Αναζητώντας τον Πατέρα…

Share

Αφηρημένο κι ονειροπόλο μ’ αποκάλεσε κάποτε ένας καθηγητής μου. Κι αυτό γιατί με το σουλατσάρισμα του νου σε τόπους που μόνον η φαντασία μπορεί να μας μεταφέρει είχα πάντα τη ικανότητα να ξεχνιέμαι και ν’ αποσπάω προσωρινά το πνεύμα μου από τα πρόσκαιρα εγκόσμια. Είχα και έχω ακόμη την ικανότητα να νιώθω ικανοποίηση, να φέρνω θέρμη σ’ απόκρυφα συναισθήματα, να ζωγραφίζω αλλοπρόσαλλες εκφράσεις στο μελαγχολικό μου πρόσωπο. Έτσι κατάφερα να με αποκαλούν αφηρημένο μερικοί ακόμη και σήμερα.

Εγώ όμως ξέρω πως απλά είμαι βαθύνους όχι αφηρημένος κι αυτή μου η βαθύνοια δε με ταλαιπώρησε ποτέ σε τόπους απρόσιτους. Όπου κι αν βρίσκομαι έχω την ευκαιρία να μεταφερθώ νοερά σε μέρη όπου έζησα παιδί. Σε μέρη όπου στιγμιαία βρίσκω κι ακολουθώ γνωστές και φαρδιές πατημασιές πάνω σε μια Αιγαιοπελαγίτικη παραλία. Μπορούσα τόσο εύκολα να βρω αυτές τις φαρδιές πατημασιές στη γωνιά της δικής μας παραλίας. Δικής μας γιατί εκεί ζήσαμε τις πιο ευχάριστες και συνάμα δυσάρεστες στιγμές της ζωής και σημαδέψαμε τον τόπο με την παιδική χαρά και τη λύπη μας. Εκεί όπου το αεράκι σφυρίζοντας ελαφρά γύρω στο πρόσωπο μου προξενούσε τόση ηρεμία∙ εκεί όπου ο θόρυβος του κύματος που έσβηνε στην άκρη της στεγνής άμμου γινόταν ο αρμονικός ήχος που έδινε ρυθμό στο βήμα μας. Συνάμα και μια θερμή ελπίδα αισθητά κρυμμένη στο στοχαστικό φωτοστόλισμα του θαλάσσιου κι απέραντου προς όλες τις κατευθύνσεις εκείνου περιβάλλοντος που ξαπλωνόταν ίδιο κι απαράλλαχτο τις πιο πολλές φορές μ’ αυτό του προηγούμενου δειλινού.

Εκεί σ’ αυτή την παραλία γινόμουν μάρτυρας των πιο φανταστικών χρωμάτων του ορίζοντα σε ατέλειωτους περιπάτους που ξεπερνούσαν τη χωρητικότητα του μυαλού μου. Κι αργότερα, σαν έφηβος έβαζα πλώρη για τους πιο ενδόμυχους της ψυχής χώρους. Δεν θυμάμαι, όμως, ποτέ να βρέθηκα στο μέρος εκείνο μόνος. Δίπλα μου είχα για στήριγμα την άγρια από τη σκληρή δουλειά παλάμη του πατέρα και το σταθερό βήμα του που καρτερικά έκανε πιο σιγά για να τον προφταίνω˙ ο ορίζοντας ερωτοτροπούσε αδιάκοπα με το βούτηγμα των πινέλων του στα πιο φανταχτερά ουράνια χρώματα. Μέσα σ’ αυτόν τον φορτισμένο μ’ ανείπωτα συναισθήματα φυσικό κόσμο πέρασα κι εγώ τόσες και τόσες αξέχαστες στιγμές. Απογεύματα που ένιωθα την τρυφεράδα της φύσης να μου χαϊδεύει το πρόσωπο καθώς έτριζε η άμμος κάτω από τα πόδια μας. Σηκώνοντας που και που το βλέμμα μου προς τα πάνω αντίκριζα τη μορφή του πατέρα σκεπτική, επιβλητική και συνάμα ανέκφραστη.

