Το παράθυρο της ποίησης

Share

Θυμάσαι την πρώτη φορά που γνώρισες την ποίηση;  Την πρώτη φορά που ανακάλυψες πόσο εύκολα σε γεμίζει με χυμούς αδοκίμαστους μα κι ακατανίκητους. Τότε που βρισκόσουν καθισμένος σ’ ένα σκαλοπάτι της ψυχής αναπνέοντας τον αέρα της μητέρας θάλασσας, ενώ αυτή κάθε στιγμή και για εκατομμύρια χρόνια  αποπειράται να πλημμυρίσει τη στεριά. Εκεί αμέσως έπαιρνες δύναμη, αγνάντευες το κύμα να έρχεται ορμητικό κατά πάνω σου και να σταματάει ήρεμο λίγο πριν από τα πόδια σου. Η ποίηση δεν ήταν δική σου, μα θαρρούσες κάποτε θα την κατακτήσεις. Θα είναι ακόμη τόσο αδρή αυτή η θύμηση.

[vimeo 113407261]

Βάδισες πολύ χωματόδρομο για να φτάσεις έξω από τη λάσπη της ανικανότητας. Στο διάβα σου και σε κάθε γύρισμα του δρόμου έβρισκες σημεία και τέρατα που λίγο έλειψε να σ’ αναγκάσουν να επιστρέψεις στην αρχική σου μορφή – τη μορφή της απάθειας κι αναισθησίας. Κι εκεί ακόμη η ποίηση σ’ έβγαλε από τ’ αδιέξοδο, σούδωσε τα φτερά να ξεφύγεις από τον εαυτό σου, σούδωσε το σωσίβιο να μην πνιγείς στην αδιαφορία και να νικήσεις τη ραθυμία κάθε αρνητικής σου σκέψης.

Μαύρη είναι η μπογιά της μοναξιάς και το παράθυρο καρφωμένο κλειστό, δεν ανοίγει όσο χρόνο κι αν σπαταλάς κολλημένος στο τζάμι ζητώντας να περάσεις το βλέμμα από τη μια κατάσταση ανασφάλειας στην άλλη. Στην άλλη πλευρά μόνο θέλεις πάντα η ανασφάλεια να παραμένει . Μακριά απ’ το φόβο σου που όλο και μικραίνει τις διαστάσεις στα εγκόσμια γύρω σου. Οι κύκλοι του φωτός εισέρχονται ανάμεσα στις πτυχές της κουρτίνας όλο και πιο ανύποπτα.

Ο μόνος τρόπος ν’ αποφύγεις αυτή την κατάσταση και να βγεις στο ξάγναντο με μια ελπίδα είναι να πιαστείς γερά από την ποίηση. Να πηδήξεις από το καρφωμένο παράθυρο. Να κατέβεις τα σκαλοπάτια δυο-δυο που σ’ οδηγούν στην άβυσσο και ν’ ανέβεις μετά στα σύννεφα σε μια στιγμή, κρατώντας σφιχτά τα πόμολα του δικού σου ιπτάμενου παραθύρου της σκέψης. Αυτό σημαίνει φρεσκάδα της ποίησης, το να σκέφτεσαι καθώς αρχίζουν οι πόρτες ν’ ανοίγουν και τα παράθυρα να ξεκαρφώνονται από τα κουφώματα για να παραμείνουν κλειστά.

Τότε ξεσκεπάζοντας αργά-αργά τις λέξεις κι αρνούμενος την καρέκλα απέναντι στο σκοτάδι της θλίψης, βγάζεις από το στήθος λίγα παιδικά γράμματα και τ’ αφήνεις ελεύθερα έξω από το σπασμένο τζάμι. Εκείνα, πέφτοντας στο χώμα παίρνουν μορφή και σφρίγος κι αθώες σελίδες ξαφνικά αρχίζουν ν’ αναδιπλώνονται, αυτές που μέχρι πρότινος ήταν στοιβαγμένες στο βιβλίο της θύμησης.  Αθώοι κρότοι τις συνοδεύουν καθώς πέφτουν ακατάπαυστα, ενώ ο κόσμος αρχίζει να γίνεται λίγο πιο προσιτός, ο δρόμος λίγο πιο γνώριμος, η φύση λίγο πιο φιλική. Η φύση αυτή που άρχισε τα πάντα και θα λήξει τα πάντα. Πριν απ’ αυτή δεν υπήρχε τίποτα, πριν απ’ αυτή δεν υπήρχε ούτε η αρχή.

Κρίμα όμως που ήρθε το νερολούλουδο κι εσύ θα ρίξεις το βλέμμα σου καθώς θα το βρεις στο πιο κοντινό ποτάμι. Κρίμα γιατί το είδες και τώρα δεν είναι φαντασία, δεν είναι απρόσιτο, έγινε πλέον αναλώσιμο. Ο ήλιος το προστάτευε μονάχα μέχρι πριν λίγο. Αμέσως αντιλαμβάνεται τις προθέσεις σου και κρύβεται πίσω από το φύλλωμα μιας ιτιάς, ενώ η μέρα αφήνει τα γκρίζα φρύδια της να σκεπάσουν τον ουρανό. Είναι ακόμη Φθινόπωρο κι ο Νιόβρης είναι ο πιο δύσκολος μήνας, ίσως σύντομα βρέξει. Έμεινε δρόμος πολύς να διανύσεις κάτω από το ημίφως του μισοφέγγαρου. Όσο δρόμο κι αν διανύσεις ακόμη περισσότερος θα μένει για σένα και για τους άλλους.

