Προφητεία

Share

«πρόρρησις των μελλόντων»

Σαν έννοια η λέξη «προφητεία» φανερώνει την ικανότητα αποκάλυψης ή και την αποκάλυψη την ίδια, γεγονότων του μέλλοντος.

Η προφητεία κατά συνέπεια αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για τη φιλοσοφία, αρχικά γιατί επιβάλλει αρκετές ερωτήσεις για τις ικανότητες του ανθρώπου, τις γνώσεις του, το χρόνο, τον τρόπο που ενεργεί. Αυτά όλα, όπως συμπεραίνουμε πιο κάτω, συντείνουν στην προσπάθεια του ανθρώπου να επηρεάσει το μέλλον.

Η προφητεία είναι ικανή να δημιουργήσει παράδοξες και αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τοιουτοτρόπως να προκαλέσει το ενδιαφέρον των κλασικιστών. Παρ’ όλο που στην πραγματικότητα υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών (φιλοσοφίας και προφητείας), διότι η φιλοσοφία είναι αποτέλεσμα στοχασμού θνητών ενώ η προφητεία, δηλαδή ο λόγος του προφήτη, υπονοεί την επήρεια ανώτερης δύναμης.  Κατ’ επέκταση ενώ η φιλοσοφία είναι ανθρώπινη, η προφητεία, υποτιθέμενα, είναι θεϊκή άρα και η ενδεικτική ανικανότητα του ανθρώπου να τη δαμάσει.

Ο Κώστας Παπαϊωάννου[1] (1925-1981) συνταυτίζει τις έννοιες Προφητεία, Τραγωδία και Φιλοσοφία λέγοντας πως «ο άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του σαν πνευματικό ον εφόσον τον απασχολούν η Προφητεία, η Τραγωδία και η Φιλοσοφία… δια μέσω του λόγου του κυρίαρχου στις σχέσεις με τον εαυτό του και τον κόσμο».

Συνάμα προφητικά αποβαίνουν και τα λόγια του Θεοδόση Πελεγρίνη: «…Η καινούρια μέρα της φιλοσοφίας θα ξημερώσει, όταν θα εμφανιστούν στο στερέωμα του πολιτισμού πρόσωπα που δεν θα περιοριστούν σε μιαν ακόμα επανάσταση, ανάμεσα στις τόσες και τόσες σημειωθείσες ανατροπές, μέσα σε ένα δεδομένο σύστημα διανόησης. Η καινούρια μέρα της φιλοσοφίας θα ξημερώσει, όταν θα εμφανιστούν στο στερέωμα του πολιτισμού πρόσωπα τα οποία θα προσφέρουν στους ανθρώπους ιδέες ικανές να τους εμπνεύσουν μια νέα μορφή, μια καινούρια νοοτροπία σκέψης, διαφορετική από τον ορθολογικό και μαγικό τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων, που ως τώρα ακολούθησαν οι φιλόσοφοι… Το ποιος θα είναι ο καινούριος αυτός τρόπος διανόησης θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει κανείς να το προσδιορίσει από τώρα. Μια τέτοια εξαγγελία θα ήταν, πράγματι, μαντεία, προφητεία.»[2]

Στην ιστοσελίδα φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ ο Γάλλος συγγραφέας Jean Calés μιλάει για προφητείες εντός της Βίβλου, οι οποίες κατά τα φαινόμενα έχουν τις ρίζες τους από τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των Εβραίων.  Ούτε λίγο ούτε πολύ αριθμεί τους προφήτες πριν το Χρηστό σε δύο (Αβραάμ και Μωϋσή) τουλάχιστον τέσσερις που άφησαν αξιόλογα συγγράμματα (Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ) και άλλους δώδεκα με μικρότερη συγγραφική δραστηριότητα (Οσέ, Ιοέλ, Άμος, Αβδίας, Ιωνάς, Μιχέας, Ναχούμ, Αβακούκ, Σοφονίας, Αγγεύς, Ζαχαρίας και Μαλαχίας).  Ο συγγραφέας (μετάφραση Sean Hyland) λέει συνοπτικά ότι οι προφήτες προσέθεταν συμβολικές πράξεις σύμφωνες με ανατολίτικα γούστα για να ελκύουν την προσοχή των ακροατών τους.  Επίσης ο ίδιος συγγραφέας ισχυρίζεται ότι κατά γενικό κανόνα οι προφήτες της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης δίδαξαν θρησκεία και ήθος.

