Έλληνες – Ξενιτιά - 2,798 views
- Νίκος Καζαντζάκης: Μια παγκόσμια αγωνία για το μέλλον - 2,245 views
- Μηλιά η ξένη… - 2,039 views
- Κώστας Μόντης - 1,937 views
- Polymorphous George Aslanis - 1,789 views
Πολιτιστικά Culture
Literature Sites
Scheduled literature
- Πύδνα - Κίτρος12–10–2012
- Στην απελευθέρωση της Κατερίνης15–10–2012
Κι όμως γυρίζει
Αριστοτέλης Φράγκος
Ωιμέ! Στερέψανε πατρίδα στο στόμα τα γλυκόλογα
Το ίδιο η αγάπη, ο σεβασμός, η πίστη, η περηφάνια
Που φούντωνε στα στήθια μου του Ήφαιστου η άσβεστη φωτιά
Και στο αμόνι του σφυρηλατούσε τις αντοχές, το θάρρος μου
Τη δοξασμένη σημαία σου να υπερασπιστώ
Αυτή που γνέψανε θάλασσες και ουρανός με νήμα μεταξωτό
σε ρόκα πικροδάφνης
Που ύστερα υφάνθηκε σε αργαλειό με λεβεντιά, πείσμα ηρώων
Και τα στημόνια τα αργυρά του εραστή σου ήλιου
Ένα νησί ταξιδεύει
Τάκης Χατζηαναγνώστου
Μυθιστόρημα *
Η άνοιξη είχε μπει για καλά. Και δεν την έφεραν μόνο οι δυο καινούριες συμμαθήτριες στην τάξη. Ήταν κι ένας καινούριος καθηγητής της φιλολογίας, που μας τον παρουσίασαν ολότελα άξαφνα κι αναπάντεχα, ν’ αντικαταστήσει τον παλιό μας, γιατί, λέει, γέρασε.
Δε μας άρεσε αυτή η απροειδοποίητη αλλαγή. Στο κάτω-κάτω με το «γέρο» τα πηγαίναμε μέλι-γάλα. Ήταν κουρασμένος απ’ τα χρόνια ο άνθρωπος και δε μας ζόριζε και πολύ στο μάθημά του. Τούτος ο νέος σίγουρα θα κρατούσε μιαν άλλη στάση απέναντι σ’ όλους μας, δημιουργώντας μας υποχρεώσεις. Τον είδαμε με πολλή επιφύλαξη.
Με την ίδια επιφύλαξη μας αντιμετώπισε στα δυο πρώτα του μαθήματα κι εκείνος. Τυπικός και συμμαζεμένος, μας κοίταζε έναν-έναν ερευνητικά, αποφεύγοντας να προσθέσει έστω κι ένα «και» σ’ όσα είχε καθήκον να μας διδάξει.
Ωστόσο την τρίτη φορά διακρίναμε στη φωνή του ένα σπινθήρισμα. Χωρίς να το καταλάβουμε τεντώσαμε την προσοχή μας. Και τότε είδαμε στο βλέμμα του μια λάμψη που δύσκολα έκρυβε την ακτινοβολία της. Ανακαθίσαμε στα θρανία.
«Οφείλω να σας πω ότι μου είναι αδιανόητο να σας κάνω ένα μάθημα νεκρό, διδάσκοντάς σας άψυχες έννοιες, που δεν καταφέρνουν να γεφυρώσουν μια στοιχειώδη μεταξύ μας επικοινωνία. Θα προτιμούσα να κάναμε ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων. Τι λέτε ;»
Δεν απάντησε κανένας μας. Τι ξέραμε να του πούμε; Εμείς από «ιδέες» και «σκέψεις» είχαμε μεσάνυχτα. Όλο κι όλο το ζήτημα πιστεύαμε πως ήταν να διαβάζουμε τις σελίδες που μας παρέδιναν οι καθηγητές, να τις αποστηθίζουμε όσο καλύτερα γινόταν, κι ύστερα να τις παπαγαλίζαμε χωρίς παραλείψεις. Οι ανταλλαγές που μας ζητούσε τούτος ’δω ήταν για μας άγνωστα πράματα πέρα για πέρα.
Τον κοιτάζαμε χωρίς να βγάζουμε άχνα.
«Δε λέτε τίποτα ;»
Ο Άρης γύρισε μόλις και με κοίταξε :
«Πες εσύ», μου ψιθύρισε.
Σήκωσα τους ώμους. Τι να ’λεγα ; Ή μήπως ήθελε ο φίλος να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα ; Αν ήταν έτσι, τον γέλασαν. Έσφιξα πιο πολύ τα χείλια μου. Δεν άρθρωσα λέξη.
Ωστόσο, ο καθηγητής επέμενε :
«Ίσως το φταίξιμο είναι δικό μου, που δε σας μιλώ για πιο συγκεκριμένα πράματα. Ωραία. Τότε ας κουβεντιάσουμε για την ποίηση. Ας μου πει κάποιος τι είναι ποίηση. Πώς την αντιλαμβάνεται. Τι έχετε σχετικά ακούσει.»
Πάλι κανένας δεν άνοιξε το στόμα του. Ξέραμε βέβαια πως ποίηση σήμαινε κυρίως απαγγελία. Δηλαδή ένα κείμενο καλουπωμένο σε στίχους, γραμμένους πάνω σε κάποιο μέτρο και κάποιο ρυθμό, που έπρεπε να διαβάζεται με ειδικό τρόπο. Μήπως δεν ήταν έτσι ; Η ερώτηση του καθηγητή μάς έκανε ξαφνικά ν’ αμφιβάλουμε. Τον κοιτάζαμε σαστισμένοι και κάπως καχύποπτοι. Φοβόμασταν ότι μπορεί να μας έστηνε παγίδα.
Ευτυχώς ότι γρήγορα μας έβγαλε ο ίδιος απ’ το αδιέξοδο. Χαμογέλασε. Είπε :
«Ας μη σας ταλαιπωρώ άλλο. Σπεύδω να σας πω ότι ούτε εγώ ξέρω έναν ορισμό που θ’ απαντήσει μ’ αναντίρρητη σιγουριά σ’ ό,τι σας ρώτησα. Σας βεβαιώ. Γιατί η ποίηση δεν εξηγείται, δε λέγεται, δεν ορίζεται. Δεν μπορείς να πεις είναι αυτό ή εκείνο. Είναι κι αυτό, κι εκείνο, κι όλα, ή τίποτα. Είναι το αίσθημά μας ότι κάτι συμβαίνει γύρω μας, ας πούμε ένα παλμός, ένα χτυποκάρδι. Βλέπουμε ένα τριαντάφυλλο. Τα πέταλά του, σφιχτά δεμένα το ένα με τ’ άλλο, φτιάχνουν μιαν αρμονία εικόνας και χρώματος. Αυτή η αρμονία δε σταματά μόνο στην όρασή μας. Προχωρεί πιο μέσα, φτάνει ως την καρδιά, την κεντά, την ερεθίζει, ξεσηκώνει μέσα μας μια συγκίνηση. Ακριβώς αυτή η συγκίνηση είναι η αίσθηση της ομορφιάς που πλημμυρίζει το «είναι» μας όλο. Ε, λοιπόν, αυτή η αίσθηση της ομορφιάς είναι η ποίηση –η ποίηση των πραγμάτων, των καταστάσεων, των ιδεών, η μαγεία του κόσμου…»
Στράφηκα με τρόπο στον Άρη. Ήταν απορροφημένος. Στράφηκα στ’ άλλα παιδιά. Το ίδιο. Κανείς δε σάλευε. Ούτε μιλούσε. Ξαφνικά όλοι είχαν τυλιχτεί σ’ ένα ρόδινο σύννεφο και ταξίδευαν έξω τόπου και χρόνου. Κι εγώ μαζί. Κι η μαλακιά φωνή του καινούριου καθηγητή μας συνέχιζε:
«Φυσικά αυτά τα πράματα τα νιώθουμε όλοι μέσα μας : μεγάλοι, μικροί, αμόρφωτοι, καλλιεργημένοι. Θέλω να πω το φτιάξιμό μας είναι τέτοιο που, είτε το θέλουμε, είτε όχι, ακούμε βαθιά μας την πρόκληση των ψιθυρισμάτων που ξυπνούν απ’ τη θέαση των αντικειμένων, ή, αν θέλετε, αισθανόμαστε το ανατρίχιασμα που φέρνει η επαφή μας με το μυστήριο. Το κακό είναι ότι λείπει ο ήχος, λείπουν οι συγκεκριμένες λέξεις, ας πούμε ο κώδικας που θα μας εξηγεί κάθε φορά περί τίνος πρόκειται. Όλ’ αυτά γίνονται μυστικά και υποδόρια. Γι’ αυτό κι απ’ τους περισσότερούς μας περνούν απαρατήρητα. Οι δουλειές μας, οι απασχολήσεις μας, οι φροντίδες μας, οι σκοτούρες μας, τα επικαλύπτουν. Ωστόσο, υπάρχουν. Γιατί η ποίηση είναι η ουσία της ζωής. Υπάρχει διάχυτη παντού γύρω μας, ή και μέσα μας. Είναι η ιερή μέθη που αντιπαραβάλλει τον άνθρωπο απέναντι στο ρομπότ. Το ρομπότ είναι το μηχανιστικό πλάσμα που μπορεί να εκτελεί διάφορες τυποποιημένες λειτουργίες με βάση κάποιες Χ προδιαγραφές. Ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο. Είναι η καταξίωση της δημιουργίας του Θεού, που αλλιώς δε θα είχε νόημα. Μ’ άλλα λόγια η ποίηση είναι η γέφυρα που μας ανεβάζει ως το Θεό και μπορούμε να συνομιλούμε μαζί του σαν ίσος με ίσον…»
Είχα την αίσθηση ότι ήμουν ανεβασμένος πάνω σε φτερά. Μπορεί να μην έπιανα όλες τις έννοες που άκουγα. Μπορεί να μου ξέφευγε ακόμα και το νόημα κάποιων λέξεων ή φράσεων έτσι όπως σαν εικόνες τις ξετύλιγε η φωνή του καινούριου δασκάλου μπροστά στην έκπληκτη συνείδησή μας. Όμως ότι πετούσα, ναι, πετούσα. Κι οι συγκινήσεις απ’ το πέταγμα ήταν εκπληκτικές. Πνοές απ’ ολόγυρα. Χρώματα. Χρώματα κόκκινα, γαλάζια, κίτρινα, πράσινα. Και πουλιά. Κι από κάτω μου απέραντες θάλασσες. Κι ύστερα απ’ τις θάλασσες μια γη λουλουδισμένη, με μικρούς μαλακούς λόφους, με παιχνιδιστά βουνά. Η καρδιά μου χτυπούσε παράξενα. Οι χτύποι αυτοί πρέπει να ήταν μουσική. Η μουσική με τύλιγε. Με μεθούσε.
