“Έστι μεν ουν η μνήμη ούτε αίσθησις ούτε υπόληψις”

Share

Παρουσίαση του βιβλίου
της Δρα Έρμας Βασιλείου
με τίτλο «Όταν η Μνήμη έχει δικαίωμα»
23 Μαΐου 2010

Πρόλογος

iakovosgΤη συλλογή ποιημάτων και ποιητικών πεζών ή ποιητικής πρόζας αν θέλετε, των εκδόσεων Aphrodite 2010, της Δρα Έρμας Βασιλείου, που αποτελείται από 120 περίπου σελίδες συμβολικής τέχνης παρουσιάζουμε εδώ.

Eίναι ένα μοναδικό έργο (εφόσον δεν παρουσίασε κανένας άλλος λογοτέχνης της διασποράς παρόμοια ποιητική συλλογή για την Ελληνική Γενοκτονία στην ελληνική γλώσσα). Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί μια απλή επεξεργασία ενός ιστορικού θέματος αλλά μια λυρική διείσδυση στις λεπτομέρειες οικτρών γεγονότων κι ενός θλιβερού αποτελέσματος: του αποτελέσματος μιας κατάφορης εγκληματικής πράξης από ένα πρώην βάρβαρο και νυν υποκριτικό καθεστώς.

Το βιβλίο αυτό, αποτελεί ακόμη ένα σύμβολο πίστης της δημιουργού, μια ακόμη προέκταση της ζωής της, ένα ακόμη τέκνο από έναν τοκετό που πηγάζει και από θύμισες προσωπικών εμπειριών, γεμάτο πόνο, που τελικά σπέρνει μια ελπιδοφόρα δικαίωση χρησιμοποιώντας την τραυματική θλίψη.

Το βιβλίο αποτελεί ένα αυτόνομο, στοχαστικό έργο που θυμίζει Ρεμπώ δίχως όμως την παρουσία μυθοπλαστικής γραφής. Ένα έργο που αναδύεται μέσα από τα δραματικά γεγονότα της προσφυγιάς των Ελλήνων και αντιδραστικό σ’ ένα μεθοδικό μίσος προς αφανισμό τους.

Η συγγραφέας Έρμα Βασιλείου παρουσιάζεται όχι μόνο σαν μια εντολοδόχος ιστορικών γεγονότων αλλά και σαν εντολοδότης που ρυθμίζει την αντίδραση του αναγνώστη αλλά και του θύτη χρησιμοποιώντας λογοτεχνικά μέσα, δίχως να δίνει λύσεις στις επιπτώσεις που προξένησε η μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού όλων των εποχών.

Αυτή την προσέγγιση που πηγάζει από τη Μνήμη όλων μας και εμφανίζεται όχι με φανατισμό αλλά με μια ισχυρή απαίτηση του δικαίου μέσα από το έργο, και που αποτελεί μια φυσιολογική εξέλιξη δίχως να ξεφεύγει της λογικής. Ταυτόχρονα η αφηγήτρια παρουσιάζει το στέρεμα των δακρύων που διαδέχεται η χροιά της σιωπής των Ελλήνων του Πόντου.

Δεν τους θεωρεί μόνον συμπατριώτες τους Πόντιους αλλά και φίλους. Φίλους που συμπληρώνουν αυτό το κάτι πνευματικό, που ίσως υπάρχει ανάλογο στη ζωή της και που άφησε να ευδοκιμήσει στην ψυχή της σαν φιλία υποστήριξη κι αλληλεγγύη.

Το πνευματικό αυτό κάτι είναι η ταύτιση της δικής της ζωτικής αδικίας με την αδικία τρίτων προσώπων, όχι μόνο φίλων της αλλά και ξένων. Είναι η δημιουργός που θα βάλει και τον εαυτό της στο σκαμνί, να τον μηνύσει σαν να λέει:

«Τρίτο πρόσωπο είμαι κι εγώ. Οι φίλοι από την ίδια σπάθα είναι αδικημένοι.»

Τα πάθη της ιστορίας και οι αδικίες λειτουργούν σαν ενωτικός κρίκος μεταξύ αυτής και των συμπατριωτών της, των ομογενών της, και ζητούν την απόδοση μιας δικαιοσύνης που απορρέει λογικά μετά τη μνήμη και πριν από τη ζητούμενη κάθαρση.

Ο τίτλος του βιβλίου

Αξίζει να σταθούμε προσεκτικά εδώ. Η πρώτη εντύπωση που παίρνουμε είναι ότι η πρώτη συλλαβή της πρώτης λέξης του βιβλίου τονίζεται.

«Όταν η Μνήμη…».

Το γεγονός αυτό είναι ένα στοιχείο, που αξίζει να σημειωθεί εφόσον το έργο τείνει να μην ξεχαστεί και από μια επιπρόσθετη οπτική γωνία.

