Σαν και σένα

Share

Τη θάλασσα τη γαλανή την αφροκυματούσα
πήγα να δω τ’ απόγευμα και κει που περπατούσα

στο μυρωμένο δειλινό και στη ξανθή την άμμο
ένα κογχύλι πάτησα το μάζεψα απο χάμω

Σε πέτρα επάνω κάθισα να δω τις ομορφιές του
πώς τάχα να γινήκανε στο σώμα οι πληγές του;

και η ψυχή η ξάστερη τί νάγινε και κείνη;
πάει, για πάντα πέταξε; απόμεινε οδύνη;

Σαν και σένα είχα σπίτι οικογένεια μάνα βιός
μα η μοίρα η κακούργα μου τα έφερε αλλοιώς

με πετάξανε στην άμμο οι φουρτούνες της ζωής
μόνο, ξένο, ορφανεμένο άκρη δεν μπορείς να βρεις

Έλα σπίτι μου κογχύλι σαν και σένα είμαι και γω
έλα να γινούμε φίλοι με ελπίδα στο Θεό.