Αφιέρωμα στην 21η Μαρτίου

Home »  Ελληνικά »  Διασπορική Στοά »  Αφιέρωμα στην 21η Μαρτίου

Share

Αφιέρωμα στην 21η Μαρτίου
Π α γ κ ό σ μ ι α   η μ έ ρ α   Π ο ί η σ η ς

Σε μια εποχή που δυσκολεύεται τις μνήμες να αντέξει, σε μια εποχή που το βήμα μας ανήσυχο στους δρόμους της περισυλλογής οδεύει προς την απελπισία, κι απάνω από τα κεφάλια συνανθρώπων μας εξουσιάζει μια άδικη δίκη, έρχονται κάτι μέρες που μας θέλουν να ξεχάσουμε ότι είμαστε θνητοί. Είναι οι μέρες, που σαν τις αλκυονίδες θυσιάζονται στο βωμό του χρόνου και σκοπό έχουν ν’ αναπτερώσουν ηθικά κάθε ξεφάντωμα των ποιητών. Είναι κάτι μέρες με νέες ελεγείες, νέα άσματα, ανανεωμένο λυρισμό απ’ αυτούς που έχουν τόσα να πουν πολλές φορές απευθυνόμενοι προς εκείνους που έχουν τόσα λίγα να ακούσουν.

Έτσι λοιπόν και σήμερα, μερικοί από εμάς αποφασίσαμε ν’ αφιερώσουμε λίγο χρόνο και λίγο χώρο στο να υμνήσουμε τη μέρα αυτή, πριν η νυχτιά μας πιάσει απροετοίμαστους, πριν το επόμενο σκαλί μας κατεβάσει εσωτερικά ακόμη πιο κάτω, με την ελπίδα ότι θα θυμηθούμε πως τα ίδια σκαλιά μπορούν να μας ανεβάσουν ακόμη πιο πάνω.

Προσωπικά θεωρώ τιμή μου που άνθρωποι της τέχνης του λόγου συμβάλλουν στη Διασπορική Στοά διαμορφώνοντάς την σ’ ένα πνευματικό κέντρο ανείπωτης ευαισθησίας και ιδεών, ένα κέντρο ιδεολογισμού που πηγάζει μέσα από το Ανθολόγιο του πνεύματος της Διασποράς. Γι’ αυτό και ζήτησα από τους ίδιους αυτούς φίλους (τo 2012) να πλαισιώσουν το χώρο προσφέροντάς μας από αυτό που ήδη έχουν προσφέρει, μόνο που αυτή τη φορά θ’ ανάψουμε τους προβολείς ακόμη πιο φωτεινούς άσχετα από την τραγική κατάσταση που μας περιβάλλει.

Οι βάνδαλοι ανάμεσά μας δεν θα λείψουν, ας μη λείψει και η αισχύνη που αισθανόμαστε για το βανδαλισμό της λαμπρής ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας…

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19 Μαρτίου 2015

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19 Μαρτίου 2015

Πριν αρχίσουμε, ας μου επιτραπεί να θυμηθώ ένα μόνο στίχο του Κ. Μόντη για την ποίηση –

Είμαι εντάξει, Κύριε,
Που αυτοί προσεύχονται κι εγώ γράφω στίχους;

Ιάκωβος Γαριβάλδης


οίον το γλυκύμαλον

Καθώς το μήλο το γλυκό,
που στου κλαδιού την άκρη κοκκινίζει,
ψηλά, ψηλά στο ακρόκλωνο…
το δίχως άλλο το λησμόνησαν
την ώρα που ‘κοβαν τα μήλα…
Αχ όχι, δεν το απολησμόνησαν,
μόνο που δεν μπορούσαν να το φτάσουν!

μετάφραση Ι.Θ. Κακριδής
Ανθολόγιο Αρχαϊκής Λυρικής Ποίησης


Η ψυχή και οι στίχοι

Ψυχή μου, σ’ ανακάλυψα ανάμεσα στις λέξεις
σαν της γραφής αερικό με τα χιλιάδες πέπλα.

Γέρνεις, Ψυχή μου, στο χαρτί κι η ανάσα λαχταρίζει.
Γέμει μ’ ανθιά και με μοσκιά, με στίχους και με λέξεις.
Με τοξοβόρους πειρασμούς σε στόχους που κοιμούνται.
Με χρώματα σαν κάρβουνο καις τις καρδιές που κλαίνε.
Με ουράνιου τόξου φωτεινές λαμπίδες ξαστερώνεις
κι ανάβεις φλόγες ταπεινές και φλόγες διψασμένες
Κι απ’ της κορφής τα διάσελα ποτάμια κατεβάζεις
και πάνω στο λευκό χαρτί γίνεσαι πυροσβέστης,
μη και καούν οι ανάσες μας και δεν έχει μελάνι
να ξεδιψάσει η ψυχή και κει να ξαποστάσει.

Κράτα, ψυχή, τους στίχους μου νανούρισμα και όπλο.
Γλύκανε τα πετρόβολα, πληγές μη προκαλέσουν.
Και στου καημού το βάρεμα, βαλσαμικό σεργιάνι.

Ψυχή μου, γείρε στο χαρτί, κράτησε την πνοή μου.
Κράτα τους στίχους φωτεινούς λύχνους μες στο σκοτάδι.
Κράτα τ’ αφροξεγύμνωτα παιγνίδια της καρδιάς μας
σ’ απόσκια και σε δροσερά και διάφανα σαράγια.
Σε θώκους που ’χουν στολιστεί με ιδανικά κι αλήθειες.