Πώς εννοείται αυτό;

Ας εξετάσουμε τη δημιουργία κάποιου άλλου γνωστού συγγραφέα, ως παράδειγμα δίχως να λάβουμε υπ’ όψιν ότι υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ των δύο. Ας δούμε πόσα απ’ τα έργα που αναφέρονται εδώ θυμόμαστε από τον τίτλο τους:

Μπορείτε να θυμηθείτε τις ποιητικές συλλογές:

«Προσανατολισμοί»,
«Ο Φυλλομάντης»,
«Σηματολόγιον»,
«Ημερολόγιο του αθέατου Απριλίου»,
«Η Ελεγεία της εξώπετρας»…

ή τα πεζά

«Ιδιωτική Οδός»
«Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά»…κλπ.

Ποιανού συγγραφέα είναι αυτά;

Αν πάρουμε όμως τα έργα που τονίζονται στην πρώτη ή στη δεύτερη συλλαβή του ίδιου συγγραφέα:

«Άξιον Εστί»,
«Ήλιος ο Πρώτος…»,
«Ήλιος ο ηλιάτορας»,
«Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό»,
«Ένα το χελιδόνι», κ.ά.

θα παρατηρήσουμε εδώ ότι οι περισσότεροι από μας θυμόμαστε αυτούς τους τίτλους στο δεύτερο κατάλογο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Από τα πιο πάνω αναφερθέντα έργα, οι περισσότεροι θυμόμαστε πιο εύκολα εκείνα που τονίζονται στην πρώτη συλλαβή και κατ’ επέκταση θυμόμαστε και τον συγγραφέα…

Ας πάμε τώρα πιο κοντά στη σημασία του τίτλου:

«Όταν η μνήμη…» γιατί η μνήμη;

Διότι η μνήμη είναι ένα και το αυτό με την ανθρώπινη φύση. Γιατί όπως τη φύση δεν μπορούμε να την ελέγξουμε δεν μπορούμε να ελέγξουμε εύκολα ούτε τη μνήμη. Δεν δύναται κανείς να χαρακτηρίσει το συγγραφέα συναισθηματία όταν λέει τα «ΟΧΙ δεν ξεχνώ».

Ο Αριστοτέλης υπαγορεύει:

«έστι μεν ουν η μνήμη ούτε αίσθησις ούτε υπόληψις…»

Η μνήμη δηλ. δεν είναι ούτε αίσθηση ούτε νόηση. Πάνω στη μνήμη στηρίζονται, σύμφωνα πάντα με τον Αριστοτέλη, η ελπίδα συνδεδεμένη με το μέλλον, και η αίσθηση που αναφέρεται στο παρόν. Και τα δυο συνδεδεμένα με το χρόνο στον οποίο αναφέρονται. Η δε μνήμη είναι έξις των δυνάμεων τούτων όταν παρέλθει ο χρόνος (πραγμ. «Περί Μνήμης και Ανάμνησης» κεφ. Α’).

Συνεπώς μπορούμε να κατατάξουμε το έργο αυτό στην κατηγορία της «φυσικής αγωγής», μιας ψυχικής και πνευματικής διάπλασης, μιας συνένωσης της  φύσης με την τέχνη του λόγου.

Τη φύση αν την προσβάλουμε μας τιμωρεί έτσι και η μνήμη. Ποιος μπορεί να σβήσει από το μνημονικό του αυτά που θυμάται; Ειδικά όταν πρόκειται για τραύματα ψυχολογικά.

Στο λεξικό του ο Τριανταφυλλίδης επεξηγεί τη λέξη μνήμη ως την «ικανότητα του εγκεφάλου να διατηρεί γνώσεις ή εντυπώσεις και να τις ανακαλεί, όταν θέλει».

Κατά τον ίδιο τρόπο ποιος μπορεί να ξεχάσει αυτά που πριν δυο μήνες είπε ο κ. Ερντογκάν, Πρωθυπουργός της Τουρκίας, συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου 2010 σε ραδιοφωνικό πρόγραμμα του BBC, στην Αγγλία: «Shut-up about the Armenians because we’ll hurt them again».

Δηλαδή: «Σκάστε για τους Αρμένιους γιατί εμείς θα τους ξανακάνουμε κακό». Ιδού η Τουρκία του 21ου αιώνα. Και ιδού η απάντηση μέσα από τον τίτλο του βιβλίου της Έρμας:

Κύριε Ερντογκάν η μνήμη έχει δικαίωμα να θυμάται και δεν ζητάει αυτό το δικαίωμα από εσένα ούτε από τους εγκληματίες προγόνους σου, αλλά το διεκδικεί από μόνη της, είναι φυσικό να το διεκδικεί, γιατί ποτέ δεν θα ξεχάσει τι έκανε το γένος σας στο δικό μας όσο κι αν ωρύεσαι.

Ο δημοσιογράφος Hitchens συνδέοντας τις γενοκτονίες αυτές δίνει μια άλλη εξίσου αποστομωτική απάντηση:

“…The dead of Armenia will never cease to cry out. Nor, on their behalf, should we cease to do so. Let Turkey’s unstable leader foam all he wants when other parliaments and congresses discuss Armenia and seek the truth about it. The grotesque fact remains that the one parliament that should be debating the question—the Turkish parliament—is forbidden by its own law to do so. While this remains the case, we shall do it for them, and without any apology, until they produce the one that is forthcoming from them.” Christopher Hitchens, Slate journalist, 5th April 2010.