Εσύ ξέρεις πως έχεις αναστήσει μια εσωτερική σελίδα ενώ έχεις θάψει άλλες δέκα. Συμμετείχες σε μια επιτυχημένη εσωτερική ζήση και βγήκες πλέον στο ίσιο μονοπάτι γιατί η ποίηση σου το επέτρεψε. Το ποτάμι συνεχίζει να κυλά ατάραχο, είσαι δεν είσαι εκεί, μα πλέον η σκέψη σου ρέει κι αυτή με το ρεύμα κι εναρμονίζεται με τις πτυχές και τα κελεύσματα των κίτρινων φύλλων που παρασέρνει. Πάνω στα φύλλα αυτά φεύγουν ασταμάτητοι κι οι πιο κρυφοί σου πόθοι.

Στο διάβα του βλέμματος υπάρχουν πολλοί ξένοι. Οι πιο πολλοί ούτε καν σου λένε καλημέρα, μα με όπλο την όσφρηση αποφεύγεις τα χνώτα τους, τα διώχνεις από πάνω σου κι αναζητάς την καθημερινή αναγέννηση, σ’ ένα πνεύμα που γνωρίζεις είναι κάπου εκεί ξεχασμένο. Σε μια φρεσκάδα που ψάχνεις αδιάκοπα γιατί ξέρεις κάπου εκεί κοντά είναι. Σε λίγο βρίσκεσαι και πάλι σε μια παραλία, σφιχτά δεμένος στην άκρη από ένα καλάμι να ψάχνεις άλλη μια φορά τη χρήση της ποίησης την ώρα που θα ξεψυχάει το ψάρι μέσα στα χέρια σου προς δική σου επιβίωση. Πρέπει να ζήσεις ακόμη λίγο για να την καταλάβεις και να θυσιάσεις σ’ αυτή που έχεις μέσα σου, την άσπιλη κι αμόλυντη όπως την πρωτογνώρισες.

Μα τα ταξίδια ενοχής δεν λείπουν. Τα ποιητικά ταξίδια ενοχής κάθονται πάντα πάνω σε μια πολυθρόνα και σε προστάζουν. Κρατούν ένα μολύβι στην προσπάθεια να σε κοροϊδέψουν λέγοντας πως ο ρόλος σου εσένα είναι να υποφέρεις και να υπηρετείς. Αμέσως, διαβάζοντας το ψέμα, τραβάς δυο γραμμές διώχνοντας την ενοχή από την πίσω πόρτα, για να  μην σε πάρουν χαμπάρι οι άλλοι συγκάτοικοι.

Ακόμη δεν είσαι λεύτερος και το γνωρίζεις, όπως γνωρίζεις τη ρόγα από το βυζί της μάνας σου. Μα τώρα γνωρίζεις και κάτι ακόμη, ότι κάποια στιγμή θα πεταχτείς κι εσύ από το κρεβάτι του πόνου και θα σκορπίσουν τριαντάφυλλα στο δρόμο σου για να περάσεις ξαπλωμένος. Δεν θα ρίχνουν τριαντάφυλλα γιατί τη μάγεψες, αλλά γιατί πέρασες κι εσύ από κοντά της, μαγεύτηκες από τα κάλλη της και την ερωτεύτηκες. Δεν θα είσαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος, αλλά θα χαμογελάς γιατί ικανοποιήθηκες, γιατί σου επέτρεψε να την ερωτευτείς. Εκείνη τη στιγμή υπόσχεσαι στον εαυτό σου πως από εδώ και στο εξής δεν θα κοιτάζεις χάμω, κι ας πατήσεις τα τριαντάφυλλα.

Με το βλέμμα σηκωμένο πάνω θα αισθανθείς τόσο ανάλαφρο το περπάτημά σου, τόσο γλυκιά τη σκέψη σου. Επιτέλους είσαι λέφτερος. Λέφτερος γιατί η ποίηση πρώτα σε κατέκτησε, αργότερα σε άφησε μόνο να τη γνωρίσεις, κι έτσι σ’ απελευθέρωσε. Μόνο μέσα απ’ τα δεσμά της διέρχεται η λεφτεριά. Αυτή η άκρη του μίσκου στα σέπαλα του άνθους που κρατάς δεν έχει μόνο αγκάθια, έχει και φύλλα ενώ το άνθος δεν μαζεύει πλέον μύγες αλλά μέλισσες. Η γύρη τους συσσωρεύεται σ’ ένα χρυσό δίσκο κι εσύ τον σηκώνεις και βγαίνεις στο παράθυρό της μοιράζοντας από το νέκταρ της.

Το παράθυρο της δικής σου ποίησης θα μένει πλέον για πάντα ανοιχτό.

Ι. Γαριβάλδης