Ένα χέρι άρπαξε το χέρι μου. Ήταν του Άρη. Στράφηκα. Με κοίταζε. Ήταν κι αυτός συνεπαρμένος.
«Ωραία !…» ψέλλισε.
«Πολύ ωραία !…» αποκρίθηκα.
Όταν χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα, περιτριγυρίσαμε όλοι σχεδόν με λατρεία τον καινούριο μας καθηγητή. Αν μας ρωτούσε κανείς εκείνη την ώρα γιατί, δε θα ξέραμε να του εξηγήσουμε. Όμως θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να του πούμε «ναι, τον λατρεύουμε, μας κρατά απ’ το χέρι και το θέλουμε, το έχουμε ανάγκη.»
Τον κοιτάζαμε με θαυμασμό. Ήταν ψιλόλιγνος. Με σγουρά μαλλιά. Με μεγάλο πρόσωπο, που ακτινοβολούσε μόνιμα ένα φως. Με ζωηρά μάτια. Με λεπτά χείλη. Ήταν σαν να τον ξέραμε και να μας ήξερε από χρόνια. Αισθανόμαστε ότι τον αγαπούμε, ότι τον αγαπούσαμε απ’ την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην τάξη μας, ή κι ακόμα πιο πριν. Είχε κάτι από μας κι εμείς είχαμε κάτι από κείνον. Ήταν δικός μας. Γι’ αυτό, όταν μας είπε να μην πάρουμε σαν απαράβατα θεωρήματα όσα μας είπε προηγουμένως, αλλά να τα δούμε μόνο σαν ιδέες, που μπορούσε να είναι και λαθεμένες και να επιδέχονται και ανασκευές, φτάνει να έχει κανείς κάτι πιο σωστό να βάλει στη θέση τους και να τις αντικαταστήσει, νιώσαμε πιο οικεία μαζί του, πιο φιλικά.
«Δηλαδή μπορούμε να έχουμε και αντίθετες από σας απόψεις ;» ρώτησε ο Άρης.
«Γιατί όχι ; Κανένας δεν είναι αλάνθαστος. Κι επιπλέον εσείς είναι πιθανόν να είστε πιο αληθινοί, μια κι η καρδιά σας και το μυαλό σας διατηρούν ακόμα την παρθενικότητα της ηλικίας.»
Ο Άρης έγινε σοβαρός :
«Και θα μας επιτρέπατε να συζητήσουμε μαζί σας και άλλα θέματα, εκτός απ’ την ποίηση ;»
Ο καθηγητής αιφνιδιάστηκε. Ίσως και να ένιωσε ότι παγιδευόταν. Κοίταξε τον Άρη ερωτηματικά. Πάντως μας έδωσε την εντύπωση ότι του ήταν αδύνατο, ή ότι δεν ήθελε να ξεφύγει. Αποκρίθηκε :
«Μα φυσικά.»
Βγήκαμε στο διάλειμμα, παίξαμε, τρέξαμε, ξαναμπήκαμε στην τάξη γι’ άλλο μάθημα, θρησκευτικά ή ζωολογία, κάτι τέτοιο, κοροϊδέψαμε τον καθηγητή που είχε ένα τικ και κάθε τόσο ξερόβηχε, ξεροβήχαμε κι εμείς όλοι σκύβοντας κάτω απ’ τα θρανία, ώσπου τέλος σχολάσαμε. Ε, εδώ ήταν η διαφορά : στην καρδιά μας τώρα φυσούσε μια ευφορία : ότι η ζωή μας πήρε μια καινούρια διάσταση καθώς το νησί μας ταξίδευε στο πέλαγος των καιρών…
Τάκης Χατζηαναγνώστου
————————————————–
* Απόσπασμα απ’ τη νέα έκδοση του βραβευμένου απ’ την Ακαδημία Αθηνών μυθιστορήματος του συγγραφέα, που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ.
Αφόρητες Αγάπες
Άρις Αντάνης
Έβλεπες τη μάννα, που λαγοκοιμόταν
μπροστά στην τηλεόραση,
και στην ψυχή σου, φευγαλέο βάσανο κρυφό,
η αποφράδα σκέψη: «Άραγε ανασαίνει ;
Κι αν κάποτε πάψει να ζει, πώς θα το αντέξω !»
Έβλεπες τον πατέρα, που τον έπαιρνε
ο υπνάκος στην πολυθρόνα του,
με την εφημερίδα, ορθάνοιχτη να τον σκεπάζει,
και διάβαζες, πρωτοσέλιδη, την αγωνία σου :
«Άραγε ζει; Κι άμα δεν ζει, πώς θα τ’αντέξω !»
Ανάμνηση
στη μητέρα μου
Άντρια Γαριβάλδη
Τούτο το δείλι το στυφό
π’ απάνεμα τα κύματα φιλούνε τ’ ακρογιάλι,
την ώρα που ’σκυψε ο ήλιος ντροπαλά
της γης τα χρυσοχρώματα ν’ ανάψει,
μιλούν του ρολογιού τα καρδιοχτύπια αργοσαλεύοντας.
Έφυγες έναν δειλινό
μιας ανθισμένης Κυριακής,
μαραζωμένο γιασεμί,
που στο καντήλι της χαράς
το λάδι είχε στερέψει.
Στ’ αντίπερα του κόσμου γλίστρησες αργά,
μέσα στης θλίψης τα πελάγη μοναχή,
σ’ άγνωστες χώρες
πέταξες βουβά,
γνώριμα χάδια λησμονώντας.
Έφυγες σιωπηλά με τη βροχή,
ανύποπτα, καθώς το δάκρυ σου, αδύναμο,
για ύστερη φορά δρόσιζε την καρδιά.
Μπρος στο δικό της μεγαλείο
Ιάκωβος Γαριβάλδης
Το είπε και σ’ εμένα τρυφερά
πως «..κάποια μέρα όλα σβήνουν
στη μνήμη των δημιουργών τους χάνονται…»
»Κι η νύχτα δεν λογιάζει κάλλη, μήτε κόπους
παρά το χρόνο που την διαφεντεύει σκέφτεται,
μην τύχει και η θύμηση διαιωνιστεί,
μην τύχει και βγει στους δρόμους ανεξέλεγκτη
στον πηγαιμό κάποιου ανέσπερου μας στόχου.»
Η ιστορία της γέννησης
Από τη Μάνα στην Κόρη
Ευαγγελία Πεχλιβανίδου
Το δάκρυ μου που κυλάει στα μαλλιά σου
είναι αληθινό.
Η καρδούλα σου που χτυπιέται ανελέητα
σηκώνει κύματα στη δική μου.
Στα παγωμένα χέρια σου ρέω
όλη τη θέρμη που μου απόμεινε.
Τρέμουν τα χέρια σου απ’ τις ωδίνες
και σου χαρίζω τα δικά μου να σταθείς.
Τα δάκρυά σου λαφρύνουν την πίκρα σου
όταν σου τα σφουγγίζω εγώ.
Έτη παιδιού
διήγημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου
Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των πεύκων που κατέβαινε απ’ το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν απ’ τα ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ’ απ’ τα πόδια τους.
Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα:
- Τηλεφώνησαν απ’ την πόλη ότι…
Δεν μπόρεσε να βρει γιατί, εκείνη τη στιγμή, ένιωσε άξαφνα σαν ένα μικρό παιδί, που πάνω απ’ το κεφάλι του έπαιξαν αναπάντεχα μιαν αποτρόπαιη καμπάνα. Αυθόρμητα αναζήτησε το χέρι της γυναίκας του. Μα εκείνη είχε κιόλας σηκωθεί απ’ την πάνινη πολυθρόνα της.
- Πρέπει να πάμε αμέσως κοντά της, είπε.
Σηκώθηκε κι εκείνος. Αισθανόταν κάπως σαστισμένος, δειλός. Η μητέρα του ήταν κοντά ογδόντα-εξ χρονών, με κλονισμένη πια υγεία, με κατάγματα από παλιό πέσιμο. Θα ‘πρεπε να την περιμένει μια τέτοια εξέλιξη, που διόλου απίθανο να οδηγούσε σύντομα στο αναπόφευκτο τέλος. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι κλοτσούσε μέσα του. Να ήταν η καρδιά του;
Η γυναίκα του τακτοποίησε τα παιδιά να κοιμηθούν, κι ο ίδιος ετοίμασε το αυτοκίνητο. Ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα. Τα φώτα του αμαξιού έφεγγαν πάρα πολύ δυνατά το δρόμο μπροστά, έτσι που γινόταν πιο σκοτεινός όλος ο άλλος χώρος στα πλάγια. Κι όμως εκείνος μάντευε τα σχήματα του τοπίου γύρω, που τώρα θα παρακολουθούσαν με κάποια σιωπηλή ανησυχία το μεταμεσονύχτιο ταξίδι του. Τα δέντρα, οι λόφοι, τα σκαρφαλωμένα απάνω τους σπιτάκια των μικρών χωριών, οι εκκλησιές, όλα, στα σίγουρα, θα έμεναν με άγρυπνα τα μάτια τους και κρατημένη την αναπνοή τους, γι’ αυτήν την απρόσμενη περιπέτεια. Ο αέρας που τρύπωνε απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, μιλούσε συνέχεια για τη διάχυτη συμπάθεια των πραγμάτων που τους κύκλωναν. Ένιωθε συγκίνηση και ανακούφιση μαζί. Για σκέψου, όλα αυτά ήταν για τη μητέρα, τη μητέρα του.
