Ο Πύργος

Share

Άντρια Γαριβάλδη
Αφιέρωμα στον W.B. Yeats

I

Τι να τον κάνω αυτόν τον παραλογισμό –
Ω καρδιά, ω καρδιά βασανισμένη – τούτη την καρικατούρα,
Γηρατειά που έχουν επάνω μου δεθεί
Σαν την ουρά ενός σκύλου;
Ποτέ δεν είχα πιο
Συναρπαστική, φλογερή, απίθανη
Φαντασία, ούτε αυτί και μάτι
Που πιότερο ανέμενε το ακατόρθωτο –
Όχι, ούτε στην παιδική ηλικία, τότε που με καλάμι και έντομο,
Ή ακόμα και το ταπεινότερο σκουλήκι, σκαρφάλωνα στη ράχη του Μπεν Μπούλμπεν
Κι είχα ολάκερη τη μέρα του καλοκαιριού δική μου.
Θα πρέπει φαίνεται τη Μούσα να διατάξω να τα μαζεύει,
Τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο να διαλέξει φίλο
Μέχρι που η φαντασία, τ’ αυτί και το μάτι,
Χορτάσουν με συζήτηση και συμφωνίες
Γύρω από αφηρημένα πράγματα∙ ή να χλευάζονται
Κυνηγημένα από ένα στραπατσαρισμένο κατσαρόλι.

II

Βαδίζω επάνω στις επάλξεις και κοιτάζω
Πάνω απ’ τα θεμέλια ενός σπιτιού, ή όπου
Δέντρο, σαν καπνισμένο δάκτυλο, πετιέται απ’ τη γη
Κι ωθώ τη φαντασία μπρος
Κάτω απ’ της μέρας τη λάμψη που λιγοστεύει, και καλώ
Εικόνες κι αναμνήσεις
Από ερείπια ή δέντρα αιωνόβια,
Γιατί μια ερώτηση σε όλα θα ‘θελα να κάνω.

Πέρα από κείνη την κορφή ζούσε η κυρία Φρεντς, και κάποτε
Όταν κάθε ασημένιο κηροπήγιο ή απλίκα
Άναβε το σκούρο το μαόνι και το κρασί,
Ένας υπηρέτης, που μπορούσε να μαντέψει
Την κάθε ευχή κείνης της τόσο σεβάσμιας κυρίας,
Έτρεξε και με του κήπου το κλαδευτήρι
Έκοψε κάποιου αναιδέστατου αγρότη τ’ αυτιά
Και τα ’φερε σ’ ένα μικρό πιατάκι σκεπασμένο.

Ελάχιστοι θυμόντουσαν ακόμα όταν εγώ ήμουν νεαρός
Κάποια χωριατοπούλα παινεμένη με τραγούδι,
Που είχε ζήσει κάπου στο βραχώδη εκείνο τόπο,
Και παίνευαν το χρώμα του προσώπου της,
Και χαίρονταν τόσο πολύ σαν την κολάκευαν,
Ενθυμούμενοι, πως αν περπάταγε αυτή εκεί,
Οι αγρότες έτρεχαν στο πανηγύρι
Τόσο μεγάλη δόξα το τραγούδι έφερνε.

Και κάποιοι άντρες, ξετρελαμένοι με κείνους τους στίχους,
Ή πάλι πίνοντας στην υγειά της επανειλημμένα,
Σηκώνονταν απ’ το τραπέζι και το θεωρούσαν σωστό
Τη φαντασία τους να δοκιμάσουν μ’ αυτό που ’βλεπαν
Μα μπέρδευαν του φεγγαριού τη λάμψη
Με το μουντό της μέρας φως- ­
Η μουσική είχε πάρει τα μυαλά τους ­
Κι ένας τους πνίγηκε στου Κλουν το βάλτο τον τεράστιο.

Παράξενο, μα ήταν τυφλός αυτός που το τραγούδι έγραψε,
Τώρα όμως που το ’χω δα σκεφτεί, δε βρίσκω
Τίποτα παράξενο· η τραγωδία άρχισε
Με τον Όμηρο που ήταν άνθρωπος τυφλός,
Και η Ελένη έχει προδώσει κάθε ζωντανή καρδιά.
Ω, ας είναι το φεγγάρι και το φως του ήλιου να φανούν
Με μία λάμψη αδιαχώριστη,
Γιατί αν θριαμβέψω πρέπει τους ανθρώπους να τρελάνω.

