Το Κουλίκ (Κιουλιούκ)

Ο Λευτέρης Συμεωνίδης, η μητέρα του, Μυροφόρα Μωυσιάδου, η εγγονή του (Μυροφόρα) και ο Γιώργος Μωυσιάδης.
 

Οι Πόντιοι του χωριού μας κατάγονται από τον “Πόντο”. Λέγοντας “Πόντο” εννοούμε τα νότια και ανατολικά παράλια του “Εύξεινου πόντου”(“Μαύρης θάλασσας”).

Χάρτης της Μικράς Ασίας. Μέσα σε κύκλους, η περιοχή Ακνταγματέν  και Κουλίκ.

Χάρτης της Μικράς Ασίας. Μέσα σε κύκλους, η περιοχή Ακνταγματέν και Κουλίκ.

Οι αρχαίοι Έλληνες πόντο έλεγαν τη θάλασσα. Η θάλασσα, που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρωσία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία, σιγά σιγά επικράτησε να λέγεται “Εύξεινος πόντος” (=Φιλόξενη θάλασσα) και απλά “Πόντος”. Πόντος ονομάστηκε και η στεριά νότια και ανατολικά του Εύξεινου πόντου. Σ’ αυτή τη στεριά, στον Πόντο, εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες από τα αρχαία χρόνια και αυξήθηκαν πολύ στη διάρκεια της Βυζ. Αυτοκρατορίας. Καθώς αυξάνονταν, προχωρούσαν και πιο μέσα, στο εσωτερικό της περιοχής, για να μπορέσουν να ζήσουν. Έτσι, σιγά σιγά κατέκτησαν μεγάλη περιοχή και τον 19ο αιώνα (1800 – 1899)  κυριαρχούσαν (πληθυσμιακά και οικονομικά) σ’ όλη τη βόρεια Μ. Ασία.

Οι δικοί μας και άλλοι πολλοί Πόντιοι κατοικούσαν στην περιοχή της Αργυρούπολης[1](τουρκικά Κιουμουσχανέ). Εργάζονταν στα μεταλλεία (αργύρου και άλλων μετάλλων), που λειτουργούσαν εκεί. Τα μεταλλεία της Αργυρούπολης, μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828, σταμάτησαν να λειτουργούν και πολλοί άνθρωποι που ζούσαν απ΄αυτά στερήθηκαν το βιοπορισμό τους. Έτσι, στα χρόνια 1832 -1850, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν νοτιοδυτικά και να μεταναστεύσουν στην περιοχή του όρους Ακ νταγ (Λευκού όρους) και του χωριού Ματέν του Νομού (βιλαέτι) της Άγκυρας, όπου λειτουργούσαν άλλα μεταλλεία. Για τη μετακίνησή τους αυτή οι Πόντιοι είχαν την έγκριση, την ενθάρρυνση και ειδικά σουλτανικά προνόμια. Επιδίωξη της τουρκικής κυβέρνησης ήταν να εγκατασταθούν κοντά στα μεταλλεία του Ακ νταγ και να εργαστούν αποκλειστικά σ’ αυτά. Ήρθαν λοιπόν στην περιοχή του Ακ Νταγ κι εγκαταστάθηκαν στο χωριό Κουλίκ (Κουλιούκ), ένα μικρό χωριό δέκα, περίπου, τουρκικών οικογενειών, 15 χλμ. από το Ματέν. Στο 20 ετών χρονικό διάστημα, από το 1832 μέχρι το 1850, ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στο Κουλίκ και στην περιοχή του Ματέν πολλές οικογένειες της περιφέρειας Αργυρούπολης. Έτσι το χωριό Ματέν έγινε κωμόπολη και στη γύρω περιοχή του δημιουργήθηκαν 30 περίπου χωριά Ποντίων. Οι προηγούμενοι κάτοικοι των χωριών αυτών, Τούρκοι, μετοίκησαν σε άλλα τουρκοκατοικημένα χωριά.Πλησιέστερα στο Κουλίκ ελληνικά χωριά ήταν το Κόστερε, το (Χ)οπούτζ, το Απτρανμαλί[2], η Χάλχατζη, το Αλμαλίκιουλι, το Τεκένουνεγι, το Τουργούτ. 