Η προσπάθεια όμως του ανθρωπίνου γένους για την απόκτηση της ικανότητας του προφητεύειν ήταν παράλληλη με την επιδίωξη της ελεγχόμενης ελευθερίας για το μέλλον του, καθώς και της σιγουριάς που μετέδιδε αυτή η γνώση.

Υπάρχουν βέβαια και οι ισχυρισμοί ότι σ’ αυτή του την προσπάθεια πρόρρησης ο άνθρωπος πέφτει στην παγίδα ότι εφόσον προβλέψει τι θα συμβεί αύριο και αν αυτό γίνει, άσχετα με την ικανότητά του να παρέμβει και ν’ αλλάξει τη ροή των συμβάντων, περιορίζει την ελευθερία του. Δηλαδή εφόσον ή συμβεί ή δεν συμβεί αυτό που έχει ειπωθεί πως θα συμβεί, τότε εκείνοι που συμμετέχουν δεν είναι ελεύθεροι διότι, κατά ένα λόγο και αντιδραστικά, πιθανό να επέμβουν στη φυσιολογική ροή των πραγμάτων με κάποιες πιθανότητες να τη μεταβάλλουν.

Μπορεί η προφητεία να είναι αλάθητη;

«εἴη δ΄ ἂν καὶ ἐπιστήμη τις ἐλπιστική͵ καθάπερ τινές φασι τὴν μαντικήν» [3]

Στη φράση αυτή ο Αριστοτέλης με λίγα λόγια λέει πως η «ελπιστική επιστήμη» εξαρτάται από το αποτέλεσμα.  Αν δηλαδή η προφητεία (η οποία γι’ αυτόν είναι μια ελπίδα πρόρρησης του μέλλοντος και συνεπώς όχι γεγονός), γίνει πραγματικότητα τότε είναι σωστή και αληθινή. Αν όχι τότε είναι λανθασμένη.  Είναι πρόδηλη, επομένως στη φράση του Αριστοτέλη, η αμφισβήτηση της ικανότητας του ανθρώπου, είτε αυτός είναι μάντης είτε όχι, να προβλέψει το μέλλον, εφόσον υπάρχουν φορές που δεν βγαίνει αληθινή η προφητεία.

Ο Πλάτων στο «Φαίδρο»[4], καθορίζει την προφητεία σαν «τήν γε τῶν ἐμφρόνων, ζήτησιν τοῦ μέλλοντος διά τε ὀρνίθων ποιουμένων καὶ τῶν ἄλλων σημείων».  Βέβαια εδώ μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο Πλάτων δεν μιλάει για προφητεία αλλά για μαντική.  Υπάρχει όμως διαφορά μαντικής και προφητείας;  Πού βρίσκεται αυτή η διαχωριστική γραμμή;   Ίσως αυτό ν’ αποτελεί έναυσμα για περισσότερη έρευνα.

Συνάμα ο Πλάτων στον γνήσιο διάλογό του «Ευθύφρων»[5], που γράφτηκε αμέσως μετά το θάνατο του Σωκράτη, αναφέρει ότι ο Ευθύφρων στο διάλογό του με το Σωκράτη ισχυρίζεται ότι έχει τη δυνατότητα να «προλέγει τα μέλλοντα» και ότι πολλοί τον θεωρούν τρελλό γι’ αυτές του τις προφητικές ικανότητες.  Άρα συμπερένουμε εδώ πως και ο Πλάτων αμφισβητεί την πειστικότητα εκείνων που ισχυρίζονται ικανότητες πρόρρησης των μελλόντων.

