Βελετλέρ, Τρίγλια – μέρος 8

ΒΕΛΕΤΛΕΡ της Μ. Ασίας

Ι. Τοποθεσία

Το χωριό αυτό βρίσκεται σε απόσταση είκοσι λεπτών περίπου από την Τρίγλια, στο δρόμο που οδηγεί από το Γιαλί-Τσιφλίκ στο Αναφόρι και Ντερίκιοι. Απέχει μια ώρα με τα πόδια από τη θάλασσα, μιάμιση ώρα από  τη Ν. Τρίγλια, και δύο ώρες από τα Μουδανιά επίσης με τα πόδια.

Το χωριό βρίσκεται πάνω σε ύψωμα. Στα πόδια του υψώματος εκτείνεται εύφορος κάμπος. Σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας από το χωριό διέρχονταν ένα ρέμα το οποίο είχε νερό χειμώνα –καλοκαίρι και χύνονταν στο μεγάλο ρέμα της Προύσας, που ονομάζονταν Νίλουφερ.Στις όχθες του ρέματος αυτού υπήρχαν πολλά πλατάνια. Γιαυτό ονομάζονταν cinarlik dere ,δηλαδή ρέμα με πλατάνια. Στην ύπαρξη πλατανιών οφείλεται και η σημερινή ονομασία του χωριού cinarli koy, πλατανοχώρι. Μεταξύ Βελετλέρ και του τούρκικου γειτονικού χωριού  Καϊμάμπασι υψώνονταν το ομώνυμο βουνό Καϊμάμπασι που έφθανε μέχρι  την περιοχή της Τρίγλιας και αποτελούσε σύνορο μεταξύ Τρίγλιας και Βελετλέρ.

IΙ) Γειτονιές (μαχαλάδες)-Πλατείες-Τοπωνύμια

Το χωριό ήταν μικρό. Είχε τρεις μαχαλάδες, τον επάνω μαχαλά (yukari mahaille), ο κάτω μαχαλάς (asagi mahaille) και λίγο παραέξω ο μαχαλάς του Χατζηκυριάκου.

Επίσης υπήρχαν και τρεις πλατείες, η κεντρική πλατεία μπροστά στην εκκλησία,  που ήταν στρωμένη με πέτρες (καλντερίμι) και  άλλες δύο που δεν ήταν στρωμένες, μία μπροστά στο καφενείο του Κεμανετζή και η  τρίτη μπροστά στου Μπαλάσογλου τα σπίτια.

Γνωστά τοπωνύμια του χωριού ήταν τα εξής:

Η παλιά κεντρική πλατεία του Βελετλέρ

Αϊντιν Μπεϊ: Βρίσκονταν μισή ώρα βόρεια του χωριού. Σε αυτήν την τοποθεσία βρέθηκαν παλιά κεραμίδια και αγγεία που παρέπεμπαν σε πολύ παλαιότερες εποχές. Ο κ. Αριστείδης Χατζηκυριάκος μιλά για ένα αρχαίο αγγείο μεγάλης χωρητικότητας στο οποίο συγκεκριμένα χωρούσαν πολλοί τενεκέδες στάρι.

Κοπού, βόρεια του χωριού, σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας από το χωριό. Στο μέρος αυτό υπήρχαν χωράφια και δάσος.

Κούρτ Νταγί, ύψωμα σε απόσταση μιάμιση ώρας  δυτικά του χωριού .Οι Βελετλεριώτες υποστηρίζουν ότι παλαιότερα το ύψωμα αυτό ήταν ηφαίστειο.

Μπαλουκλί ντερεσί, ρέμα σε απόσταση μιας ώρας δυτικά του χωριού χωρίς νερό Υπήρχε μόνο η κοίτη του «ένας μακρύς λάκος » όπως χαρακτηρίζουν το ρέμα οι κάτοικοι του χωριού.

Σατάκια, τοποθεσία  σε απόσταση μιας ώρας ,δυτικά του χωριού. Η περιοχή αυτή ήταν χωράφια που ανήκαν στους Βελετλεριώτες.

 

ΙΙΙ) Πληθυσμός – Ενδυμασία-Γλώσσα.

Το 1922 στο χωριό κατοικούσαν 150-160  ελληνικές οικογένειες ορθόδοξων χριστιανών. Δεν υπήρχαν στο Βελετλέρ Τούρκοι ή Αρμένιοι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Α..Χατζηκυριάκου «όλοι ντόπιοι ήμασταν, οι ξένοι ήταν κανά δυο μονάχα Πάντως ήταν παλιό χωριό. Παλιότερα έλεγαν ότι ήταν μικρότερο, καμία τριανταριά σπίτια, και μεγάλωσε».

Μερικές οικογένειες είχαν έρθει από διάφορα μέρη της Ελλάδας όπως η οικογένεια Χατζηκυριάκου που οι πρόγονοί τους είχαν έρθει από την Πρέβεζα.

Ελληνικό σπίτι στο Βελετλέρ

Τα σπίτια τους ήταν άλλα πέτρινα αλλά τα περισσότερα ήταν ξύλινα ντολμαλίκια δηλαδή με ξύλινους τοίχους γεμισμένους με  τούβλα ή πλίνθους. Πολλά από αυτά ήταν διώροφα γιατί χρησιμοποιούσαν αυτά για την αποθήκευση και επεξεργασία των αγροτικών τους προιόντων και ιδιαίτερα του κουκουλιού. Στο κέντρο του χωριού ήταν περισσότερα ενώ προς τα έξω τα σπίτια ήταν πιο αραιά και είχαν μεγάλους κήπους.