Τότε, θυμάμαι, ήθελα να του ζητήσω να μου εκμυστηρευτεί μερικές απόκρυφες σκέψεις του, όπως το τι αισθάνθηκε όταν με πρωτοείδε. Τότε που με πρωτοκράτησε στην αγκαλιά του βρέφος και παρατήρησε τα χέρια μου που τα κουνούσα τόσο αδέξια, μαρτυρώντας τέλεια απειρία με την είσοδό μου σ’ αυτόν τον ευτελή κόσμο. Να τον ρωτήσω το πώς κατάφερε με το βλέμμα του και μόνο να με κάνει τόσο ευαίσθητο στην αγνή αγάπη. Εκείνη που μου προξενεί κάθε φορά κι από ένα ασυγκράτητο δάκρυ και μ’ αφήνει ακίνητο και σκεπτικό για ώρες.

Μα σήμερα ο πατέρας μου βρίσκεται μακριά… Όσο και η μνήμη της σκιάς του πάνω από το δικό μου σώμα στις αμέτρητες παραλίες που περπατήσαμε μαζί. Πάντα πίστευα μικρός πως αυτές οι στείρες αμμουδιές κι εκείνη η γραμμή που χαράζει το σημείο όπου σταματάει να τις βρέχει το κύμα, θα πρέπει να είναι η άκρη του κόσμου, αυτού που γνωρίζουμε και αυτού που φανταζόμαστε. Αυτού που νομίζουμε πως ελέγχουμε κι εκείνου που θα θέλαμε να ελέγξουμε.

Πρόσφατα, γι’ άλλη μια φορά, αισθάνθηκα την ανάγκη στην άκρη αυτού του κόσμου να σηκώσω το βλέμμα ψηλά προς τ’ ουρανού τη λάμψη κι αφού αντικρίσω τον πατέρα μου στα μάτια να θαμπωθώ από κείνο το αγέρωχο ύφος που κοιτάζει το άπειρο. Θέλω να του μιλήσω. Δυο λέξεις μόνο, όχι πολλές, που θα με κάνουν να αισθανθώ τη δύναμη της προστασίας του. Της προστασίας που μ’ έκανε τόσο ξέγνοιαστο καθώς διαπερνούσε στο σώμα μου μέσα από το ροζιασμένο του χέρι που με κρατούσε σφιχτά και τόσο στοργικά. Ποθώ τόσο πολύ να αισθανθώ παιδί με τα ανέμελα εκείνα αισθήματα και να σκεφτώ τις αθώες εκείνες σκέψεις γιατί θα γνωρίζω πως αυτός θα φροντίσει ευσυνείδητα για τις ανάγκες μου. Θέλω να με πάρει στα γόνατα, πριν καθίσουμε κι οι δυο σ’ ένα γνώριμο βράχο και αφού μου δώσει μια ματιά υπομονετική, να μου δείξει τι σημαίνει χαμόγελο αγάπης. Να τον αισθανθώ να βάζει το χέρι του στα μαλλιά μου λέγοντας μια ακόμη φορά «δεν πειράζει παιδί μου…».

Ήταν τόσο δυνατός μα και τρυφερός ο πατέρας. Έτοιμος να σβήσει κάθε αμφιβολία απ’ το εφηβικό μυαλό μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε τότε, μα είχε βρει τον τρόπο να δίνει δίχως να παίρνει. Ν’ αγαπάει δίχως να ζητάει αντάλλαγμα. Να σηκώνει τα πάντα δίχως να λυγίζει κάτω από το βάρος της ζωής. Να πάσχει δίχως να εκφέρει μια λέξη αγανάκτησης. Έτσι κατάφερε να διδάξει δίχως λόγια κι υποσχέσεις εμένα.