Ο Όμηρος στην Οδύσσεια[6], αναφερόμενος  στον Αλιθέρση, το γέροντα που κρινόταν ο πρώτος στη μαντική τέχνη και πιστός στον βασιλιά του, ο οποίος ερμηνεύοντας τα όρνεα (δυο αετούς), είπε στους μνηστήρες:

“κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω·
μνηστῆρσιν δὲ μάλιστα πιφαυσκόμενος τάδε εἴρω·
τοῖσιν γὰρ μέγα πῆμα κυλίνδεται· οὐ γὰρ Ὀδυσσεὺς
δὴν ἀπάνευθε φίλων ὧν ἔσσεται, ἀλλά που ἤδη

ἐγγὺς ἐὼν τοῖσδεσσι φόνον καὶ κῆρα φυτεύει
πάντεσσιν· πολέσιν δὲ καὶ ἄλλοισιν κακὸν ἔσται,
οἳ νεμόμεσθ᾽ Ἰθάκην ἐυδείελον. ἀλλὰ πολὺ πρὶν
φραζώμεσθ᾽, ὥς κεν καταπαύσομεν· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ
παυέσθων· καὶ γάρ σφιν ἄφαρ τόδε λώιόν ἐστιν.

οὐ γὰρ ἀπείρητος μαντεύομαι, ἀλλ᾽ ἐὺ εἰδώς·
καὶ γὰρ κείνῳ φημὶ τελευτηθῆναι ἅπαντα,
ὥς οἱ ἐμυθεόμην, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον
Ἀργεῖοι, μετὰ δέ σφιν ἔβη πολύμητις Ὀδυσσεύς.
φῆν κακὰ πολλὰ παθόντ᾽, ὀλέσαντ᾽ ἄπο πάντας ἑταίρους,

ἄγνωστον πάντεσσιν ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ
οἴκαδ᾽ ἐλεύσεσθαι· τὰ δὲ δὴ νῦν πάντα τελεῖται.”

Δηλαδή ότι θάνατος για τους μνηστήρες έπαιται με την επιστροφή του Οδυσσέα μετά από είκοσι χρόνια και μετά πολλά πάθη. Ενώ κατόπιν απαντάει ο Ευρύμαχος κοροϊδεύοντας τον Αλιθέρση και αποκαλώντας τον ψευτομάντη. Είναι σημαντικό εδώ το γεγονός ότι παρ’ όλο που του Αλιθέρση η μαντεία όπως γνωρίζουμε βγαίνει αληθινή, ο Ευρύμαχος έχει κάθε λόγο να διερωτάται αν πράγματι μελετώντας τις κινήσεις από τα όρνεα μπορεί κανείς να προφητεύει το μέλλον.  Στο σημείο αυτό πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και το γεγονός ότι τα λόγια αυτά είναι του Ομήρου, ο οποίος μάλλον γνώριζε την τελική έκβαση του έργου του.

Όλοι οι ορισμοί περί προφητείας ή μαντικής φαίνονται ατελείς, μεταξύ άλλων απλά γιατί η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι κάτι που ο άνθρωπος ποτέ δεν κατόρθωσε να δαμάσει με σχετική πιθανότητα επιτυχίας.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να εξετάσουμε ξεχωριστά κάτι που πιστεύω μας ενδιαφέρει˙ αυτές τις έννοιες της προφητείας που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη φιλοσοφία:

Ικανότητες του ανθρώπου

Γνωρίζουμε κατά γενικό κανόνα πως ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να προφητεύει το μέλλον.  Δεν γνωρίζει τι θα συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη κι έτσι κατά κάποιο τρόπο είναι αιχμάλωτος των συγκυριών γύρω του, των πράξεων άλλων συνανθρώπων του και της ρευστότητας και μεταβολής των φυσικών φαινομένων.  Πάντα βέβαια ο άνθρωπος, σαν ον το οποίο προσπαθεί να ξεπεράσει τα όρια που του περιορίζουν τη δραστηριότητα είχε την ώθηση να βρει τρόπους να ξεπεράσει τους κανόνες που τον θέλουν να βρίσκεται ανίκανος μπρος σε μια τέτοια κατάσταση.  Έτσι με διάφορους τρόπους προσπαθεί να προσπεράσει και αυτή του την αδυναμία, με το να λαβαίνει μέτρα ανατροπής μερικών συμβάντων του μέλλοντος που ο ίδιος θεωρεί πιθανά.