Το ‘χε ξαναδοκιμάσει αυτό το συναίσθημα πριν χρόνια πολλά, δε θυμάται πια πόσα. Θα πρέπει να ήταν πολύ μικρός, γιατί είδε ξαφνικά τον εαυτό του με κοντά παντελονάκια να παίζει στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά, όταν μια γειτόνισσα, που είχε πάει να πιει καφέ με τη μητέρα του, βγήκε απρόσμενα στην πόρτα τους κι έβαλε τις φωνές, γιατί η φίλη της, λέει, έπεσε ξαφνικά χάμω αναίσθητη, σαν νεκρή. Έτρεξε πολύς κόσμος. Εκείνος όχι, δεν έτρεξε. Αισθανόταν ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Κάθισε στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού και βάλθηκε να κλαίει. Για τον μικρό κόσμο του η μητέρα του τότε ήταν σαν ένα είδος ουρανός. Δεν τη σκεφτόταν όταν έπαιζε ή όταν έτρεχε με τ’ άλλα παιδιά στους δρόμους. Αλλά την ένιωθε αόρατα από πάνω του, σαν μια απέραντη στέγη σπιτιού, σαν μια γλύκα που υπήρχε πάντα στην ατμόσφαιρα. Μπορούσε τώρα αυτή η μητέρα ν’ αρρωστήσει ; Μπορούσε να θαμπώσει ποτέ ο ουρανός; Μπορούσε η στέγη εκείνη να πάψει να τον σκεπάζει; Κι όμως ξαφνικά κι απότομα αισθανόταν γυμνός, σαν να ‘ρθαν ξένοι κι άγνωστοι και τον ξέντυσαν, του πήραν όλα του τα ρούχα. Γι’ αυτό έκλαιγε. Δεν ήξερε πόσες ώρες. Ύστερα ήρθαν ένα πλήθος χέρια και του χάιδεψαν το κεφάλι. Άκουσε τρυφερές καθησυχαστικές φωνές: “Μην κλαις, δεν είναι τίποτα. Μια μικρή λιποθυμία που πέρασε. Η μητέρα σου σηκώθηκε κιόλας…” Ανάσανε. Και χαμογέλασε. Κι ας έτρεχαν ακόμα ποτάμι τα δάκρυα απ’ τα μάτια του…
Τώρα, βέβαια, μέσα στο αυτοκίνητο, δεν κλαίει. Νιώθει τη στοργή του σκοταδιού και τη συμπόνια του. Τον ανακουφίζει.
Ωστόσο…
Κοιτάζει λοξά τη γυναίκα του. Θέλει να της πει ότι παρ’ όλην αυτή τη στοργή, δεν αισθάνεται κανένα χέρι ν’ απλώνεται στο κεφάλι του, ούτε ακούει καμιά φωνή να τον παρηγορεί. Και θέλει να τη ρωτήσει: “Τι λες κι εσύ;”
Μα η γυναίκα του μένει σιωπηλή, κοιτάζοντας ολοϊσια μπροστά. Σωπαίνει κι εκείνος. Σκέφτεται: “Είναι αστείο να της μιλήσω για τέτοια πράματα τώρα…”
*
Έφτασαν στη νυχτωμένη πόλη χωρίς άργητα, πήγαν κατευθείαν στο σπίτι της μητέρας. Ήταν η αδελφή του εκεί, με τον άντρα της και τα παιδιά της. Του είπε με λίγα λόγια τα καθέκαστα:
- Έκανε να σηκωθεί, και ζαλιζόταν, κι όταν πλάγιασε, της ήρθε εμετός, και δεν τον πρόλαβε, γέμισε το κρεβάτι, τα σεντόνια, και το πιο σπουδαίο ότι δε μιλούσε τίποτα, ούτε έδειχνε να καταλαβαίνει. Φωνάξαμε αμέσως το γιατρό. Είπε: εγκεφαλικό. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Θα περιμένουμε να ξημερώσει. Έστειλα αμέσως και σας ειδοποίησα.
- Πού την έχετε; ρώτησε εκείνος.
- Στην κρεβατοκάμαρη.
Η γυναίκα του πέρασε πρώτη να τη δει. Ο ίδιος ένιωσε, απροσδόκητα, ανίκανος να κάνει έστω κι ένα βήμα. Κάθισε στα σκαλοπάτια της εισόδου, έτοιμος να κλάψει. Αισθανόταν σαν να ήταν μια στάλα μικρός, κι όλη του η ζωή ήταν ένας ουρανός, κι ο ουρανός αυτός τώρα από κάπου έσπασε, θόλωσαν τα χρώματά του, μερικά κομμάτια του κρεμάστηκαν σαν ξεκάρφωτα, μπορεί από στιγμή σε στιγμή να κατρακυλούσαν στο χάος. Η ψυχή του μαζεύτηκε σε μια γωνιά, σαν ζωάκι κατάφοβο. Αν συντριβόταν και χανόταν αυτός ο ουρανός…;
Προσπάθησε ν’ αντιδράσει. Ήταν λυπηρό να είναι ένας ολόκληρος άντρας με άσπρα κιόλας μαλλιά, με οικογένεια, με δικές του έγνοιες κι ευθύνες, και ξαφνικά να νιώθει να διαλύεται όλη του η υπόσταση επειδή αρρώστησε η μητέρα του.
- Δε θα πας κι εσύ να τη δεις; ρώτησε η αδελφή του.
Έκανε μια γκριμάτσα, που δεν ήξερε κι ο ίδιος τι σήμαινε. Δεν απάντησε. Κι ωστόσο, δεν πήγε. Κάθισε με τον γαμπρό του στην τραπεζαρία τους. Αμίλητος. Ο νους του πήγε σ’ ένα γραμμάτιο που όφειλε να πληρώσει μεθαύριο. Ύστερα σ ‘ένα τηλεφώνημα που έπρεπε να κάνει στη γραμματεία του σχολειού της μικρής κόρης του, και το είχε ξεχάσει . Έπειτα, ξαφνικά, πήδησε πίσω, σ’ απροσδιόριστα χρόνια, κι είδε τη μητέρα νέα, να στέκει κοντά σ’ ένα παράθυρο και να πλέκει προσεκτικά, σαλεύοντας πότε-πότε τα χείλια, σαν να μετρούσε, ή να προσευχόταν. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος παραδίπλα και διάβαζε, κι ανάμεσα σήκωνε κρυφά τα μάτια και την παρακολουθούσε. Δεν ανέπνεε; Πώς! Αν πρόσεχες, θα ‘βλεπες ότι το στήθος της ανεβοκατέβαινε ανεπαίσθητα, ολόιδια με το στήθος της γης, που μέσα του εκτρέφει την ομορφιά του κόσμου. Έτσι το είχε σκεφτεί τότε. Ήταν έφηβος, και διάβαζε βιβλία με ποιήματα, και είχε κάποιες μυστικές ανατάσεις που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πού ξεκινούσαν και προς τα πού κατευθύνονταν. Χαμογέλασε με τη σκέψη του. Ήταν μάλλον φιλολογική. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή ένιωσε έντονα τη διάθεση να τη ζωγραφίσει, παρ’ όλο ότι δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του μολύβι και χαρτί για κάτι τέτοιο. Το αποφάσισε. Κι έκανε το σκίτσο της. Το ‘χει φυλαγμένο ακόμα. Θα πρέπει να το καντρώσει…
Απάνω στην ώρα βγήκε η γυναίκα του απ’ την κρεβατοκάμαρη. Ήταν σφιγμένη. Είπε:
- Δε νομίζω ότι θα μας βρει το πρωί…
Αμέσως έστρεψε και κοίταξε εκείνον στα μάτια. Σαν να τον άκουσε που επαναλάμβανε μέσα του χωρίς να καταλαβαίνει: “Δε θα μας βρει το πρωί…Δε θα μας βρει το πρωί…” Του φάνηκε πως κρύωνε. Και την ίδια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να το πει της μητέρας. Πάντα έτσι γινόταν, απ’ τα παιδικά χρόνια. “Μάνα, κρυώνω… Μάνα, πεινώ…..Μάνα, πονεί ο λαιμός μου…Μάνα,-…” Έκανε να καταπιεί, και δεν μπόρεσε. Κιόλας είχε δεθεί ένας κόμπος μέσα του -δεν ήξερε να πει αν ήταν στο λαιμό, στο στήθος, ή χαμηλά, στην κοιλιά του. Γύρισε απελπισμένος και κοίταξε την αδελφή του. Εκείνη δεν τον πρόσεχε. Συζητούσε με τη γυναίκα του για το πώς θ’ αντιμετώπιζαν το μοιραίο, τι έπρεπε να κάνουν, ποιον να ειδοποιήσουν, πώς να φτιάξουν το σπίτι.
Νευρίασε, σηκώθηκε. Θυμήθηκε που μια φορά, στο σχολειό -πόσα χρόνια από τότε, Θε μου- είχαν αργία γιατί πέθανε η μητέρα του δασκάλου τους. Τι χαρές που έκαναν όλα τα παιδιά της τάξης του! Γύρισε σπίτι χοροπηδώντας. “Δεν έχουμε μάθημα!…” Η δική του μητέρα τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο πικρό. “Σκεφτήκατε ποτέ τι άσκημο που θα ‘ταν να χάνατε ο καθένας από σας τη μάνα του, και να γελούσαν οι άλλοι από ευτυχία;” Πήγε στην καμαρούλα του σκυθρωπός. Εκείνος ο ουρανός που λέγαμε, για σκέψου να ράγιζε ξαφνικά… Ανατρίχιασε.
- Ευτυχώς που τη μετάλαβα προχτές…
Μιλούσε η αδελφή του. Κι όσο καταλάβαινε ότι ακόμα και τα λόγια, κι οι αναπνοές, κι οι εκφράσεις των ζωντανών μέσα στο σπίτι είχαν μπει στον κύκλο της μακάβριας τελετουργίας του τέλους, γνωστής κι απαίσιας όπως και να ‘χει το πράγμα, τόσο ένιωθε μιαν ενστικτώδη αντίρροπη δύναμη βαθιά του να θέλει ν’ αντιδράσει. Είπε:
- Δηλαδή δε θα κοιμηθούμε ως το πρωί;
- Μάλλον να κάνουμε βάρδιες. Κάποιος πρέπει ν’ αγρυπνεί οπωσδήποτε, για κάθε ενδεχόμενο.
- Λοιπόν, βρείτε να κοιμηθείτε κάπου όλοι σας. Θα φυλάξω πρώτος εγώ.
Ήταν μια άξαφνη και σωτήρια λύση. Συμφώνησαν μαζί του. Έπιασαν άλλος μια πολυθρόνα, άλλος έναν καναπέ, άλλος ένα ντιβάνι.
Εκείνος πήγε με σταθερά βήματα στην κρεβατοκάμαρη. Είδε πρώτη φορά τη μητέρα ξαπλωμένη έτσι, άρρωστη, στο κρεβάτι της: ένα ηλικιωμένο, μικρό, αδύναμο, κι αξιολύπητο πτώμα. Μόνο που ανάπνεε. Ελάχιστα. Ήταν εκείνη; Εκείνη η γυναίκα που στην αγκαλιά της κατάφευγε πάντα, στα μακρινά χρόνια των παιδικών απογοητεύσεων και των δακρύων;
- Μανούλα μου !…,ψέλλισε.