Κι εγώ μόνος μου δημιούργησα τον Χάνραχαν
Και μεθυσμένο ή ξεμέθυστο τον έσυρα μέσα στο χάραμα
Κάπου μέσ’ από τα γειτονικά καλύβια.
Παγιδευμένος στις πανουργίες κάποιου γέρου
Σκόνταψε, έπεσε, έψαξε εδώ κι εκεί
Και τίποτ’ άλλο από σπασμένα γόνατα δεν είχε
Κι απαίσια ορμή του πόθου·
Το σκέφτηκα καλά αυτό είκοσι χρόνια πριν:

Φίλοι ανακάτευαν χαρτιά της τράπουλας σ’ ένα χαμόσπιτο
Κι όταν εκείνου του πανάρχαιου αγριάνθρωπου ήρθε η σειρά του
Τόσο πολύ μάγεψε τα χαρτιά κάτω από τον αντίχειρά του
Που όλα εκτός από ένα χαρτί έγιναν
Κοπάδι από λαγωνικά αντί πακέτο τραπουλόχαρτα,
Κι εκείνο το ένα σε λαγό το μεταμόρφωσε.
Ο Χάνραχαν σηκώθηκε σε παραλήρημα πια τότε
Και ακολούθησε εκείνα τα όντα που ούρλιαζαν προς-­

Ω, προς το μέρος κείνο που ξέχασα ποιο ήταν -φτάνει!
Πρέπει να θυμηθώ έναν άνδρα που ούτε αγάπη
Ούτε μουσική ούτε εχθρού την τιμωρία
Μπορούσε, τόσο βιαστικός που ήταν, να χαρεί
Οπτασία που έχει γίνει τόσο υπέροχη
Δεν απέμεινε κανένας γείτονας για να πει
Πότε τελείωσε την άσχημή του μέρα:
Ένας πανάρχαιος άρχοντας τούτου του σπιτιού που πτώχευσε.

Προτού να έρθει ‘κείνη η καταστροφή, για αιώνες,
Άγριοι αρματωμένοι άντρες, οπλισμένοι ως τα γόνατα
Ή σιδερένια άρβυλα φορώντας, σκαρφάλωσαν τη σκάλα τη στενή,
Και ήταν ορισμένοι αρματωμένοι άντρες
Που οι φιγούρες τους, στη Μνήμη τη Μεγάλη ήταν φυλαγμένες,
Έρχονται με κλάμα δυνατό, λαχανιασμένοι
Να διακόψουν τον ύπνο κάποιου
Καθώς το μεγάλο ξύλινο ζάρι τους χτυπά πάνω στην τσόχα.

Καθώς θα ρωτούσα όλους, ελάτε όσοι μπορείτε·
Έλα γέροντα, άπορε, μισοτελειωμένε άνθρωπε·
Και φέρε τον τυφλό της ομορφιάς γιορτάρη που παραμιλά
Ο κόκκινος άνθρωπος που έστειλε ο ταχυδακτυλουργός
Μέσα από λιβάδια ξεχασμένα απ’ το Θεό η κυρία Φρέντς,
Προικισμένη μ’ ένα τέτοιο θαυμάσιο αυτί·
Ο άντρας πνίγηκε μέσα σε κάποιου βάλτου τα λασπόνερα,
Όταν οι Μούσες χλευάζοντας διάλεξαν τη χωριάτισσα.

Έτσι έκαναν όλοι, γέροι άντρες και γυναίκες, άρχοντες και φτωχοί,
Που πάτησαν τούτες τις πέτρες ή διαβήκανε αυτή την πόρτα,
Είτε δημόσια είτε με μανία μυστική
Όπως εγώ κάνω τώρα ενάντια στα γηρατειά;
Μα βρήκα μια απάντηση στα μάτια εκείνα
Που βιάζονται να φύγουν·
Πηγαίνετε λοιπόν αφήστε όμως τον Χάνραχαν,
Γιατί έχω ανάγκη απ’ όλες τις τρανές του αναμνήσεις.

Γέροντα κολασμένε που ερωτεύεσαι με κάθε φύσημα,
Βγάλε μέσα από κείνο το βαθυστόχαστο μυαλό
Όλα όσα έχεις ανακαλύψει μες στον τάφο,
Γιατί είναι σίγουρο πως έχεις
Λογαριάσει κάθε απρόβλεπτο, αθέατο
Πέσιμο, γοητευμένος από κάποιο μάτι ελκυστικό,
Ή μ’ ένα άγγιγμα ή αναστεναγμό,
Μες στο λαβύρινθο της ύπαρξης κάποιου άλλου·

Μήπως η φαντασία κατοικεί περισσότερο
Σε μια γυναίκα που κερδίσθηκε ή μια που χάθηκε;
Αν σ’ αυτή που χάθηκε, παραδέξου πως απέφυγες
Ένα τεράστιο λαβύρινθο από υπερηφάνεια,
Δειλία, μια ανόητη κι επιπόλαιη σκέψη
Ή ο,τιδήποτε λεγόταν κάποτε συνείδηση·
Και πως αν η ανάμνηση επανέλθει, ο ήλιος βρίσκεται
Σε έκλειψη κι η μέρα επισκιάζεται.