Σ’ αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται και οι κανονισμοί τους οποίους καλείται ν’ ακολουθήσει για να μην προσβάλλει την ισορροπία του περιβάλλοντος και συνάμα ν’ αποφύγει να προξενήσει δεινά στους συνανθρώπους του.  Εκείνα τα άτομα, στην καταγραμμένη ιστορία, που στην πραγματικότητα θεώρησαν τον εαυτό τους ικανό να ξεπεράσουν αυτή την αδυναμία να προφητεύουν το μέλλον, κατά τα φαινόμενα, δεν το κατόρθωσαν με σχεδόν καμία ένδειξη επαναλαμβανόμενης επιτυχίας.  Τουναντίον η επιτυχία τους πολλές φορές ήταν βασισμένη σε συμπτώσεις ή ακόμη και σε διφορούμενες έννοιες τις οποίες προέβαλλαν σαν επιχειρήματά τους.  Όταν τελικά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδείχτηκε η προφητεία των λανθασμένη, κάποιοι ακόλουθοι μετέτρεπαν την ερμηνεία των ασαφών τους λόγων με σκοπό να τη μεταφέρουν κοντύτερα στα συμβάντα και στην πραγματικότητα.

Πέρα απ’ αυτό υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι χρησμοί έχουν χρησιμεύσει σαν μέσο παραποίησης του φιλοσοφικού συλλογισμού των αρχαίων Ελλήνων από άλλες θρησκείες, με σκοπό να υπονομεύσουν την εγκυρότητα της ελληνικής λογικής και σκέψης.  Υπάρχει τουλάχιστον μια περίπτωση τέτοιας παραποίησης που έγινε με τον δήθεν χρησμό της Πυθίας προς τον Ιουλιανό (361 π.Χ.), και που καταγράφηκε από το χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό τον 11ο αιώνα. Με λίγα λόγια ο δήθεν χρησμός προέβλεπε το τέλος του αρχαίου κόσμου. Εφόσον όμως η Πυθία και το Μαντείο δεν χρησμοδοτούσε επί Ιουλιανού και κανείς άλλος δεν καταγράφει πριν τον Κεδρηνό τέτοιο χρησμό, συνεπάγεται ότι αυτό αποτελεί εφεύρεση του ανωτέρω χρονογράφου.

Γενικά όμως οι χρησμοί στην Αρχαία Ελλάδα παρόλο το διφορούμενο χαρακτήρα τους πολλές φορές όχι μόνον δεν ήταν σωστοί, αλλά και προξένησαν τον όλεθρο στους αποδέκτες. Για παράδειγμα αναφέρω το γεγονός όταν οι Αθηναίοι προβληματιζόμενοι από την εισβολή των Περσών πήγαν και ζήτησαν το χρησμό του Μαντείου, όπως λέγει ο Ηρόδοτος,[7] όπου ο χρησμός φαίνεται διφορούμενος και απελπιστικός για τους Αθηναίους μεν, αλλά που πάλι μπορούσαν να τον ερμηνεύσουν όπως θέλουν.  Αυτό κυρίως γιατί προέβλεπε την καταστροφή κάποιου στη Σαλαμίνα δίχως να εξακριβώνει ποιου:

«…ὦ θείη Σαλαμίς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν
ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος ἢ συνιούσης».

Η επιρροή της επιστήμης

Είναι δυνατόν η γνώση να επηρεάζει την προφητεία; Μάλλον, θα λέγαμε, δυνατόν είναι με τη γνώση ν’ αντιλαμβανόμαστε λίγο καλύτερα τις πιθανότητες του μέλλοντος. Τι σχέση και σκοπό έχει η επιδίωξη του ανθρώπου να προφητεύει το μέλλον με τη μόρφωση;  Ας δούμε μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν τους κλασικιστές.

