Το κλάμα του παιδιού

Share

– Παππού, εεε παππού, έρχεται ο θείος μου με το καινούριο του αυτοκίνητο… έλα, έλα να δεις!

– Καλά γιόκα μου, έρχομαι, μη με τραβάς.

– Μα έλα τώρα σου λέω γρήγορα, τρέξε, θα μας πάει βόλτα! Θα μας πάει βόλτα με το ωραίο αυτοκίνητο!

– Πήγαινε Σωκράτη μου να φωνάξεις τη μάνα σου κι εγώ έρχομαι, μια στιγμή παιδί μου.

Την ίδια ώρα δυο χέρια ροζιασμένα και βρεγμένα από τη σκάφη εμφανίζονται στην πίσω πόρτα του σπιτιού, μια ποδιά με τη σημαία της Κύπρου βρεγμένη στο πάνω μέρος κι ένα τσεμπέρι, δεμένο γερά πίσω. Τα μανίκια τραβηγμένα επάνω, μα κάθε ματιά πιο ζωηρή κι από αστραπή.

– Τι φωνάζεις Σωκράτη μου, τι συμβαίνει;

– Μαμά, μαμά έρχεται ο θείος!

– Πού το είδες καλέ το αυτοκίνητο, λάθος κάνεις…

– Μα έρχεται σου λέω, έρχεται, έλα να δεις από το μπαλκόνι, εσύ ποτέ δε με πιστεύεις αλλά έλα τώρα να δεις!

Σε λίγο ακούγονται τα βήματα στην είσοδο. «Τακ-τακ-τακ…»

– Είναι η πόρτα, είναι ο θείος, είναι το καινούργιο αυτοκίνητο, φωνάζει ο Σωκράτης με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Δεν σου έλεγα, δεν σου έλεγα! Εγώ θέλω να πάω βόλτα με του θείου το αυτοκίνητο και θέλω να καθίσω μπροστά! Μπορώ μαμά να καθίσω μπροστά;

– Για πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα τώρα να δούμε ποιος είναι.

Με το άνοιγμα της εξώπορτας, δυο μαύρα μάτια, δυο μάγουλα κατακόκκινα και γεμάτα δάκρυα, καθώς και δυο πεσμένα χέρια φέρνουν άσχημα μαντάτα:

– Τι έγινε έμαθες τίποτα για το Γιώργο μου, έμαθες τι κάνουνε, έχει να μου στείλει μήνυμα δω και τρεις μέρες!

– Με συγχωρείς Πηνελόπη, δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα. Δεν κατόρθωσα ούτε για το Γιάννη το γιο της γειτόνισσας να βρω τίποτα παρ’ όλο που ήξερα ότι πήγαινε για την Κερύνεια. Λένε πως κι αυτός εξαφανίστηκε κάπου στο μέτωπο.

Αμέσως, σαν το σούσουρο της καταιγίδας που έρχεται, τα δυο αστραφτερά μάτια σβήνουν, η πνοή βαραίνει, τα πόδια λυγίζουν, ενώ δυο καυτά δάκρυα για μια ακόμη φορά βρέχουν το χαλάκι μπροστά στο καντήλι της Παναγιάς.

Ο γέρος καθισμένος στην πολυθρόνα δεν λέει τίποτα. Κοιτάζει τα δυο παιδιά του να συνομιλούν και απλά κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε. Άραγε έχει ξαναδεί τέτοιες καταστάσεις;

– Πού πήγε ο Σωκράτης; για μια στιγμή ρωτά ο θείος.

Ο γέρος που έκοψε το μάτι του τον μικρό ν’ ανοίγει την πόρτα κρυφά, λέει:

– Άφησες το αυτοκίνητο ανοιχτό;

– Ναι.

– Πιστεύω να πήρες τα κλειδιά τουλάχιστον.

– Τα πήρα, τα πήρα.

▀▄

Δυο βογκητά από το δωμάτιο υποδέχονται τους κρότους της φωτιάς στον ορίζοντα.

– Πατέρα, λέει ο θείος για ν’ αλλάξει θέμα, ήρθα να πω της Πηνελόπης να προετοιμαστεί. Να μαζέψει μερικά απαραίτητα πράγματά της και να τα βάλει σε μια βαλίτσα. Πρέπει να είσαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Εμείς έχουμε ήδη συνάξει τα ρούχα μας και τα έβαλα σε δυο βαλίτσες.