III

Είναι καιρός τη διαθήκη μου να κάνω
Διαλέγω ανθρώπους όρθιους
Που σκαρφαλώνουν τα ποτάμια μέχρι
Εκεί που αναβλύζει το σιντριβάνι, και την αυγή
Αφήνουν τα σύνεργα στην άκρη
Της πέτρας που στάζει δηλώνω
Πως θα κληρονομήσουν την υπερηφάνειά μου,
Την υπερηφάνεια ανθρώπων που δεν ήταν με το μέρος
Ούτε της Πίστης ούτε του Κράτους,
Ούτε των δούλων που άλλοι τους έφτυναν,
Ούτε των τυράννων που έφτυναν,
Των ανθρώπων του Μπερκ και του Γκράτταν
Που έδωσαν, αν και μπορούσαν ν’ αρνηθούν ­
Υπερηφάνεια, σαν εκείνη της πρωίας,
Όταν το λιγοστό φως είναι αμυδρό,
Ή εκείνου του υπέροχου τηλεβόα,
Ή εκείνη της απότομης βροχής
Όταν όλα τα ρυάκια έχουν ξεραθεί,
Ή εκείνη της ώρας
Όταν ο κύκνος καρφώσει το μάτι του
Πάνω σε μια ανταύγεια που σβήνει,
Ν’ αναπλεύσει πάνω σε μια μακριά
Τελευταία απλωτή γυαλιστερού αυλακιού
Και ‘κει να τραγουδήσει το τελευταίο του τραγούδι.
Κι εγώ την πίστη μου δηλώνω:
Περιγελώ του Πλωτίνου τη σκέψη
Και μες του Πλάτωνα τα δόντια κράζω,
Θάνατος και ζωή δεν υπήρχαν
Μέχρι που ο άνθρωπος τα δημιούργησε όλα,
Έφτιαξε τα πάντα
Μέσ’ από τη βασανισμένη του ψυχή,
Ναι, ήλιο και φεγγάρι κι άστρο, όλα,
Και πάνω απ΄ όλα αυτά πρόσθεσε
Πως, με το θάνατο ανασταινόμαστε,
Ονειρευόμαστε κι έτσι δημιουργούμε
Παράδεισο φανταστικό.
Έχω ετοιμάσει την ειρήνη μου
Με διδάγματα Ιταλικά
Και τα περήφανα μνημεία της Ελλάδας,
Φαντασίες του ποιητή
Κι αναμνήσεις της αγάπης,
Αναμνήσεις από τα λόγια γυναικών,
Όλα τα πράγματα εκείνα με τα οποία
Ο άνθρωπος φτιάχνει υπεράνθρωπο
Ομοίωμα τ’ ονείρου.

Όπως στην πολεμίστρα εκεί
Τα μαυροπούλια φλυαρούν και κράζουν,
Και ρίχνουν ξυλαράκια στρώμα στρώμα.
Όταν πια έχουν στοιβαχτεί,
Η μάνα θα καθίσει
Στο κοίλωμα της κορυφής,
Κι έχει μια τόση ζεστασιά η άγρια φωλιά της.

Αφήνω και πίστη και τιμή
Σε νέους άντρες γεροδεμένους
Που σκαρφαλώνουν την βουνοπλαγιά,
Που κάτω απ’ την αυγή που σκάει
Μπορούν να λυγίσουν σίδερα
Φτιαγμένοι απ’ το μέταλλο εκείνο
Ώσπου να σπάσει από
Τούτη την καθιστική ζωή.

Τώρα θα σπρώξω την ψυχή μου,
Στη μελέτη να στρωθεί
Σε μια σχολή γνωστή
Μέχρι που το φθαρμένο σώμα,
Αργή φθορά του αίματος,
Παραλήρημα δοκιμασίας
Ή ανιαρά γεράματα,
Ή ό,τι χειρότερο κακό κι αν τύχει- ­
Ο θάνατος φίλων, ή θάνατος
Κάθε σπιρτόζικου ματιού
Που ’κανε την αναπνοή να πιάνεται – ­
Θα μοιάζουνε με σύννεφα στον ουρανό
Όταν θα ξεθωριάζει ο ορίζοντας
Ή θα ‘ναι ενός πουλιού το νυσταγμένο κλάμα
Μέσα στις σκιές που θα βαθαίνουν.

© Άντρια Γαριβάλδη
Μετάφραση από το αγγλικό
του W. B. Yeats “The Tower”

1 thought on “Ο Πύργος”

  1. Μεγάλο τόλμημα, αφοσιωμένη μετάφραση, γνώση κι ευαισθησία συμπλέουν.
    Χάρισμα ολίγων, για τους εκλεκτούς.
    Εύγε, Άντρια!
    Υιώτα Στρατή
    “αστοριανή”
    Νέα Υόρκη

Comments are closed.