Χαρακτηριστικό της ενδυμασίας των Βελετλεριστών ήταν οι φαρδιές βράκες που φορούσαν οι γυναίκες. Όταν ήρθαν στην Ελλάδα, οι περισσότερες φόρεσαν φόρεμα. Μερικές συνέχισαν να φορούν βράκες μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Η Βελετλεριώτισα κ. Παναγιώτα Κελγιάνογλου με την παροπαράδοτη φορεσιά , τις βράκες

Οι Βελετλεριώτες μπροστά στο δίλημμα που τους επιβλήθηκε από τους  Τούρκους να κρατήσουν τη γλώσσα ή την πίστη τους προτίμησαν να παραμείνουν στην ορθόδοξη πίστη τους και να αλλάξουν τη γλώσσα τους. Έτσι οι περισσότεροι  μιλούσαν την τουρκική γλώσσα.

Γι’ αυτό και πολλά εκκλησιαστικά βιβλία που προέρχονται από το Βελετλέρ είναι γραμμένα στην τουρκική  γλώσσα.

Τις ακολουθίες και τη θεία λειτουργία την έψαλλαν στα Ελληνικά .Η ανάγνωση του Ευαγγελίου  γίνονταν στα Ελληνικά και κατόπιν ο ιερέας το εξηγούσε στους ενορίτες του στα τουρκικά.

Πολλοί δάσκαλοι προσπάθησαν να διδάξουν στους μαθητές τους τα Ελληνικά αλλά «βγήκαν κι οι πόλεμοι κι η αναμπουμπούλα κι ούτε  σχολεία έμειναν, ούτε τίποτα.», διηγούνται οι πρόσφυγες Βελετλεριώτες.

‘Ότι η τουρκική γλώσσα δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής τους το φανερώνει και η παρακάτω μαρτυρία του κ. Α. Χατζηκυριάκου. «Φαίνεται όμως ότι υπήρχε φόβος να μιλήσουμε ελληνικά. ακούσαμε πως στα χρόνια του παππού μας ένας δάσκαλος διάβαζε ελληνικά κι  ένας δικός μας είπε: Τι κάνεις βρε, θα μας κρεμάσουν οι Τούρκοι»

Μπορεί να επιβλήθηκε σ’ αυτούς τους ανθρώπους η τουρκική γλώσσα αλλά η καρδιά τους έμεινε ελληνική .Μέσα από τα τραγούδια τους που τα σύνθεσε ο ίδιος ο λαός στην τουρκική γλώσσα, ξεχειλίζει ο μεγάλος πόνος για την πατρίδα τους και δικούς τους  που άφησαν πίσω καθώς και τα βάσανα που υπέφεραν.

Τουρκικά

Ελληνικά

Μελμεκετάν τσικτίκ
Γκαργκιμπί αργελντίκ
Αναντάμ μπαμπαντάμ
Ντιρί ντιρί αργελντίκ

Μπου γιαλάν ντουνιαντά
Να ισίμ γκαλντί
Κεμάλ ελιντά
Γκαρντασίμ γκαλντί

Ιστικάμ καζά-καζ
Βουρντουλά μπενί
Ελμανταν μεζαρά
Γκοιντουλά μπενίμ.

Βγήκαμε από την  πατρίδα
σαν χιόνι διαλυθήκαμε
Από μάνα και πατέρα
Ζωντανοί, ζωντανοί χωριστήκαμε

Σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά
Τι δουλειά(σκοπός) μου απόμεινε
Στου Κεμάλ τα χέρια
Ο αδερφός μου έμεινε

Έσκαβα χαρακώματα
με χτύπησαν
πριν να πεθάνω
μ’ έβαλαν στα μνήματα.

ΙV) Ασχολίες κατοίκων-Σχέσεις και συναλλαγές με τα άλλα τα χωριά.

Οι κάτοικοι του Βελετλέρ ασχολούνταν με την κτηνοτροφία αλλά κυρίως με τη γεωργία.

Εξέτρεφαν διάφορα ζώα και κυρίως βουβάλια. Ως γεωργοί ασχολούνταν με διάφορες καλλιέργειες από τις οποίες και ζούσαν.

Μέχρι σήμερα διασώζονται στα τουρκικά ονομασίες τοποθεσιών, οι οποίες φανερώνουν το όνομα του παλιού Έλληνα ιδιοκτήτη. Συγκεκριμένα όταν το 2001 επισκεφθήκαμε το Βελετλέρ αναζητήσαμε την τοποθεσία «Βασίλη τσεσμεσί»,δηλαδή τη βρύση του Βασίλη( το κτήμα με το πηγάδι) που ανήκε στον προπάππου  μου, οι Τούρκοι κάτοικοι μας οδήγησαν στο κτήμα αυτό και μας έδειξαν το πηγάδι που υπήρχε εκεί.

Η Ελληνική βρύση στο κέντρο του χωριού όπως σώζεται σήμερα

Στο Βελετλέρ υπήρχαν άφθονα νερά. Μέσα στο χωριό υπήρχαν τρεις βρύσες. Οι δύο τροφοδοτούνταν με  νερό από πηγή που βρίσκονταν 20 μέτρα πιο κάτω. Στην τρίτη το νερό έφθανε με τα κιούγκια. Αλλά και έξω από το χωριό υπήρχαν πολλές πηγές με άφθονα νερά.