– Τι λες μωρέ γιε μου, χάζεψες, πού θέλεις να πάμε; Εμένα αυτό το σπιτικό το έχτισε ο πατέρας μου και παππούς σου. Τίποτα δεν θα με χωρίσει απ’ αυτό! Σου το λέω για να το ξέρεις;

– Γέρο, μη χαζολογείς, εδώ παίζεται η ζωή μας και η ζωή των δικών μας ανθρώπων…

– Δεν ακούω τίποτα, εμένα, σου το λέω και να το ξέρεις, δεν με βγάζεις απ’ αυτό το σπίτι ζωντανό!

Για μια στιγμή η Πηνελόπη γύρισε από το διπλανό δωμάτιο σκουπίζοντας τα μάτια της κρυφά:

– Τι ακούω καλέ, για πιο πράγμα μιλάτε; Ποιος διώχνει ποιον, για πέστε μου κι εμένα;

– Πες της γέρο σε παρακαλώ.

– Εσύ ακόμα δεν της είπες τίποτα;

– Περίμενα εσύ να της πεις, που είναι και κόρη σου.

– Γιατί εσένα δεν είναι αδερφή σου; Επειδή δηλαδή σου λείπει ένα χέρι δεν μπορείς να μιλήσεις;

– Τι συμβαίνει, δεν θα μου πείτε κι εμένα τελικά; Άντε και θέλω να γυρίσω στην πλύση μου η δόλια. Δεν μου φτάνει το χάλι μου, που δεν γνωρίζω τι απέγινε ο άντρας μου, έχω κι εσάς να με κοροϊδεύετε; Ή μήπως νομίζετε πως έχω ώρα για παιχνίδια;

– Λέει πως… λέει… λέει πως, να μωρέ οι δικοί μας οπισθοχωρούν και δεν είναι μακριά από δω πια οι Τούρκοι.

– Δεν σου τα έλεγα εγώ ότι οι βόμβες κοντοζυγώνουν κι ακούγονται πιο δυνατά σήμερα; Εσύ δε με πίστευες…

Τα ροζιασμένα χέρια με τεντωμένα δάχτυλα γυρίζουν ξαφνικά προς τα πάνω κι ανοίγουν σε μια χειρονομία δίχως καθόλου δισταγμό.

– Και τι μ’ αυτό, πάλι θα τους διώξουμε, έτσι θα τους αφήσουμε να μας κυνηγούν;

– Μα αυτό είναι που φοβάμαι Πηνελόπη. Φοβάμαι γιατί άκουσα πως οι χουντικοί διατάζουν τους στρατιώτες μας να οπισθοχωρούν. Δεν είναι γιατί τους νικούν οι Τουρκαλάδες, κι ας έχουν τα τελειότερα όπλα.

– Έλα Χριστέ και Παναγιά μου, και γιατί αυτό;

– Δεν ξέρω γιατί. Αυτό που ξέρω είναι πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο.

– Τρελάθηκες βρε, άντε φύγε από δω πέρα. Ποιος βλάκας θ’ αφήσει το σπίτι του να τρέχει στα βουνά Αντρέα;

Άλλη κουβέντα δεν κάθισε ν’ ακούσει η Πηνελόπη. Γύρισε και χάθηκε πίσω από το κλείσιμο της πόρτας του πλυσταριού. Ποτέ δεν συμφωνούν μαζί σε τέτοια θέματα. Μα πάντα σέβονται τη γνώμη του μεγάλου αδερφού.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες ο θείος Αντρέας βλέπει το μικρό Σωτήρη που γυρίζει με μανία το τιμόνι. Πατάει το πετάλι και χαίρεται την καπετανοσύνη του που βρήκε για λίγες μόνο στιγμές.

– Θείε, δεν έρχονται οι άλλοι, μόνοι μας θα πάμε βόλτα;

– Σε παρακαλώ παιδί μου, βγες από το αυτοκίνητο. Θα πάμε βόλτα άλλη φορά, τώρα βιάζομαι.

– Αφού της είπα αυτής της μάνας μου να είναι έτοιμη κι ακόμη δεν κουνήθηκε από τη σκάφη της;

Δυο δάκρυα βρέχουν τα στρογγυλά μάγουλα του παιδιού. Ξέρει πως ο θείος αυτή τη φορά δεν αστειεύεται. Βγαίνει από το αυτοκίνητο και με κατεβασμένο το κεφάλι κατευθύνεται προς την πόρτα του σπιτιού. Ούτε καν γυρίζει να τον αποχαιρετήσει δεν ήθελε. Παρά στο διάδρομο της αυλής κλωτσά τις πέτρες με μανία καθώς μουρμουρίζει. Ο θείος Αντρέας βλέπει την απογοήτευση του Σωκράτη αλλά κάνει τον αδιάφορο. Το αυτοκίνητο σε λίγο εξαφανίζεται στη στροφή. Οι ψυχές που άφησε πίσω καταπίνουν αναστενάζοντας, η κάθε μια για το δικό της πόνο.