Ήμασταν πάμπτωχοι εκείνο τον καιρό. Ο άτακτος μισθός του πατέρα δεν έφτανε ούτε για τ’ απαραίτητα. Παρ’ όλα αυτά εκείνος δεν δεχόταν καμιά βοήθεια από συγγενείς ή φίλους. Δεν ξέρω πώς αλλά με κάποιο δικό του τρόπο τα κατάφερνε. Έλεγε και ξανάλεγε πως δεν είχαμε ανάγκη απ’ αυτό που εκείνος δεν μπορούσε να μας προσφέρει. Και παρ’ όλη μας αυτή την ανέχεια είχαμε σπίτι να μείνουμε και φαγητό στο τραπέζι τις πιο πολλές φορές.

Αλλά «δεν ήταν κατάσταση αυτή…» άκουσα τους γονείς μου να λένε κάποια μέρα μεταξύ τους. Απ’ ότι κατάλαβα είχαν αποφασίσει να φύγουμε οικογενειακώς για κάπου πολύ μακριά. Θυμάμαι, έτρεξα αμέσως και ψιθύρισα το χαρμόσυνο νέο πρώτος εγώ στ’ αδέρφια μου. Και κάποια μέρα τελικά βρεθήκαμε με τις βαλίτσες στο χέρι ν’ ανεβαίνουμε αργά και σταθερά τις σκάλες ενός τεράστιου υπερωκεάνιου, με τα μάτια βρεγμένα και την καρδιά να χτυπάει πιο δυνατά από ποτέ. Ακόμη κι εκεί ο πατέρας περίμενε καρτερικά τα μικρά βήματα, καθώς περίμενε να πατήσουν και τα δυο παιδικά πόδια του μικρού μου αδερφού σε κάθε σκαλοπάτι. Πέρα, σε κάποια απόσταση, οι συγγενείς με τις μαντίλες και τα προσποιητά χαμόγελα πότε σκούπιζαν τα μάτια τους και πότε κουνούσαν τα χέρια στον αέρα σαν να ήθελαν να στεγνώσουν τις μαντίλες από τα δάκρυα.

Δεν ξεχνιούνται τέτοιες εικόνες όσο κι αν φαίνονται ξεμακρυσμένες. Όσο μακριά κι αν σε πάρουν τ’ αεροπλάνα και τα πλοία. Όσο καιρό κι αν χάνουμε σε ξένα μέρη. Ούτε ξεχνιούνται οι στιγμές που περάσαμε πάνω στο κατάστρωμα του «Πατρίς» και τότε που πατήσαμε το πόδι μας για πρώτη φορά σ’ αυτό τον ξένο τόπο. Αλλά υπήρχε η ελπίδα, αυτή που πήγαζε από το ύφος του πατέρα κι όλοι στηριζόμασταν πάνω στους στιβαρούς του ώμους αντλώντας πεποίθηση για το μέλλον. Εφόσον βρισκόταν δίπλα μας δεν φοβόμασταν τίποτα.

Η ζωή στην ξενιτιά λένε πολλοί είναι ψωμί πικρό. Αλλά δεν προλάβαμε εμείς να καταλάβουμε και τόση πίκρα. Ώσπου να πάμε στο σχολειό ή αργότερα στη δουλειά η μέρα περνούσε σαν αεράκι που απλά σου χάιδευε το πρόσωπο και σου προξενούσε χίλια ερωτηματικά. Οι μέρες αυτές και οι μήνες πέρασαν κι έγιναν χρόνια κι ένας ατελέσφορος αγώνας για επιβίωση. Μέχρι που μια μέρα φάνηκαν τα πρώτα δείγματα του αξέχαστου δεσμού των γονέων μας με την χώρα που γεννήθηκαν. Ο δεσμός που αισθανόταν για την πατρίδα τους έγινε αβάσταχτος καημός. Η αισιοδοξία τους την ημέρα της αναχώρησης έγινε ανυπόφορη απαισιοδοξία ενώ η ελπίδα έγινε ζωντανή φωνή πολυπόθητης επιστροφής. Πόσα χρόνια να βλέπουν κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο; Πόσα χρόνια να σηκώνονται πρωί και ψάχνοντας γύρω να βλέπουν ξένες παραλίες, ξένα σοκάκια που τους οδηγούν σε μέρη άγνωρα. Ήρθε καιρός ακόμη που σιώπησαν και δεν μιλούσαν γι’ αυτό καθόλου. Αλλά η σιωπή φαινόταν να τους έτρωγε τα σωθικά, να τους έκανε εκνευριστικούς. Φαινόταν να τους έκανε φοβερά σκληρούς, κυρίως στον εαυτό τους. Εκείνος έλεγε και ξανάλεγε «όπου γης, πατρίς…» από αντίδραση, χωρίς όμως να πιστεύει ούτε λέξη και το έβλεπα στα μάτια του. Απλά το επαναλάμβανε συχνά για να δώσει κουράγιο στους υπόλοιπους. Είχαμε όμως μεγαλώσει πλέον.