Δεν τον άκουσε. Δεν ήταν σε θέση να τον ακούσει. Ο θάνατος είχε κιόλας ακουμπήσει βαριά το χέρι του πάνω στα μεγάλα και κουρασμένα της βλέφαρα. Δεν τα ‘χε κλείσει ολότελα. Είπαμε: ανάπνεε ακόμα.
Πλησίασε στο κρεβάτι πατώντας στ’ ακροδάχτυλα, για να μην την ξυπνήσει.
- Μανούλα…,ξαναψέλλισε.
Καμιά απάντηση. Μήτε ένα σάλεμα των φρυδιών. Κι όμως, θυμήθηκε που κάποτε, σαν να ‘ναι τώρα, κάποτε, μικρούλης τόσο, καθώς κοιμόταν στο κρεβάτι του, ξύπνησε ξαφνικά απ’ το ροχαλητό της. ‘Ανοιξε τα μάτια και την είδε πλαγιασμένη δίπλα του. Κανένας άλλος θόρυβος. Καμιά άλλη κίνηση. Μόνο αυτό: άνοιξε τα μάτια. Πόσο μπορούσαν να θροϊσουν δυο παιδικά ματοτσίνουρα; Ωστόσο, εκείνη ξύπνησε. “Θέλεις τίποτα, αγάπη μου;” τον ρώτησε. “Όχι, τίποτα…” Η τρυφερότητα της φωνής της πέρασε μέσα του, τον γαλήνεψε. Ξανακοιμήθηκε αμέσως. Κι είδε όνειρο ότι πετούσε πάνω σε φτερά, κι από κάτω περνούσαν με διάκριση μικροί άνεμοι, και τα φτερά σάλευαν μόλις, ίσα-ίσα για να τον τυλίγουν σ’ έναν ύπνο γλυκύτατο, ζαλιστικό.
Κάθισε κοντά της. Είδε έξω απ’ το σεντόνι κρεμασμένο, σαν εγκαταλειμμένο κι έρημο, το λιπόσαρκο χέρι της. Άπλωσε φοβισμένα το δικό του, ακούμπησε ελάχιστα, με το δάχτυλο, τις φλέβες της. Ακόμα μέσα τους κυκλοφορούσε ζεστό το αίμα. Πήρε θάρρος. Ανασήκωσε το ετοιμοθάνατο χέρι και το πήρε με ιερή προσοχή στη χούφτα του. Ήταν μικρό κι αδύναμο σαν πουλί που ξέμεινε. Σαν χελιδόνι, που ήταν να φύγει απ’ το φθινόπωρο, και πέρασαν οι γερανοί, κι αυτό απολησμονήθηκε, ξεχασμένο κάπου να χαίρεται τις ομορφιές του θεού, κι οι γερανοί πήραν τους συντρόφους του κι έφυγαν, και το τρυφερό αθώο χέρι δεν ήξερε πια τι θ’ απογίνει, κι αυτοεγκαταλείφθηκε. Τι ζεστό που ήταν, ωστόσο, ακόμα!…Το ίδιο ζεστό, όπως τότε που τον έδερνε με μια σπιτικιά παντόφλα, όταν παράκουγε τις εντολές της, ή τότε που τον χάιδευε στα μαλλιά, στο πρόσωπο, όταν, πλημμυρισμένη απ’ την καλοσύνη της, ήθελε να του μεταδώσει τα βουβά της αισθήματα…
Θυμήθηκε που μια φορά έπαιζε στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά. (Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι μικροί φίλοι, αυτής της απίθανης παιδικής εποχής..;) Λοιπόν, έπαιζε, κι είχε απορροφηθεί απ’ το παιχνίδι τόσο, που ούτε την άκουσε όταν εκείνη τον φώναξε για να τον στείλει σε κάποια δουλειά. Ήταν ιδρωμένος κι αλαφιασμένος, κι ο νους του ήταν στο πώς θα νικούσε η ομάδα του στην αμπάριζα. Μόνο την τρίτη φορά έπιασε τ’ αυτί του αόριστα τη φωνή της. Και το ίδιο αόριστα υποψιάστηκε και τις άλλες δυο προηγούμενες φορές. Δεν έδωσε σημασία. Το παιχνίδι ήταν στην πιο κρίσιμή του καμπή. Τη μητέρα θ’ ακούμε τώρα; Εκείνη δεν ξαναφώναξε. Κάποτε η αμπάριζα τέλειωσε. Αλάλαξαν όλα τα παιδιά σαν τρελά απ’ τη νίκη. Τότε τον πλησίασε ένα κορίτσι απ’ τους νικημένους. “Ναι, αλλά η μάνα σου ξελαρυγγίστηκε να σε φωνάζει!” Ξεροκατάπιε. Έβαλε το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, τράβηξε και τις κάλτσες του που κρέμονταν ξεσκισμένες, και πήγε σπίτι. Τον περίμενε πίσω απ’ την πόρτα τους. Και μόλις έβαλε το πόδι του, τον άρχισε στο ξύλο με την παντόφλα της, οργισμένη κι απελπισμένη. Ύστερα, πέταξε την παντόφλα σε μιαν άκρια κι έπεσε στον καναπέ κλαίγοντας με λυγμούς που την τράνταζαν ολόκληρη. Πήγε κοντά της κι έπεσε στα γόνατα. Ψιθύριζε μέσ’ απ’ τα δόντια: “Συγχώρεσέ με…Συγχώρεσέ με…”
Άλλες φορές έπεφτε με πυρετό. Πολλές φορές, σαν παιδί, του συνέβαινε ν ‘αρρωστήσει. Ίδρωνε απ’ τα παιχνίδια και κρυολογούσε. Πρήζονταν οι αμυγδαλές του κι έκαναν πύον. Καθόταν ανήσυχη κοντά του. Τον κοίταζε στα μάτια. Δε ρωτούσε τίποτα, δεν έλεγε τίποτα. Μόνο αυτό: τον κοίταζε στα μάτια, σαν να ‘ταν εκείνος πολιορκημένος από εχθρούς, κι εκείνη αγρυπνούσε και παραφύλαγε, έτοιμη να ορμήσει απάνω σ’ όποιον θα τολμούσε να πλησίαζε περισσότερο. Φοβόταν ακόμα και τους γιατρούς. Τα λίγα της γράμματα την έκαναν σκοτεινά να πιστεύει ότι για να ‘ρχεται σπίτι ένας γιατρός, θα πρέπει να είναι πολύ επικίνδυνη η κατάσταση του αρρώστου. Με το να μην τον καλεί, ήταν σαν να εξόρκιζε το κακό. Αφηνόταν στο ένστικτό της ,κι αντιμετώπιζε τα περιστατικά με την καρδιά της, με τη στοργή της, με την αγρύπνια της, με τις αδιάκοπες φροντίδες της. Και τώρα που σκέφτεται εκείνες τις ώρες, χαμογελά με την αφέλειά της. Κι όμως, με πόση εμπιστοσύνη της παραδινόταν! Ήταν σαν Θεός του -ένας παντοδύναμος, παντογνώστης Θεός, που μπορούσε με τη δική του δύναμη να διώξει μακριά κάθε κακό. Και το ‘διωχνε πράγματι. Κι ο πυρετός κάποτε έπεφτε, κι άνοιγε τα μάτια του. Αισθανόταν το πιο αδύναμο πλάσμα του κόσμου, αλλά μαζί και το πιο ευτυχισμένο, γιατί είχε κοντά του τη μητέρα του, αυτόν τον πανίσχυρο προστάτη, που τον παράστεκε πάντα. Άκουγε την αναπνοή της, μπορούσε να βλέπει από πολύ μικρή απόσταση το πεταλούδισμα των βλεφάρων της. Άπλωνε το χέρι του και της έλεγε: “Κράτησέ-μου-το…” Κι εκείνη το ‘παιρνε στη ζεστή της χούφτα, ολόιδια όπως τώρα δα κρατούσε εκείνος στη δική του το φτωχό χέρι της. Θυμάται πόσο καθαρά συνομιλούσαν τότε αυτά τα χέρια. Ήταν μια συζήτηση χωρίς λόγια, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδιαίτερους χρωματισμούς. Ερχόταν κατευθείαν από μέσα, απ’ τα σωθικά του καθενός τους, καβάλα στο αίμα που κυκλοφορούσε στις φλέβες τους. Όταν αυτό το αίμα έφτανε στην περιοχή των χεριών, θαρρείς μεταμορφωνόταν σε λεπτές φωνές και νοήματα, που πηδούσαν απ’ τη μια χούφτα στην άλλη. Πόσα δεν έλεγαν: για αγάπη, για τρυφερότητα, για ομορφιά…
Δεν το κατάλαβε ότι τα μάτια του έτρεχαν. Έκλαιγε; Μπορούσε να κλαίει έτσι ένας άντρας, φορτωμένος κιόλας τόσα χρόνια ζωής, τόσες εμπειρίες; Τι θα ‘λεγαν οι άλλοι όταν θα τον έβλεπαν; “Χριστιανέ μου, η μητέρα έκανε πια τον κύκλο της, μακάρι να πάμε στα χρόνια της…” Θέλησε ν’ απαντήσει αμέσως σ’ αυτή τη σκέψη. Αλλά ένας βαθύς εσωτερικός λυγμός τον τράνταξε .Η έννοια “ομορφιά”, που πέρασε λίγο πριν απ’ το νου του, τον μετέφερε μ’ ένα πήδημα σε μιαν άλλη εποχή, τότε που, μπόμπιρας άβγαλτος ακόμα, γευόταν κοντά της το μεγαλείο της γύρω φύσης. Την άκουγε που του ‘λεγε: “Δες ‘μορφιά βρε γιέ μου!…” Δεν πολυκαταλάβαινε το νόημα της φράσης της. Ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις και τα σχήματα του κόσμου που τον περιτριγύριζε. Ωστόσο, κοίταζε προς τα κει που πετούσε το μάτι της -ένα μάτι θαυμαστικό, χαρούμενο, γελαστό, γεμάτο απ ‘ ό,τι έβλεπε: μια θάλασσα που στραφτάλιζε παιχνιδιάρικα κάτω απ’ τα φιλιά του ήλιου, ή έναν ήλιο που βασίλευε καταπόρφυρος πίσω απ’ τις μαλακές γραμμές των βουνών, ή ένα δέντρο ορθωμένο κατά τον ουρανό, μ’ ολάνοιχτα, σαν χέρια, τα κλωνιά του, για ν’ αγκαλιάσει όλον τον κόσμο, ή ένα δειλό αγριολούλουδο στην άκρη ενός βράχου, απάνω σ’ ένα γκρεμό, ή ακόμα ένα σύννεφο περαστικό, φορτωμένο απαλά, ρόδινα χρώματα…”Δες ‘μορφιά βρε γιέ μου!…” Έπαιρνε βαθιά αναπνοή, θαρρείς για να μεγαλώσει όσο γινόταν περισσότερο το στέρνο της, να χωρέσει αυτά που θαύμαζε, να χωρέσει το Θεό της, που πίστευε ότι ήταν κρυμμένος πίσω τους. Αυτές τις ώρες ήταν ευτυχισμένη. Κι η ευτυχία της αυτή άξιζε όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, προπάντων όταν η καθημερινή ζωή, με τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της, τής δημιουργούσε τόσα προβλήματα, που αμαύρωναν τις μέρες της.
