Ελληνισμός και Θάλασσα

Share

Όλοι οι Έλληνες επηρεάστηκαν από τη θάλασσα, «το ρευστό αντίστοιχο του φωτός» όπως ονομάστηκε. Όλοι σχεδόν έχουν ιστορίες να πουν και εμπειρίες μαζί της. Ερωτευμένοι ή όχι ακόμη ανακουφίζονται με κάποιο αναπόφευκτο δάκρυ που ίσως θυμίζει το χαμό προσφιλών προσώπων.
Ο Ελληνισμός και η θάλασσα έχουν μια σχέση και μια συγγένεια που πάει πίσω χιλιάδες χρόνια. Κι εφόσον ο αποτελεσματικότερος τρόπος να εκφραστεί ένας λαός, να μεταδώσει τη χαρά, το χαρακτήρα, τον πόνο του και συνάμα να γράψει ιστορία είναι δια μέσου των συγγραφέων του, έτσι εκφράστηκε κι ο Ελληνισμός.
Χρησιμοποίησε αυτούς που έβγαλαν το προσωπείο των καταστάσεων κι είδαν την αλήθεια ολόγυμνη να τρεμουλιάζει από τις προσποιήσεις και τα συμφέροντα. Αυτών που αναγνώρισαν τον πνευματικό άνθρωπο και εξάσκησαν την πένα τους.

Ένας από τους πρωτοπόρους που φώτισε το δρόμο, ο Όμηρος, κατόρθωσε να βρει και να δει την συγγένεια του πολυμήχανου Έλληνα με τη θάλασσα. Εκείνη, ανταποδίδοντας τη χάρη, βρήκε τον τρόπο να γίνει αναπόσπαστο μέρος των στίχων του γίγαντα των ποιητών μες στις πανέμορφες περιγραφές της αθάνατης ‘Οδύσσειας’. Τους στίχους που σε φέρνουν δίπλα της ν’ ακούσεις την ανάσα της, να γευθείς τον ιδρώτα και το αίμα της, να λάβεις μέρος στις περιπέτειες και τελικά να σωθείς επιστρέφοντας στη δική σου Ιθάκη.

Δεν είναι βέβαια μόνον ο Όμηρος. Δεν μπορούσε να παραμείνει η αλμύρα της στους στίχους εκείνου, όσο ατέλειωτος και μεγάλος κι αν ήταν. Έτσι άρχισαν να μιλούν κι άλλοι για τη θάλασσα, όπως ο Θαλής στο «ύδωρ αρχή της φύσεως» και ο Αναξίμανδρος «εν υγρώ γεννηθήναι τα πρώτα ζώα». Η θάλασσα ερχόταν όλο και πιο κοντά στη ύπαρξη του Ελληνισμού και συνδεόταν όλο και περισσότερο με τη φύση του, με την καθημερινή του πραγματικότητα και τον αγώνα του για επιβίωση σε καιρούς χαλεπούς αλλά και ανάπτυξης.

Από την Κρήτη και τις μαντινάδες που πηγάζουν από την καρδιά του λαού εκφράζεται ο ελληνισμός γι’ αυτήν, μέχρι τη Θράκη και το δημοτικό της τραγούδι ή μοιρολόι με τίτλο ‘Τα πνιγμένα αδέρφια’ που σαγηνεύει πιάνοντας το διάλογο μαζί της:

Δε σε θαρρούσα, θάλασσα, νερό να κατεβάσεις
και συ κατέβασες νερό μια θάλασσα γεμάτη…

Θυμάμαι, ήμουν παιδί όταν πρωτοδιάβασα το πανέμορφο διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα που περιγράφει τόσο ρεαλιστικά τη ζωή του Έλληνα σε σχέση με τη θάλασσα:

… Μου το ‘λεγε εμένα και μου το ξανάλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου: …
-Μακριά παιδί μου από τη θάλασσα…
Όμως τις συμβουλές τους (οι γονείς) τις είχανε μόνο για μένα,
αφού αυτοί με την πρώτη ευκαιρία ξεχνούσαν τις φουρτούνες και τα ναυάγια και ξαναμπαρκάριζαν…