Ο συνδυασμός εύφορης γης με τα άφθονα νερά που υπήρχαν στο χωριό παρείχε τη δυνατότητα στους κατοίκους του χωριού να ασχοληθούν με την καλλιέργεια πολλών προϊόντων. Συγκεκριμένα καλλιεργούσαν ελιές, φρούτα, αμπέλια, κουκούλι, καλαμπόκι, σιτάρι, λινάρι. Τα κουκούλια τα πουλούσαν στην Προύσα. Εμπορεύονταν επίσης και το σιτάρι  που τους περίσσευε. Το λινάρι έρχονταν και το παραλάμβαναν έμποροι. Με το λινάρι κατασκεύαζαν τουρβάδες και σχοινιά. Τη ρίζα τη χρησιμοποιούσαν για το σουβά  και το σπόρο του λιναριού τον πουλούσαν σε εμπόρους οι οποίοι το διοχέτευαν σε φαρμακεία.

Τα ξύλα και  τα κάρβουνα  τα έφτιαχναν μόνοι τους. Την ξυλεία κυρίως για την κατασκευή των σπιτιών τους την προμηθεύονταν από το γειτονικό βουνό Όλυμπο, όπου υπήρχαν κορδέλες για την κοπή ξύλων.

Μέσα στο χωριό λειτουργούσαν δύο μπακάλικα Όσοι κάτοικοι χρεωστούσαν στους μπακάληδες ξεχρέωναν τα χρέη τους με ποσότητα από τα προϊόντα τα οποία παρήγαγαν.

Οι γυναίκες έραβαν οι ίδιες τα  ρούχα που χρειάζονταν. Το χτίσιμο των σπιτιών το αναλάμβαναν οι άνδρες που γνώριζαν να χτίζουν ή συνεργάζονταν με χτίστες από τα γειτονικά χωριά.

Μισή ώρα από το χωριό κοντά στα αμπέλια τους υπήρχε ένας νερόμυλος που τον είχαν αγοράσει οι κάτοικοι του Βελετλέρ από ένα Τούρκο.Αυτός δούλευε με το νερό της ρεματιάς.

Έτσι οι Βελετλεριώτες  με την εργασία τους εξασφάλιζαν τα  περισσότερα είδη πρώτης ανάγκης. Για προϊόντα και αγαθά τα οποία δεν είχαν πήγαιναν στην Τρίγλια και τα Μουδανιά που είχαν το μονοπώλιο του πετρελαίου και του καπνού. Στην Τρίγλια γίνονταν παζάρι κάθε Κυριακή. Εκεί έβρισκαν παπούτσια ,κουστούμια. Αγόραζαν επίσης ζώα, κότες και άλλα αγαθά.

Εκτός από τους κατοίκους των παραπάνω χωριών και πόλεων, οι Βελετλεριώτες διατηρούσαν σχέσεις και με τους κατοίκους των άλλων ελληνικών γειτονικών χωριών,  των Κουβουκλίων,  Αναχωρίου, Ντάσαρι, Ντερέ κιόϊ.

Συμπεθέριαζαν μεταξύ τους, λάμβαναν μέρος στις γιορτές και τα πανηγύρια τους και τους φιλοξενούσαν στο δικό τους πανηγύρι που διαρκούσε τρεις ολόκληρες μέρες με φαγοπότι χορό και τραγούδια.

Καλές σχέσεις και συναλλαγές είχαν και με τα γειτονικά τουρκικά χωριά, το Γιαμάν Κιόι. (50 οικογένειες), το Χαντζερλί και Καϊμάμπασι που είχαν και τα δυο 100 οικογένειες και το Σαρί Καζέλ(20 οικογένειες πρόσφυγες από την Βουλγαρία). Μερικοί Βελετλεριώτες αγόραζαν ή νοίκιαζαν τα χωράφια  των Τούρκων.Άλοι πάλι απ’ αυτούς εργάζονταν στα κτήματα τους.

Επί Χαμιτ οι σχέσεις τους ήταν καλές. Τα προβλήματα άρχισαν αργότερα.

Σχολείο – Ναοί

Το σχολείο βρίσκονταν στο κέντρο του χωριού. Στεγάζονταν σε διώροφο κτίριο κοντά στην εκκλησία. Στον κάτω  όροφο λειτουργούσε καφενείο και στον επάνω το σχολείο. Όλος ο χώρος του σχολείου ήταν δύο αίθουσες, μία για τα κορίτσια και η άλλη για τα αγόρια.

Ο δάσκαλος ήταν είτε ντόπιος είτε ξένος. Τον ξένο δάσκαλο τον φιλοξενούσαν οι κάτοικοι του χωριού γιατί στην αρχή τουλάχιστον δεν υπήρχε στο σχολείο ο κατάλληλος χώρος για να μείνει

Την αμοιβή του δασκάλου που ήταν 20-22 λίρες, τις κατέβαλλε η εκκλησιαστική επιτροπή διότι ο δάσκαλος εκτελούσε και χρέη αναγνώστη και ιεροψάλτη.

Ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής που σήμερα έχει κατεδαφισθεί

Ο Ναός του χωριού βρίσκονταν στην κεντρική πλατεία του χωριού και ετιμάτο στην Ζωοδόχο Πηγή, την Παναγία .Είναι  άγνωστος ο χρόνος ανέγερσής του. Οι Βελετλεριώτες που ήρθαν μικρά παιδιά στην Ελλάδα αναφέρουν ότι η εκκλησία αυτή υπήρχε από την εποχή των παππούδων τους.