Μήνυμα του τίτλου: «Δεν μπορεί κανείς ν’ αφαιρέσει το δικαίωμα από τη μνήμη να θυμάται».

Αυτή την ίδια απάντηση απ’ ευθείας από το βιβλίο θα βρούμε στο ποίημα με τίτλο «Σκοπεύω να συντηρήσω τη μνήμη» διαβάζω:

Όχι μόνο να τη διατηρήσω! Να την συντηρήσω! Με κύτταρα χημικά
που μπορεί να με σκοτώσουν! Με όποιο περήφανο στοιχείο μπορώ…

Όσο για τον πίνακα του εξωφύλλου δεν θα πω πολλά παρά μόνο ότι με ενθουσίασε η δημιουργία της αγαπητής Ανδριάνας Καραμήτρου και ότι είναι πραγματικά ένας υπέροχος πίνακας.

Αυτά για την εξωτερική εμφάνιση του βιβλίου

Εσωτερική οργάνωση του κειμένου

Το έργο αυτό περιέχει 83 μικρότερα έργα. 79 ποιήματα ένα εκ των οποίων είναι μεταφρασμένο στην Αγγλική από τον Κ. Καλυμνιό με σοβαρές ελλείψεις στη μετάφραση που με προβλημάτισαν, από το εξαίρετο αντίστοιχο ποίημα στην Ελληνική με τον ίδιο τίτλο που αποτελεί το ζενίθ του βιβλίου. Υπάρχει κι ένα άλλο μεταφρασμένο στην ελληνική έργο του Ben Bennani, και τεσσάρων ποιητικών πεζών, με την ιδιαίτερα όμορφη τεχνική τους.

Ποιήματα και ποιητικά πεζά της συγγραφέα περιστρέφονται γύρω από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας αλλά και της Ανατολικής Θράκης διότι ο όρος «Πόντιοι» είναι συμπληρωματικός και όχι αποκλειστικός. Ως παρένθεση εδώ θα πω ότι ο καθηγητής/ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης την ονομάζει τη Γενοκτονία ως «Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής».

Χαρακτηριστική επίσης είναι η φράση της Δρα Τέσσας Χόφμαν που λέει:

Ο όρος που χρησιμοποιούν οι Έλληνες όταν μιλούν για τη Μικρά Ασία συχνά περιορίζει αυτή την περιοχή στην Ιωνία. Αυτός όμως ο όρος θεωρείται και είναι σήμερα πολιτικά προβληματικός. Ο διαχωρισμός του Πόντου από τη Μικρά Ασία δεν είναι ορθός. Όταν μιλούμε γι’ αυτήν την περιοχή, θα πρέπει να συμνπεριλαμβάνουν οι όροι που χρησιμοποιούμε και τους ξεχασμένους τόπους όπως την Καππαδοκία, Βιθυνία κ.ά.

Η ποιήτρια χρησιμοποιεί κυρίως το πρώτο πρόσωπο στην αφήγησή της. Οι στίχοι εμφανίζονται διάσπαρτοι στις σελίδες, σε άτακτη μορφή. Μια στα δεξιά, μια στ’ αριστερά και μια στο κέντρο δίνοντας έτσι μια επιπρόσθετη αίσθηση πως η αφηγήτρια χτυπιέται στους τέσσερις ανέμους ή τοίχους των συναισθημάτων, στα άκρα της αδικίας και της σκέψης που ξεπηδάει από τις μνήμες. Σωριάζεται τελικά πάνω στο ανοιχτόχρωμο χαρτί για να εκφραστεί και να το ματώσει με όσα μπορεί η μνήμη της να φέρει.

Ο αναγνώστης από την πλευρά του, αντικρύζει τα ματωμένα ίχνη καθώς περνάει από τη μια εικόνα του κειμένου στην άλλη. Κατά συνέπεια αυτή η ανεμοδαρμένη, χιλιοδαρμένη σκέψη της αφηγήτριας παρουσιάζεται γεμάτη μώλωπες.

Οι μώλωπες εμφανίζονται σαν εξάρσεις που καταλήγουν σε κατάρες εκεί που δρομολογείται η αφήγηση όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Ένα γεγονός δεν μεγαλώνει» (σ. 36).

Έξω από το χώρο που τελέστηκε
ένα γεγονός δεν μεγαλώνει με την ποίηση
δεν γίνεται ούτε μύθος ούτε τραγούδι ο Πόντος

η Κύπρος, η Προύσα, η Σεβάστεια,
καταραμένοι ήπιατε το αίμα μας
που να τρέμετε και μετά θάνατον να μην συχάζετε,

To περιεχόμενο δεν είναι μόνο λυρικό στην απόδοση της αλήθειας και συμβολικό στην μετάδοση των συναισθημάτων αλλά τείνει και ως πραγματιστικό διότι ταυτίζεται με την σημερινή πρακτικότητα και προσδοκία που αναζητεί επίμονα τη μετάνοια του θύτη.