Τελικά η κατάσταση αυτή έφτασε στο απροχώρητο χωρίζοντας εμάς τα παιδιά από τους πολυαγαπημένους γονείς μας. Αυτούς που μας προσέφεραν δεύτερη εκλογή σ’ έναν κόσμο μακρινό και παράξενο. Μας χώρισε εκείνη η ακαταμάχητη νοσταλγία και βρεθήκαμε όλοι μόνοι αναζητώντας μια πατρική συμβουλή. Ένα σοκάκι ανακούφισης στην άκρη του δικού μας προσωπικού ορίζοντα. Ένα ημίφως στην άκρη του δικού μας τούνελ που έστω και αμυδρό θα μας έδινε το θάρρος να συνεχίσουμε το δικό μας αγώνα.

Πέρασε καιρός πολύς από τότε∙ και κάποια μέρα, έπιασα τον εαυτό μου για μια ακόμη φορά ν’ αναζητά επίμονα τις φωτισμένες άκρες εκείνης της παραλίας των νεανικών μου χρόνων. Ν’ αναλογίζεται και πάλι εκείνους τους περιπάτους όταν έτρεχα να καθίσω στην πιο αναπαυτική θέση αυτού του κόσμου, στα γόνατα του πατέρα. Ν’ ακούσω τα λόγια του που έρχονταν ασταμάτητα για το απρόσμενο μέλλον καθώς και για το παράξενο για μένα παρόν.

Τι άνδρα τελικά με είχε κάνει; Ποια διδάγματά του έγιναν έμφυτα βιώματα και τι έχασα στο διάβα του αγύριστου χρόνου; Γιατί το βήμα μου είναι σήμερα αργό καθώς περπατώ με το κεφάλι σκυμμένο στους διαδρόμους ξένων στοχασμών; Πάντα χωμένος στις σκέψεις και τα διδάγματά του πως εγώ γεννήθηκα για να βρίσκομαι κόντρα στη λάμψη του ήλιου, να γεύομαι την αλμύρα εκείνης της θάλασσας και τη γλαφυρότητα κάποιου δειλινού, τη γεύση ενός αυθόρμητου φιλότιμου, όχι τόσο την αόριστη προσμονή κάποιου βελτιωμένου αύριο.

Εντελώς ξαφνικά, κάποια μέρα, αισθάνθηκα μια ακαταμάχητη ανάγκη να βρεθώ κοντά του πάλι. Ήταν μέρα του πατέρα κι είχα γράψει σε μια κάρτα μερικά ασήμαντα λόγια. Όσο μακριά κι αν ήταν έπρεπε να τον ξαναδώ∙ τώρα που αποχωρίστηκα την απλότητα και αθωότητα των παιδικών μου χρόνων. Δεν υπήρχε άλλη εκλογή, ή θα του έδινα την κάρτα προσωπικά ή θα πέθαινα ανικανοποίητος.