Ο Ναός ήταν πέτρινος, ρυθμού βασιλικής με γυναικωνίτη. Χωρούσε πεντακόσια άτομα περίπου. Το καμπαναριό του καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1914. Οι σημερινοί κάτοικοι του Βελετλέρ (πρόσφυγες από τη Βουλγαρία), κατεδάφισαν το Ναό και στη θέση του ανήγειραν τζαμί  Μπροστά από το τζαμί σώζεται και σήμερα ο γεροπλάτανος που κάτω από τη σκιά του έπαιζαν κάποτε τα παιδιά των Ελλήνων.

Πέντε με δέκα λεπτά έξω από το χωριό βρίσκονταν το αγίασμα της Αγίας Μαρίνας. Στην περιοχή αυτήν, την άνοιξη πήγαινε ο δάσκαλος τα παιδιά εκδρομή.

Κοντά στο χωριό υπήρχε και το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής την οποία σέβονταν πολύ και την είχαν ως γιατρό.   Ένα τέταρτο από το χωριό κοντά στο τουρκικό χωριό Γιαμάν κιόι ήταν η Αγία Γαλατινή ή αλλιώς το sütlu ayasma, δηλαδή το γαλακτερό αγίασμα. Στο αγίασμα αυτό έριχναν το πρώτο γάλα των ανθρώπων ή ζώων που είχαν γεννήσει πρόσφατα.

Εξω από το χωριό, στην τοποθεσία Σίρτ μπαϊρ ήταν το νεκροταφείο τους, περιτριγυρισμένο με δρύες και άλλα υψηλά δένδρα .Οι τάφοι ήταν απλοί με ξύλινο σταυρό. Δεν υπήρχε περίφραξη με τοίχο. «Μόλις έβαλαν σκοπό να το φράξουν έγινε η αναμπουμπούλα με το σεφερμπελίκι [1]και τους πολέμους κι έμεινε» αναφέρει στη διήγηση του ο κ. Α. Χατζηκυριάκος.

Σπουδαίο προσκύνημα γι’ αυτούς αλλά και για όλους τους χριστιανούς της περιοχής αποτελούσε ο Ναός[2] των αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ στη Σιγή. Η Σιγή ήταν μια κωμόπολη δύο χιλιάδων περίπου κατοίκων που βρίσκονταν μεταξύ των κωμοπόλεων Μουδανιών και Τρίγλειας και απείχε μια ώρα από την κάθε μία. Ο Ναός των Αρχιστρατήγων (Αιστράτοι, τους αποκαλούσαν οι κάτοικοι της περιοχής), βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα.

«Εώρταζεν ο Ναός την 6ην Σεπτεμβρίου εις μνήμην του εν Κολοσσαίς θαύματος του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Κατά την ημέραν ταύτην χιλιάδες κόσμου εκ των περιχώρων προσήρχοντο όπως προσκυνήσωσι την θαυματουργόν εικόνα του Ταξιάρχου φημιζομένην και ως θεραπεύτριαν των τρελλών, προσεκόμιζον δε κατά την ημέραν ταύτην άφθονα δώρα», αναφέρεται στο βιβλίο «Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», Θεσσαλονίκη 1931, που εκδόθηκε από το σύλλογο Προσφύγων Μουδανιών.

Αλλά και η Μαγδαληνή Παπαδοπούλου θυμόταν με συγκίνηση ότι στις 6 Σεπτεμβρίου οι κάτοικοι του Βελετλέρ μετέβαιναν με τα κάρα στην κωμόπολη της Σιγής για να παραβρεθούν στη γιορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Έκανε λόγο για πλήθος προσκυνητών που συνέρεαν από την περιοχή και για τα πολλά αφιερώματα που προκαλούσαν εντύπωση στην παιδική της ψυχή. Επίσης, μου ανέφερε και την ύπαρξη κτιρίου όπου παρέμεναν οι ψυχικά άρρωστοι που κατέφευγαν στους Αρχαγγέλους για να γιατρευτούν.

Όταν μετά από χρόνια η Μ. Παπαδοπούλου επισκέφθηκε το Βελετλέρ, το έτος 1981, θέλησε να επισκεφθεί και το Ναό των Ταξιαρχών που η ανάμνησή του είχε χαραχθεί βαθιά στην ψυχή της. Βρέθηκε όμως μπροστά σε μια σωρό ερειπίων όπως μεταβλήθηκε σήμερα ο άλλοτε περικαλλής Ναός.

 

V) Διοίκηση

α) Πολιτική διοίκηση διοικητικά ανήκε  .

Το Βελετλέρ ανήκε στην επαρχία Βιθυνίας, στη νομαρχία Προύσας, τμήμα Τρίγλιας.

Η ανώτατη αρχή του χωριού  ήταν ο πρόεδρος με δυο- τρεις συμβούλους. Για την εκλογή του προέδρου δεν γίνονταν εκλογές. Απλά συγκεντρώνονταν οι άνδρες του χωριού στο καφενείο και επέλεγαν αυτόν που θεωρούσαν ικανό για τη θέση αυτή φωνάζοντας «αυτόν θέλουμε».Απευθυνόμενοι στον προηγούμενο πρόεδρο τον προέτρεπαν να «δώσει την σφραγίδα » στον επόμενο πρόεδρο. Από τους τελευταίους προέδρους του χωριού ήταν ο Πέτρος Ελεμές, ο πατέρας της  κ.Μαγδαληνής Παπαδοπούλου.

