Ουλές Πολέμου

September 18, 2009 By Panagiosoulis Gabriel
Share

Εποχή της πείνας, ο Ιταλικός  στρατός κατοχής είχε  επιτάξει τα καλλίτερα σπίτια του χωριού, στην Κεφαλονιά μαζί κι ένα δικό μας. Ανεβασμένος   ξυπόλυτος στο φράχτη  τους χάζευα που μοίραζαν συσσίτιο στην αυλή, που κάποτε ήτανε δική μας,  οι φαντάροι με κοίταζαν με πρόσωπα ανέκφραστα λες και φορούσαν κέρινες μάσκες.

Τους κοίταζα λαίμαργα, τα μάτια μου γουρλωμένα μπρος στη θέα του φαγητού, ένας από τους στρατιώτες  με λυπήθηκε, με φώναξε και μου έδωσε μια καραβάνα σούπα κόκκινη με μακαρόνια.

Το σάλιο άρχισε να υγραίνει τη γλώσσα μου, λίγο ακόμα θα έπεφτε μέσα στη σούπα. Χαρούμενος πήδηξα το φράχτη, ανέβηκα τα σκαλοπάτια δυο, δυο και φώναξα:

Γρήγορα φέρτε μου ένα κουτάλι κοίτα τι σας φέρνω, αμβροσία.

Η θεια μου που απ’ τον φόβο της έμενε μαζί μας βγήκε στην εξώπορτα βλοσυρή, άγρια. Που την βρήκες την καραβάνα με τη σούπα την έκλεψες;

Όχι θεια, ένας στρατιώτης μου την έδωσε, πρόσθεσα με περίλυπο ύφος.

Να πας να την δώσεις πίσω, δεν σου έχω πει χίλιες φορές να μην παίρνεις τίποτα από τους κατακτητές;

Ικετευτικά την κοίταξα, Μα θεια πεινάω!

Άντε χάσου από τα  μάτια μου, δεν ντρέπεσαι ρε! Πήγαινέ την πίσω δεν τη θέλουμε!

Φαΐ από κατακτητές, όχι ποτέ!

Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου, φοβήθηκα την ντροπή, ο Ιταλός με κοίταξε παράξενα με είδε πόσο χλωμός και κοκαλιάρης ήμουν, τα μάτια μου βαθουλωμένα στις κόγχες τους,  απορημένος πήρε πίσω την καραβάνα με τη σούπα.

Το μίσος νίκησε την ανθρωπιά!

Πόλεμος και ανθρωπιά δεν μπορούν να συνυπάρχουν.

Όλοι μας μικροί κάνουμε όνειρα, για εμένα ο βιοπορισμός τα σκότωσε,  και όταν ο χρόνος  μου επέτρεψε να ονειρεύομαι δεν με άφηνε να σταθώ σε χλωρό κλαρί κυνηγώντας με, με το καμουτσί των γηρατειών.  Ίσως στην επόμενη ζωή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Μπρονξ,  Νέα Υόρκη