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Δ ε λ τ ί ο   Τ ύ π ο υ

«Μια ιδιαίτερη εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης»

Την 21η Μαρτίου 2012 , Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, πραγματοποιήθηκε ιδιαίτερη πνευματική εκδήλωση στην Αίθουσα Τελετών, «Λίτσα Φωκίδου», του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Πανοράματος

Υπεύθυνη, συντονίστρια και ψυχή της όλης διοργάνωσης ήταν η ποιήτρια κ. Αικατερίνη Πομπόρτση.

Στην εκδήλωση πήραν μέρος βραβευμένοι ποιητές και ποιήτριες όπως: η κ. Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου, η κ. Φωτεινή Φωτιάδου, ο κ. Άγγελος Λιάπης, ο κ. Νίκος Μοσκοφίδης, η κ. Αικατερίνη Πομπόρτση.

Η εκδήλωση περιλάμβανε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος ήταν αφιερωμένο σε ξένους ποιητές και ακούστηκαν ποιήματα στο πρωτότυπο και  σε μετάφραση από :

  • την κ. Ναταλία Σουπονίτσκαγια, Πρόεδρο του Ρωσικού Κέντρου Θεσσαλονίκης,  η οποία αναφέρθηκε στον Πούσκιν και απήγγειλε ποιήματά του, μεταφρασμένα από την ποιήτρια κ. Αικατερίνη Σ. Πομπόρτση,
  • τον μικρό Ανδρέα Σουπονίτσκιι, ο οποίος απήγγειλε «από στήθους» ποίημα του  Λόρδου Βύρωνα στην Αγγλική γλώσσα,
  • την κ. Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου η οποία αναφέρθηκε στον Σαίξπηρ και απήγγειλε  το Σονέτο 116 στην Αγγλική Γλώσσα και σε μετάφραση στην Ελληνική,
  • η ίδια επίσης αναφέρθηκε στην σύγχρονη Ιταλίδα ποιήτρια Alda Merini  και απήγγειλε το ποίημά της   “Io non ho bisogno di denaro”  (Δεν έχω ανάγκη από χρήματα…)στην Ιταλική και Ελληνική γλώσσα,
  • την κ. Ηλιάνα Κυνηγοπούλου η οποία αναφέρθηκε στο Γάλλο Ποιητή Αλφόνσο Λαμαρτίνο και απήγγειλε στα Γαλλικά και Ελληνικά το γνωστό ποίημά του «Η Λίμνη»

Στο δεύτερο δε μέρος οι παρευρισκόμενοι απόλαυσαν ποίηση των συμμετεχόντων  ποιητών , κ. Ευαγγελίας-Αγγελικής Πεχλιβανίδου, κ. Φωτεινής Φωτιάδου,  κ. Άγγελου Λιάπη,  κ. Νίκου Μοσκοφίδη και της διοργανώτριας κ.  Αικατερίνης Πομπόρτση.

Επίσης ακούστηκαν  μελοποιημένα ποιήματα της Ε.-Α.Πεχλιβανίδου από τον κ. Δημήτρη Θέμελη, Καθηγητή Α.Π.Θ. (τραγούδι Θεόδωρος Βουτσικάκης), της Αικατερίνης Πομπόρτση επίσης μελοποιημένο από τον κ. Δημήτρη Θέμελη ( με σολίστ την υψίφωνο Βασιλική Βαϊούλη και στο πιάνο τη Νατάσα Καββαδία) καθώς και ένα μελοποιημένο ποίημα της Φωτεινής Φωτιάδου.

Η ξεχωριστή αυτή βραδιά πλαισιώθηκε με  τη συνοδεία πιάνου από τη μαθήτρια Ευτυχία Αθανασιάδου.

Εκτός των ποιητών, ποιήματα επίσης απήγγειλαν  η κ. Χαρούλα Κομπινόγλου-Βελίκη, η κ. Ντάνη  Ανδρικάκη-Δωρή, η κ. Ελένη Λιάπη, ο 11/χρονος Βασίλης Τσαντίλης-Ρέϊς (ένα δικό του ποίημα) και ο μικρός εγγονός της κ. Πομπόρτση, Ραφαέλος Μπάκουλης που απήγγειλε (από στήθους) ένα ποίημα της γιαγιάς του που είχε γράψει για εκείνον.

Εκτός των υψηλών προσκεκλημένων και των εραστών της Ποίησης που γέμισαν την αίθουσα, την εκδήλωση τίμησε επίσης ένας απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Ιντιάζ  Χαν, της φυλής των Καλλάς, από το Αφχανιστάν, ο οποίος (με διερμηνέα την κ. Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου) αναφέρθηκε στην ιστορία της φυλής του.

Τον πανηγυρικό της ημέρας και το συντονισμό του προγράμματος είχε η κ. Ανδρικάκη-Δωρή Ντάνη.

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015- Ημέρα ποίησης σε όλο τον κόσμο
και βέβαια και στην Ελλάδα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Γράφει ο Άρις Αντάνης

Ποίηση  λένε είναι μια μορφή φιλολογικής τέχνης που χρησιμοποιεί τις αισθητικές ποιότητες της γλώσσας, για να επικαλεστεί έννοιες, σε συνάφεια  προς την φαινομενικά πεζή τους υφή.

Στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη υπάρχει ένας ορισμός της ποίησης, που επικεντρώνει την προσοχή κυρίως στη χρήση του λόγου, αναφορικά με τη ρητορική, το δράμα, τη μουσική και την κωμωδία.