Ο θύτης όπως όλοι γνωρίζουμε παραμένει αμετανόητος και το θύμα ανυπεράσπιστο, εφόσον δεν δικαιώθηκε ούτε από την ίδια τη δικαιοσύνη, ούτε από την εξουσία ενώ η συγγραφέας τάσεται με την υποχρέωση σε μια αληθινή και ειλικρινή του μεταμέλεια. Δεν ζητάει τίποτα παραπάνω… Με τα γραφόμενά της όμως ίσως φοβάται ότι ποτέ δεν θα έρθει αυτή η «συγνώμη».

Πώς «να συγχωρήσω κάτι που δεν συγχωριέται χωρίς τη μεταμέλεια του δράστη…» (σ.38)

Παραδηλωτικός Λόγος

Η χρονική απόδοση του κειμένου γίνεται κυρίως στον ενεστώτα διότι σήμερα όπως και τότε θριαμβεύει ο απροσπέραστος πόνος.

Παράδειγμα (ποίημα «Η μνήμη θέλει να χαθεί»):

πασκίζει να ξεχάσει σκηνές
στου κόσμου, σ’ άλλ’ ανοίγματα να φύγει
φοβάται έτσι βαμμένη
το αποφάσισε από καιρό να λυτρωθεί

Εδώ είναι φανερή η προσέγγιση της συγγραφέα με τον απλό λαό. Η λέξη ‘πασχίζω’ γίνεται και ‘πασκίζω’ αλλά είναι πιο λαϊκή και κοινώς χρησιμοποιημένη. Δεν ‘πάσκιζε’ μόνο τότε αλλά ‘πασκίζει’ και σήμερα, από έναν πόνο που είναι διαχρονικός.

Πέρα από τις χρονικές καθυστερήσεις που χρειάζεται ο αναγνώστης σαν μεταφέρεται στα συμβολικά πλην όμως πραγματικά μέσα από την αφήγηση του ενός ποιήματος στο άλλο ή ακόμη και από τη μια φράση στην άλλη, χρειάζεται περισσότερος χρόνος για  κατανόηση της γλώσσας που χρησιμοποιεί η δημιουργός («Ποιητικό ντοκυμαντέρ σ. 102):

Στη θάλασσα την ψάχνω τη φωνή
φωνή των άφωνων
πνοή των πεύκων που σταμάτησαν να κλαιν
περπατησιά των ζωντανών που έδεσαν μαντίλι
σ’ ένα πέρασμα στενό, μόλις που το πατώ
κρύο, ριγώ, ριγάς; Κρύο, πετώ, πετάς;

Βασικά γίνεται χρήση της Νεοελληνικής γλώσσας στο βιβλίο, με διάσπαρτη τη χρήση λέξεων ξενικής προέλευσης (Αγγλικής, Ιταλικής, Τουρκικής) αλλά ως προς τις εμβάσεις στον κύριο γλωσσικό παράγοντα υπερτερεί η χρήση της Κυπριακής διαλέκτου όπως στο ποίημα «Στον άγνωστό μου Πόντιο». Αρχίζοντας από τον πέμπτο στίχο:

σαν γέλασες στο κρύο
φτωχός, γέρημος

και στο ποίημα «Μικρή μου Λήδρα»

τα χτένια απ’ τις κουκούνες
του μαγεμένου αγρού,
τα χτένια μιας αντρειωμένης καισάρισσας, της γλώσσας που
σε σκέπει

Άλλες εντελώς ασυνήθιστες λέξεις όπως: ‘σκαλουριασμένη’, ‘ρικοστιασμένη’ ‘σωρώννει’ στο ίδιο ποίημα

να έχει άλλα γιοφύρια να ρέξει
να βρει τον Πόντο

Σημ.: Υπάρχει γλωσσάριο στο τέλος του βιβλίου.

Επίσης γίνεται χρήση της ομοηχίας μερικών λέξεων. Μια τεχνική που στόχο έχει την πρόκληση ενδιαφέροντος. Στο ποίημα με τίτλο ‘Πόντο με Πόντο’, ποίημα τριών στίχων:

Με καταπόντισες πόνε. Από πόντο σε πόντο με πήρες!

Τα ποιητικά πεζά του έργου, τα οποία ήταν ποιήματα που έβαλε εκ των υστέρων σε μορφή πεζών όπως η ίδια η συγγραφέας μου εκμυστηρεύτηκε, εμφανίζονται επίσης διάσπαρτα στη σελίδα. Μια στα δεξιά, μια στ’ αριστερά και δίνουν την αίσθηση πως η αφηγήτρια χτυπιέται στους τέσσερις τοίχους της αδικίας και η σκέψη της που ξεπηδά από τις μνήμες σωριάζεται απελπισμένη και ματωμένη πάνω στο χαρτί για να εκφραστεί. Το αίμα που ρέει στις φλέβες του βιβλίου είναι πένθιμο, είναι μαύρο.

Το περιεχόμενο ως σύνολο αδημονεί σαν ψυχή να βρει μια λύτρωση που θα επέλθει από τη δύναμή της και από τη ικανότητα να δώσει το SOS για βοήθεια εκ των έξω. Πρώτα όμως πρέπει να κατανοήσουν οι ξένοι για να λυτρωθεί ο κόσμος της πατρίδας της.