Επίσης τις στροφές του Κωνσταντίνου Καβάφη και το ποίημά του που καταφέρνει να περιγράψει τη φύση σε έξαρση εωθινή, τη ‘Θάλασσα του πρωϊού’:

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ τη φύση λίγο.
Θάλασσα του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη…
Του Κωστή Παλαμά το ποίημα ‘Μια πίκρα’ –

Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ‘ζησα κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη…,

Τελικά, θα κλείσει και πάλι ο κύκλος με τα σοφά λόγια κάποιας συγγραφέα που εκμυστηρεύεται:
«Στο τέλος όλα γυρνάνε στη θάλασσα»…

——————————

Πάντα πίστευα παιδί πως οι παραλίες είναι η άκρη του κόσμου, ο διαχωρισμός μεταξύ αυτού που γνωρίζουμε και αυτού που φανταζόμαστε. Αυτού που νομίζουμε πως ελέγχουμε κι εκείνου που θα θέλαμε να ελέγξουμε· μεταξύ της γης που θαρρούμε πως δαμάσαμε και της αδάμαστης φύσης. Και πάντα τρόμαζα στη σκέψη για τα πόσα δάκρυα και πόσες ανεκπλήρωτες ελπίδες έχουν χαθεί στο κύμα, στην ατέλειωτη όψη των παράλιων ολόκληρης της γης, στην αδίστακτη αλλά και ζωοδότρα αγκαλιά τους.

Η θάλασσα, η υδρομάνα που γέννησε και συνεχίζει να γεννάει όλες τις ακραίες εντυπώσεις, μου προξενούσε ένα απερίγραπτο δέος. Εκείνη που δίνει σ’ όλα τα όντα ζωή κι ερεθίζει ακόμη και την πιο κατατρεγμένη και υποσιτισμένη φαντασία. Εκείνη που αναζητεί να δημιουργεί και να σκορπά τα δώρα της ανεξάρτητα, ενώ με το κάθε άκουσμα σταθερότητας του ίδιου ρυθμικού της ήχου για τόσα εκατομμύρια χρόνια, γεννάει και μια νέα ελπίδα. Ακόμη περισσότερη είναι η προσφορά της στην ηρεμία, στη σταθερή κι απαράμιλλη αναζωπύρωση της ζωής του κόσμου τούτου.

Αυτά δεν είναι ψήγματα κάποιας φαντασίας, είναι η πραγματικότητα που σε χτυπά κατάμουτρα κάθε φορά που θα γευθείς την αλμύρα του αέρα της και θ’ ακούσεις τις ατέρμονες ιστορίες της. Τις ιστορίες που μιλούν για λάτρες της θυμοσοφίας της που χάθηκαν αναζητώντας μερίδιο από τα αγαθά της. Τους ναυτικούς που μαγεμένοι από τα κάλλη και την ομορφιά κάποιας παραξενιάς της, κάνουν το σταυρό τους στον Αϊ-Νικόλα και βγαίνουν καθημερινά να την αντικρίσουν και ν’ ακούσουν τις μηνυτήριες δυνάμεις της. Την απέραντη απλότητά της που δημιουργεί μυριάδες ιδέες στη φαντασία αυτών που επηρεάστηκαν, αυτών που την αγάπησαν κι έγραψαν γι’ αυτή.

Μου φαίνεται τόσο περίεργη κι αναπάντεχη η σκέψη τελευταία για το πόσο ο έλληνας μοιάζει στο χαρακτήρα με τη θάλασσα. Το πόσο το φιλότιμό του τον κάνει γενναιόδωρο, το χαμόγελό του γαλήνιο, δημιουργικό. Όταν όμως ξαφνικά φουντώσει το σύννεφο της ζωής, όταν μαζέψει η ψυχή του στόμφο αφρίζει και αγριεύει σαν τη θύελλα που βουλιάζει τα καράβια και πνίγει κάθε τι ζωντανό στο διάβα της.