Ο πρόεδρος συγκέντρωναν τα masraf parasi , δηλαδή χρήματα για τα έξοδα.Τους φόρους τους έρχονταν και τους έπαιρνε ο ταξιτάρης.[3]

Ο πρόεδρος ενδιαφέρονταν για την επισκευή των δρόμων την μεταφορά νερού μέσα στο χωριό.Έβγαζε επίσης σε μειοδοτικό διαγωνισμό την φιλοξενία των ξένων που επισκέπτονταν και παρέμεναν στο χωριό κατά τη διάρκεια του έτους. Σε όποιον κατακυρώνονταν η φιλοξενία αναλάμβανε να περιποιηθεί τους ξένους που έρχονταν στο xωριό.Τους παρείχε κυρίως φαγητό διότι στο σχολείο είχε πλέον δημιουργηθεί ο musafir oda , δηλαδή κατάλυμα για τους ξένους.

Β) Εκκλησιαστική εξάρτηση και διοίκηση

Εκκλησιαστικά υπάγονταν στη Νικομήδεια.Ο Δεσπότης επισκέπτονταν το χωριό μια φορά το χρόνο και τον φιλοξενούσε ο έξαρχος .Ο έξαρχος ήταν  λαϊκός και όχι κληρικός. Αυτός διευθετούσε τις υποθέσεις των κατοίκων που είχαν σχέση με την εκκλησία. Εξέδιδε τις άδειες των γάμων για τις οποίες οι Βελετλεριώτες κατέβαλλαν κάποιο χρημτικό ποσόν. Αν υπήρχε κάποιο κώλυμα για την σύναψη ενός γάμου τότε αυτοί ανέτρεχαν στην Απολλωνιάδα, στον  δεσπότη και τον ρωτούσαν αν είναι δυνατόν να συναφθεί ο γάμος αυτός.

vi) Ιστορία

Μέσα από δημόσια έγγραφα, αστυνομικές ταυτότητες, πληρεξούσια και τίτλους κυριότητας που έφεραν οι παππούδες μας από το Βελετλέρ, προκύπτει ότι το χωριό αυτό υπήρχε πριν από το 1889 και κατοικούνταν από Έλληνες Ορθόδοξους. Αυτοί κατέβαλλαν στο τουρκικό κράτος το φόρο της δεκάτης. Στα Βυθινικά» του Μ.Κλεώνυμου και Χρ. Παπαδοπούλου,1864, αναφέρονται τα εξής: «Μελεκλέρ, συνίσταται από 45 οικιών∙ οι κάτοικοι τούτου είναι Έλληνες χριστιανοί περί την γεωργίαν ενασχολούμενοι.».Από τη θέση που τοποθετείται το Μελεκλέρ και τα γειτονικά χωριά που αναφέρονται(Γιαλί Τσιφτιλίκ,Αναχώριον,Τερέ Κιόι),διαπιστώνουμε ότι το Μελεκλέρ είναι το Βελετλέρ το οποίο υφίστατο πριν από το 1864.

Οι  Βελετλεριώτες δίνουν την παρακάτω ερμηνεία για το όνομα του χωριού, η οποία βέβαια δεν γνωρίζουμε κατά πόσο ισχύει.Υπήρχε ,λένε, μεγάλο βιλαέτι στην περιοχή αυτή και από το βιλαέτι προέκυψε το όνομα Βελετλέρ. Σήμερα ονομάζεται Cinarli από την τουρκική λέξη Cinar που σημαίνει πλάτανος. Αλλά και η παλιά του ονομασία δεν έχει ξεχασθεί.

Μετά το κίνημα των Νεοτούρκων, το 1908 οι Βελετλεριώτες αντιμετώπιζαν τα ίδια σχεδόν προβλήματα που αντιμετώπιζαν και οι άλλοι Έλληνες της Μ. Ασίας και Ανατολικής Θράκης.

Το 1914 οι Τούρκοι ασκώντας πίεση, βιοπραγίες και λεηλασίες εναντίον των Ελλήνων της Νικομηδείας, ανάγκασαν πολλούς απ’ αυτούς να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν σ’ άλλες πόλεις και χωριά για να σωθούν.

«Εν γένει πάντα τα χωρία της επαρχίας εδοκιμάσθησαν δεινώς», αναφέρεται στη Μαύρη Βίβλο διωγμών και «όλως όμως ιδιαιτέρως εδοκιμάσθη σκληρώς το τμήμα της Απολωνιάδος, του οποίου τα πλείστα χωρία, κατόπιν επανηλλειμμένων απειλών και πιέσεων, εξηναγκάσθησαν εις εκπατρισμόν».

Μεταξύ των χωριών που δεινοπάθησαν αναφέρεται και το Βελετλέρ. «Βελετλέριον. Τω 2 Ιουνίου μετέβησαν εις το χωρίον πεζοί και έφιπποι χωροφύλακες μεθ’ υπαξιωματικών. Ούτοι διέταξαν τον ιερέα και τον διδάσκαλον να παρουσιάσωσι τας διαμονάς, τας οποίας και λαβόντες εξέσχισαν. Την στιγμήν εκείνην οι περίοικοι τούρκοι επιτιθέντες επεδόθησαν εις την λεηλασίαν του χωρίου, του οποίου οι κάτοικοι πανικόβλητοι έφευγον, εν ω οι χωροφύλακες αταράγως εθεώντο τα γενόμενα. Εκ των χωρικών πολλοί εδάρησαν».

