Το Πάθος

Share

Μετρούσα τα βήματά μου, κοίταζα σε κάθε γωνία του δρόμου με όραμα την  ελπίδα, μετά από μερικά βήματα έσβηνε κι αυτή σα στιγμιαία αχυρένια φλόγα,  κοίταζα σα χαζός, κοίταζα   μήπως φανεί εκείνη. Η σκηνή σε ένα λιμάνι της Κεντρικής λατινικής Αμερικής το φορτηγό βαπόρι που ήμουν πλήρωμα  ήταν τακτικών γραμμών οπότε ήταν σα να ζούσα σε αυτή την πόλη του λιμανιού.  Ο  ζεστός αέρας με  έλουζε με μια σκόνη ξερής λάσπης, αυτή που όταν ίδρωνα κολλούσε πάνω μου,  περπατούσα σαν ζόμπι, αναζητούσα τη μοναξιά, πήγαινα στο παγκάκι του πάρκου, καθόμουν, το βλέμμα απλανές, μετρούσα τις ξύλινες  ράγες του πάγκου, από πόσα  καρφιά είχε η κάθε μία,  κοίταζα τα έντομα που ζουζούνιζαν γύρω από τη φθοριούχο λάμπα της κολόνας.
Άφηνα  τα κουνούπια, αυτά  που μου έπιναν το αίμα στα μπράτσα μου επάνω, να χορτάσουν. Ο κόσμος με κοιτούσε αδιάφορος. Πέρασε μια παλιά μου γνωστή, κάθισε δίπλα μου, μου χαμογέλασε, με ρώτησε τι έχω, δεν της απάντησα.  Μου  πρότεινε να κάνουμε παρέα να την πάω σπίτι της, την κοίταξα αδιάφορος, πάμε της είπα για να της κάνω το χατίρι, όταν έμεινα μόνος  μαζί της  τα μάζεψα  κι έφυγα. Αυτή με  έβρισε, ρε συ ή μεθυσμένος θα είσαι ή ερωτευμένος. Δεν απάντησα έφυγα σαν το σκυλί. Περνώντας έριξα μια ματιά στο Μόντε Κάρλο, ένα μπαρ με γυναίκες, η ιδιοκτήτρια Μαγδαλένια με είχε καλέσει στο βαφτίσει του μωρού  της στην εκκλησία ο πατήρ Περούτσι θα έκανε το μυστήριο,   μετά στην αυλή του κέντρου θα γινόταν  τσιμπούσι, νονός ένας έλληνας ναυτικός. Της είχα υποσχεθεί ότι θα πήγαινα. Ήθελα να το αποφύγω, μου ήταν αδιάφορο. Μετά πέρασα απ’ το μπαρ «Ευρώπη» η ιδιοκτήτρια Ελένα ήρθε δίπλα μου, μου είπε να με  κεράσει, μια καινούργια πιτσιρίκα  που δεν με γνώριζε με πέρασε για πελάτη.   Η ορχήστρα έπαιζε οι άλλοι χόρευαν, ο  πορτογάλος ναυτικός από το Ακρωτήρι Σαν   Βιτσέντε που ήταν μαζί της με πλησίασε, μου είπε ότι δεν αξίζει για μια γυναίκα να μαλώνουν οι ναυτικοί. Συμφωνώ, εξ άλλου δεν με ενδιαφέρει του είπα, για να τον ξεφορτωθώ.  Βγήκα έξω   στον δρόμο, άναψα ένα τσιγάρο, η ερημιά με έπνιγε,  όλα μου ήταν αδιάφορα, περπάτησα προς την πύλη, ο φύλακας  με την πράσινη στολή  παραξενεύτηκε, γιατί τόσο ενωρίς; Τον κοίταξα, δεν του απάντησα, κι αν του έλεγα θα  καταλάβαινε; Ανέβηκα και κλείστηκα στο βαπόρι.  Χωρίς να το καταλάβω, έπαψαν να υπάρχουν γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, δεν είχα μάτια για κανέναν μόνο γι’ αυτήν.  Αυτή που με περίμενε κάθε βράδυ κάτω απ το φοινικόδεντρο, αυτή που κάναμε όρκους πίστης, αυτή που περνάγαμε μαζί τις ελεύθερες ώρες μου, που παίζαμε λοταρία, που πηγαίναμε  στο λούνα Παρκ, που ακούγαμε  μουσική τραγούδια της αγάπης, που χορεύαμε  μαζί, αυτή που δεν τολμούσα να περπατήσω στο δρόμο κι έστελνε και με φώναζαν, αυτή που μου χάρισε την γυναικεία τρυφερότητα, που γι’ αυτήν ζούσα έπαψε να με  φωνάζει, αυτή είχε χαθεί.  Έφτιαχνα στη ζωή μου φανταστικά παλάτια μόνο γι’ αυτήν, ότι και να μου έλεγε  ήταν διαταγή. Τη νύχτα εν πλω πήγαινα να ξαπλώσω στο κρεβάτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ονειρευτώ μόνο αυτή. Με  περίμενε κάθε φορά στην πύλη του λιμανιού.  Η εξαφάνιση της μου είχε γίνει νταλκάς. Το προηγούμενο βράδυ είχα βγει χαρούμενος, είχαμε πει  θα με περίμενε κάτω απ’ το φοινικόδεντρο, στο ίδιο παγκάκι,  εκεί που είχαμε  πρωτο-συναντηθεί.   Όμως δεν  φάνηκε,  ανήσυχος πήγα στο σπίτι της, δεν ήταν ούτε εκεί.

