Λεξιλόγιο Κιτριώτικης Ομιλουμένης

Share

Λεξιλόγιο για τη σειρά ποιημάτων
του Αλέκου Ν. Αγγελίδη
και την Κιτριώτικη ομιλουμένη

Αγκόρτσα: Μικρά αγριοάχλαδα.

Αλπότρυπες: Τοποθεσία προς την περιοχή του Παλιόκιτρους.

Αντέτι: Έθιμο.

Αλτσίδια: (Αλυσίδια). Ορισμένη ποσότητα μάλλινης ή βαμβακερής, κλωστής, μαζεμένης σε είδος πλεξούδας.

Αρβύθι: Ρεβύθι.

Βάλια: Βουβάλια.

Βατσνόμαρα: Βατόμουρα.

Βιτούλι: Μικρό κατσίκι.

Γάρος: Τα γαλακτώδη αποστραγγίσματα τυριού.

Γάστρα: Είδος ημισφαιρικής λαμαρίνας, με εξωτερικό χείλος στη βάση, για να συγκρατεί τις ζεστές στάχτες και τα κάρβουνα που έβαζαν επάνω της για να πυρώνει ο θόλος της, κάτω απ’ τον οποίο έβαζαν το ταψί με πίτα ή φαγητό για να ψηθεί.

Γιαρμάς: Χοντροσπασμένο καλαμπόκι, ρόβη, βίκος κλπ. για τροφή των ζώων.

Γκαζίνα: Γκαζοτενεκές, δοχείο πετρελαίου.

Γκαζοκάντηλο: Μικρό, πρόχειρο τενεκεδένιο λυχνάρι, χωρίς γυαλί, το οποίο έκαιγε φτηνό πετρέλαιο. Το άναβαν και το κρατούσαν στο χέρι για να κυκλοφορούν τη νύχτα μέσα στο σπίτι ή να πηγαίνουν στα αχούρια και στα μαντριά των ζώων. Το πάνω μέρος του ήταν ακριβώς σαν το καλυμμαύκι του παπά.

Γκαρλίνγκα: Μακριά και χοντρή μαγκούρα.

Γκαρλίτσα: Αρρώστια γουρουνιών.

Γκαρλιτσοβότανο: Ρίζες χόρτου σαν καρότα ή πατάτες, βοτάνι για τα άρρωστα γουρούνια.

Γκδουνάρος: Αυτός που ζωνότανε επάνω του κουδούνια. Επικρατούσε το έθιμο (ίσως να επικρατεί και σήμερα) τα παιδιά και οι νέοι την Πρωτοχρονιά και των Θεοφανείων να μασκαρεύονται. Φορούσαν παράξενα ρούχα, ζώνονταν κουδούνια και οπλισμένα με ξύλινες μαχαίρες και μακριά ξύλα γύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν και χόρευαν στις αυλές. Συνήθως κάτι τους έδιναν σε κάθε σπίτι. Άλλος σύκα ή χαρούπια (ξυλοκέρατα), άλλος αλεύρι και χοιρινό κρέας ή λίπος κι άλλοι χρήματα. Έτσι, πολλές φορές ντύνονταν και μεγάλοι κι έπαιρναν μέρος στο μασκαρεμένο ξεφάντωμα, ανάλογα με το χαρακτήρα, το χιούμορ και το κέφι του καθενός.

Γκελμπερής: Ειδικό κοφτερό εργαλείο σαν τσαπί, με το οποίο πελεκούσαν κορμούς δένδρων για να φτιάξουν σκάφες για τάισμα των ζώων κλπ..

Γκιούμα ή γκιούμι: Χάλκινο υδροδοχείο σαν κανάτι, με πλατιά στρογγυλή βάση και προς το πάνω μέρος στενότερο και κωνικό, που κατέληγε σε ψηλό κυλινδρικό λαιμό με μεγάλο πλαϊνό χερούλι.

Γλαμπάτσα: Αρρώστια των προβάτων.

Γκουμπλίτσα: Ειδικό ξύλο, κατάλληλα στραβωμένο στη φωτιά, το οποίο έπαιρναν στον ώμο κι απ’ τις άκρες του κρεμούσαν δυο κουβάδες ή παρόμοια δοχεία, για τη μεταφορά συνήθως νερού.

Γκουντέλα (του) Φτυλιάδι: Δένδρο μέσα σε χωράφι του Γκουντέλα, που χαρακτηρίζει τοποθεσία προς το δρόμο του Μακρύγιαλου, απέναντι απ’ του παπά τη βρύση.

Γκουστερίτσα: Μικρή σαύρα.

Γριντιά: Χοντροπελεκημένο από κορμό δένδρου δοκάρι στα ταβάνια των σπιτιών.

Δάγκωμα: Κοιλόπονος.

Δερμόνι: Μεγάλο κόσκινο που χρησιμοποιούσαν στα αλώνια των σιτηρών.