Θεωρώντας πως όσο ο άνθρωπος με την πάροδο του χρόνου αποκτά περισσότερες γνώσεις και εμπειρίες, και χρησιμοποιώντας τον κανόνα αυτό σαν βάση για τα συμπεράσματα στα οποία θα επικεντρωθώ παρακάτω, δηλώνω τα εξής:

Έχουμε κάθε ένδειξη πως εφόσον αποκτά εμπειρίες ο άνθρωπος και αυτές τις εμπειρίες τις μεταδίδει με τρόπο που να παραμείνουν για πάντα στην αποθήκη πληροφοριών της ανθρωπότητας και συνεπώς έχουν την τύχη να εξεταστούν, να εκτιμηθούν και κατά πάσα πιθανότητα να εφαρμοστούν από μεταγενέστερους˙ έτσι και η ικανότητά του να προφητεύει το μέλλον γίνεται λιγότερο απίθανη μέσα από την αδυναμία του. Συνεπώς η επιστήμη χρησιμοποιώντας τις καταγραμμένες πληροφορίες μπορεί σε ένα βαθμό να προβλέψει καταστάσεις του μέλλοντος.  Όπως όμως και στη μετεωρολογία, η ανεπαρκής μελέτη όλων των παραμέτρων είναι δυνατόν να επιφέρει την αποτυχία της πρόβλεψης.  Εξ’ ου και η εκτίμηση του Αριστοτέλη που την θέλει να είναι ελπιστική.

 

Πέραν τούτου, όταν ισχυριζόμαστε ότι αδυνατούμε να προφητέψουμε το μέλλον, παρ’ όλο που αυτό είναι σωστό, στην πράξη λαβαίνουμε μέτρα για να καταστήσουμε περισσότερο πιθανή αυτό που ορίζουμε ως επιτυχία από αυτό που ορίζουμε ως αποτυχία.  Όταν δηλαδή στην παλαιολιθική εποχή ο άνθρωπος κατάλαβε ότι υπέφερε από το κρύο το χειμώνα και βρήκε τη γούνα των ζώων να τον βοηθά στη διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος, έντυσε και τα παιδιά του για να μην έχουν παρόμοιες δυσάρεστες συνέπειες.  Αυτό βέβαια δεν είναι προφητεία και μόνον στη γνώση μετά από εμπειρία μπορεί να αποδοθεί διότι με τη γνώση ότι υπάρχει πιθανότητα να παγώσει κανείς από το κρύο όταν δεν λάβει τα κατάλληλα μέτρα, αποφεύγεται η δυσάρεστη συνέπεια.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, σκοπός της ανθρώπινης ώθησης προς την προφητεία είναι ν’ αποφευχθούν δυσάρεστες επιπτώσεις αλλά συνάμα και να πολλαπλασιαστούν οι ευχάριστες.

Η επίδραση του χρόνου

Όπως είναι αντιληπτό ο άνθρωπος με την πάροδο του χρόνου γίνεται όλο και πιο έμπειρος και κατά συνέπεια πιο γνωστικός.  Άρα ο χρόνος επιδρά έμμεσα στις αποφάσεις του.  Αντίθετα, αν υπάρχει επιτυχία τότε υπό κανονικές συνθήκες ή θα συστήσουμε την ίδια τακτική στους γύρω μας ή θα το επαναλάβουμε με σκοπό να ωφεληθούμε ακόμη περισσότερο.

Όχι μόνον όμως θα μπορέσουμε να αποφύγουμε αποτυχίες και τοιουτοτρόπως να περιορίσουμε τις ατυχίες εφόσον ο χρόνος βελτίωσε τη γνώση μας αλλά θα μπορούμε να τις αποφύγουμε επίσης διότι ο χώρος ή τόπος στον οποίο εργαζόμαστε ή κινούμαστε θα γίνεται ασφαλέστερος με τα μέτρα που θα λάβουμε, τους κανονισμούς που θα θεσπίσουμε, τα εμπόδια που θ’ αφαιρέσουμε.

Τελικά

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την μαντική ως είδος προφητείας.