Το τζαμί που υψώνεται σήμερα στη θέση που βρίσκονταν άλλοτε ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Οι Βελετλεριώτες όμως παρέμειναν στο χωριό τους. Οι Τριγλιανοί αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριό της και να εγκατασταθούν προσωρινά στην Προύσα. Οι Βελετλεριώτες φιλοξένησαν μάλιστα και κατοίκους του Γιαλί-Τσιφλίκ οι οποίοι αναζήτησαν καταφύγιο στο Βελετλέρ για ν’ αποφύγουν τις βιαιότητες των Τούρκων. Στα προβλήματα αυτά προστέθηκε και μια μεταδοτική αρρώστια που αφαίρεσε τη ζωή πολλών. Οι δυσκολίες των Βελετλεριωτών συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια και οι λεηλασίες επαναλήφθηκαν.

Ο παππούς μου κ. Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης μου περιέγραψε μια τέτοια λεηλασία του χωριού που την έζησε ο ίδιος όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί. «Εγώ πήγα σ’ ένα Τούρκο, Χασανμπάσογλου τον λέγανε. Ήτανε πλούσιος. Τα χωράφια του συνορεύανε με ντικά μας[4] (δικά μας). Δικοί μας (Βελετλεριώτες) τερίζανε τα χωράφια. Εγώ κουβανούσα φαί, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Μια βραδυά, το 1918-19 αργά, βασίλεψε ο ήλιος. Τα φαγιά τα πήγαινα στους θεριστήδες. Βγήκα όξω από το χωριό. Γύρω, γύρω ήταν ορμάνι, δάσος. Καμιά 50 Τούρκοι, Τσέτες έρχονταν. Είχε φεγγάρι. Άκουσα πατιρντί (φασαρία). Γύρισα και είδα. Τα όπλα γυάλιζαν. Ήρτα εγώ στους θεριστήδες κοντά. Τους λέω: «μπαρμπάδες», λέω, «έρχονται αντάρτες πενήντα είναι εκατό, ντε ξέρω. Τα όπλα τους γυάλιζαν. Το φαί ό,τι θέλετε κάντε το». Τα φαγιά τα ‘χυσαν, τα ψωμιά τα μοιραστήκανε, ύστερα κατέβηκαν, γύρευαν να πάνε στο σπίτι τους. Εμείς κρυφτήκαμε. Τρία άτομα είμασταν κι ένας από το Ντερέκιοϊ. Αυτοί οι Τούρκοι στο χωριό βρήκανε το δάσκαλο στο ντρόμο. Το ρώτησαν: «τι είσαι εσύ;». «Δάσκαλος είμαι». Το τραβάν μέσα στην εκκλησία «Να ντάσκαλος είσαι, τα ντίνεις μαθήματα στο χωριό;», το ‘δειραν μέχρι να φτύσει αίμα.

Το χωριό βγήκε όξω. Τούρκος ένας λέει: «Ν’ αρχινίσουμε;[5]»

Και ένας από το Αναφόρι[6] ήτανε. Είχε μύλο. Αρχηγός φαίνεται ήτανε. Και εκείνος λέει: «Εγώ απ’ αυτό το χωριό καμιά ζημία δεν είντα. Ωφελεία είντα, ζημία δεν είντα. Δεν μπορώ να πάρω στο λαιμό μου αυτό το χωριό.

Και ύστερα πήραν ό,τι ήθελαν και έφυγαν».

Για ν’ αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα οι κάτοικοι οργάνωσαν ομάδες φύλαξης του χωριού. Σε μια συμπλοκή μάλιστα με τους Τούρκους, τα παλικάρια του Βελετλέρ σκότωσαν το γιο ενός Τούρκου. Έτσι για κάποιο χρονικό διάστημα σταμάτησαν οι τουρκικές ενοχλήσεις.

Μερικοί επιστρατεύονται  στον τουρκικό στρατό. Ο Α. Χατζηκυριάκος επιστρατεύτηκε στον Τουρκικό στρατό και γνώρισε ως στρατιώτης τα Μουδανιά, την Προύσα, το Μιχαλίτσι και έφθασε μέχρι την Αραβία. Από εκεί οδηγήθηκε αιχμάλωτος από τους Αγγλους στο Κάϊρο. Επέστρεψε στο χωριό του το1919 μετά την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Όταν αποβιβάστηκε ο ελληνικός στρατός στη Μ. Ασία, πολλοί Βελετλεριώτες κατατάχθηκαν με χαρά στον ελληνικό στρατό. Μερικές οικογένειες φιλοξένησαν και στρατιώτες ή αξιωματικούς του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα η κ. Μαρία Κοντολέων μου διηγήθηκε ότι η οικογένεια της Παρασκευής Γιάννογλου είχε φιλοξενήσει ένα γιο της οικογένειας Μπουλάκη, κάτοικο του Σουφλάρ που υπηρετούσε τότε στον ελληνικό στρατό. Μετά το 1922 η οικογένεια της κ. Παρασκευής Γιάννογλου, πρόσφυγες πλέον, εγκαταστάθηκαν στο Σουφλάρ. Όταν η κ. Παρασκευή πήγε να ψωνίσει από το παντοπωλείο της οικογένειας Μπουλάκη, ο κ. Μπουλάκης την αναγνώρισε, και την ευχαρίστησε για τη φιλοξενία που του είχαν πρόσφεραν.

Το 1922 μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου και τα κακά μαντάτα που φθάνουν, ακολουθούν και αυτοί τον δρόμο που πήραν και οι άλλοι πρόσφυγες. Παίρνουν τα πλέον απαραίτητα και προσπαθούν να σωθούν καταφεύγοντας στην Ελλάδα. Από τα Μουδανιά με πλοίο περνούν στη Ραιδεστό.