▀▄

Ξημέρωσε η μέρα του Θεού και παρ’ όλο που κανείς δεν έκλεισε μάτι όλοι πετάχτηκαν από το κρεβάτι σχετικά νωρίς, εκτός του Σωκράτη που ονειρευόταν αυτοκινητοδρόμους.

Το μπουμπουνητό δεν έπαψε όλη τη νύχτα, ακόμη και μετά το πρωινό ρόφημα άκουγες τους αντίλαλους να έρχονται με ορμή από τον Πενταδάκτυλο.

– Μπιιιπ, μπιιιπ! Μια ανυπόμονη κόρνα ακούστηκε σπάζοντας τη μονοτονία των οβίδων. Σε λίγα δευτερόλεπτα πάλι: «μπιιιιπ, μπιιιπ…» Η Πηνελόπη πετάχτηκε από το κρεβάτι και πήγε τρεχάτη στο δωμάτιο του Σωκράτη:

– Ακούς το αυτοκίνητο Σωκράτη μου; Μήπως είναι ο θείος σου; Δεν σηκώνεσαι να πας ν’ ανοίξεις;

– Δεν θέλω μαμά. Δεν πάω ν’ ανοίξω.

– Έλα σήκω πάνω, δεν πειράζει που είσαι ακόμη με τις πιζάμες, μάλλον ο θείος σου είναι, πήγαινε κάτω ν’ ανοίξεις και είμαι εντελώς ακατάστατη.

Με πεσμένα τα μούτρα και βαρυκαταπίνοντας για μια ακόμη φορά ο Σωκράτης προχωρεί προς την πόρτα. Δεν προλαβαίνει όμως να γυρίσει το χερούλι και η πόρτα ανοίγει μόνη της από μια ορμητική σπρωξιά που ήρθε απ’ έξω και ο θείος εμφανίζεται κατατρομαγμένος.

– Σηκωθείτε να φύγουμε όλοι. Μην κάθεστε καθόλου, οι Τούρκοι δεν είναι μακριά από δω. Σηκωθείτε!

– Τι λες Αντρέα, στον ύπνο σου τα έβλεπες όλα αυτά; Ακούγεται η φωνή της Πηνελόπης από το πάνω μέρος της σκάλας.

– Μην κάθεστε καθόλου σας λέω, οι δικοί μου όλοι είναι στο αυτοκίνητο και νομίζω πως θα χωρέσει κι εσάς. Πάμε να φύγουμε τώρα! Θα γυρίσουμε για τα πράγματα ίσως αύριο, μεθαύριο, πρώτα ο Θεός. Τώρα ελάτε όπως είστε, δεν έχουμε χρόνο.

Η κυρά-Πηνελόπη που δεν είπε λέξη στον πατέρα της ακόμη, φάνηκε ν’ αλλάζει γνώμη καθώς απαντάει:

– Θα φωνάξω τον πατέρα κι έρχομαι.

Τρέχοντας κατεβαίνει τις σκάλες και τρέχει στο δωμάτιό του. Εκείνος όμως ακούγοντας τις φωνές έχει ήδη ξυπνήσει κι είναι έτοιμος να βγει έξω.

– Πήγαινε εσύ πατέρα και θα καθίσω εγώ πίσω να φυλάω το σπίτι και να περιμένω το Γιώργο… ίσως ακούσω τίποτα γι’ αυτόν.

– Εγώ σας το ξαναείπα. Δεν το κουνάω, όχι Τούρκοι αλλά ούτε Εγγλέζοι δεν είναι σε θέση να με διώξουν από το σπιτικό μου.

– Έλα γέρο, έλα, αρχίζει να τον τραβάει από το χέρι ο γιος, που πλησίασε στο δωμάτιο, προσπαθώντας να τον πάρει γρήγορα στο αυτοκίνητο.

– Σε παρακαλώ παιδάκι μου, άσε με εμένα εδώ, πηγαίνετε εσείς, ενώ λυγμοί ακράτητοι πνίγουν τα βραχνά του λόγια.

Χωρίς προειδοποίηση ο Αντρέας αρπάζει το γέρο από τη μέση και σηκώνοντάς τον μ’ εκείνο το στιβαρό του χέρι κάνει να βγει από την πόρτα. Νέες φωνές ακούγονται ενώ ο γέρος πιάνεται και με τα δυο χέρια από την κάσα της εξώπορτας και δεν λέει να την αφήσει.