Βασισμένοι στην εκδοχή ότι το μαντείο μπορούσε να προβλέψει το μέλλον δεν έφτασε ποτέ στο σημείο ο λαός εκείνος ν’ αμφισβητήσει επίσημα τους χρησμούς.  Παρ’ όλες τις μεμονωμένες περιπτώσεις όπου άτομα αμφισβήτησαν τη μαντική τέχνη δεν έφτασε ποτέ η κοινωνία στο σημείο να την αποβάλλει παντελώς.  Κι αυτό το αποδίδω στο γιατί, καθώς είναι εμφανές, οι ιερείς είχαν μεγάλη ισχύ.

Η θρησκοληψία στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένα πανίσχυρο κοινωνικό φαινόμενο και γινόταν πράξη μετά μεγάλης χρηματικής επιβάρυνσης για τον χρησμολήπτη.  Οι ναοί των ήταν επιδεικτικά πλούσιοι.  Η όλη κατάσταση ικανή να συγκριθεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα των θρησκειών, προφητών, πιστών, χλιδής, ένδειξη ισχύος με τη διασπορά της δήθεν ικανότητάς τους να προβλέψουν το μέλλον και του εκφοβισμού των αδυνάτων.

Η προφητεία παρ’ όλο που είναι εκτός ανθρωπίνων ικανοτήτων, είναι όμως μια έννοια η οποία επηρεάζεται αρνητικά ή θετικά από τη γνώση, το χρόνο, τον τόπο, τον τρόπο και τα μέσα.  Επίσης δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει κάτι ή κάποιος προικισμένος με την ικανότητα να προβλέψει το μέλλον παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από επίδοξους μάντεις.  Είτε αυτοί επικαλούνται την επιρροή του Θεού σαν πηγή της τέχνης τους είτε όχι.  Η φιλοσοφία όμως δεν μπορεί ποτέ να βασιστεί στη μαντεία.

Η ιστορία μας διδάσκει ότι η προφητική έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως μέσο επίδειξης ισχύος, ή εξυπηρέτησης συμφερόντων δια μέσου της μετάδοσης ανεξέταστων ή διφορούμενων φαινομένων ή χρησμών.  Αυτό που είναι εξίσου σπουδαίο είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος στην ανικανότητά του να προβλέψει το μέλλον χρησιμοποιεί την εφευρετικότητά του, τις συγκυρίες και τις εμπειρίες του, αναζητώντας κάποια απάντηση έτσι ώστε να νιώσει ο ίδιος ότι δύναται να κατασκευάζει ή να επηρεάζει το μέλλον στα μέτρα του. Όσο πιο ενημερωμένος είναι στο θέμα, με το οποίο καταπιάνεται, τόσο πιο πειστικός γίνεται στη μετάδοση της προφητείας˙ αυτό όμως δεν είναι δυνατόν ν’ αποδώσει στην προφητική την απαιτούμενη και αλάνθαστη εγκυρότητα που απαιτούν η φιλοσοφία και η επιστήμη.

Βιβλιογραφία/Πηγές:

Όμηρος, Οδύσσεια
Πλάτων, Φαίδρος
Πλάτων, Ευθύφρων
Αριστοτέλης, Περί Μνήμης και Αναμνήσεως, κ. Α΄
Ηρόδοτος, Μούσαι
Πελεγρίνης Θεοδόσης, Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997
Παπαϊωάννου Κώστας, Μάζα και Ιστορία, Αθήνα 2000

Ιστοσελίδες

Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, ηλ. διεύθυνση http://newadvent.org/cathen/12477a.htm
Μικρός Απόπλους, ηλ. διεύθυνση http://www.mikrosapoplous.gr

[1] Κ. Παπαϊωάννου, Μάζα και Ιστορία, σ.σ. 110-111.
[2] Θ. Πελεγρίνης, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, σ.σ. 110-118.
[3] Αριστοτέλη Περί Μνήμης και Αναμνήσεως, κεφ. Α΄, 449b4.
[4] Πλάτωνος Φαίδρος, 244c.
[5] ο.π. Ευθύφρων, 3c.
[6] Ομήρου Οδύσσεια, ραψ. β.
[7] Ηροδότου Μούσαι, 7, 141.

Διαβάστε επίσης για την ΜΑΝΤΙΚΗ των Αρχαίων Ελλήνων στην Πύλη Ιάσωνος

© 2010 Ιάκωβος Γαριβάλδης