Θυμήσου και τον καημένο τον Άη-Γιάννη τον Καλυβίτη!… Τι ιστορία!…Πόσες φορές την άκουσε απ’ τα χείλια της, από τότε που έπιασε να ξεχωρίζει τις λέξεις και τα νοήματά τους. Ακόμα κι έφηβος θυμάται ότι την άκουσε, καθώς, καθισμένη κοντά του, προσπαθούσε πάλι να ξορκίσει από πάνω του κάποια αρρώστια του. Ο Άη-Γιάννης, που έφυγε απ’ το σπίτι του, κι όταν γύρισε μετανιωμένος και πάμφτωχος ύστερα από χρόνια και δεν τον γνώρισαν οι δικοί του, αρκέστηκε σ’ ένα καλυβάκι, στην άκρη της μεγάλης αυλής του αρχοντικού των γονιών του, όπου του ‘στερναν με τους υπηρέτες τους ένα πιάτο φαϊ, ενώ εκείνος προσευχόταν όλη μέρα στο Θεό για τη σωτηρία της ψυχής τους…
- Μάνα, ψέλλισε τρυφερά.
Τα δάκρυά του έτρεχαν τώρα ανεμπόδιστα, καθώς ο νους του πετούσε ακράτητος σ’ όλες εκείνες τις παιδικές περιπέτειες μαζί της, όταν, ξαφνικά, του φάνηκε πως το χέρι της έσφιξε απότομα το δικό του. Δυνατό ρίγος πέρασε όλο του το κορμί. Σκούπισε βιαστικά τα μάτια του, και κοίταξε προσεκτικότερα. Ναι, δε λάθευε. Τ’ αδύνατα δάχτυλά της είχαν γαντζωθεί στον καρπό του, λες κι ένα αόρατο τρένο την έπαιρνε μακριά, κι εκείνη δεν ήθελε ν’ απομακρυνθεί, και τον έσφιγγε, τον έσφιγγε. Η καρδιά του χτυπούσε πάρα πολύ γρήγορα. Άκουγε κι εκείνος τα σφυρίγματα και τ’ αγκομαχητό της μηχανής. Θε μου, τι έπρεπε να κάνει για να καταφέρει να την αποσπάσει απ’ τα νύχια αυτού του αποτρόπαιου ταξιδιού; Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει. Δε βγήκε απ’ τα χείλη του καμιά φωνή. Κι όμως, δίπλα, στα άλλα δωμάτια, ήταν η γυναίκα του, η αδελφή του, ο άντρας της. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν, να φωνάξουν έναν, δυο, τρεις γιατρούς, να φωνάξουν όλη τη γειτονιά, όλον τον κόσμο, η μάνα έφευγε, ήρθαν να την πάρουν, κι εκείνη δεν ήθελε, το ‘νιωθε απ’ το χέρι της, άκουγε τις μυστικές φωνές απ’ το αίμα της, απ’ τη χούφτα της. Πώς όμως να σηκωνόταν να τους μιλούσε; Θα ‘πρεπε να εγκαταλείψει το άρρωστο χέρι. Και το καταλάβαινε σίγουρα ότι, λίγο να χαλάρωνε, θα κόβονταν αμέσως οι δεσμοί που τους έδεναν ως εκείνη τη στιγμή, κι ευθύς θα χάνονταν στο βάραθρο όλα τα παιδικά του χρόνια, τα χάδια της, το ξύλο με την παντόφλα της, ο ‘Αη-Γιάννης ο Καλυβίτης, εκείνη η φράση της “δες ‘μορφιά, γιε μου”, όλα, όλα. Άρχισε να τρέμει. Φοβόταν πως από στιγμή σε στιγμή το σφίξιμο του χεριού της θα παρέλυε. Και τότε…
- Μάνα!…, ξαναψιθύρισε απελπισμένος.
Ήταν απίστευτο, αλλά ήταν αλήθεια: τα μάτια της άνοιξαν. Ήταν θολά, χαμένα μέσα σ’ ένα πούσι πηχτό κι αδιαπέραστο. Κι όμως το βλέμμα της τον αναζήτησε! Και τον βρήκε. Πόση κούραση μέσα σ’ αυτό το βλέμμα, πόση απόγνωση!…
Έσκυψε με λαχτάρα κοντά της, είπε με θέρμη:
- Μάνα, είμαι κοντά σου, δίπλα σου, μη φοβάσαι…
Το μάτι της δε φοβόταν. Αλλά ήταν κατάκοπο. Έκανε να κρατηθεί λίγο ακόμα πάνω του. Ήταν δύσκολο. Θόλωσε κι άλλο. Μια αδιόρατη γκριμάτσα πέρασε απ’ το πρόσωπό της, μια έκφραση απροσδιόριστης αδυναμίας. Αμέσως μετά τα βλέφαρά της έκλεισαν. Ήρεμα. Χωρίς κανένα άλλο σημάδι που να εξηγεί το παραμικρό. Μόνο το χέρι της χαλάρωσε, χαλάρωσε, ξεσφίχτηκε. Η αναπνοή της σταμάτησε.
Τα δάκρυα ξαναπλημμύρισαν τα μάτια του. Και μέσ’ απ’ την υγρή τους διαφάνεια είδε μια θάλασσα στραφταλιστή, κι ένα άσπρο περιστέρι να πετά στο φως, ενώ πίσω του ακολουθούσαν, σαν κυνηγημένα, ένα σμάρι μικρά πουλιά, χαμένα μέσα στην απεραντωσύνη, όλα τα περασμένα χρόνια ως τα σήμερα, αυτά τα χρόνια που, όσο ζούσε εκείνη, ήταν χρόνια εμπιστοσύνης, σιγουριάς, κι ομορφιάς, ήταν έτη παιδιού..
Σαν έφυγες
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Σαν έφυγες
Περπάτησα πολύ μες στη σιωπή
Και μες στο χρόνο που δε σου΄δωσα
Γύρω μου ο κόσμος σε ατέρμονες συνήθειες
Ξυπνούσε και κοιμότανε στην απομόνωσή του
Περίεργη αίσθηση
Οι φωτεινές επιγραφές μονάχα τ΄όνομά σου
Μάνα αναβόσβηναν
Κι εγώ ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι
Άναβα σπίρτα συνεχώς από τις θύμησες
Να σε κρατήσω περισσότερο στην αίσθηση
Και στην παραίσθησή μου
Continue reading
Το νόημα του κόσμου
«Αρχή Άνδρα…δείκνυσι»
Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου
2012 μ.Χ.
Μακρόθυμοι, Μεγαλόκαρδοι, Γενναίοι
σαν που ταιριάζει σ’ Ανθρώπους,
που συχνά μες τες αγορές βαδίζουν,
- πιστοί στους όρκους τους, -
με κηρύκεια και δάδες στα χέρια,
στα λόγια φειδωλοί, στα έργα όψιμοι.
Έτοιμοι πάντα
για το Κοινό Καλό, για την Ιδέα,
να προελαύνουν ακούραστοι,
να αγορεύουν αδάμαστοι!!….
Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος!!!!!
(Υπάρχει Δημοκρατία;)
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Το Κράτος είμαι Εγώ (L’État, c’est moi), είπε ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ αυταρχικά. Και τώρα στην εποχή της Δημοκρατίας που όλοι την επικαλούμεθα για ό,τι λέμε και κάνουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας με τον τρόπο του είναι ένας Λουδοβίκος 14ος που επαναλαμβάνει τη ρήση εκείνου.
Γιατί σήμερα τη Δημοκρατία, τη δημοκρατική σκέψη μας, τη δημοκρατική γλώσσα μας, τη δημοκρατική συμπεριφορά μας την κάναμε σαν… το «φούρνο του Χότζα».
Ο Χότζας λοιπόν έχτιζε κάποτε ένα φούρνο.
Περνάει ένας γείτονάς του και του λέει: Continue reading
Τα “θα” που έμαθα
Άρις Αντάνης
(Σε Εκείνη την Ελλάδα, την Άλλη)
Εγώ έμαθα να γράφω λέξεις. Για να σε συναντήσω.
Εγώ έμαθα να μετράω το χρόνο. Για να σε γνωρίσω.
Εγώ έμαθα ν ΄αγαπάω τον κόσμο . Για να σε αγαπήσω.
Εγώ έμαθα να ερωτεύομαι τη ζωή. Για να σε ερωτευτώ.
Εγώ θα σε συναντήσω, θα σε γνωρίσω, θα σε αγαπήσω, θα σ’ ερωτευθώ.
Για να’ ρθει η αγρύπνια μιας νυχτιάς αλλόκοτης, που δεν θα ξημερώνει, λες!
Και τότε θα είναι η πρώτη της Άνοιξης και δυό χιλιάδες εκατό, μείον ογδόντα οχτώ
του Καιρού και κάτι ώρες ακριβώς, όταν θα μετράω τα δευτερόλεπτα, ιλιγγιωδώς
να συνωστίζονται σε πολιορκία των σκέψεων, για να μου αποτρέψουν το χάραμα.
Τιτανικός Δύο
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Μη σε μεθά η πρόσκληση στο “Τιτανικός Δύο”!
Κοίτα τον καπετάνιο, μην το συνεπάρει η δόξα,
μην τον εγκωμιάζουν για να τρελάνει τις μηχανές.
Πρόσεχε τον ασυρματιστή, μην τον αφαιρούν
οι αριστοκράτες, μην τον θολώσουν με φιλοδώρημα
να στέλλει σήμα στην Αμέρικα: ‘όλα πάνε πρίμα’.