            “Η τουρκική κυβέρνηση, αν και έδωσε την άδεια της εγκατάστασής τους, εν τούτοις δεν τους παρεχώρησε κτήματα. Αυτοί όμως, επειδή δούλεψαν στα μεταλλεία αρκετά χρόνια, απόχτησαν λεφτά και σιγά σιγά αγόρασαν από τους Τούρκους πολλά χωράφια”[3]

Τα μεταλλεία του Ακ νταγ σταμάτησαν τη λειτουργία τους, το 1880. Κάποιοι, τεχνίτες, μεταλλωρύχοι αναγκάστηκαν τότε να πηγαίνουν για εποχιακή δουλειά μακριά στα μεταλλεία των Αδάνων.  Όμως αυτή η εργασία δεν αρκούσε ούτε για τους ίδιους. Τότε οι άνθρωποί μας επιδόθηκαν αποκλειστικά στη γεωργία, στην κτηνοτροφία και στο εμπόριο. Χρόνο με το χρόνο έφτιαξαν ευρύχωρα σπίτια, καλλιέργησαν τη γη, δημιούργησαν κοπάδια επίλεκτων προβάτων, φύτεψαν πολλών ειδών καρποφόρα δένδρα, αξιοποίησαν τα άφθονα νερά της περιοχής και η περιοχή τους έγινε πραγματικός παράδεισος.

Το Κουλίκ, θρησκευτικά, υπαγόταν στη Μητρόπολη της Χαλδίας με κέντρο (έδρα) την Αργυρούπολη και ήταν πρώτο χωριό στην “παραγωγή” κληρικών και ψαλτάδων. Μέχρι και στο Πατριαρχείο, στην Κωνσταντινούπολη, πήγαιναν νέοι από το Κουλίκ, για να μάθουν να ψάλουν σωστά τη βυζαντική μουσική. Και φυσικά τους προτιμούσαν ως ψάλτες και ιερείς στα χωριά της επαρχίας και μακρύτερα ακόμη. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο παπα-Χαράλαμπος, ο τελευταίος ιερέας του Γαρδά.

Διοικητικά το Κουλίκ υπαγόταν στη διοίκηση της Αγκυρας.

“Κατ’ εκείνα τα χρόνια[4] (τους Κουλιουκιώτες) τους βασάνιζε και το ζήτημα της παιδείας, διότι βιβλία δεν υπήρχαν και ό,τι εμάθαιναν τα παιδιά το διαβάζανε στα εκκλησιαστικά βιβλία. Για να μάθουν το αλφάβητον τα παιδιά γράφανε πάνω σε πινακίδια ξύλινα και από κει διάβαζαν και μάθαιναν το αλφάβητον. Αυτή η τάξις συνέχιζε μέχρι το 1908. Πέραν του 1906 βγήκαν τα αλφαβητάρια και ωρισμένα άλλα βιβλία, αλλά τα βιβλία πάλιν ήσαν λίγα, έως το 1910, οπότε το χωριό μας έκανε ένα σχολείο με 6 αίθουσες και ένα μεγάλο διάδρομο. Από τότε προμηθεύτηκε η Σχολή μας όλα τα απαραίτητα βιβλία και με προσωπικό 5 δασκάλους συνέχισε την πορεία της με πολύ καλή τάξη. . . γιατί το χωριό μας είχε μεγάλο ζήλο στα γράμματα. . .   Το 1915 η Σχολή μας έφτασε μέχρι την Τρίτη Γυμνασίου.”   

Το πλήρες αυτό σχολείο, δημοτικό – γυμνάσιο, οι Κουλικιώτες το συντηρούσαν με δικά τους χρήματα. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι οι μαθητές του σχολείου αυτού έδιναν προφορικές προαγωγικές εξετάσεις στην πλατεία του χωριού, μπροστά σ’ όλο τον κόσμο.