– Αντρέα, Αντρέα, όχι έτσι τον πατέρα, σε παρακαλώ άφησέ τον κάτω φωνάζει με απόγνωση η Πηνελόπη…

– Τι γίνεται μαμά, γιατί κάνουν έτσι ο παππούς και ο θείος, ξαφνικά φωνάζει κατατρομαγμένος και ο Σωκράτης;

Στο βλέμμα και στις κινήσεις όλων κυριαρχεί η απόγνωση. Ένα χέρι αρπάζει ξαφνικά και το Σωκράτη και πριν καλά-καλά το καταλάβει βρίσκεται στο αυτοκίνητο στην αγκαλιά της θείας του.

– Πήγαινε πατέρα και θα μείνω εγώ. Σε παρακαλώ πήγαινε… ικετεύει η Πηνελόπη.

– Κι εσύ κόρη μου εναντίον μου είσαι; Τα μάτια που χαμογελούσαν χρόνια βουρκώσαν και πάλι μέσα σε λίγες στιγμές. Η τρεμάμενη φωνή και η καμπουρωτή ράχη προδίδουν τα χρόνια που έφυγαν, τα περισσότερα σ’ αυτή τη γειτονιά, σ’ αυτό το καντούνι, σ’ αυτόν τον καφενέ.

– Δεν γίνεται να αφήσουμε κανέναν πίσω. Πρέπει να πάμε όλοι, φωνάζει ο Αντρέας.

– Εμένα παιδάκι μου τι να με κάνουν οι Τούρκοι, είμαι γέρος και στο κάτω-κάτω ας με κάνουν ότι θέλουν. Δεν τους φοβήθηκα τόσα χρόνια που ζούσαμε μαζί τώρα θα τους φοβηθώ. Τους ξέρω καλά σας λέω…

▀▄

Το αυτοκίνητο με κόπο ανηφορίζει προς το Τρόοδος και τα πρόσωπα που το βαρυφορτώσανε δεν προφέρουν λέξη. Καταλαβαίνουν όμως και σκέπτονται πολλά. Ακόμη και τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα από ότι οι δικοί τους θέλουν να παραδεχτούν.

Ο γέρος λείπει…

Ο Σωκράτης κοιτάζοντας για λίγο γύρω τ’ απολιθωμένα πρόσωπα των μεγάλων κλείνει τα μάτια του κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει κι αυτός. Για μια στιγμή ξεφωνίζει:

– Τον παππού μου…. τον παππούλη μου…

© Ιάκωβος Γαριβάλδης

Βραβείο Λογοτεχνίας – 1985
υπό τον τίτλο “Φυγή

Copyright secured by Digiprove © 2010

3 thoughts on “Το κλάμα του παιδιού”

  1. Θα ήθελα να μάθω αν ο Σωκράτης που είναι τώρα γύρω στα πενήντα,κατάφερε στην ζωή του να πάρει ένα δικό του καλό αυτοκίνητο και να πάει στα κατεχόμενα να δει το σημείο όπου έχασε τον παππού του.

    Ιάκωβε σου ζητω συγνώμη γιατι και εγω είχα ξεχάσει τον “Σωκράτη”!!!
    Να είσαι καλά που μας βάζεις στην θέση μας!!!!!

    Σταύρος Θεσσαλονίκη.

  2. Σταύρο,

    Δυσκολεύομαι να το ξαναδιαβάσω αυτό το κείμενο.
    Άραγε όμως πόσοι είναι οι Σωκράτες που χάθηκαν στο παρελθόν της σκέψης τους, πόσοι δεν επέζησαν την εισβολή, πόσοι δεν ξαναείδαν προσφιλή τους πρόσωπα, πόσοι μεγάλωσαν με την πίκρα γραμμένη στο πρόσωπό τους για πάντα.

    Αυτά τα κακά επιφέρει η πλεονεξία στον άνθρωπο.

    Ιάκωβος

  3. Όταν ήμουν στην Κύπρο, άκουσα ιστορίες από ανθρώπους που εγκατέλειψαν άρον άρον την Κερύνεια σε μια νύχτα χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, γιατί νόμιζαν ότι θα ξαναγυρνούσαν. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Η αφήγησή σου αυτή Ιάκωβε, υπενθυμίζει σε όλους μας πόσο άδικος, επώδυνος και καταστροφικός ήταν ο ξεριζωμός των Κυπρίων από τα πάτρια εδάφη τους. Ένας ξεριζωμός που μας πληγώνει ακόμα!
    Γιώργος, Θεσσαλονίκη

Comments are closed.