Εμείς  νομίζαμε ότι ήταν μαζί σου, μου είπαν.

-Όχι, απάντησα.

Η μάνα της άρχισε να κλαίει. Ως φαίνεται κάτι θα ήξερε.

Φεύγοντας στάθηκα  στον κορμό ενός δένδρου, ήταν σκοτάδι κανένας δεν με έβλεπε, κρύφτηκα απ’ το ίδιο το σκοτάδι, απ’ τα μάτια μου για πρώτη φορά έτρεχαν δάκρυα, από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν γαύγισμα σκύλου, κατέβηκα στο δρόμο πέρασα απ’ το μπαρ ‘παλάτι’  φίλοι ναυτικοί γλεντούσαν. Κρύφτηκα, από τους φίλους μου  για να μην προδώσω τον πόνο μου. Περνούσε ο καιρός.

Χάθηκε  από το πρόσωπο της γης εξαφανίστηκε, έμεινε το γιατί, το ανεκπλήρωτο πάθος, κλείστηκα στον εαυτόν μου, δεν μιλούσα σε κανένα, πονούσα όταν βγαίνοντας έξω πέρναγα από τα ίδια μέρη που κάποτε είμαστε μαζί, προσπαθούσα να συνέλθω, δε βαριέσαι χαμένος κόπος. Πήγαινα στον κινηματογράφο αυτόν που κάποτε πηγαίναμε   μαζί, καθόμουν  ώρες ολόκληρες με μιαν ελπίδα στην καρδιά, να την ξαναδώ. Έτσι ένα βράδυ που προχωρούσα το πάθος ξανάναψε     όταν είδα ένα κορίτσι στον δρόμο που έμοιαζε εκείνης. Έκανα τα αδύνατα δυνατά την έπιασα φιλενάδα, ήταν σα μια απομίμηση του πάθους. Βγαίναμε μαζί, της έκοβα  το κεφάλι κι έβλεπα το κεφάλι της άλλης, ζούσα σε αυτή την ψευδαίσθηση για λυτρωμό, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος.    Έπρεπε να βρεθεί λύση, μια οποιαδήποτε λύση, ή έπρεπε να φύγω μακριά. Η ανθρώπινη καρδιά όταν πληγωθεί με την  τύφλωση του πάθους γίνεται εφιάλτης, είναι καταδίκη, είναι αρρώστια.    Λείπει η λογική, κι αρχίζει ο παραλογισμός, τίποτα δεν έχει αξία εμπρός στο πάθος.

Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως ήμουν  απροετοίμαστος κι άφησα τον εαυτό μου  να σκλαβωθεί έτσι σε μια γυναίκα; Τι μου έλειπε; Μήπως στη μοναξιά του ωκεανού μεγαλοποιούσα την γυναίκα τη θεωρούσα ένα άγιο αγνό μπιμπελό;  Βρήκα τη σωτηρία στη  φυγή μόνο αυτή, έτσι ξεμπαρκάρισα. Έπιασα άλλο βαπόρι  πήγα στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές,  Κεϋλάνη,  Βιρμανία, νότιο Αφρική,  όχι δεν πήγα ν’ ασκητέψω, ούτε να γίνω Κρίσνα Χάρε, ούτε βούδας, στα κύματα, στον μουσώνα  του Ινδικού Ωκεανού πήγα να ξεχάσω. Ναυαγός στην Σοκότρα, εκεί στις ακτές της Σομαλίας. Τελικά κατέληξα στη Βρέμη Γερμανίας, εκεί με το βαπόρι κάναμε επισκευή, τέσσαρις ολόκληρους μήνες, ένιωσα την θαλπωρή κρυμμένη σε αυτές τις τρίγωνε σοφίτες παρέα πότε  με  τη Τράουδη πότε με τη   Χέλγκα, αυτές  ανάλαβαν να με κάνουν να ξεχάσω, δεν βαριέσαι, χαμένος κόπος.

Άρα πόσοι άνθρωποι έχουν γνωρίσει αυτό το μαρτύριο;   Αυτό το ψυχικό πάθος που σκλαβώνει, που σκοτώνει, που ξεριζώνει το είναι σου,  που αλλάζει, την προσωπικότητά σου, που σε κάνει κουρέλι να εκλιπαρείς; Μήπως φταίει η απεραντοσύνη της θάλασσας,   εκεί όπου μεγαλώσαμε χωρίς την παρουσία της γυναίκας,   η οποία φάνταζε σε εμάς στα πολύμηνα ταξίδια εν πλω σαν κάτι τι το εξωγήινο, κάτι τι το ρομαντικό το αγγελικό;

Φάρμακο  είναι ο χρόνος, μόνο αυτός, αλλά και πάλι δεν είσαι βέβαιος, μόνο ο θάνατος είναι αυτός που σβήνει τα πάντα, αλλά ποιος φταίει για αυτή την γεμάτη πάθος  ψυχολογική  αρρώστια; Ίσως  η αφέλεια  του άνδρα, μέσα στον παραλογισμό σου, στα όνειρά σου  δεν μπορείς να σκεφτείς, στο πέλαγος σου λείπει η στοργή η αγάπη, τα θεοποιείς στην μορφή μιας γυναίκας, αλλά μιας μοναδικής μορφής, λέτε να φταίει  η μοναξιά της θάλασσας  αυτό που ξεγελά την νοημοσύνη, τη  λογική;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,

Νέα Υόρκη