Το Κουλίκ είχε ξεπεράσει τις 150 οικογένειες. Αυτές μοιράζονταν σε δυο ενορίες: της Κοίμησης της Θεοτόκου (ενορία Ένθεν μαχαλά), που πανηγύριζε στις 15 Αυγούστου, και του Αγίου Γεωργίου.

“Το σχολείο του χωριού μας ήτο κτισμένον εις το μέσον των δύο ενοριών, που απείχαν μεταξύ τους περίπου ένα χιλιόμετρο.”

Δεν ήταν όμως μόνον αυτές. Άλλες 80 οικογένειες από Κουλικιώτες μετακινήθηκαν και δημιούργησαν στην περιοχή τρία ακόμα χωριά.

Πολύ κοντά στο Κουλίκ ήταν η πόλη Ακ νταγ Ματέν με 8.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 5.000 ήταν Έλληνες.

Εκτός από τους φανερούς χριστιανούς Έλληνες, στην περιοχή και κυρίως μέσα στην πόλη Ακ νταγ Ματέν, κατοικούσαν και πολλοί κρυπτοχριστιανοί, που είχαν έρθει από το Σταυρίν. Το 1876, οι Σταυριώτες ξεθάρρεψαν από το “απατηλό” τουρκικό σύνταγμα και φανέρωσαν την πίστη τους. Άρχισαν τότε διωγμοί και βάσανα όλων των Ποντίων Ελλήνων: Συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες και απαγχονισμοί των προκρίτων και άλλων προυχόντων γίνονταν καθημερινά και χωρίς έλεος. Στην απογραφή του 1905 οι Σταυριώτες αρνήθηκαν να απογραφούν ως μουσουλμάνοι. Τότε ακολούθησαν νέοι διωγμοί, θηριωδίες και καταπιέσεις. Όμως ακόμη χειρότερα έγιναν τα πράγματα το 1919. Τότε οι Κεμαλικοί (στρατός και οπαδοί του Κεμάλ), πολεμώντας τους πολιτικούς τους αντιπάλους, στράφηκαν και κατά των Ελλήνων: Αρπαγές περιουσιών, σφαγές, εξορίες, ατιμάσεις γυναικών και κάθε είδους βασανιστήρια συνεχίζονταν ως το 1922. Τότε στην κωμόπολη Ματέν οι Τούρκοι κρέμασαν 30 Έλληνες πρόκριτους.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922), πολλοί Πόντιοι και από την περιοχή του Ακ νταγ Ματέν έφυγαν άρον άρον με πλοία από τα λιμάνια του Εύξεινου πόντου και ταλαιπωρήθηκαν 4 μήνες, ως που να φτάσουν στην Ελλάδα.

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης για την ανταλλαγή των πληθυσμών, ήρθε το τέλος και του Ποντιακού Ελληνισμού. Τότε ξεριζώθηκαν και οι δικοί μας κι έφυγαν κι αυτοί για την ελεύθερη Ελλάδα.

 Εγκατέλειψαν τον τόπο τους, την ακίνητη περιουσία και τα ζώα τους και με νοικιασμένα κάρα, στα οποία φόρτωσαν την κινητή περιουσία τους, προχώρησαν προς την Άγκυρα. Στον, 60 ωρών, δρόμο τους μια άλλη καταστροφή τους περίμενε. Τούρκοι οπλοφόροι άτακτοι (τσέτες), ληστές και δολοφόνοι, συνεννοημένοι μάλλον με τους αγωγιάτες Τούρκους, τους επιτέθηκαν και τους καταλήστεψαν. Όλα τα πράγματά τους (και τα ρούχα που φορούσαν) τα έψαξαν και δεν τους άφησαν τίποτε από χρυσαφικά, χρήματα ή αντικείμενα αξίας.