Έκοψα το εισιτήριο όσο πιο γρήγορα μπορούσα και βρέθηκα σύντομα σε μια αεροπορική θέση γεμάτη έννοιες αλλά και εύχυμους στοχασμούς. Μια θέση στον πηγαιμό προς την Ιθάκη γεμάτη ερωτήματα και άγνωρες μέχρι τότ’ ελπίδες. Αλλά ο διαλογισμός πως θα τον έβλεπα ακόμη μια φορά, πως θα του έσφιγγα το χέρι αναζητώντας εκείνη την επαφή που είχαμε πριν τόσα χρόνια μ’ άφηνε άναυδο. Το ότι δεν μπορούσα πλέον ούτε ν’ ακουμπήσω στον ώμο του και να τον κοιτάξω στα πράσινα και τόσο εκφραστικά του μάτια, μου δημιουργούσε μια απρόσμενη αίσθηση μοναξιάς. Μια αίσθηση ανεκπλήρωτης ανάγκης να καταλάβω πως ανήκω κάπου, πως υπάρχω γιατί εκείνος μ’ έφερε σ’ αυτό τον κόσμο σαν ομοίωμά του. Δεν ήμουν άλλο από ομοίωμά του και ήθελα να μάθω να αισθάνομαι πως δεν ήμουν πια ένας έφηβος.

Το διάβα του σ’ αυτή τη γη δεν ήταν μάταιο, δεν απέβη ευτελές. Κι ήθελα να βρω απάντηση στο ερώτημα για το αν μου χάρισε τη ζωή και κατόπιν σταδιακά μου αφαίρεσε την ικανότητα να ζω στηριγμένος στα δυο μου πόδια, δημιουργικός, φωτογενής και πηγαίος. Μόνον εκείνος μπορούσε ν’ απαντήσει σ’ όλα αυτά μου τα ερωτήματα. Σ’ όλες αυτές τις ανησυχίες που ξαφνικά έγιναν έμμονες αρνητικές ιδέες και μ’ άφησαν αμίλητο σε κάποιο μοναχικό δρομάκι κατανόησης αυτού του κόσμου. Ποια ήταν η δική μου πραγματική καταγωγή και ποιος ο προορισμός μου; Ήμουν χαμένος σαν ένας κόκκος άμμου σε μια απέραντη παραλία ή υπήρχε κάποια αιτία που έδινε σημασία στην άφιξή μου σ’ αυτό τον πλανήτη, σ’ αυτό το χρόνο και το χώρο; Μπορούσα άφοβα να γιορτάζω τα γενέθλια της παρουσίας μου ή να πενθώ κάθε μέρα όσο ακόμη τα βήματά μου αφήνουν τα δικά μου πλέον μεγάλα ίχνη πάνω στη βρεγμένη άμμο κρατώντας σφιχτά το χέρι του δικού μου παιδιού;

Δεν άργησα να φτάσω στο κατώφλι του πατρικού μου σπιτιού που μέχρι πρόσφατα μόνο φανταζόμουν. Η οσμή της άφιξης στο περιβάλλον εκείνο, με τα στενά δρομάκια και τους πέτρινους διαδρόμους στο τέλος μιας ελπίδας χώριζε στα δυο το χρόνο. Αυτόν που έμεινε ανενόχλητος σ’ αυτό τον τόπο και τον κρατήσαμε σφιχτά σαν φυλαχτό τη μέρα που αποχαιρετούσαμε τους συγγενείς στο μόλο, κι εκείνον που πέρασε τόσο γρήγορα μεταλλάζοντας τα πάντα.

Τελικά, με το άνοιγμα και της τελευταίας πόρτας βρήκα τον πατέρα τόσο ταλαιπωρημένο από τα χρόνια, μοναχικό και ξεχασμένο, κατατρυπημένο από τα βόλια της κοινωνίας, πληγωμένο από τη διάχυτη αδικία της. Με σχετική έκπληξη παρατήρησα στο βλέμμα του τα ίδια ερωτηματικά που ταλαιπωρούσαν κι εμένα. Τις ίδιες έννοιες και ανησυχίες, παρ’ όλο που οι ρυτίδες στο μέτωπό του ήταν όπως τις θυμόμουνα, μόνο πιο εμφανείς. Ήταν χαραγμένες όπως τις αγάπησα, όπως τις άγγιζα με το εφηβικό μου χέρι στην προσπάθεια ν’ αντιληφθώ από πού προέρχονται και πώς θα κατόρθωνα να τις επουλώσω. Σύντομα βέβαια είχα καταλάβει πως οι ρυτίδες δεν επουλώνονται.