Χαρακτηριστική είναι η ρήση του Σωκράτη: «μουσικήν  ποίει και εργάζου».

Ο Octavio Paz έλεγε ότι η ποίηση είναι καμωμένη από το απόσταγμα της Γλώσσας, της Ιστορίας  και της Κοινωνίας, αλλά αποζητά να ξαναδημιουργήσει γλώσσα, σύμφωνα με νόμους  άλλους από εκείνους που κυβερνούν τη συνομιλία και τη λογική συζήτηση.

Ακόμα είπε ότι δεν υπάρχει Κοινωνία χωρίς Ποίηση, παρά το ότι η ίδια η Κοινωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως Ποίηση. Οι δύο όροι, Κοινωνία και Ποίηση που συνυπάρχουν, πολύ συχνά αγωνίζονται να διασπαστούν. Δεν το καταφέρνουν ποτέ!…

Ο Τάσος Λειβαδίτης δίνει μια θαυμάσια παρομοίωση γενικά για την Τέχνη, αλλά  διαπιστώνουμε ότι πιο πολύ ακουμπάει στην ποίηση  και  την καλύπτει πλήρως  ως  τέχνη του λόγου. Μας λέει λοιπόν ότι «Τέχνη είναι να σκαρφαλώνεις σε μια φανταστική τριανταφυλλιά και να κόβεις ένα αληθινό τριαντάφυλλο.»

Είναι αλήθεια ότι η σημερινή εποχή  μάς έχει επιβάλλει έναν αφόρητα πεζό τρόπο επιβίωσης. Η ζωή μας σήμερα είναι σχεδόν κενή από μεταφορές, αλληγορίες, παρομοιώσεις, ρυθμούς, μέτρα,  ομοιοκαταληξίες, ευφωνίες, μετωνυμίες, και όλα αυτά τα «καλολογικά» στοιχεία που δίνουν στον άνθρωπο ποιότητα, γοητεία και γόητρο.

Πιστεύω ότι η ποίηση  πρέπει να διέπει  τις αιώνιες αξίες μας, τις αρχές μας, τις παραδόσεις μας, τα συναισθήματά μας, ακόμα και τις σχέσεις μας, την οικογένειά μας, τους φίλους μας.

Άρα, κατά τη γνώμη μου,  επιστροφή στην ποίηση σημαίνει επιστροφή σε ό,τι έχουμε αφήσει πίσω μας, δηλαδή επιστροφή στον ιδεαλισμό, στη δημοκρατία, στη δικαιοσύνη, στην καλοσύνη, την αγάπη, την αλληλεγγύη, τα ειλικρινή χαμόγελα, στην εμπιστοσύνη και επιτέλους επιστροφή στην Κοινή Λογική.

Ο Reiner  Maria Rilke  στο βιβλίο του «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή»,  τού δείχνει το δρόμο της ποίησης, που είναι ένας δρόμος μοναχικός αλλά ωραίος. Κι άμα τον περπατήσεις θα σε ακολουθήσουνε πολλοί.

Αλλά και ένας αν σε ακολουθήσει θα έχεις την παρέα που εσύ διάλεξες, την παρέα σου.

Συνήθως απογοητευόμαστε όταν ψάχνουμε εμείς να βρούμε τους ανθρώπους  που θα εκτιμήσουν  την ποίησή μας και απορούμε πώς είναι δυνατόν να εκτιμούν άλλους δρόμους που μόνο ποίηση δεν είναι.

Αυτό είναι λάθος.  Πρέπει να αφήνουμε εκείνους να μας ψάχνουν. Κι αν μας βρουν καλώς. Αν δεν μας βρουν πάλι καλώς. Εμείς χαρήκαμε τον περίπατο  χαράσσοντας οι ίδιοι  ποιητικά μονοπάτια, γεμάτα ομορφιά και  χάρη  και ευωδιές και εποχές και έρωτες και καράβια και εικόνες και αναπολήσεις και προσδοκίες και μουσική και νοσταλγία και όνειρα και κύκλωπες και λαιστρυγόνες και γοργόνες  και σειρήνες, χάριτες και μοίρες και ώρες και μούσες  και αμαζόνες  και βυθούς, βουνά και θάλασσες, σύννεφα και ήλιους, άστρα και  νησιά, ταξίδια…

Ο ιδρυτής  της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά, αείμνηστος  Στέλιος Γεράνης  είχε γράψει και κάποια λόγια, που έχουν  εντυπωθεί για πάντα στη σκέψη μου. Σε κάθε κρίση και σε κάθε απογοήτευση και σε κάθε προβληματισμό ξεπετάγονται από το υποσυνείδητο και με περιβάλλουν σαν προστατευτικό κέλυφος, σαν τη φωτιά που κρατάει τα θεριά μακριά μας. Γιατί τα θεριά δεν θα εκλείψουν  ποτέ, αλλά κι εμείς θα έχουμε πάντα την φλόγα της  ποίησης, που αν δεν τα απομακρύνει, τουλάχιστον  θα τα κρατάει  σε απόσταση:

Διαβείτε το κατώφλι μου, ποιητές!
Άλλη ελπίδα αναπνοής δεν έμεινε στο δέντρο μου,
πάρεξ  απ΄ τη δική σας. Ρίξτε το σπόρο σας τον εύφορο
σ’ αυτόν εδώ  το χέρσο αγρό, που πάω να τον φυτέψω
και χρείαν  έχω από νερό.
Χρείαν έχω από τα αστέρια σας κι από την εμπνοή σας. 