Θυσία Κωνσταντίνου Κουκίδη*
Τα ιδανικά μας
Κ ε ν ό τ η ς
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Βαρύς γλυκός είν’ ο καφές
Ο καναπές
Χέρια που πλέκουν ηδονές
Με αρωγές
Το ουίσκι άνευ συνταγής
Κι άνευ τιμής
Τι κι αν πληρώνεις μετρητοίς
Ακροβατείς Continue reading
H καρδιά τ’ Άϊ-μετανάστη
Κώστας Δουρίδας
….Φίλοι μου, όπου και να συναντήσετε τον Έλληνα στην διασπορά θα τον βρείτε να σας περιμένει με ένα πλατύ χαμόγελο και μια πλούσια καρδιά φιλοξενίας!. Αν είναι γερουσιαστής ή επιστήμονας, ηθοποιός ή λογοτέχνης, απλός εργάτης ή “μύθος” των ειδήσεων -News legend- της αμερκάνικης τηλεόρασης και ραδιοφωνίας, φτωχός ή πλούσιος το ίδιο κάνει.. Θα σας μιλήσει σα να σας ξέρει από χρόνια.. Θα σας αγκαλιάσει σαν όπως η μάνα σας όταν γυρνούσατε στο χωριό.. Και με στοργή και την φροντίδα του αδελφού θα σας χαϊδέψει με το βλέμμα του από πάνω ως κάτω, θέλοντας να μάθει τα πιο πολλά για εσάς και αν είστε καλά!.
Ερώτηση
Με της Ρίμας τον Έρωτα
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Γράφω με τη νοσταλγία των λέξεων
Με την επίγνωση της δύναμης ενός ανθισμένου μυαλού
Με χέρια που κρατούν τ΄αγίνωτο
Προσμένοντας της ρίμας τον ερωτικό τον ψίθυρο
Στο παραθύρι των ειρμών
Μια άνοιξη αποθέτει τα φυλλώματα, τους ίσκιους της
Πουλιά κελαηδούν τα δίφθογγα μιας αποκάλυψης
Και μια αρμάθα από κλειδιά της σκέψης
Continue reading
Της Ανάστασης
Άντρια Γαριβάλδη
Και πάλι περιμένω στ’ ανοιχτό παράθυρο
να δω το πέταγμα της χελιδόνας…
Και πάλι αναζητώ το μυρωμένο αεράκι
που ’ρχεται απ’ το περβόλι το φορτωμένο μ’ ανθό και μέλισσα
να χαϊδέψει τα μάγουλα της άνοιξης
φέρνοντας την οσμή του λεμονιού
ν’ αναζωογονήσει τη γειτονιά.
Ερωτήματα μιας προσδοκώμενης Ανάστασης
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Πότε θ’ αγγίξουν οι ύμνοι των αγγέλων
τα κουρασμένα βλέμματα, τα δάκρυα στα μάτια;
Πότε θα δουν τα πρώιμα λουλούδια
ένα μικρό Χριστό να ανασταίνεται;
Πότε θα βγει απ’ τα ματωμένα χέρια τους,
απ’ τα ματωμένα ρούχα τους, απ’ τ’ άρρωστα μυαλά τους
η άνοιξη μυριόανθη που μοσχοβολάει;
Να πούμε πως οι εγκληματίες έσβησαν πια
και πήραν τη θέση τους οι σωτήρες!
Θύμηση
Εαρινοί Στοχασμοί
Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Και τούτη την άνοιξη
Μια λαμπάδα θα’ θελα ν’ ανάψει
Μες στην ομίχλη πρωινών μου λογισμών
Μικρό το φως της μα προσμένω να ζεστάνει
Όπως η μάνα χελιδόνα τα παιδιά μες στη φτερούγα της
Όλα τα κρύα αποτυπώματα ενός σκληρού χειμώνα της ζωής
Και τούτη την άνοιξη το πέρασμά μου να΄ναι Θεέ μου
Από τον σπόρο στο λουλούδι
Continue reading
Προς Ιούδα
Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Θα πρέπει να γνωρίζεις πια Ιούδα
Πως καθώς περνούν οι αιώνες
Κατατάσσεσαι στις μόνιμες αναφορές
Κανένας έπαινος και κανένα του ανθρώπου ανδραγάθημα
Δε σκίασε τη δική σου ανατροπή
Αλήθεια
Τι ήταν τελικά;
Μια καθαρή πράξη προδοσίας
Μια παραπλάνηση του ζηλωτή σου πόθου
Ή μήπως φιλική συμμετοχή
Σε μια υπερπαραγωγή Αγάπης;
Μέθεξη
Τι είναι Δύναμις
Του Ιατρού Δημήτρη Καραλή
Αντικρίζοντας κάποτε ένας φίλος του Ισοκράτη ένα ψηλό νέο με μακριά και γεροδεμένα χέρια κοντά στο γυμναστήριο της αρχαίας αγοράς, εξέφρασε τον θαυμασμό του.
-Α…! αυτός είναι ότι πρέπει για να εξελιχθεί σε ιδανικός πυγμάχος με λιγάκι προπόνηση, λέει.
-Συμφωνώ, απαντά ο Ισοκράτης, αλλά μόνο όταν το στεφάνι της νίκης είναι πολύ ψιλά κρεμασμένο και κερδίζεται μόνο με το μπόι.
Πασχαλινές ευχές
Πασχαλινές Ευχές μεσοπολέμου
Happy Easter to all
Με κίνητρο τις εορτές του Πάσχα η Διασπορική Λογοτεχνική Στοά δια μέσου των σελίδων “Μνήμες” εύχεται σ’ όλο τον Ελληνισμό να περάσει τις μέρες αυτές με την ανάλογη κατάνυξη και παρρησία που φέρνουν η ελληνική παράδοση και η ιστορία.
Πλάγιος πρώτος
Γκρέμισμα
Άνοιξη
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Κοιτούσε πριν από την άνοιξη
τα τυφλωμένα μάτια των φυτών,
τα παγωμένα πρόσωπα των αμπελιών.
Αυτό το παράθυρο ήταν μια καρδιά φυλακισμένη,
χρόνια και χρόνια πρόσμενε τη μυρωδιά
του ανθού, ν’ ανασάνει
μία κίνηση αθρόα της ζωής,
το γέμισμα του κορμιού της με χυμούς,
το ωρίμασμα του σταφυλιού με απολαύσεις.
Οι Μύθοι στην Αρχαία Ελλάδα
Του Δημήτρη Καραλή
Οι μύθοι στους αρχαίους Έλληνες ήταν αλληγορικά οχήματα ψυχικής αφύπνισης, για όσους ήταν ευαίσθητοι ψυχικά να συλλάβουν το αποκαλυπτικό τους μήνυμα (ενθυμούμενοι τα Πλατωνικά). Η λέξη μύθος προέρχεται απ’ τον ήχο Μου= μουρμούρισμα, που ψιθυρίζουμε με τα χείλη μας κλειστά και τη λέξη Μυστήριο συνδεόμενη μαζί του. Συγχωνευμένες δυο τους αποτελούν το αποκαλυπτικό όχημα επικοινωνίας που ονομάζετε ‘Μύθος’.
Κάθε μυθολογική αλήθεια όταν παρουσιάζεται σε ανοικτή χειροπιαστή γλώσσα, παρεξηγείται, απορρίπτεται και αφορίζεται πολλές φορές από τους ακαλλιέργητους ανθρώπους. Για αυτό, φιλόσοφοι, μύστες, προφήτες και επικοί ποιητές, χρησιμοποιούσαν αλληγορίες για να καλύψουν την αλήθεια απ’ τους ανώριμους και να τη φανερώσουν αλληγορικά σε στους ώριμους.
Κατανυκτικό
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Γενιές ευλογημένες των Ελλήνων
Άγιοι Αντρειωμένοι, Αγία Νιά,
Άγιε Γέροντα, Αγία Γριούλα,
Άγιο Μωρό.
Σεις οι δεκάδες Απόστολοι της Λευτεριάς Continue reading
Μαθήματα πίστης και ηρωισμού
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ο Φιλικός Εταίρος προσπαθούσε να με πείσει. Έστεκε μπροστά μου με το βλέμμα του βυθισμένο σε οραματισμούς. Αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη φλόγα της φαντασίας που τώρα τον εξουσίαζε. Ήταν Έλληνας πλούσιος, με καταγωγή από ένα τόπο της Πελοποννήσου που ανάθρεψε μεγάλους πατριώτες, ήρωες και αξιόλογους πολιτικούς. Είχε στραφεί από χρόνια στη χρηματοδότηση των σκοπών του υπόδουλου γένους. Στο πρόσωπό του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν παράδειγμα πατριώτη, φωτισμένου από τη σκέψη ευγενών σκοπών. Σήκωσε το χέρι για να τονίσει τα λόγια του. Το γένι του τον εξύψωνε στα μάτια μου• μου θύμιζε τους σοφούς καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο της Λειψίας.
- Νεαρέ μου, η επιτυχής έκβαση του αγώνα επιβάλλει θυσίες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά πως πλησίασε η ώρα να επωμιστούμε τις ευθύνες μας και να διεκδικήσουμε τα εδάφη των προγόνων μας. Εμπρός λοιπόν…με σθένος! μου είπε σφίγγοντας τη γροθιά του.
Πώς να ορθώσω έναν ψίθυρο
Μοναχικός και αποτρόπαιος ο χρόνος
μέσα στη μεταφυσική του λαμπρότητα,
σαν ένας ήλιος απ’ όπου τίποτα δεν περιμένω,
σαν το σώμα μου σε μαρμαρωμένο κλουβί,
σαν θάμνος που τρέμει χωρίς φύλλα,
σαν φεγγάρι που σωριάζεται στη γη,
σαν ωδή μέσα σε χάσματα.
Η καρδιά μου ένα βαγόνι
που τρέχει στ’ αγκάθια τυλιγμένο στη σιωπή,
με πλαστικά άνθη για να κρύβουν τις σκουριές,
με σπασμένα τα κόκαλα.
Πώς να ορθώσω έναν ψίθυρο,
πώς να συντρίψω κάθε εχθρότητα
κάτω από τις φτέρνες του καιρού,
πώς να βρω τις συνταγές χαμένος
σ’ αυτή την έρημο των λέξεων;
* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.
Από το ιστολόγιο http://tokoskino.wordpress.com
Ανεμώνες
Η χώρα της σιωπής
Τις νύχτες ξεσπάμε
Τις νύχτες ξεσπάμε σ’ αναφιλητά
κι οι παγωμένες σκιές μας αδυνατούν να κραυγάσουν.