Διχούλι: Σιδερένιο διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, με μακρύ, χοντρό, ξύλινο χερούλι (στηλιάρι), με το οποίο σήκωναν δεμάτια, χόρτα κλπ..

Ζαφειράκη: Τοποθεσία προς την κατεύθυνση των χωριών Σεβαστής και Κούκου.

Ζεύλες: Ειδικά λεπτά στεγνά ξύλα, με τα οποία έκλειναν το λαιμό του βοδιού ή του βουβαλιού στο ζυγό.

Ζιάμπα: Μικρό πράσινο βατραχάκι των χόρτων. Επικίνδυνο όταν το τρώγαν τα ζώα.

Ζλάπι: Το αγρίμι. Λύκος, τσακάλι κλπ..

Ζμαΐλι: Βρύση στη νότια άκρη του χωριού με γλυφό νερό, γεμάτο βδέλλες και με ποτίστρες για να ζώα.

Ζουπστιά: Σκουντιά.

Ζουρζουβίλες: Στροφές, γύρες, γυροβολιές.

Ζούριασμα: Ρίγος με πυρετό.

Ζυγαριές: Διαλεγμένες ρόκες ξερού καλαμποκιού, δεμένες δυο-δυο ή και πολλές μαζί, κρεμασμένες στα δοκάρια των ταβανιών του σπιτιού, φυλαγμένες για σπόρο.

Ίγκλα: Το σχοινί ή το δέρμα που ήταν δεμένο στη μια μεριά του σαμαριού, περνούσε κάτω απ’ την κοιλιά του ζώου και ξαναδένονταν σφιχτά στην άλλη μεριά του σαμαριού, για να το συγκρατεί στη ράχη του.

Καδί: Κάδος, ξύλινο βαρέλι.

Καπίστρι: Σκοινί με ειδικό κεφαλοπέρασμα, που περνούσε στο κεφάλι του ζώου για να το οδηγούν σέρνοντάς το ή να το δένουν κάπου για να μη φύγει.

Καρπουλόι: Ίδε διχούλι, αλλά με περισσότερες από δυο διχάλες (ρουγκάλια).

Κασνάκι: Το γύρω ξύλινο κυλινδρικό μέρος της σίτας, του κόσκινου, του δερμονιού ή της κούτλας.

Κατσκέλες: Λιανοκαθίσματα, κόλπα, φιγούρες.

Κεσέδες: Γωνιές.

Κθάρι: Κριθάρι.

Κ’κιά (κουκιά): Τα ψυχανθή ξερά κουκιά.

Κι’κια παπούδια: Είδος φαγητού με ξερά κουκιά.

Κλίκι: Γίνονταν από μικρό κομμάτι ζυμαριού της πίτας. Το κολλούσαν μέσα στο πάνω μέρος του ταψιού και ψήνονταν σχεδόν αμέσως μετά το φούρνισμα. Τα παιδιά τριγύριζαν στο φούρνο ανυπόμονα περιμένοντας να ψηθεί το κλίκι.

Κλιμές: (η κλιμιά). Μακριά, χοντρά και ίσια ξύλα, μήκους 1,50 μ. περίπου, καψαλισμένα, καθαρισμένα και μυτερά στη μια άκρη. Τα έβαζαν σε ειδικές τρύπες-υποδοχές γύρω-γύρω στην πλατφόρμα (κρεβατίνα) του κάρου όταν φόρτωναν δεμάτια, χόρτα, καλαμποκιές, ρόβη ή ρεβύθια κλπ..

Κόκκινες γούρνες: Τοποθεσία μέσα στο χωριό, κοντά στο ξεκίνημα της χαράδρας του Ζμαϊλιού.

Κόλιντα: Τα κάλαντα.

Κοντοκλίμια: Κοντές κλιμιές.

Κουκότσες: Οι πέτρες της δοκάνης. Χρωματιστές πολύ σκληρές θαλασσόπετρες.

Κουλιάντζα: Κουτσαμάρα των προβάτων ως επί το πλείστον.

Κουλιάστρα (η): Το πρώτο γάλα που άρμεγαν από το ζώο μόλις γεννούσε.

Κουνάκι: ‘’Ρίχνω κουνάκι’’, λημεριάζω, αράζω.

Κουπάνα: Ξύλινη σκάφη, πελεκημένη και φτιαγμένη συνήθως από κορμό δένδρου.

Κουτσάκια: Το επάνω μέρος του ξύλινου σκελετού του σαμαριού των ζώων, απ’ όπου έδεναν και στεραίωναν με σκοινιά τα βάρη που φόρτωναν στα ζώα.

Κουρί: Τοποθεσία προς το χωριό Σφενδάμη.

Κούτλα: Δοχείο κυλινδρικό με ξύλινο περίγυρο και βάση πάλι από ξύλο ή λαμαρίνα ή δέρμα. Η χωρητικότητά του ήταν καθορισμένη και μ’ αυτό μετρούσαν τη σιτοπαραγωγή κι ανάλογα πλήρωναν τα δικαιώματα στο αφεντικό (γαιοκτήμονα), τους φόρους και τις προσφορές στα μοναστήρια.