Σας προσκαλώ στο δείπνο μου, ποιητές,
να γίνει ο άρτος μου γλυκύτερος,
ν’ αναστηθεί ο λόγος μου ο νεκρός,
να τον ακούσουν οι ληστές της γης
και να ντραπούν του κόσμου τούτου οι δολοφόνοι.
Διαβείτε το κατώφλι μου, ποιητές… [] 

Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτές τις ασήμαντες σκέψεις μου, σχετικά με την ποίηση, ανατρέχοντας  και  σε κάποιο  δικό μου γραπτό, που περιλαμβάνεται στην ποιητική μου συλλογή ΘΑ ΠΑΩ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ. (Εκδόσεις Εντός)

Δεν πρόκειται για ποίημα, αλλά για μια ανάγκη να εξηγήσω τα διλήμματα που γεννιούνται μέσα μου κάθε χρόνο, την ημέρα που σε όλο τον κόσμο γιορτάζεται η Παγκόσμια ημέρα ποίησης. Τίτλος :

Χιμαιρία νάρκη

« Η μελωδία ήρθε από μακριά…
Η Εκάτη καβάλα στο φεγγάρι της χάσης , ρίχνει πέπλους από ασήμι
και ντροπή στα θεϊκά σμιξίματα, μήπως και φανεί κανείς ψαράς
ή άλλος θαλασσινός, πελαγωμένος, για να ψαρέψει τους μαύρους
ροφούς, τις ραβδωτές πέρκες, τις ασημένιες τσιπούρες, τα χρυσά λιθρίνια
– που η υπερκόσμια πνοή τού έσβησε το πυροφάνι- μήπως ιδεί
κι αντικρίσει με τα φθαρτά, τα’ ανθρώπινά του  μάτια,
τους θεούς να αγαπιούνται…»

Μόλις διάβασες  στίχους του Μ. Καραγάτση, κι αποφάσισες  αυτοστιγμεί.
οριστικά το γράψιμο να διακόψεις. « Δεν με παίρνει πια» σκέφτηκες,
«μετά από τέτοιους στίχους, τι δουλειά έχω εγώ με αυτό που λένε ποίηση!
Είναι πρέπον, άραγε;  Ναι, διακόπτω…». Αλλά όπως κλείνεις το βιβλίο
αίφνης τον ακούς να σου μιλάει, να σε προτρέπει, σε παροτρύνει και σε προκαλεί,
στο τέλος σε ικετεύει: «γράψε»  σε εκλιπαρεί, « μη σταματάς ,  αντίγραψέ με,
στην ανάγκη, κλέψε με, αλλά γράψε, κάντο για μένα,  γράψε για  χάρη μου.
Όταν γράφεις με δική μου αφορμή ακόμα κι όταν με αντιγράφεις
με τιμάς, μου δίνεις το βραβείο Νόμπελ , που δεν αξιώθηκα, μου στήνεις
το άγαλμα που δεν δικαιώθηκα, στη κεντρική  Λεωφόρο του Νού
και στην Πλατεία Καρδιάς, τις πιο περίοπτες.  Η μελωδία ήρθε
από  μακριά, η Εκάτη ρίχνει πέπλους από ασήμι και ντροπή
κι ένας θαλασσινός  αισθάνεται πελαγωμένος…

Αυτά διάβασες στα κείμενα του  Μ. Καραγάτση  και να! τα διλήμματα…
Και στέργεις της Μεγάλης σου ευγνωμοσύνης, τα σήματα να πέμψεις
μα δεν τον βρίσκεις, παρά μόνο στα βιβλία του και, όλως παραδόξως,
φαίνεται αυτό να μη σου αρκεί! Στη θάλασσα ρίχνεις το μήνυμα
σε ένα μπουκάλι: Θε μου, σ’ ευχαριστώ που γέλασα και που έκλαψα,
που διάβασα και που έγραψα… Τελικά κανένας Ιούδας δεν φιλάει υπέροχα
παρά μετράει εκατό χρόνια μοναξιάς, με κόκκινα βαμμένα τα μαλλιά,
σαν τις γνωστές  μας μάγισσες της σμύρνης, που  αγωνιούν να  εξηγήσουν
τους κώδικες ντα βίντσι, όταν ο χάρι πότερ  συναντιέται με τον άρχοντα
των δαχτυλιδιών για να ανταλλάξουν  την έκπληξη και την απορία τους ,
καθώς  βλέπουν ότι όλοι  οι άνθρωποι που απαντούν στο δρόμο τους  είναι σκυμμένοι
πάνω στις σελίδες τους,   χαμένοι στην αποχαύνωση  των άδειων λέξεων.
Μα,  ώ του θαύματος ! Εσένα μια φωνή αλλόκοτη, παύει  πλέον να σε εκλιπαρεί
και τώρα πια  σε διατάζει,  να αρπάξεις  το σωσίβιο που μοιάζει σαν μια  πένα
και σε κρατάει στην επιφάνεια να μη βουλιάξεις…
Μόλις άκουσες τον  Μ. Καραγάτση και αποφάσισες αυτοστιγμεί , το γράψιμο
να ξαναρχίσεις. Είναι πρέπον;  Ναι, κι ας είναι μια Μεγάλη Χίμαιρα!…

Άρις Αντάνης

Ο Ηρακλής

Ανέκδοτο τραγούδι (Ερασιτεχνική Ηχογράφηση)

Μουσική: Θοδωρής Γαλίτης
Στίχοι: Χάρης Μελιτάς
Τραγούδι: Θοδωρής & Δημήτρης Γαλίτης

Ο δρομέας

Τρέχω παντού και πάντα,
τρέχω με ασθμαίνουσα αναπνοή
στα στενά της μνήμης, όπου ανασύρω
ένα-ένα τα κομμάτια της ψυχής.
Πεσμένες σταγόνες του ιδρώτα,
το στόμα μου ξεστομίζει αλήθειες
που στα χείλη τρεμοπαίζουν,
πριν φτάσουνε στο αίσιο τέρμα.