Στην Άγκυρα, όπου έμειναν 14 μήνες, έκαναν ό,τι δουλειά βρήκαν, για να επιζήσουν. Είχαν όμως και “ευχάριστα”, π.χ. γεννητούρια: Εκεί γεννήθηκε ο Γιώργος Παντελιάδης, (Χατζηώρης).  Από την Άγκυρα, με τρένο, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί (στο Μπαλουκλί) έμειναν δυο μήνες. Μετά, με πλοίο, πήγαν στον Πειραιά, από όπου και διασκορπίστηκαν. Περίπου 60 οικογένειες ήρθαν στη Θεσσαλονίκη και αποβιβάστηκαν στην Καλαμαριά. Έμειναν στο Καραμπουρνάκι πρώτα και ύστερα στο Χαρμάνκιοϊ. Άρχισε τότε νέα περιπλάνησή τους. Πήγαν στην Αλμωπία, στο χωριό Πιπεριά. Πολλοί έμειναν εκεί. Οι δικοί μας δεν ικανοποιήθηκαν και γύρισαν πίσω στο Χαρμάνκιοϊ. Στη συνέχεια πήγαν στο χωριό των Σερρών Παλαικώμη (Παλαιοκώμη). Κι εκεί παρέμειναν κάμποσοι. Οι δικοί μας όχι. Δυσαρεστημένοι από τις προστριβές με τους ντόπιους, έφυγαν κι από εκεί. Επέστρεψαν πάλι στο Χαρμάνκιοϊ. Κάποιοι πήγαν τότε κι εγκαταστάθηκαν στο Μελίσσι Γιαννιτσών. Οι δικοί μας είχαν ακόμη κουράγιο και υπομονή. Μια επιτροπή από τους Χαράλαμπο Παντελιάδη, Αβραάμ Καραγιαννίδη και Παΐση Χατζηπαναγιωτίδη (Παυλίδη) ερεύνησαν για τόπο εγκατάστασης και βρήκαν… τη Λειβαδίτσα. Τελικά όμως προτίμησαν τα Άθυρα, όπου στο μεταξύ είχαν φτιαχτεί τα σπίτια του εποικισμού. Ήρθαν τότε, το 1926, σπιτώθηκαν, έμειναν, ρίζωσαν. Μια μεγάλη και βασανιστική ταλαιπωρία, που κράτησε περισσότερο από 2 χρόνια, έφτασε στο τέλος της…

Οι ποντιακές οικογένειες των Αθύρων, το 1957, (με βάση την καταγωγή του οικογενειάρχη).

Οι ποντιακές οικογένειες των Αθύρων, το 1957, (με βάση την καταγωγή του οικογενειάρχη).

[1] Από την περιοχή Αργυρούπολης, χωριό Χαρσερά, κατάγονται και οι Πόντιοι της Αγροσυκιάς.

[2]Από το Απντρανμαλί κατάγονται και οι Πόντιοι του γειτονικού μας Δυτικού, που κοιτίδα τους ήταν το χωρό Λοντζίων περιοχής Αργυρούπολης και έχουν την ίδια ιστορία με τους δικούς μας Ποντίους. Από το Λοντζίων καταγόταν και ο Άγιος Σωφρόνιος, επίσκοπος Αχταλείας. Προς τιμή του ο νέος Ι.Ναός στο Δυτικό.

[3] Τσακιρίδης Χαράλαμπος, στρατηγός ε.α.

 [4] Εξιστορεί ο Τσακιρίδης Θεολόγος, ιερέας στο Κουλίκ, 84 ετών (γενν. Το 1900) “Εν Μελισσίω τη 20ή Ιουνίου του 1983″.


απόσπασμα απο το βιβλίο του Πέτρου Δ.Θεοχαρίδη

ΑΘΥΡΑ ΚΑΙ ΑΘΥΡΙΩΤΕΣ

 

 

This entry was posted in Βιβλία, Μικρά Ασία, Πατρίδες Ελλήνων, Πόντος. Bookmark the permalink.

Comments are closed.