Απλώνουμε τα δάχτυλά μας στο φεγγαρόφωτο
μα κανένα είδωλο δεν φαίνεται
όπως οι κατάλευκες μπαλαρίνες
των παιδικών φαντασιώσεων.
Άλλοτε ζωντανεύουν κι άλλοτε πεθαίνουν οι μνήμες,
αλλάζοντας ρόλους που δεν έχουν κάτι να δείξουν
γιατί είναι νάιλον πια,
σαν ανάπηροι ακροβάτες σε σάπιο σκοινί.
Σαν κρεατομηχανές σάπιων αυθορμητισμών
κρέμονται οι ψυχές στα τσιγκέλια
έτοιμες για μεταπώληση,
αιχμάλωτες μίζερων ίσκιων
και καμουφλαρισμένων κουφαριών ηθικής,
σαν υπηρέτες καταρρεόντων ειδώλων.
* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.
Οι δήθεν
Προδοσία
Μανώλης Αλυγιζάκης
Στ’ αγγλικά εδώ
Στεκόταν σιωπηλός δίπλα της.
Εκείνη έκλαιγε την πένθιμη
ώρα που αργοπερνούσε
σαν την ερώτηση στα χείλη της
Continue reading
Ο Άρτιος Κυβερνήτης
Του Δημήτρη Καραλή
Ρωτώντας τον Πλάτωνα κάποτε οι Κυρηναίοι να τους γράψει μερικούς φιλοσοφημένους νόμους, προκειμένου να σχηματίσουν δημοκρατικότερη διακυβέρνηση, τους αρνήθηκε απαντώντας.
«Δεν μπορώ, λέει, διότι ζείτε πολύ αλαζονικά και δύσκολα κυβερνείστε με σοφία».
Δεν υπάρχει χειρότερος εχθρός απ’ την αλαζονικό χαρακτήρα ενός ηγέτη να κυβερνήσει δίκαια και με σοφία. Όταν κατέχεται κανείς από εγωκεντρισμό και αλαζονεία, τραχύνουν τα ψυχικά χαρακτηριστικά και χάνει την εύσπλαχνη γαλήνη του. Αποκαλεί τον εαυτό του δήθεν ευδαίμονα και νομίζει πως είναι υπεράνω του νόμου βλέποντας την ανθρωπότητα σαν υποδεέστερη.
Το Παράθυρο
Καλαμοκαβαλάρισσα
Mε την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας αφιερωμένης στη Γυναίκα
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Γ΄ Βραβείο στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Σατυρικής Ποίησης
“Παύλος Πολυχρονάκης” Χανιά, Νοέμβριος 2011
Καλαμοκαβαλάρισσα, ξανθιά, κοκκινομάλα
Τη μια βραδιά εβένινη, την άλλη μωβ ή άλλα.
Χθες ήσουν μαυρομάτισσα, τώρα γαλανομάτα
Και χάριν του φορέματος, να ’σαι, πρασινομάτα.
Πρωί σε βλέπω και φοράς φούστα στενή και μίνι
το βράδυ όλα τα πετάς ή λες λιγάκι ας μείνει.
Ξάφνου φυτρώνει ένα τατού στα λαξευτά σου σκέλη
κι έπειτα εδώ και κει , παντού, σε όλα σου τα μέλη.
Κέντησες μ’ επιμέλεια με πίιρσινγκ (piercing)σκουλαρίκια,
διχάλωσες μύτες κι αυτιά και κάνεις ζοριλίκια.
Την κάλαμο καβάλησες, δε θες ούτε μια στάση
βιάζεσαι μα στην άβυσσο γρήγορα θα σε φθάσει.
Ύφος κρατάς, αντράκι λές, γεμάτο νταϊλίκια
μα τόσο, που εγέμισες με αντρικά ποντίκια.
Γέμισες τ’ ακροδάχτυλα με φω μπιζού κοτρώνες,
κρόσια, κορδέλλες, χαϊμαλιά, φούντες, φρου-φρου και ζώνες.
Φορές φορές εγίνηκες σαν κινητή βιτρίνα.
Και δαχτυλοδειχτούμενη η τάδε και η δείνα…
Χαθήκανε στα πατσουλιά τ’ αρώματα του κρίνου
εις στην ψευτιά και στα πουά πολύχρωμου αρλεκίνου.
Το δάκρυ ψεύτικο κι αυτό παρέμεινε στη μάσκα
και το χαμόγελο ψυχρό σα χιόνι στην Αλάσκα.
Κι από γυναίκα λατρευτή, γλυκειά, ζεστή και φίνα
σαν το μουλάρι εγίνηκες περήφανη αλογίνα.
Το στήσιμό σου αντρικό και οι χειρονομίες
ασχήμηνε το στόμα σου απ’ τις βωμολοχίες.
Πέταξες τα προσχήματα κι εγύρισες την πλάτη
σ’ όλα τα όχι και τα μη κι έγινες… πιπεράτη.
Μες στη ματιά πληγώθηκε με βία η τρυφεράδα
γέμισε ματαιότητα και άγχος και… φελλάδα.
Γκρέμισ’ απ’ το καλάμι σου το γυναικείο μπρίο,
φόρεσες τα σειρήτια σου κι έγινες Άλφα-Δύο.
Γέμισες όλη την TV γυμνά μπούτια και μπούστα
ξυπνάς ή μη την όρεξη, ανάλογα τα γούστα.
Έγινες αυτοκόλλητο φελλών πολλών Τι κρίμα!
κι αντί μπροστά καθημερινά πας πίσω ένα βήμα.
Τι σού ’μεινε αυθεντικό; Πες! κι όλα μου τα κάλλη
σου υπόσχομαι να αρνηθώ και γω για ένα καλάμι!
Ακόμη και στα γλέντια σου θέλεις όταν κουνιέσαι
μαζί και το καλάμι σου. Κι εβίβα! Δε βαριέσαι!
Και στο τραπέζι άνω πηδάς προς τέρψιν των ματιών μας
και γίνεσαι το ελαφρόν, τζάμπα, επιδόρπιόν μας.
Μα συ δεν είσαι ορεκτικό είσαι της φύσης άτι
σε θέλει και λεβέντισσα κι όταν πρέπει σικάτη.
(Λίγα προσωπικά σχόλια)
Η απαίτηση για ισότητα των δύο φύλων, εξακολουθεί να διαγράφεται
μέσα από μια δύσκολη πορεία και κοινωνικές διαδικασίες.
Το «όραμα» εκατομμυρίων γυναικών είναι σχεδόν πραγματικότητα.
Θεμιτές οι φιλοδοξίες τους και οι προσδοκίες τους.
Τώρα όμως, κάπου μετά το τέρμα, με τους ώμους φορτωμένους υποχρεώσεις,
με κάποιες τύψεις ότι παραμέλησαν κάποιες για να ανταποκριθούν σε άλλες,
ίσως κάποιοι και κάποιες αναρωτιούνται καμιά φορά
αν πράγματι δεν αντιστρατεύτηκαν στη φύση τους.
Έτσι κι αλλιώς η Γυναίκα πάντα ήταν ο μοχλός
που θα μπορούσε να κινήσει τη γη.
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Δες με
δες με που περιφέρομαι
ίδιος με ξέμπλεκες τούφες μαλλιών
να προλάβω το αγέρι
που χώνεται στις ξέσκεπες καμινάδες
των ανθρώπινων ονείρων
δες με που περιφέρομαι
έξω από κλειστές πλατείες
με πλακόστρωτα λήθης
κι αλέες υστεροφημίας
αγορασμένες σε μαγαζιά ευκαιριών
δες με που ξεστρατίζω
με μια αλήτικη διάθεση
να διασπάσω τις αδάμαστες
κορνίζες των καιρών
να τους δώσω υπόσταση
στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου
δες με που βρίζω ασύστολα
βωμούς και θεούς
απαστράπτουσες προσωπικότητες
συντεφένια πλαστικά
είδωλα των θεαμάτων
της πεντάρας που προκαλούν
ημίγυμνα τις μνήμες μας
δες με που πασχίζω μια
καθοριστική κλωτσιά να δώσω
στ’ αγάλματα και τις ρύμες
που καμώνονται την ποίηση
δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου
σε παράταξη μάχης
στ’ αλώνια του χρόνου
με την κραυγή
‘στον αγύριστο
μεσίτες της ζωής μας’
Η Αρχαία μας Κληρονομιά
Του Δημήτρη Καραλή
Μπορεί πλαστουργός να έπλασε την ανθρωπότητα, αλλά ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες όμως που την τελειοποίησαν γλωσσικά, επιστημονικά, πολιτιστικά, διανοητικά, συνταγματικά, καλλιτεχνικά και πνευματικά. Πριν από αυτούς η ανθρωπότητα ήταν απολίτιστη και βάρβαρη, ανήμπορη να συζεί ομαδικά με ελεύθερο δημοκρατικό πολίτευμα.
Φαίνεται μάλλον o Δίας γνώριζε την ικανότητα των Αρχαίων μας προγόνων να εκπολιτίζουν την ανθρωπότητα σωστά και τους ανέθεσε να τελειοποιήσουν το μεγάλο έργο του. Η αξιοζήλευτη πολιτιστική, καλλιτεχνική και πνευματοδιανοητική τους προσφορά είναι τόσο τεράστια, που αναρωτιέται κανείς σήμερα! Μήπως ήταν άραγε διαλεγμένη γενιά που ανάπλασε την ανθρωπότητα τόσο εκθαμβωτικά; Κοιτάζοντας γύρω στον Ελλαδικό μας χώρο σήμερα, σαστιζόμαστε με την σπάνια ομορφιά που άφησαν πίσω.
Χωρίς Εγγυήσεις
Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Τιμητική διάκριση στον 7ο Ετήσιο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος
και Ποίησης από τη Λογοτεχνική-Συγγραφική ομάδα Ιδεόπνοον
Σε τούτο τον κάμπο
Σε τούτη τη διάταξη της φύσης και τ΄ ανθρώπου
Μυριάδες σύννεφα περάσαν
Στάζοντας μόνο τη βροχή σαν ικεσία
Χιλιάδες κόσμοι ήρθανε και φύγαν
Προσποιούμενοι πως δεν παραφύλαγε το Τέλος
Σε κάποια αιχμηρή γωνία ανυπεράσπιστου καημού
-
Γέρων Μάντις Ολυμπίας
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Δεν είναι η γυμνή κραυγή της Κασάνδρας, εάλω η Τροία,
ούτε του Τειρεσία ο σπαραγμός, αλί η τύχη των Θηβών.