Κουρασμένοι οι μυς του δρομέα
που έμειναν από μέταλλα και υγρά
ψάχνοντας ένα ποτήρι λέξεις
για να ξεδιψάσουν, να νιώσουν πιο στέρεοι,
πιο γρήγοροι, πιο ικανοί
για άλλα σταυροδρόμια…

Εκεί το ποίημα πάντοτε θα παραφυλάει
σαν το λαγωνικό να αρπαχτεί
πάνω στο πληγωμένο θήραμα: τις λέξεις,
τις αύρες, τα αισθήματα, τις σκέψεις,
μια άλλη διάσταση ζωής λυτρωτική.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Βόλου

Οι Ποιητές

Κάθε που νυχτώνει
Βγαίνουν οι ποιητές
Στην άκρη κάποιας αναζήτησης

Μοτίβα ψάχνουν πιο δυνατά απ΄την καρδιά τους
Και φθόγγους ηχηρότερους
Απ’ της ανάγκης το περίσσευμα

Ασκήσεις κάνουν επί παλμού ζωής
Πειθήνιοι στρατιώτες
Μέσα στων λέξεων τον καταιγισμό
Των εξάρσεων τον πυροβολισμό
Της εκστρατείας μέσα τη μακριά πορεία

Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Ποιήσεως Λόγος

Ο ποιητικός λόγος μπορεί να είναι και πεζός
Αν βυθιστεί στο νεροχύτη με τα άπλυτα πιάτα
Στις προθήκες με τα σκονισμένα κρύσταλλα
΄Εχει υποχρέωση και το ξέρει
Να περιπλανιέται σαν ψυχή σ’ επιθανάτια εμπειρία
Πάνω απ’ όσα λέγονται κι ακούγονται
Στα χειρουργεία της άλλης ζωής

Eλένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Με της ρίμας τον Έρωτα

Γράφω με τη νοσταλγία των λέξεων
Με την επίγνωση της δύναμης ενός ανθισμένου μυαλού
Με χέρια που κρατούν τ΄αγίνωτο
Προσμένοντας της ρίμας τον ερωτικό τον ψίθυρο
Στο παραθύρι των ειρμών
Μια άνοιξη αποθέτει τα φυλλώματα, τους ίσκιους της
Πουλιά κελαηδούν τα δίφθογγα μιας αποκάλυψης
Και μια αρμάθα από κλειδιά της σκέψης
Ελευθερώνουνε τις πέντε μου αισθήσεις στ΄ακροδάχτυλα
Στα χείλη, στις διεσταλμένες ίριδες του νου
Έτσι που την έμπνευσή μου οσφραίνομαι
Και γεύομαι κι ακούω κι ακουμπώ
Καθώς τα βήματά της χαράζονται επάνω στη λευκή μου πρόκληση
Και τότες η γραφή το άγραφο πλάθει
Η ψυχή το άψυχο ανασταίνει
Η καρδιά τον πιο γοργό παλμό της μες στις λέξεις μου χαρίζει
Ξαστερώνει το μυαλό , ξαλαφρωμένο αναπαύεται
Στην ηδονή που χάρισε το πρώτο χτίσμα

Εν αρχή ην του πάθους ο λόγος

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Γιατί Γράφω Ποιήματα

Του Άρι Αντάνη

Ένα μικρό αφιέρωμα  στην Εικοστή πρώτη Μαρτίου,
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, για τη Διασπορική Στοά.

Προλογικό

Το ποίημα είναι ζωντανό.
Δεν σου ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά.
Δεν το γνωρίζεις ποτέ απόλυτα.
Παρατάσσεται εναντίον σου,
σε ψαχουλεύει ξεδιάντροπα,
με δικαιώματα πρωτόγνωρα.
Φοβάσαι.
Μη σε γνωρίσει.

Ελένη Καρασαββίδου

1.Με αυτούς τους εντυπωσιακούς, για μένα, στίχους της ποιήτριας κυρίας Ελένης Καρασαββίδου, θα ήθελα να ξεκινήσω τη μικρή μου συμμετοχή στο αφιέρωμα της Διασπορικής Στοάς  για την «21η ΜΑΡΤΙΟΥ», που έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Η κυρία Καρασαββίδου  έγραψε  ένα ποίημα για το… ποίημα. Και εμένα προσωπικά με έφερε, με ποιητικό… ρεαλισμό, προ της γενικής απορίας μου και του συνεχούς προβληματισμού μου:

>Γιατί γράφουμε ποιήματα;
>Τι μας ωθεί;
>Τι μας εμπνέει;
>Τι θέλουμε να πετύχουμε;

Φυσικά δεν πρόκειται να απαντήσω εγώ σε αυτά τα ερωτήματα. Θα χρειαζόταν  να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο. (Μπορεί κάποτε να το γράψω ). Προς το παρόν  όμως με καλύπτουν οι πιο πάνω στίχοι. (Θα ήθελα να τους είχα γράψει εγώ. Αλλά… πού τέτοια τύχη!)