Η θάλασσα όμως είναι κατά πολύ ανώτερη από το ανάθρεμμά της, τον άνθρωπο. Κρύβει πιο πολλά στα σωθικά της απ’ ότι έχουμε υπολογίσει ή έχουμε μάθει. Κρύβει έναν άλλο κόσμο, από κει που αρχίζει έως εκεί που βγάζει η φαντασία στην άκρη του ορατού και αισθητού και ακόμη πιο πέρα. Εκεί που όλα αρχίζουν αλλά και τελειώνουν για ν’ αναγεννηθεί η ζωή σβήνοντας μ’ ένα κύμα τα πάθη των προηγούμενων γενεών. Βάζοντας φράγμα στην εξάπλωση του σάπιου και του σκάρτου, για να φανεί δροσερό κι όλο ζωή το μέλλον μέσα από ένα κυματάκι της, μέσα από ένα ηλιοβασίλεμα. Μέσα από ένα νέο ρυθμικό φλοίσβο σε μια παραλία όπου τα γκρίζα χρώματα κάποιας αυγής δέχονται τόσο αρμονικά τα χρυσά του μεσημεριού και το πορτοκαλί που χαρίζει το δείλι. Ένα σύμπλεγμα και μια γοργή ευχή που σου δίνει δύναμη, που σου βάζει φτερά στα πόδια για να δεχτείς το ίδιο χαρούμενος το επόμενο πρωινό. Να κατεβείς και πάλι στον κάβο και να ξανακοιτάξεις το άπειρο κάτω από τελείως διαφορετικό φως. Ν’ αντικρίσεις τον εξωτερικό και κατά συνέπεια τον εσωτερικό σου κόσμο με γλαφυρότητα, σοφία και καρτερία, παρατηρώντας τις κινήσεις αυτών που άρχισαν πολύ πριν από σένα τη μέρα τους για να μπορείς εσύ το μεσημέρι να γεύεσαι τη γλύκα του φρέσκου ψαριού.

Μην αψηφάς όμως την κάψα του ήλιου. Σήμερα πρέπει να φανείς προνοητικός και να γευτείς την αλμύρα δίχως την επίδραση των εαρινών κινδύνων. Ν’ ανοίξεις περισσότερο τα μάτια της ψυχής και του πνεύματος και λιγότερο αυτά του σώματός σου. Κι αν βουτήξεις για να δεις από πρώτο χέρι τα κάλλη της, μη βιαστείς να τη χαρακτηρίσεις. Έχει ακόμη πολλά να σου δείξει, πάρα πολλά να σου εκμυστηρευτεί.

Πόσα πράγματα άραγε μπορείς να δεις και ν’ αναγνωρίσεις όταν αντικρίζεις με ηρεμία το βάθος που αναδύεται σαν γοργόνα από τα κατάβαθα της υγρής ομορφιάς, από την απεραντοσύνη της αγκαλιάς της θάλασσας! Την αγκαλιά από την οποία γεύτηκαν όλοι οι ναυτικοί κι έφαγαν όλες οι οικογένειες του κόσμου από τα σπλάχνα της.

Σήμερα βρέθηκα γι’ άλλη μια φορά στην άκρη αυτού του κόσμου, καθισμένος σ΄ ένα δανικό βράχο της. Ξυπόλητος χάραζα γραμμές στην άμμο και οι σκέψεις, οι σκέψεις που αποτελούν την ανάσα προς διαιώνιση του πνεύματος, με συνεπήραν. Σήκωσα το βλέμμα ψηλά κι αντίκρισα τον ήλιο του Ελύτη να γέρνει ήρεμος και πύρινος όπως πάντα στον ορίζοντα. Τα κατάμαυρα σύννεφα του δειλινού λογοδοτούσαν για το ποιο θα σκεπάσει τον βασιλιά ήλιο πρώτο. Ένα ήταν σίγουρο, πως τα μάτια του πνεύματος ήταν πάντα ορθάνοιχτα για μένα σαν βρισκόμουν στο πλάι της.

Ξαφνικά η σκέψη μου, αυτή που δεν έχει ούτε χρονικά ούτε απόστασης όρια πετάχτηκε στα χρόνια της εφηβείας μου, όταν συχνά έβλεπα το καΐκι του μπάρμπα-Λια ν’ ακούγεται καθώς ανοιγόταν στο πέλαγο, μ’ εκείνο τον χαρακτηριστικό του ήχο «τραπ-τραπ, τραπ-τραπ, τραπ…». Αμέσως τότε έβγαζα το μαντήλι κι έστελνα τον φιλαράκο μου τον Κώστα στο καλό, που πάντα συνόδευε τον πατέρα του στο ψάρεμα. «Έπρεπε να μάθει το παιδί…» μου εκμυστηρεύτηκε η μάνα του, όταν τη ρώτησα για πρώτη φορά πού πήγε ο Κώστας. Εμείς βέβαια δεν είχαμε ούτε καν δική μας βάρκα. Αλλά η θάλασσα για μας ήταν το ίδιο εντυπωσιακή και φορτωμένη ζωή.

