Η Ελπίδα, Οι Γλάροι.

Share
Η φωνή του δεσμοφύλακα τρυπούσε τα αυτιά των κρατουμένων, κρατούσε μια μαγκούρα, έτσι για να δίνει έμφαση στο ποιος ήταν το αφεντικό.
Ώρα να κλειστείτε στα κελιά σας ωρυόταν, θα έπρεπε να περάσουν από μια παγωμένη αυλή, όπου από κάθε γωνία της, τους παρατηρούσαν οπλισμένοι φύλακες, ανεβασμένοι στις σκοπιές τους. Από την αυλή αυτή ξεκινούσε μια σιδερένια σκουριασμένη και παγωμένη σκάλα, αυτή που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο, εκεί όπου βρισκόταν τα κελιά τους. Ο Μίκης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, ένα κύμα από γλάρους πετούσαν στον ουρανό, έκαναν βουτιές στο λιμάνι, κράζοντας χαρούμενα. Άρχισε να τους μετράει, η ελπίδα ελευθερίας φούντωσε μέσα του σα να ήταν γλάρος. Δεν άντεξε, τους φώναξε!
«Eε! εσείς αδέλφια μου πουλιά, να ξέρατε πόσο σας ζηλεύω που πετάτε ελεύθερα, θαλασσοπούλια μου, καθρέφτες της ψυχής μου, που κυνηγάτε τα βαπόρια στης προπέλας τα αφρώδη απόνερα.»
Θόρυβος ακούστηκε από πίσω του, προχωρείτε φώναζαν… το σπρώξιμο από την ανθρώπινη μάζα ισχυρό, καταπιεστικό. Μάταια κρατιόταν από τις χειρολαβές της σκάλας, δε άντεχε άλλο. Έφτασε ως το κεφαλόσκαλο, κρατήθηκε, οι άλλοι τον έσπρωχναν, προχώρα μην χαζεύεις θα σε τσακίσουν οι από πίσω του φώναξε ο διπλανός του.
«Μα, οι γλάροι μου»…
Μπροστά του έχασκε η πόρτα της φυλακής τα κάγκελά της φάνταζαν σαν δόντια σε στόμα θηρίου, που περίμεναν να καταπιούν έναν καινούριο Ιωνά.
Σπρώχτηκε, καταβροχθίσθηκε στην κοιλιά του σκοτεινού ματωμένου υγρού κελιού, ένα κύμα μίσους ανημποριάς τον κυρίεψε, εναντίων του κατεστημένου, εναντίον των ανθρώπων, δεν είπε τίποτε σε κανένα, ποιος θα τον άκουγε;
Τράβηξε για το στρώμα του, ξάπλωσε και κλείστηκε στον εαυτόν του ακόμα πιο πολύ… με όνειρα την ελπίδα, τη θάλασσα, τους γλάρους, τα βαπόρια.
Οι γλάροι τον συντρόφευαν στην καταχνιά της ζωής του σε αυτό το νησί των κατατρεγμένων τo ‘Έλλις,’ σφηνωμένο στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Η λύτρωση ήρθε από τη θάλασσα καβάλα σε δελφίνι σε φόρμα βαποριού με όνομα του μεγάλου βουνού της Κεφαλονιάς «Αίνος», αυτού με τη μαύρη ελάτη όπου ζουν τα άγρια άλογα του.
Το βαπόρι ‘Αίνος’ σημαία Παναμά, κι ο Μάκης για χρόνια αρμένιζαν στους αφρούς των κυμάτων, συνοδευόμενοι από τους γλάρους, μαζί με την ελπίδα. Η θάλασσα τον πήρε στην αγκαλιά της, τον βάφτισε με αρμυρό νερό, του χάρισε τη γυναικεία αγκαλιά, την αγάπη, τον έρωτα, την ανθρώπινη κατανόηση, την ευτυχία.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Νέα Υόρκη