Όμως και ο  αείμνηστος Στέλιος Γεράνης, ιδρυτής και πρώτος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά, με ένα ποίημά του  ονειρεμένο,  είχε κάποτε  επαναφέρει  το ενδιαφέρον μου για τη συγγραφή ποιημάτων,  όταν είχα αρχίσει να το χάνω:

Προσκλητήριο

Διαβείτε το κατώφλι μου,  π ο ι η τ έ ς !
Άλλην  ελπίδα αναπνοής δεν έμεινε στο δέντρο μου,
πάρεξ απ’ τη δική σας. Ρίξτε το σπόρο σας τον εύφορο
σ’ αυτόν εδώ το χέρσο αγρό, που πάω να τον φυτέψω
και χρείαν έχω από νερό,
χρείαν έχω από τ’ αστέρια σας κι από την εμπνοήν σας.
Σας προσκαλώ στο δείπνο μου,  π ο ι η τ έ ς,
να γίνει ο άρτος μου γλυκύτερος,
ν’ αναστηθεί ο λόγος μου ο νεκρός,
να τον ακούσουν οι ληστές της γης
και να ντραπούν του κόσμου τούτου οι δολοφόνοι.
Διαβείτε το κατώφλι μου,  π ο ι η τ έ ς…

Στέλιος Γεράνης

2. Στο “Περιθώριο” μιας πολύ  παλιάς εφημερίδας είχα βρει και κάποιες άλλες σκέψεις, που με βοήθησαν. Ενώ  δηλαδή είχα την επιθυμία και την έμπνευση να γράψω,  κάτι σαν δέος με εμπόδιζε κάθε φορά. Από τότε όταν νιώθω το ίδιο δέος ανατρέχω στο απόκομμα που το έχω πάντα πρόχειρο, το διαβάζω και ανακτώ και πάλι το κουράγιο μου.  Για όσους νιώθουν παρεμφερείς δισταγμούς παραθέτω αυτές τις γραμμές, ως ασήμαντο μικρό δωράκι,  για την επέτειο της 21ης Μαρτίου:

«Το πανανθρώπινο πνεύμα, στην ανά τους αιώνες ανέλιξή του, τρέφεται από τα μεγάλα λογοτεχνικά και ποιητικά έργα. Αυτά που επιβιώνουν μέσα στο χρόνο.

Ωστόσο η πνευματική ζωή κάθε λαού, σε κάθε νέα εποχή, δηλαδή  η  «μήτρα» μέσα στην οποία κυοφορούνται τα αυθεντικά και από τη φύση τους σπάνια μεγαλουργήματα συντελείται όχι μόνο με τη λατρεία  των κορυφαίων , αλλά και με το δημιουργικό μόχθο, που συνηθέστατα αποφέρει μέτρια, ακόμη δε και ασήμαντα, αποτελέσματα.

Αυτός είναι ο κανόνας- σκληρός αλλά αδήριτος – του καλού πνευματικού αγώνα.

Όμως η αποκλειστική συναναστροφή με τα υψηλά, ίσως να μας περιόριζε στον στείρο σχολαστικισμό και πιθανόν να μας οδηγούσε, τελικά, ακόμα και στο θάνατο του πνεύματος! Γι’ αυτό ας μη ξεχνάμε την εικόνα που μας είχε δώσει ένας Άγγλος σοφός, όταν είπε:

Οι κορυφές της ποίησης υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο, επειδή οι πλαγιές που οδηγούν σ’ αυτές είναι γεμάτες από…  σώματα ελασσόνων ποιητών.’

Όχι σπάνια, στα πνευματικά μας πράγματα, απαντά το φαινόμενο να λοιδορούνται και να περιφρονούνται οι πνευματικοί εργάτες του σήμερα, επειδή δεν έχουν, φυσικά, το ανάστημα του Αισχύλου, του Σέιξπιρ, του Ντοστογιέφσκι.»

3.Πάνω στις σκέψεις αυτές και βέβαια στη  ρήση του Σωκράτη, που μέσα από το κελί τού μελλοθανάτου , σκέφτηκε να προστατέψει  τους ποιητές του μέλλοντος , βασίστηκε κι ένα δικό μου ποίημα, με τίτλο «πλαγιές», που  αρχικά το είχα γράψει πιο πολύ για μένα, αλλά  που τώρα με την ευκαιρία αυτή, ευελπιστώ ότι  μού εκχωρείται,  τρόπον τινά, η τιμή και ή άδεια να  το κοινοποιήσω και στα μέλη της Διασπορικής:

Πλαγιές

Αρχαία μου θεμέλια– γεροί μου πρόποδες,
αρχαίοι ελληνικοί θεοί – και ημίθεοι έλληνες,
όπου κι αν σκάψουμε , σ’ αυτήν εδώ  τη γη
που μας εγκαταστήσατε,
κίονες θα βρούμε ιερούς- τους εαυτούς σας
κι από πάνω λίγη χλόη και πεύκα που καίγονται.
Κι εμάς , για λόγους άγνωστους
μας προορίσατε να οργανώνουμε θυσίες
και να  διαιωνίζουμε τη λατρεία σας,
ακολουθώντας πιστά και πειθήνια
τις τέσσερεις λέξεις της επιγραφής σας:
«Μη πατάτε το πράσινο».

Ψηλές μου κορυφές – ολόφωτες αιχμές,
νέα παγκόσμια άστρα- και πνεύματα εγκόσμια,
όπου κι αν ξετυλίξουμε τους πάπυρους
που μας κληροδοτήσατε,
ψυχές  θα βρούμε, έμπιστες -τους εαυτούς μας
και από κάτω λίγη χλόη και πεύκα νεοσσούς.
Κι εμείς, οι άγνωστοι λόγιοι
προοριστήκαμε να αγναντεύουμε ουτοπίες
και- δίχως φθόνο- να ζηλεύουμε τη μοναξιά σας ,
ετεροφωτιζόμενοι από τη δόξα
που εμείς οι ίδιοι σας κατοχυρώσαμε:
«Απαγορεύεται η άνοδος».