Ο γέρων μάντις είναι, που προλαλεί δεινά, χωρίς λαλιά,
με τα βαθιά των ρυτίδων ποτάμια, το σώμα που σκεβρώνει,
το στήθος του σαν γέρνει άπνοα και βουλιάζει στα παγίδια,
τα δάχτυλά του θρηνώντας σαν τραβούν τις παρειές του.
Τρισαλί… η απλανής ματιά του μας προμηνύει τη βροντή,
την ανυποψίαστη τρικυμία μέσα στην αχλή της νηνεμίας.
εκουσίως…
Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Μέσα στα φίλτρα τ’ ουρανού
Ζευγάρωσα τους πόνους μου
Και στα βυθά του ομήρου νου
Σωμάτωσα τους χρόνους μου. Continue reading
“Ήταν που κρατούσα λίγο φως…”
Μια αναπάντητη ερώτηση
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Β΄ Βραβείο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
στη μνήμη ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός»
το έτος 2011
Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων.
Φειδίου Ειμί
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Tώρα που επιστρέφεις έκθαμβος, Ροντέν, στη Γαλλία
μάθε από μένα τον ταπεινό πως η πίκρα είναι μήτρα.
Ο κρατήρ Φειδίου ειμί (1). Και θα σου αντηχώ την ηχώ του:
“Όχι, Αθηναίοι, δεν έχει ανάγκη η Τέχνη να κλέβει χρυσάφι (2).
Και το που με δικάζετε άδικα, δικάζετε μαζί την Πρόμαχο
της πόλης την Παρθένο, την Παρνόπιο και τον Λαπίθη σας”(3).
Ολυμπιακοί 2012 των Ποιητών
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 που θα διεξαχθούν στο Λονδίνο θα υπάρχει ένα νέο «αγώνισμα» το οποίο ενδιαφέρει εμάς τα άτομα της τέχνης του λόγου άμεσα.
Όπως είναι γνωστό στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου θα διαγωνιστούν οι 205 χώρες του θεσμού.Οι ίδιες αυτές χώρες θα έχουν την ευκαιρία να προτείνουν τρεις δικούς τους ποιητές η καθεμιά στο Διαγωνισμό Ποίησης των Ολυμπιακών αγώνων. Μπράβο στους Άγγλους από εμάς γι’ αυτό το θέμα. Ο διαγωνισμός ποίησης είναι μια πρωτοβουλία των Simon Armitage και Jude Kelly του Southbank Centre και θα πραγματοποιηθεί από τις 26 Ιουνίου ως τις 2 Ιουλίου στο πλαίσιο της πολιτιστικής ολυμπιάδας και της τελετής λήξης των Αγώνων.
O Άνθρωπος, θεός ερειπωμένος
Του Δημήτρη Καραλή
Όταν η ανθρωπότητα μπορέσει να δει και να γνωρίσει την αλήθεια
ότι η ψυχική ανάπτυξη εξαρτάται πολύ κι απ’ τη σωματική ανάπτυξη,
Τότε μόνο και όχι νωρίτερα, όλες οι παλιές πλάνες θα πεθάνουν και η
αλήθεια ένδοξα θα ενθρονιστεί για την σωτηρία της ανθρωπότητας.
ότι η ψυχική ανάπτυξη εξαρτάται πολύ κι απ’ τη σωματική ανάπτυξη,
Τότε μόνο και όχι νωρίτερα, όλες οι παλιές πλάνες θα πεθάνουν και η
αλήθεια ένδοξα θα ενθρονιστεί για την σωτηρία της ανθρωπότητας.
Η αρετή, μεγαλοψυχία και αγάπη, λέει Ο Πλάτωνας, είναι προϊόντα είδους καλής υγείας. Είναι ο καρπός του υγιούς μεταβολισμού και της άρτιας γονικής ανατροφής.
Οι αρχαίοι προγονοί μας γνώριζαν το μυστικό της άρτιας υγείας, γι’ αυτό και θεοποιούσαν τον αθλητισμό με το μέτρο στην ικανοποίηση των αισθήσεων, ως αναγκαίο γεφύρωμα στην πνευματοδιανοητική τους καλλιέργεια, «Νους υγιής εν σώματι υγιή» διαλαλούσαν επιγραμματικά.
Αφιέρωναν τους αθλητικούς αγώνες στους Ολύμπιους θεούς Δία, Απόλλωνα, Αθηνά και Ποσειδώνα, για να επισημάνουν την ιερότητα που έχει η υγεία στη ζωή τους.
Υιοθετούσαν ακόμη και ημίθεους ως ηγέτες στο χώρο αυτό, όπως την Υγεία και τον ιατροφιλόσοφο Ασκληπιό.
Ιερό
Του Γιώργου Βέη
Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν της ευφυώς λεγομένης ανιχνευτικής γραφής, θα συναντήσουμε, μεταξύ άλλων, τον ρηξικέλευθο προπάτορα τόσων και τόσων ερευνητών του τυπικού εγκλήματος, έναν μόνιμο κάτοικο της φασματικής κομητείας Υoknapatawpha του Μισισιπή, αποκλειστικής ιδιοκτησίας του νομπελίστα Ουίλιαμ Φόκνερ (1897–1962). Εννοώ φυσικά τον αξιότιμο κ. Gavin Stevens, τον οποίο χάρισε στην αιωνιότητα της μυθοπλασίας ο συγγραφέας της αστυνομικής τραγωδίαςμε τίτλο Ιερό, που πρωτοκυκλοφορήθηκε στο απόγειο της ποτοαπαγόρευσης στη χώρα του Ουάσιγκτον.
Εκτός
Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Εντός μιας νύχτας
Εντός μιας περιπλάνησης
Εντός ενός ονείρου
Που παραμένει όνειρο κι όταν η μέρα
Μάνα στοργική του χαϊδέψει τα μαλλιά για να ξυπνήσει
Εντός μιας πλάνης
Εντός μιας εξάρτησης
Εντός χρόνου νεκρού
Εντός μέλλοντος ημιθανούς
Continue reading
Η Χάρη του Βιβλίου
Του Δημήτρη Καραλή
Υπάρχουν λέξεις που τις χρησιμοποιούμε για να στολίζομε την έκφρασή μας, όπως διαλέγομε λουλούδια να κοσμήσουμε το σπίτι ή τα κρεμάμε γιρλάντες στο λαιμό. Το καταπράσινο λιβάδι αγαλλιάζει τα μάτια του διαβάτη, κι όμως, λίγα αγριολούλουδα φυτρωμένα διάσπαρτα εδώ και εκεί, τονίζουν κι ανυψώνουν ακόμα περισσότερο την παραμυθένια ομορφιά του. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λογοτεχνία, όταν νυφοστολίζομαι τις σκέψεις μας με όμορφες λεξούλες, σαν τις κεντήστρες που κοσμούν με πολύχρωμες κλωστές τα αγαπημένα εργόχειρά τους.
Κάθε καλογραμμένη σκέψη εμψυχώνει και καλλιεργεί τον αναγνώστη, σαν την οργανική κοπριά που δυναμώνει δενδρύλλια και φυτά να παράγουν καλύτερα λουλούδια, φρούτα και καρπούς. Ποτέ μια ώριμη σπερματική ιδέα δεν παραμένει ανεκμετάλλευτη στην ανθρωπότητα, αργά η γρήγορα θα μαθευτεί και θα μεταδοθεί σε ολόκληρη την οικουμένη.
Κορκοτσάνια*
Άρις Αντάνης
Τα ’ δες πώς κουνάνε πέρα-δώθε τα σπαγκάτα φύλλα τους;
Κάνουν πως αφήνονται έρμαια στα θαλάσσια ρεύματα…
Θαρρείς χορεύουν, δίχως βήματα, καθώς, κιτρινοπράσινες
λικνίζουν τις παράσιτες κεραίες τους – έλα- σε προκαλούν.
Στα βότσαλα προσκολλημένοι θύσανοι , φούντες θαλασσινές
και από πάνω να πλασάρει την πολυχρωμία της μια πέρκα.
Το κλειδί της χαμένης ευτυχίας
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στα ψηλά, εκεί όπου ένα θολό σύννεφο έπαιρνε διάφορους σχηματισμούς, πριν διαλυθεί και φανεί πλέον ο ουρανός στο γαλανό του χρώμα. Ο δροσερός αέρας άγγιζε τα θεόρατα κτίρια, αφαιρώντας απ’ την επιφάνειά τους ό,τι βρώμικο και φθαρμένο ασχήμιζε την ατμόσφαιρα· τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια. Απέναντι ξεχώριζαν τα διαμερίσματα σαν μικρά φωτεινά κουτάκια με τις εγκλωβισμένες ανθρώπινες φιγούρες σε ακατάπαυστη κίνηση.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και του έπνιγε τη σκέψη. Κάτω στους δρόμους, η βουλιαγμένη Αθήνα, ταλαιπωρημένη και ανεξέλεγκτη δεν ησύχαζε ποτέ. Μια σιδερένια γροθιά το πηγαινέλα των περαστικών, μια μοχθηρή κλωτσιά στο στήθος του αυτό το μεγαθήριο, που στράγγιζε μέρα τη μέρα τα οράματά του.
Ο Κώστας Αθανασίου ήταν ψηλός και γυμνασμένος με πανέξυπνα μάτια και ευγενικά χαρακτηριστικά, αλλά η θλίψη σιγόκαιγε μέσα του· φλόγα τρεμουλιαστή που αντανακλούσε τον ταραγμένο κόσμο του σ’ ένα χαμόγελο σκοτεινό και πικραμένο, φανερώνοντας κάποιες αποκαρδιωτικές κινήσεις στο βάδισμά του.
Ο ζητιάνος στη γωνία, κάθε πρωί, λες και διάβαζε τις σκέψεις του, τον χαιρετούσε μ’ ένα ζωντανό και απροσποίητο χαμόγελο. Σαν να ξεχείλιζαν τα κέρματα στο μικρό τενεκεδένιο κουτί που κρατούσε, κι εκείνα άστραφταν στον ήλιο μαζί με τη γεμάτη ζωή. Δεν είχε καν το συνηθισμένο κακόμοιρο ύφος που προξενεί λύπηση. Έμοιαζε τόσο αξιοπρεπής μες τη δεινή του θέση. Τα λόγια, του έστηναν περίεργα παιχνίδια, του τριβέλιζαν το μυαλό:



