Κάθισε φίλε

Share

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Κάθισε και θα κάνουμε καφέ
καλέ μου φίλε.
Κάθισε να μιλήσουμε λιγάκι
δυο λόγια για την ξενιτιά, αυτή την άχαρη…
Πόσα κουτάλια είπες θέλεις ζάχαρη;

Ή μήπως προτιμάς να σε κεράσω
γλυκό του κουταλιού, με καρυδάκι
για να μου πεις εκείνο το ανέκδοτο που ξέρεις,
έχω καιρό και να γελάσω.

Άσε τ’ αστεία όμως τώρα,
ως πότε θα βρισκόμαστε εγώ κι εσύ
μακριά από κει;
Τι κάνεις ξαπλωμένος τόσα χρόνια
με σφυχτοδεμένη την αιώρα
στην πάμπλουτη κι απέραντη αυτή χώρα;

Μη μου μιλάς για χρόνους παστρικούς
μακριά απ’ όλους τους δικούς,
ούτε για κόπους αερόβιους
που πέρασες όλος ελπίδα.
Άσε τα ψέματα λοιπόν
κι εγώ τα δάκρυά σου είδα.

Πες μου ποιες νύχτες
βγήκες να μετράς τ’ αστέρια
τόσο μακριά απ’ τα κρυφά σου τα λημέρια
κι εκεί που στέκεις και πίσω τρέχεις ευλαβικά
να ‘χεις το φόβο μήπως τα λες Αραβικά;

Βλέπεις εγώ περνώ μονάχος
μες στα λευκά χαρτιά και λασπομάχος
μέχρι που φεύγει κανένας στίχος
κι ονειροδίνοντας βρίσκω ένα τείχος
σ’ ένα γαλαζοπράσινο Αιγαίο,
για μέρη που μεγάλωσα σου λέω.

Όλο φαντάζομαι καρβέλια
και ψάχνοντας μια ελληνική καμέλια,
γυρίζω πίσω συχνά στον ύπνο μου
πολλές φορές ακόμη και στον ξύπνιο μου.

Μόλις εχτές κατάλαβα
πως τ’ …άντα μου τα καλοκαίρια
είναι λιγότερα απ’ τα …ήντα του Βασίλη
που δεν τον νοιάζει
όπου κι αν θάψουν το κορμί του
περνώντας έτσι ξέγνοιαστα όλη τη ζωή του.

Τα χιόνια τα πολλά μας ήρθαν
δεν άργησαν ούτε μια μέρα,
παρ’ όλες τις νυχτιές τις φορτισμένες
με σύννεφα κάθε αδέσποτης στιγμής
χαμένης σ’ άλλη γη,
δοσμένης μιας υπόκωφης ορμής.

Γλυκιά η στροφή κάθε φωνής,
δεν λέω
όσα κι αν δώσει
μες απ’ τα χέρια μας συνέχεια ξεφεύγει,
κει που μας βρίσκει εκεί μας χάνει
κι όλα τα θέλουμε, ποτέ δεν φτάνει…

Αλλά σε θέλω
πολύ δικό μου
που κοίταξες τα λάφυρα του κόσμου
και τα προσπέρασες
βλέποντας πέρα
αγέρωχα την κάθε σου τη μέρα.

Πιες τον καφέ σου κολλητέ μου
προτού κρυώσει
κι άσε τις μνήμες να μας πάρουν
μέχρι εκείνη την παραλία
μπας και βρεθούμε με λίγους γλάρους
κι έτσι ξεφύγουμε την ορδαλία.

© Ιάκωβος Γαριβάλδης

2 thoughts on “Κάθισε φίλε”

  1. Τι να πω φίλε Ιάκωβε. Πόσο με άγγιξε αυτή η πρόσκληση στον άλλο φίλο τον Κώστα Δουρίδα. Δυό αετοί της προσφοράς στη Λογοτεχνία που πετούν ψηλά για να εποπτεύουν τους παλμούς της νοσταλγίας όλων ημών για μια ειρηνική πνευματική πορεία. Και μεις εδώ στην Ελλάδα σας αγνοούμε. Πιστέψτε με εσείς πλησιάζετε πιο κοντά στην Ελλάδα εμείς τη διώχνουμε όλο και πιο μακριά.
    Μακάρι να μπορούσαμε να σας προσφέραμε ελληνικό καφέ κάτω απ’ τον ήλιο μας δίπλα στη θάλασσά μας ακούγοντας τα τραγούδια της Ιστορίας μας! όλα αυτά που εσείς τα αισθάνεστε πιο κοντά κι ας είστε ο ένας στην Αυστραλία και ο άλλος στο άλλο άκρο της γης, τον Καναδά. Άντε στην υγειά σας.

  2. …όταν το συναίσθημα ξεχυλίζει, δεν έχει σημασία σε ποιον είναι αφιερωμένο το ποίημα… ή πόσο μέσα στο αυστηρό μέτρο είναι…
    σημασία έχει ότι η ψυχή επικοινωνεί και η καρδιά θεραπεύει τη κρυφή μοναξιά της.
    Καλό είναι να τα λέμε… -εκείνα τα μυστικά που μας τρυπούν σαν αγκάθια περιμένοντας το τριαντάφυλλο ν’ ανθίσει… μπορεί ποτέ να μη το δούμε, να το αγγίξουμε, μπορεί όμως κάποιος που το μύρισε να μας μεταδώσει την …κάποτε όσφρηση… την περασμένη μνήμη… είναι κι αυτό πολύ!
    Ιάκωβε, φίλτατε, αν ήξεραν εκεί, στην Ελλάδα, πόσο “χαλασμένη” είναι εκείνη η όμορφη εικόνα της που αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε εντός…

    Αναρωτιέμαι πόσο απέχουμε!
    Σε χαιρετώ, φίλησέ μου την Άντρια και τους λεβέντες σου,
    Υιώτα
    ΝΥ

Comments are closed.