Η αποχώρηση έγινε με πολλές δυσκολίες. Τα πλοία που τους μεταφέρουν είναι λιγοστά. Μέσα στον πανικό τους για να σωθούν και τη λαχτάρα τους να επιβιβαστούν στα πλοία της σωτηρίας, χάνει ο ένας τον άλλο. «Πήγα να πιω νερό, έχασα μαμά και μπαμπά μου. Ακολούθησα τους χωριανούς μου και πέρασα Ραιδεστό. Εκεί τους βρήκα. Περίμεναν εμένα», διηγείται ο κ. Χατζηπαναγιώτης Παναγιώτης.

Άλλοι όμως δε στάθηκαν τόσο τυχεροί, όπως συνέβη με το Βασίλη Παναγιώτογλου, τον αδελφό της κ. Παναγιώτας Κελγιάνογλου-Παναγιώτογλου. Αυτός, όταν οι κάτοικοι εγκατέλειπαν το Βελετλερ, συμμετείχε σε μια ομάδα περιφρούρησης του χωριού, μ’ αποτέλεσμα να καθυστερήσει την αποχώρησή του. Όταν επέστρεψε ο πατέρας του και τους μετέφερε στη σκάλα των Μουδανιών για να περάσουν απέναντι ήταν κάπως αργά. Εξαιτίας του πλήθους δεν πρόλαβε να ανεβεί στο πλοίο όπου είχε ήδη επιβιβαστεί η οικογένειά του. Μια ομάδα Τσετών που είχε φθάσει στη σκάλα των Μουδανιών, τον συνέλαβαν μαζί με άλλους συμπατριώτες του και τον φυλάκισαν. Οι γονείς του πάνω στο πλοίο που είχε ήδη ανοιχτεί στη θάλασσα παρακολουθούσαν τα γεγονότα μη μπορώντας να τον βοηθήσουν. Όπως πληροφορήθηκαν αργότερα από Βελετλεριώτες που είχαν συλληφθεί μαζί με το γιο τους και κατάφεραν να διαφύγουν, τα γεγονότα είχαν την παρακάτω εξέλιξη. Οι Τσέτες τους φυλάκισαν σε μια αποθήκη στα Μουδανιά. Ένας Τούρκος που γνώριζε και συμπαθούσε τους Βελετλεριώτες τους βοήθησε ν’ αποδράσουν. Όσοι τα κατάφεραν, ήρθαν στην Ελλάδα και βρήκαν τους δικούς τους στο Σουφλάρ Χαλκιδικής. Ο Βασίλης Παναγιώτογλου όμως φαίνεται πως δεν τα κατάφερε. Παρά τις προσπάθειες των δικών του που ζήτησαν τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, επισκέφθηκαν μετά από χρόνια το χωριό και τον αναζήτησαν, δεν βρέθηκε πουθενά.

Ο κ. Παναγιώτης και η κ. Σοφία Χατζηπαναγιώτου, που ήρθαν μικρά παιδιά από το Βελετλέρ

Άλλοι πάλι έγιναν μάρτυρες βιαιοτήτων που προκλήθηκαν από τους Τσέτες και οι οποίες δε σβήστηκαν ποτέ από την ψυχή τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.

«…Πολλά παιδί μου, παιδιά χαθήκανε ένας ήταν αρραβωνιασμένος με την αρραβωνιαστικιά του αγκαλιά πνιγήκανε. Εγώ λέω στον αδελφό μου: αδελφέ μου πνίγονται. Όχι, είπε αυτός, ρούχα στη θάλασσα πετάνε. Μαχαίρωναν τα τσουβάλια (οι Τούρκοι), άντρες να μην έχει μέσα», διηγείται την φοβερή εμπειρία που μικρό παιδί έζησε η κ. Ελ. Καρασάββα όταν έφευγε από το Βελετλέρ.

Από τη Ραιδεστό φθάνουν στην Ελλάδα και εγκαθίστανται στην Καβάλα, Κουμαριά Σερρών, Μεγαπλάτανο Αλμωπίας (Καρατζόβα).

Οι περισσότεροι όμως Βελετλεριώτες έρχονται στο Σουφλάρ της Χαλκιδικής.

Ταυτότητα 1929 του Παναγιώτη Κεμανετζή

Φθάνουν καταπονημένοι χωρίς χρήματα, χωρίς περιουσία με μόνο εφόδιο την ελπίδα και το κουράγιο της ψυχής τους. «Ήρθαμε με πλοία. Δεν είχαμε να φάμε. Και εκείνα που φορούσαμε κομμάτια γίνανε και ήρθαμε στο Ραιδεστό. Βγήκαμε εκεί. Ούτε ψωμί, ούτε φαί, ούτε παπούτσια.

«Αυτό εδώ ήταν το στρωματάκι μας και αυτό το μαξιλαράκι μας» διηγείται η κ Ελ. Καρασάββα, δείχνοντας το πάτωμα. «Οι αδελφές μου παντρεύτηκαν με παλιά ρούχα»

Εγκαθίστανται σε εγκαταλελειμμένα σπίτια του Σουφλάρ αλλά κυρίως σε σκηνές που έστησαν στον ελαιώνα, κοντά στον χώρο όπου κτίσθηκαν αργότερα τα παρεκλήσια της Α γίας Παρασκευής,.