Αναγνωρίζει καθώς φαίνεται πως οι ξένοι δεν υπάρχει ελπίδα να καταλάβουν. Ποίημα «Σταμάτησα για λίγο»:

όλοι στη θύελλα, όλοι την πυρκαγιά φιλέψανε
κανένας δεν θα δει την αρετή της καθαρότητας
εκτός εμείς, εκτός από εμάς και τα παιδιά μας
οι άλλοι αδιάφοροι
οι άλλοι καλοπέρασαν στη σκέψη

Συνάμα συνομιλεί και με τους θύτες. Στο ποίημα «Που να σας λυπηθεί ο θεός»

Όσο κι αν κρύβετε τα κρίματά σας, το κρίμα που κάνατε στα κεφάλια σας!

Τι αρνιέστε; Τι κρύβετε; Στα κεφάλια σας τα κρίματα που κάνατε! Στο κάθε τι που υπάρχει και μια τρανή μαρτυρία, να, στις σόλες σας, στις σόλες σας το χρώμα από το όστρακο πορφύρα, το έντονο κόκκινο, με αυτό βάψαμε στις εικόνες, το μοναδικό όστρακο πορφύρα, το ελληνικό

Γίνεται και χρήση τουρκικών λέξεων για να τους δώσει να καταλάβουν αυτό που θέλει να τους πει. Στο ποίημα με τίτλο «Αχρησιμοποίητες λέξεις» (σ. 108) :

Ozur dilerim, Affedrsin Uzgunum, συγνώμη

Χρησιμοποιεί όλες της τις δυνάμεις, όλα τα ιστορικά και φιλοσοφικά πρόσωπα στα οποία βρίσκει δύναμη να την δικαιώσουν και αντιστέκεται ακόμη και στον Αριστοτέλη και τις ιδέες του για την ποίηση. Ποίημα «Ιστορία-Τέχνη» (σ. 107):

Τα πράγματα δυστυχώς
δεν είναι πλατωνικά

Δεν χωράει το «οία είναι δει»
Το όπως πρέπει να είναι,
Ω είναι συχνά έργο του ποιητή, Αριστοτέλη
Να πει ιστορικά τα πράγματα, όπως είναι

Στην εξερεύνηση αυτού του βιβλίου παρατηρούμε επίσης πως η συγγραφέας κινείται γοργά, σε διαδρόμους της ιστορίας ποτισμένους με δάκρυα και ατέλειωτα τραύματα όχι μόνο σωματικά αλλά κυρίως ψυχικά και πολιτιστικά που καταντούν εφιάλτες.

Σελίδα 111 «Κοιμήσου»:

Έλληνα Σ’ αγιάζουν τ’ άσβηστα καντήλια της Σαμψούντας

Σελίδα 59, όπου μιλάει για τη Μικρασιατική καταστροφή:

«… Το πλοίο θα πήγαινε στη Ραιδεστό, στη Θράκη. Εκεί κατεβήκαμε.»

Εφιάλτης όπως στη σελίδα 105:

«…της βαρηκοϊας… Τουρκία των εφιαλτών μου»

Σαν αποτέλεσμα ο αναγνώστης ίσως σκεφτεί ότι τα μηνύματα του αφηγητή συμπεριλαμβάνουν και την εξής ερώτηση, που συχνά σαν ερευνητής της ύλης έθεσα στον εαυτό μου:

«τι άλλο μπορείτε να θέλετε από εμένα, αφού όλα όσα είχα να δώσω τα έδωσα… Άραγε θα με πετάξετε στα άχρηστα; Προτού να σκεφτείτε κάτι τέτοιο σας υποχρεώνω να μ’ ακούσετε…»

Πάσχει η συγγραφέας, καθώς έπασχαν και ακόμη πάσχουν οι δικοί. Κι όπως η μνήμη αιμορραγεί η σκέψη γονιμοποιείται και ταυτόχρονα συμβάλλει τα μέγιστα στην ολοκλήρωση της ξεκάθαρης εικόνας για το πιο είναι το δίκαιο και φυσικό και πιο είναι το άδικο και παράλογο.

Η συγγραφέας είναι ένα πνεύμα που πέρα από τους μώλωπες και τις πληγές της αδικίας υπέστη και τους μώλωπες της δικαιοσύνης στη νέα τάξη πραγμάτων. Την τάξη που βασίζει τη λογική επάνω σε βάσεις μόλυνσης και προώθησης μιας άθλιας πραγματικότητας, μιας προσπέρασης και παραποίησης της ιστορίας. Αυτή, μονολογεί, θέλουν να είναι η σύγχρονη δικαιοσύνη; Μια δικαιοσύνη που αποβαίνει αρνητική και καταστροφική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το μέλλον της, ξεπεσμένη για την αλήθεια, τ’ ανθρώπινα δικαιώματα; Η δικαιοσύνη του συμφέροντος και της παράκαμψης της σημασίας απόδοσης μιας λογικής ορθότητας;

Σε αντίθεση με την ελπίδα που είναι διάσπαρτη σε όλο το έργο της Έρμας παρ’ όλη τη θλίψη για την οποία γράφει, όπως είναι και οι καινοτομίες στην παρουσίαση της συλλογής αυτής.

Η σκέψη που «πασκίζει να ξεχάσει στιγμές, στου κόσμου σ’ άλλα ανοίγματα να φύγει...», αφού δεν αντέχει «τις υποσχέσεις που περνούν σαν διαμαντικά» και «πασκίζει να ξεχάσει τις σκηνές… των πατρίδων που φτιάχνονται πάλι με κόπο…»

Δεν μπορεί ο αναγνώστης ν’ αποφύγει το δυνατότερο αίσθημα της συγγραφέα και του βιβλίου που δίχως ν’ απολογείται αναδιπλώνει το αχαλίνωτο πνεύμα της στην κάμψη του τέλους ενός στίχου καθώς περνάει γοργά από το διάστιχο. Αυτό αποτελεί το ανάλογο συναίσθημα για τη θλίψη του ξεριζωμού και της προσφυγιάς εφόσον και η ίδια η συγγραφέας την έζησε.

Η Έρμα, έζησε τον ξεριζωμό από τα πέντε της χρόνια όταν αναγκάστηκε να φύγει από την Κύπρο και να πάει στο Κονγκό και τελικά τους έδιωξαν από το Κονγκό, και επαναπατρίστηκαν μένοντας με μια πατρίδα χαμένη και μια πατρίδα μισή. Ακριβώς επειδή έφυγε από τον τόπο της όπως οι Πόντιοι, και έχασε κι αυτή την πατρίδα όπως οι ξεριζωμένοι.

Δεν έγραψε όμως μόνο σ’ αυτό το βιβλίο για ξεριζωμό, το έγραψε και σε άλλα, όπως στο “Εώρακα”. Ενός ξεριζωμού που άνοιξε το φαρδύ στόμα του και κατάπιε τις ζωές τόσων και τόσων «προγόνων» που είναι «συμπατριώτες της» Έλληνες του Πόντου. Και θεωρεί συμπατριώτες της τους Ποντίους όχι τόσο με την εθνική σημασία αλλά με την πνευματική σημασία και τη σημασία της τραυματικής σύμπτωσης να είναι κι αυτοί καμένοι από το ίδιο πυρ της ίδιας βάρβαρης κι αμετανόητης φάρας.

 

Τo μήνυμα του βιβλίου

Το ερέθισμα είναι εσωτερικό και εξωτερικό. Εξωτερικό όπου το εξώφυλλο, ο τίτλος, η μορφή, το μέγεθος καθώς και η διαρρύθμιση του βιβλίου κινητοποιούν έναν εσωτερικό κόσμο νοημάτων ή στάσεων της ιστορίας και της αντίληψης που προκαλεί την ανάγκη της επικοινωνίας.

Αν φτάνει το εξωτερικό ερέθισμα να προκαλέσει ένα εσωτερικό τότε έχει πετύχει το σκοπό του.

Αρχίζοντας από την πρώτη τονισμένη συλλαβή του τίτλου που δηλώνει και χρόνο, το κείμενο υποδηλώνει άμεσα την αναπόληση και αναδιοργάνωση μνήμεων, αναδίφηση εμπειριών του παρελθόντος είτε της συγγραφέα είτε των ηρώων της.

Τη μνήμη που δεν έχει καμία ανάγκη της φράσης «Δεν ξεχνώ» απλά γιατί ποτέ δεν μπορεί να ξεχάσει και έχει κάθε δικαίωμα… υποδηλώνοντας τη φράση: «Δεν μπορώ να ξεχάσω». Και γιατί δεν μπορώ να ξεχάσω; γιατί δεν είναι φυσικό για μένα να ξεχάσω κύριε Ερντογκάν.

Η φράση «Δεν ξεχνώ» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ανάλογο και έχει ταυτιστεί με το δράμα του Κυπριακού προβλήματος απευθυνόμενη προς τον υπόλοιπο κόσμο, τον κόσμο που δεν αντιλαμβάνεται το βάθος και το πλάτος που έχει τέτοιο κρίμα.

Ποίημα: “Γιοκ !”

Και θέλετε να μου μπείτε στην Ευρώπη!

στην Ευρώπη που έχει Ελληνικό όνομα

στην Ευρώπη που έχει Ελληνικό όνομα

και το χρήμα που τόσο αγαπάτε

γιατί το πήρατε; Για ποιο αλισβερίσι το θέλετε;

τις εικόνες που δεν αγαπάτε γιατί, για ποιον
πότε σεβαστήκατε ένα, ας είναι κι ένα ελληνικό όνομα;
που όλ τα σβήσατε και Πόντο και Κύπρο
και Κερύνεια και Αμμόχωστο

Ευρώπη;

Εουρόπα γιοκ, χωρίς πολιτισμό και συγνώμη! Έχετε τους στρατιώτες σας μπαξίσι… δεν σας φτάνουν;

Το εσωτερικό ερέθισμα του έργου δεν μπορεί απαραίτητα να είναι από όλους κατανοητό. Αναφέρεται σε μνήμες αυτών που έπαθαν ή άκουσαν ή διάβασαν, μα ταυτόχρονα αφήνει τη σκέψη ελεύθερη σε προσωπικές εμπειρίες και συμβάντα που συμπάσχουν για τον ίδιο σκοπό, κι αναζητούν την απόδοση δικαιοσύνης. Εκεί όπου βρίσκει η συγγραφέας ένα γόνιμο πεδίο.

ΔΟΜΗΣΗ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ

Η σκέψη της δημιουργού που επεξεργάζεται στο οργανωμένο δομικά μήνυμα προς τον αναγνώστη αλλά και προς τον θύτη και πάσα άλλη κατεύθυνση, γίνεται πιο συγκεκριμένη με τη χρήση των στοιχείων διαφόρων γλωσσών, των ιδεών της καταστροφής, αδικίας και ατιμίας των πράξεων, των αποκλίσεων όπως «Ή όλοι ή κανένας, ή όλοι οι Έλληνες θα σωθούμε ή κανένας», που ανήκουν στο χώρο της προγλωσσικής σκέψης και που τελικά γίνονται προσιτές και κωδικοποιούνται με τη χρήση της έκφρασης και την τέχνη στη χρήση της γλώσσας.

Ποίημα «όταν η μνήμη έχει δικαίωμα» (σ. 92):

Πόσο κρατά η αδικία
ένας Πόντιος το ξέρει…

….

Και μόνο η μνήμη στέκεται

Μόνο η μνήμη έχει ακρόαση και σήμερα

ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ

Η μετάβαση από την παθητική κατάσταση της μνήμης στο ενεργό ρήμα της γλωσσικής και τεχνικής έκφρασης προϋποθέτει αρκετές επιλογές / αποκλίσεις από τον συμβατικό κώδικα της γλώσσας που χρησιμοποιείται. Είναι οι γλωσσικές αυτές επιλογές της δημιουργού που επιβάλλονται από την τέχνη στη χρήση της γλώσσας και έχουν αυξομειώσεις ανάλογες με τα εσωτερικά αισθήματα της δημιουργού την ώρα της δημιουργίας.

Αν για παράδειγμα η δημιουργός μοιρολογεί ερεθίζεται από την απώλεια συμπατριωτών, γενεάς ανθρώπων. Και δεν περιορίζεται στον Έλληνα του Πόντου, ούτε στον Έλληνα της Κύπρου, αλλά προχωρά παραπέρα, στην καταστροφή της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, των Αρμενίων και Ασσυρίων.

Συνάμα, ρόλο παίζει στο βιβλίο και το λεξηπαίγνιο με σκοπό να φορτώσει τη σκέψη με ιδέες οι οποίες όλες καταλήγουν στην καταδίκη του θύτη:

Ποίημα «Η ατέλειωτη σειρά» (σ. 91):

Και είναι η λέξη κρεμάλα, σχοινί για θάνατο…
κι αν αφαιρέσεις ένα γράμμα που την σχηματίζει
αν αφαιρέσεις το γένος, τί θα βρεις στη ρίζα της;
Αγχόνη;

Ρόλο παίζει και το γεγονός ότι το ίδιο το περιεχόμενο δεν εκφράζεται πάντα με την ίδια μορφή (μια αποδίδεται μέσω ποίησης, μια με πεζό) ή κι αντίστροφα τα ίδια στοιχεία μορφής δεν εκφράζουν πάντα το ίδιο το περιεχόμενο. Από τη μια ζητάει με ειλικρίνεια τη «συγγνώμη» σε διάφορες γλώσσες και από την άλλη αναφέρεται στη μειωμένη και «λεηλατημένη συγνώμη με έννοιες που θα της αφαιρέσουν»…(σ. 79, ποίημα «Σε γιο γενίτσαρο») που θα δοθεί αν ποτέ δοθεί.

Πάνω σ’ αυτές τις έννοιες στηρίζεται το ύφος και η απόδοση του περιεχομένου. Μια διαδικασία με αφετηρία την αρχική σκέψη της δημιουργού που καταλήγει οργανωμένη στο χαρτί όπως το βλέπει ο αναγνώστης.

Ο αναγνώστης όμως έχει στα χέρια του ακόμη ένα όπλο. Την εξέταση της συνεκτικότητας στο περιεχόμενο και συνοχής στη γλωσσική μορφή που χρησιμοποιείται. Εκεί θα κρίνει την αξία και θ’ αναβαθμίσει την τέχνη. Είναι και ο αναγνώστης κριτής και σήμερα δεν κρίνουμε με καλά ή κακά λόγια το κείμενο, απλά το ανοίγουμε, το εμφανίζουμε, το αναγνωρίζουμε, το αναλύουμε και το γευόμαστε.

Στην πολυγλωσσική κοινωνία που ζούμε, ο αναγνώστης πρέπει επίσης ν’ αναρωτηθεί για το αν γινόταν χρήση άλλης γλώσσας και αν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα στην κειμενικότητα (textuality) του κειμένου να γίνει ευρύτερα γνωστό το μήνυμά του.