Από τότε πάνε τόσα χρόνια κι ο Κώστας που μεγάλωσε κι είδε τα δικά μου μαλλιά να παίρνουν το ίδιο χρώμα με τα δικά του, το λέει όπου σταθεί πως περίμενε κάθε φορά να δει από μακριά το μαντήλι μου να τον χαιρετάει. Μετά γύριζε το βλέμμα του προς άλλη μεριά σκεπτικός για ν’ αγναντέψει τα κύματα που όλο και υψώνονταν πιο επιβλητικά καθώς το πλεούμενο προχωρούσε σταθερά προς το πέλαγο.

Θυμάμαι ακόμη όταν κάποτε βρεθήκαμε μετά από χρόνια απουσίας μου στην Αυστραλία και τα ήπιαμε ένα βραδάκι στον παραλιακό καφενέ. Εκείνον που βλέπει μια ζωή το κύμα να χτυπιέται με τις πέτρες απέναντι δροσίζοντας τους ναυτικούς που γυρίζουν για πολλές γενεές να ξεκουραστούν. Εκεί στις ίδιες ψάθινες καρέκλες που τόσο καιρό κοιτάζουν κι αυτές τη θάλασσα. Πάνω στον ασπρισμένο πετρόδρομο που ανεβαίνει τον ανήφορο προς το χωριό μου υποσχέθηκε ο παλιός καλός μου φίλος πως την επομένη θα μ’ έπαιρνε μαζί του. Ήταν παραμονή των Βαΐων, το θυμάμαι, μέρα που έπρεπε να φάμε μόνο ψάρι.

– Να είσαι έτοιμος νωρίς στη σκάλα, με το κολατσιό δεμένο στο μαντήλι, κάποια παλιά ρούχα για να μη λερωθείς και να μην ξεχάσεις κι ένα καπέλο, έτσι μου παράγγειλε.

Εγώ βέβαια ήρθα να δω τη θάλασσα από βραδύς, λες και δε θα την έβλεπα. Λες και δεν την είχα ξαναδεί. Αυτή που πήρε στην αγκαλιά της και τον αδερφό μου το Νίκο, ο οποίος στην προσπάθεια να σώσει άλλους έχασε τη δική του ζωή. Ήξερα δεν έφταιγε η θάλασσα, αλλά είχαμε σαν οικογένεια πληρώσει το τίμημα του δεσμού μας μαζί της. Είχαμε πληρώσει ακριβά και δεν μπορούσε να έχει παράπονο. Εγώ όμως δεν τη φοβόμουν. Όπως δεν τη φοβόταν κανένας στο σπίτι μας. Μόνο η μάνα μου κατσούφιαζε καμιά φορά που λέγαμε θα πάμε να τη βρούμε. Ή ακόμη όταν μ’ έβλεπε να κάνω μακροβούτια και να μένω κάτω από το νερό για κάμποσα λεπτά της ώρας, μέχρι που να νοιώσω την ανησυχία της να με καλεί νοερά στην επιφάνεια.

Την επομένη, φρέσκος και όπως μου παράγγειλε ο Κώστας, ήμουν στην ώρα μου και τον περίμενα καθισμένος σαν τον πιο πιστό σκύλο μπροστά στο καΐκι του. Τον είδα να κατεβαίνει τη στράτα φορτωμένος με κάμποσα πράγματα.

– Να σε βοηθήσω… πετάχτηκα πάνω φωνάζοντας.

– Έλα μωρέ, δεν είναι τίποτε. Εσύ τουλάχιστο πρέπει να γνωρίζεις πόσο συνηθισμένος είμαι… μου είπε καθώς τον ζύγωσα κι άρπαξα τον κουβά από το ένα του χέρι.