Αριστερά ο Γιάννης Χατζηκυριάκος που έχασε την ζωή του στο μέτωπο του πολέμου

Σιγά-σιγά όταν έσβησε η ελπίδα του γυρισμού στην παλιά τους πατρίδα, άρχισαν να ριζώνουν στη νέα πατρίδα, ενώθηκαν με τους κατοίκους του Σουφλάρ, πρόσφυγες και ντόπιους και δημιούργησαν όλοι μαζί την κωμόπολη της Ν. Τρίγλιας.

VΙΙ). Βελετλεριώτες στον αγώνα για την πατρίδα

Όταν ξέσπασε ο β’ παγκόσμιος πόλεμος πολλοί  απ’ αυτούς στρατεύτηκαν και υπηρέτησαν την πατρίδα τους.

Άλλοι θυσιάστηκαν γι’ αυτήν. Αξίζει εδώ να αναφερθούμε με σεβασμό σε δύο συμπατριώτες μας Βελετλεριώτες που άφησαν την πνοή τους στο μέτωπο του πολέμου. Ο ένας ήταν ο Γιάννης Χατζηκυριάκος. Νιόπαντρος άφησε τη γυναίκα του κι έφυγε για το μέτωπο. Αρρώστησε και πέθανε εκεί.

Ο π. Πέτρος Παπαδόπουλος με τους δυο γιους του. Δεξιά ο γιος του, Ευστράτιος Παπαδόπουλος που σκοτώθηκε κατά τον Αλβανικό πόλεμο

Ο άλλος ήταν ο Ευστράτιος Παπαδόπουλος, σύζυγος της Μαγδαληνής Παπαδοπούλου και πατέρας τριών παιδιών, του Πέτρου, Γεωργίου και Βασιλικής. Υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό, πολέμησε κατά τον Αλβανικό πόλεμο και σκοτώθηκε εκτελώντας το καθήκον του υπέρ της πατρίδας. Άφησε ορφανά σε μικρή ηλικία τα τρία παιδιά του, τα οποία μεγάλωσε με κόπο  η άξια χήρα του, κ. Μαγδαληνή.

Άξιος αγωνιστής σ’ άλλου είδους αγώνα, στο στίβο της ιερωσύνης αναδείχθηκε ο πατήρ Πέτρος Παπαδόπουλος, ο πατέρας του Ευστράτιου Παπαδόπουλου που προανέφερα. Ο παπα- Πέτρος χειροτονήθηκε ιερέας στην Ελλάδα. Ήταν ιερέας στις κοινότητες Πετραλώνων, Κρήνης, Συλλάτων και Ροδόκηπου. Όλοι θυμούνται το σεμνό λευίτη να μεταβαίνει από τη μία κοινότητα στην άλλη για να εκπληρώσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα.

Ο π. Γεώργιος Χατζόπουλος

Άλλος επίσης  ιερέας  από το Βελετλέρ ήταν ο Γ. Χατζόπουλος που υπηρέτησε ως ιερέας στο Μετόχι των Φλογητών.

Αντάξιοι διαδοχοί τους στις μέρες μας και απόγονοι Βελετλεριωτών είναι ο ιερέας π. Αναστάσιος Κοντολέων και ο ιερομόναχος π. Άνθιμος Καγιόπουλος. Ο π. Αναστάσιος Κοντολέων, έγγαμος ιερέας και πατέρας δύο παιδιών υπηρετεί στο Ναό του Φιλύρου και είναι πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών. Ο π. Άνθιμος Καγιόπουλος, ιερομόναχος στην Μονή Αγίου Παύλου του Αγίου Όρους είναι καταξιωμένος μοναχός, πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής πολλών ψυχών και μέσα στον κόσμο.

 

Δέσποινα Παρασκευά-Κράνη
“Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής, Ένα ταξίδι μέσα στο Χρόνο και την Ιστορία”
χορηγός – Δήμος Ν. Τρίγλιας


[1] Σεφερμπερλίκι, τουρκικά  seferbperlik, σημαίνει εμπόλεμη κατάσταση.
[2] Ο Ναός αυτός ήταν παλιά Μονή των Ταξιαρχών. Αυτή κτίσθηκε επί Κωνσταντίνου Πορφυρογένητου και ανακαινίσθηκε πρώτη φορά επί Κωνσταντίνου Πωγωνάτου και κατά το 1817 επί Σουλτάνου Μαχμούτ.
[3] Τουρκική λέξη από το taksit=δόση
[4] Ο κ. Χατζηπαναγιώτης μιλούσε Τουρκικά, γι’ αυτό τα Ελληνικά του δεν είναι πολύ καλά.
[5] Όπως μου εξήγησε ο κ. Χατζηπαναγιώτης, εννοούσαν να τους κάνουν κακό
[6] Αναχώρι ή Αναφώρι,χωριό κοντά στο Βελετλέρ, που υπάρχει ακόμη και σήμερα

ΙΣΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ

Εσκί Σεχίρ
Καζάς ευρισκόμενος στη δεξιά πλευρά του ποταμού Θρύμβριου με κατοίκους οι περισσότεροι εκ των οποίω...
Γυναίκα και ένδυμα
Ανά τους αιώνες παρέχει ασφάλεια, προστασία και μαρτυρεί ισχύ, πλούτο, αντίληψη, μα και νοοτροπία. Ε...
Σινασός Καππαδοκίας
Η Σινασός βρίσκεται σε μια πανέμορφη τοποθεσία στην καρδιά της Καππαδοκίας, στην κεντρική Μικρά Ασία...
Η Αξός της μνήμης μας
Περιδιαβαίνοντας τις αράδες των τοπικών συγγραφέων, ανασταίνονται προφορικές μνήμες και καταγραφές τ...