Αμέσως μόλις τον αντίκρισα μπρος μου κι ανάμεσα στις αδίστακτες σκέψεις για το αύριο που είναι πάντα αβέβαιο, αντιλήφθηκα πως ο πατέρας δεν ήταν πια σε θέση να περπατήσει μαζί μου. Δεν ήταν σε θέση να μου κρατήσει το χέρι, ούτε να ρίξει πλέον τη δροσιά της τεράστιας σκιάς του πάνω στο σώμα μου. Πάρα πολλά πράγματα είχαν αλλάξει. Για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα τόσο μόνος. Δειλά προσπάθησα να βρω στα χείλη μου ένα ψεύτικο χαμόγελο. Ήθελα πολύ να τον παρασύρω, αυτή τη φορά εγώ, να χαμογελάσει. Έπρεπε, αναλογίστηκα, να χαμογελάσει λίγο κι ας ήταν έτσι… προσποιητά. Θυμάμαι, ήμουν πλημμυρισμένος από τόση ευτυχία όταν μπορούσε ακόμη να μου χαμογελάει. Άπλωσα το χέρι μου, τον άγγιξα στον ώμο και του έδωσα την κάρτα. Εκείνος όμως, αναγνωρίζοντας αμέσως τις προθέσεις μου, χωρίς να προφέρει λέξη, έκλεισε αργά τα μάτια του στον τελευταίο αναστεναγμό. Δεν είχε τη δύναμη ούτε το φάκελο ν’ ανοίξει που γλιστρώντας από τα χέρια του έπεσε στο πάτωμα.

Κανείς δεν διάβασε ποτέ εκείνη την κάρτα. Ήταν ένα επιπρόσθετο μάθημα που δέχτηκα με τόση πικρία και συνοδεία μ’ ένα ανεξέλεγκτο μου δάκρυ… Άραγε πόσον καιρό περίμενε εμένα σ’ εκείνη την ξεθωριασμένη καρέκλα; Πόσο καιρό κοίταζε την πόρτα περιμένοντας ένα τρίξιμο στο γύρισμα από το χερούλι; Ένα ερώτημα που μ’ ακολουθεί όπου κι αν βρεθώ σήμερα στη ζωή. Κάτι μέσα μου σαν να είχε ξεριζωθεί για πάντα εκείνη τη στιγμή. Πήρε ένα αναπάντεχα μακρύ χρονικό διάστημα να καταλάβω πως εκείνη ακριβώς την ώρα, ήμουν ακόμη ένα ανεπίτρεπτα ευαίσθητο παιδί κι έβγαινα για δεύτερη φορά στην κοινωνία με την ίδια αδαημοσύνη αναζητώντας την προστασία του δικού μου σεβάσμιου πατέρα.

© Ιάκωβος Γαριβάλδης

Copyright secured by Digiprove © 2009

2 thoughts on “Αναζητώντας τον Πατέρα…”

  1. Ιάκωβε,
    μας ταξιδεψες και πάλι.

    Απλά.
    Σε ευχαριστώ!!!!!!

    Σταύρος Ανθόπουλος
    Θεσσαλονίκη

  2. Σταύρο,

    Αυτό είμαστε, ταξιδιάρικα πουλιά, που από την πρώτη μέρα που θα γεννηθούμε μπαίνουμε στο καράβι της ζωής που μας πάει αν και προσπαθούμε εμείς να το πάμε. Πού θ’ αποβιβαστούμε κανείς δεν ξέρει, αρκεί ν’ αποβιβαστούμε και να μη βουλιάξουμε…

    Σε χαιρετώ
    Ιάκωβος

Comments are closed.