Πλαγιές μου αχανείς – εκτάσεις μου αφιλόξενες
μονοπάτια δύσβατα – και βράχοι αλάξευτοι,
όπου κι αν καταμετρηθεί η ασημαντότητα
που μας καταδικάσατε,
κορμιά θα βρείτε ισχνά, ελάσσονα, τα … έργα μας,
πάνω στη λίγη χλόη και τα πεύκα που ελπίζουνε.
Κι εμείς οι άγνωστοι- άγνωστοι,
αλαφροήσκιωτες και ανεκτίμητες πλαγιές  Ενός ολύμπου,
σπρώχνουμε καροτσάκια, γεμάτα απ’ το βαρύ μας τίποτα,
προς την « Πλατεία αβησσυνίας», ικετεύοντας συγγνώμες
για την έμπνευσή μας, με μόνον αρωγό Κάποιον σωκράτη:
«Μουσικήν ποίει και εργάζου….» 

(Άρις Αντάνης)

4.Για τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, μπορώ να πω ότι γράφω και εγώ λίγα ποιήματα.

Θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλη μιαν αιτία: ότι είμαι  κι εγώ ένας Έλληνας, αφού η ποίηση των Ελλήνων κρατάει επίσημα την παράδοση από το 800 π.Χ., μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και, αν μήτι άλλο, αποτελεί μια τρανή απόδειξη της Ελληνικότητάς μας.

Πράγματι τα ανθρώπινα πάθη, τα αισθήματα και  τα συναισθήματα των σημερινών Ελλήνων,  όχι μόνο δεν διαφέρουν από τους αρχαίους  Έλληνες, αλλά  είναι εκπληκτικό και αξιοθαύμαστο  φαινόμενο, για να μη πω αδιανόητο, το πόσο όμοια είναι, αν συγκρίνουμε τον αρχαίο και το νέο  Έλληνα λυρικό ποιητή.

Και για να φανεί η σπουδαιότητα και η  χρησιμότητα της ποίησης στην κατοχύρωση  της προέλευσής μας , θυμηθείτε ότι ανατρέχουμε πάντα σε αυτήν, και  κυρίως όταν έχουμε στερέψει από άλλα επιχειρήματα ή όταν μιλάμε ή ντρεπόμαστε για κάποιες σημερινές τάσεις ή και ελαττώματά μας.  Δείτε, τώρα τελευταία που όλοι είναι εναντίον μας, τα  στοιχεία  που ανασύρουμε από την αρχαία μας ποίηση, τη γλώσσα,  την ιστορία, τα κατορθώματα των Ελλήνων, επικαλούμενοι το ένδοξο παρελθόν μας, για να δείξουμε την αξία μας. Τόσον καιρό τα είχαμε ξεχάσει. Και στο μέλλον μάλλον θα τα ξαναξεχάσουμε.

Η ιδιοσυγκρασία  των Ελλήνων, η θυμική τους συμπεριφορά, η ευαισθησία,  οι αντιδράσεις μας, η «ψυχούλα» μας η ίδια  είναι ακόμα εδώ, ίδια και απαράλλαχτη, επί 3000 χρόνια. Και αυτό πηγάζει,  αλλά και καταδεικνύεται και από την Ποίηση.

5.Όμως, με τη βεβαιότητα ότι  δεν περιμένουμε από την Ποίηση να μας προσφέρει υλικά οφέλη  και οφίτσια, θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχουν και κάποιοι  άλλοι λόγοι που, εμένα προσωπικά, με προτρέπουν να γράφω ποίηση, όπως πχ.:

α) Ένας είναι  το .. «εγκόλπιο» του Reiner Maria Rilke , «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή», ένα μικρό, εύπεπτο και εύχρηστο βιβλιαράκι, ένα «ευαγγέλιο… τέχνης»,  το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα:

«…Βυθίσου στον εαυτό σου και αναζήτησε την αιτία που σε κάνει να γράφεις… Αναρωτήσου: Θα πέθαινες αν σου απαγόρευαν το γράψιμο; Αν πεις ναι, τότε πλάσε τη ζωή σου σύμφωνα με αυτή την ανάγκη… Μη καταφρονείς την καθημερινότητά σου αν τη θεωρείς φτωχή. Καταφρόνησε τον εαυτό σου που δεν είναι αρκετά ποιητής για να καλέσει τα πλούτη της… Αν είσαι πραγματικός ποιητής, μπορεί να χρειαστεί  ακόμα και να απαρνηθείς αυτή σου την ιδιότητα… (Σ.Σ. Αυτό ίσως παραπέμπει στο  ότι δεν είναι θέμα ποιότητας στίχων, αλλά ποιότητας… στόχων!)»  

β) Και βέβαια κάποιες αξιωματικές, θα έλεγα, αλήθειες, όπως :

>σήμερα οι άνθρωποι δεν αναζητούν αξίες, αλλά οι αξίες ψάχνουν για ανθρώπους.
>Η ποίηση έχει εραστές δεν έχει αγοραστές.
>Υπάρχουν ανάμεσά μας ποιητές που δεν έχουν γράψει τίποτα , όπως υπάρχουν κι άλλοι που γράψει τόμους και δεν είναι τίποτα.
>Μη λυπάσαι τον ποιητή που δεν έχει Κοινό, αλλά το Κοινό που δεν έχει ποιητή.