Το ήξερα πως δεν τον πείραζε όσο κι αν ήταν το βάρος, αλλά ήθελα να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου για την πολύχρονη φιλία μας που δεν μειώθηκε στο ελάχιστο μετά από τόσα χρόνια που έμεινα στην ξενιτιά. Και να που βρισκόμουν πάλι, μετά τριάντα χρόνια, στην ίδια παραλία, στην ίδια θάλασσα, παρέα με τον παιδικό μου φίλο να με φιλοξενεί για πρώτη φορά στο καΐκι που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Για μια στιγμή, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε, αισθάνθηκα σαν παιδί ανέμελο βρισκόμενος εκεί γιατί μου το είχε τάξει από καιρό ο Κώστας.

Μου έκανε πολλές ερωτήσεις για την Αυστραλία. Και πρέπει να εξομολογηθώ πως του τα φούσκωνα λίγο στις απαντήσεις γιατί μου άρεσε να βλέπω το δέος που έδειχναν τα μάτια του, εκείνο το δέος που όριζε η φαντασία του. Άλλωστε ήθελε ν’ ακούσει μόνον τέτοια που θα τον έκαναν να φέρει το χέρι του στο στόμα και να γουρλώσει τα μάτια μ’ ενδιαφέρον.

Βάλαμε τα πράγματά μας επάνω στο κατάστρωμα σε μια άκρη, λύσαμε το παλαμάρι, τραβήξαμε την άγκυρα και ξεκινήσαμε αργά να βγούμε από το λιμανάκι βλέποντας πέρα στο άπειρο ενώ λιγόστεψαν τα λόγια και τα χέρια μηχανικά αρπάχτηκαν από κάτι στέρεο.

– Θέλεις να κρατήσεις λίγο το τιμόνι, μου φώναξε κάποια στιγμή που είχαμε ανοιχτεί στο πέλαγο.

Δεν περίμενα δεύτερη κουβέντα. Εμένα ποτέ δε με χτύπησε εκείνος ο μπάτης στο πρόσωπο που σκουπίζει κάθε γκριμάτσα χαραγμένη απ’ αυτή τη ζωή στο μέτωπό σου. Ξέρεις πως αν αγριέψει και φέρει μελτέμι ο καιρός έχεις να κάνεις πλέον με την αδάμαστη φύση. Αν θέλει αυτή να σε πάρει, δε σε σώζει τίποτα.

Μου έδειξε σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να δείχνει η πυξίδα για να μη βγούμε από το δρόμο μας και χώθηκε στ’ αμπάρι να φέρει τα δίχτυα που τα είχε έτοιμα από την προηγούμενη. Νοικοκύρης ο Κώστας, πάντα έτοιμος και οργανωμένος, ήξερε τι ήθελε από την κάθε του κίνηση και είχε πάντα σωστά αποτελέσματα…

Κάτι τέτοιες σκέψεις ατέλειωτες και κάτι τέτοια παρήγορα βήματα του πνεύματος με συνέφεραν απότομα καθώς έτριξαν έξαφνα τα πόδια μου στην άμμο. Κατάλαβα πόσο βαθιά κι ανύποπτα μ’ είχαν συνεπάρει καθισμένο στο δανικό εκείνο βράχο. Οι ίδιες σκέψεις μ’ έκαναν και πετάχτηκα πάνω παραξενεμένος καθώς συνήλθα κι αντίκρισα τα πρώτα αστεράκια να τρεμοσβήνουν στον κατάμαυρο πλέον ουρανό.

Ο ήλιος χάθηκε. Χάθηκε για μερικές ώρες διαλέγοντας άλλες θάλασσες να ζεστάνει, άλλους ναυτικούς να ξεσηκώσει, άλλες ζωές να σμίξει με την απέραντη αλμύρα κάποιου ατέλειωτου γαλαζοπράσινου, κάποιου παράδοξου και αναμφισβήτητα μεγάλου ταξιδιού στην υδάτινη αρμύρα˙ στην αδάμαστη φύση της ζωής που αναδύεται μέσα από ένα κύμα συνεχίζοντας καθημερινά τον ίδιο μύθο…

Παρά θίν’ αλός…

© Ιάκωβος Γαριβάλδης

[youtube K8gEK_u3b4g]

Copyright secured by Digiprove © 2009