Η Ελληνική λοιπόν κυρίως δίνει στα κείμενα μια αλληλεγγύη που δρα σαν στήριγμα στο λυρισμό και στην ανάπλαση γεγονότων της ιστορίας.

Πρέπει δηλαδή ο ενημερωμένος αναγνώστης να εξετάσει αν η συνεκτικότητα αποτελείται από νοηματική αλληλουχία και όχι λογικά χάσματα, ενώ η συνοχή από μορφική αλληλουχία των λεγομένων και όχι αξεδιάλυτες αμφιλογίες, ελλείψεις ή επαναλήψεις που αποδυναμώνουν την τέχνη.

Οι ποιητές όμως έχουν κάθε δικαίωμα και πρέπει ν’ ασχολούνται με όλες τις υποθέσεις κι όλα τα θέματα κυρίως αυτά που ανησυχούν το ευρύτερο κοινό.

Οι ποιητές δεν λύνουν προβλήματα, βγαίνουν για να ευαισθητοποιήσουν τον κόσμο πάνω στα προβλήματα που τον κατατρέχουν, είτε τα γνωρίζει είτε όχι, είτε θέλει να τ’ ακούσει, είτε όχι.

Η Έρμα κάλλιστα μπορεί να χρησιμοποιήσει την Γαλλική και Αγγλική γλώσσα, γιατί όμως διάλεξε κυρίως την Ελληνική;

«… ποτέ δεν είναι μόνος εκείνος, που ζει, δουλεύει και πεθαίνει, εν ανάγκη, για την πατρίδα του. Έχει δίπλα του την ατίμητη συντροφιά της μεγάλης ιδέας, που τον εμπνέει και τον ενθαρρύνει…», Ροδόπη Π. Βασιλειάδου

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να πω γενικά ότι ο ποιητής με το έργο του, μέσα από τη δημιουργία και το συναίσθημά του έχει την υποχρέωση να πει πολλά ΟΧΙ σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω.

Τα ΟΧΙ αυτά είναι εκείνα που δεν μπορεί να πει ο απλός λαός και να εισακουστεί. Είναι εκείνα που χρειάζονται να διατυμπανιστούν αλλά μένουν σε ψιθύρους των στενών σοκακιών της ηττοπάθειας, της υποταγής και της συνθηκολόγησης.

Δεν μπορεί να συνθηκολογεί ο συγγραφέας και περισσότερο ο ποιητής. Δεν μπορεί να περιορίζεται σε πρέποντα πλαίσια της δημοσίας αιδούς ο δημιουργός της ποίησης όταν η δημόσια αιδώς καταπατείται. Χρειάζεται ελευθερία κι αυτή η ελευθερία του παρέχει την υποχρέωση να είναι υπεύθυνος στον τρόπο που προωθεί τα πιστεύω του να είναι αληθινά και ν’ αντιπροσωπεύουν τα πιστεύω του.

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Μάιος 2010

Παρουσίαση Διασπορικής Λογοτεχνίας – Μέρος Α

Παρουσίαση Διασπορικής Λογοτεχνίας – Μέρος Β

Παρουσίαση Διασπορικής Λογοτεχνίας – Μέρος Γ

Παρουσίαση Διασπορικής Λογοτεχνίας – Μέρος Δ

Παρουσίαση Διασπορικής Λογοτεχνίας – Μέρος Ε

1 thought on ““Έστι μεν ουν η μνήμη ούτε αίσθησις ούτε υπόληψις””

  1. Δεν ήξερα ότι έχετε ψευδώνυμο Μακεδνός. Πολλες φορές έτυχε να το διαβάσω. Έχω την εντύπωση ότι πρέπει να ήταν και σε κάποιο διαγωνισμό. Ανεξάρτητα από αυτό η κ. Έρμα Βασιλείου (στην οποία πρέπει να πω τα θερμότερά μου συγχαρητήρια για το έργο της “Όταν η μνήμη έχει δικαίωμα”), ήταν πολύ τυχερή που κάνατε ανάλυση του βιβλίου της. Αυτό δεν ήταν απλή παρουσίαση , ήταν εμπεριστατωμένο δοκίμιο. Μπράβο σας που έχετε τόση Ελληνική ποιότητα και την κρατάτε στο ύψος της εκεί κάτω στην Αυστραλία, κάνοντάς μας και μας κοινωνούς , ενώ ίσως θα έπρεπε να το κάνουμε εμείς αυτό εδώ στην Ελλάδα. Ευχαριστούμε και σταματώ γιατί αν συνεχίσω μπορεί να προσβάλλω πρόσωπα και πράγματα.
    Για ένα πράγμα είμαι ευχαριστημένη! Τί καλά που έσπασα το πόδι μου και έμεινα στο σπίτι το καλοκαίρι με αφορμή να γνωρίσω και να ταξιδέψω μέσω διαδικτύου με όλους εσάς. Τελικά οι αρχαίοι μας είχαν δίκαιο “ουδέν κακόν αμιγές καλού”

Comments are closed.