6.Τώρα, ίσως ρωτήσει κάποιος:   Και τι είναι  ποιητής;

Θα απαντήσω πολύ… εύκολα, αν και νομίζω ότι σε όλους μας είναι γνωστό.  Ο Ποιητής Ντέρεκ  Γουόλκοτ– βραβείο Νόμπελ 1992- είχε πει ότι «οι μυθιστοριογράφοι δεν είναι παρά απογοητευμένοι… ποιητές». Και είχε προσθέσει ότι «η ποίηση είναι η ομορφιά του νου, αλλά αυτό που λέμε ‘ποιητής’ δεν υπάρχει. Υπάρχει ένας άνθρωπος που γράφει στίχους και ίσως μια μέρα  τύχει να γράψει κάτι καλό

Εγώ  φυσικά δεν ξέρω τι είναι ποιητής. Ξέρω όμως με σιγουριά  να πω ποιος δεν είναι: Εγώ!

Γι αυτό θα κλείσω την πολυλογία μου- ευτυχώς θα πείτε- με δυο τετράστιχα από ένα δημώδες ποίημα,  κι άλλα δύο τετράστιχα  από ένα ποίημα  του Κωστή Παλαμά, που είναι  τόσο επίκαιρα όσο και χαρακτηριστικά της τωρινής περιπέτειας, μίας από αυτές που διέρχεται συχνά η πολύπαθη πατρίδα όλων μας και που συνθέτουν την  πολύχρονη και τρικυμισμένη ιστορία της:

Ποτέ δεν ετραγούδησα
μηδέ τραγούδια ξέρω
μα τώρα για τους φίλους μου
και για τους ιδικούς μου,

θα ειπώ τραγούδι χλιβερό
και παραπονεμένο
να πάει η φωνή μου σύγνεφο,
να πάει η φωνή μου αντάρα.

Δημώδες

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς
μήτε λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη,
σκυφτούς για το χαράτσι,

κούφιοι κι οκνοί καταφρονούν
τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα
και των αρχαίων παλιάτσοι.

Κωστής Παλαμάς

Και του χρόνου να έχουμε υγεία για να γιορτάσουμε πάλι την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Άρις Αντάνης

Ειρμός της ποίησης

Με ρίχνει αυτή η οχλαγωγία
με φθείρει αυτή η καθημερινότητα
με βλάπτει αυτή η εγωλατρία
ο πόνος του αβέβαιου του αύριο
με ρίχνει κι η επίκτητη η τάση
προς το ασύμβατο συμφέρον ολοταχώς.

Πόσο θα ήθελα να ξεχαστώ μες στην αφάνεια
και έτσι μόνος τους δρόμους άσκοπα να περπατώ
σαν άπειρος και αμαθής.
Να περπατώ τα δύσβατα προδιαθέσεων
κι ένα καλάμι να καβαλικεύω ο ανόητος
να ξέρω όσο πιο λίγα γίνεται σαν συμβιώνω.

Όσο κι αν πέφτω
όσο βαθιά στο μένος των αντιλήψεων κι αν βρεθώ
όσο και αν ο κόσμος δεν με αφήνει
ανήμερα της θλίψης πια να ξεχαστώ,
με κείνη τη μαγεία στον ειρμό της ποίησης
από το άμα κάθε λογικής σαν αφελής θα αφεθώ.

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Αγωνία για… το Ποίημα

Βαδίζω μόνη τις νυχτιές, πάνω στις άσπιλες λευκές σελίδες
Ο νους, δραπέτης των καιρών,
αρχαίας ύπαρξης βωμός, ερωτικής θυσίας,
ψάχνει σε λέξεις, σε προτάσεις, σε μύχιες ενοχές,
να ονομάσει, αυτό το κέριο, το μεστό, αυτό που
λέμε… Ποίημα!
Ψάχνει σε χίλια των χειλιών φιλήματα,
να βρει τη σάρκα, που αφήνουνε τα σύμφωνα,
όταν από έρωτα αγγίζουνε τα  “Άλφα” της αγάπης.
Όταν καράβια οι συλλαβές, θα κλέψουν τον καρδιόχτυπο
του, έλα, πάνω στο “Λάμδα” το υγρό της έλξης το ταξίδι!
Θα πουν, θα πουν, θα ξοδευτούν,
θ’αγκαλιαστούν πανώριες λέξεις…
Μα τούτο, που πλαγιάζει μέσα μου μεστό,
ανείπωτο θα μένει!
Αχ! Ποίημα, άγνωρο, μοναδικό,
πόσο βαθιά στου νου τις όλβιες αφορμές
θα γέρνεις!
 
Τζένη Κουφοπούλου

One Comment so far:

  1. Πιπίνα Δ. Έλλη (Elles) says:

    Αγαπητέ Ιάκωβε… θα ήθελα να απαντήσω στο ποίημά σου, με τους ακόλουθους στίχους:

    Ποιητή μου!
    Αχ ποιητή μου!
    Τραγουδιστή του Μερακιού
    του Άγνωστου
    του Νοητού
    του Μύθου του Αιώνιου
    που πλέκεις και ξεπλέκεις
    Υπόνοιες
    και Μνήμες…
    Πόσο κοντά σου
    νιώθω!
    Το ποίημα ανήκει στην ποιητική μου Συλλογή: Μοίρα μου Αρμούρισσα, Σύδνεϋ, 2005

Leave your Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>