Κουτλουγιόμωση: Τα ανοίγματα που μέναν στα παλιά χωριατόσπιτα, ανάμεσα σκεπής και τοίχων. Συνήθως εκεί έφτιαχναν τις φωλιές τους τα πουλιά και ιδίως τα καλιακούδια (κάργες) και πάντοτε ήταν γεμάτα από ξυλαράκια, άχυρα, ξερόχορτα κι άλλα σκουπίδια.

Κυπριά, τσιουκάνια, βραγγανούλια: Διάφορα είδη και μεγέθη κουδουνιών για τα ζώα.

Λαχτέντο: Μικρό γουρουνάκι.

Λίγδα: Χοιρινό λιωμένο λίπος, φυλαγμένο ειδικά για το χειμώνα.

Λουλούδια-Χαβούζι: Τοποθεσία χωραφιών προς το χωριό Κορινός.

Λουφές: Συνολική αμοιβή υπαλλήλου, βοσκού ή υπηρέτη.

Λυσιά: Χοντρή αυλόπορτα, πλεγμένη από μακριές βέργες διάφορων θαμνόδεντρων και ιδίως κουτσιπιάς (δέντρο του Ιούδα).

Μανάρια: Μικρά όμορφα αρνάκια.

Μασιαλάς: Αντικείμενο κάποιας αξίας, π.χ. καρφίτσα, φλουρί, ασημικό ή άλλο κόσμημα, το οποίο προσφέρονταν σαν αποδεικτικό λογοδοσίας κλπ..

Ματσιαλκό: Χαμηλό μέρος, πάντοτε λασπώδες από απονέρια αφανών μικροπηγών.

Ματσούκα: Μεγάλο και χοντρό ραβδί, απαραίτητο στους βοσκούς.

Μιλιάδι: Τοποθεσία ανάμεσα στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην Αλυκή.

Μιτάρια: Εξαρτήματα του αργαλειού.

Μούρσες: Ψοφίμια.

Μπαθρί: Κομμάτι χοιρινού δέρματος, το οποίο έβαζαν μέσα στο τσαρούχι για να μπαλώσουν έτσι και να κλείσουν κάποια τρύπα, ιδίως στη φτέρνα, που γίνονταν απ’ την πολλή χρήση.

Μπγιάλια: Ένα είδος χοντρά ποδοπάνια μάλλινα, υφαμένα στον αργαλειό, με τα οποία τύλιγαν τα πόδια ως πάνω στη γάμπα, πριν φορέσουν τα τσαρούχια και τα συγκρατούσαν τυλίγοντάς τα με τα κορδόνια των τσαρουχιών. Συνήθως τα γιορτινά είχαν κάπως λερό άσπρο χρώμα και τα καθημερινά ήταν σκουρόχρωμα.

Μπιμπίλια: Γαλοπούλες, κούρκοι.

Μπλουγούρι: Το πλιγούρι, σπασμένο σιτάρι.

Μπουλουμπότσα: Αντρική φαρδιά σκούρη βράκα, υφαντή στον αργαλειό από μαλλί γίδας ή πρόβατου.

Μπουτζνάρι: Η κάτω άκρη του τσουβαλιού. Η γωνία.

Μπουρμπούλια: Μαντίλια που χρησιμοποιούνταν όπως και οι τσιουβρέδες (δες λέξη), αλλά δένονταν κάτω απ’ αυτούς.

Μπρακάτσι: Λέγονταν και μπακράτσι. Μεγάλο χάλκινο επικασσιτερωμένο δοχείο. Κάτι σαν είδος διαφορετικού κουβά.

Μπρατίμια: Συνοδοί και παραστάτες του γαμπρού. Στενοί φίλοι του. Ενδιαφέρονταν και ρύθμιζαν το κάθε τι που είχε σχέση με τα έθιμα, το γλέντι και την περιποίηση των καλεσμένων στο γάμο.

Μσούρα (η): Βαθουλωτή μεγάλη πιατέλα, συνήθως πήλινη. Μικρό το μσούρι.

‘’Νιόναμ’’: Ιδιωματική, πολυσυνηθισμένη έκφραση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται.

Νοντάς: Απ’ το τούρκικο οντάς. Δωμάτιο.

Νουζίτσα: Λεπτή λουρίδα γουρουνίσιου δέρματος, με την οποία πλέκονταν γύρω το τσαρούχι, για να παίρνει το σχήμα του. Οι λουρίδες αυτές κόβονταν αρκετά μεγάλες, ώστε το περίσσευμα το τύλιγαν γύρω στο πόδι, για να συγκρατείται έτσι το τσαρούχι.

Νόχτος: Γκρεμός.

Νταβάς: Πλατιά και ρηχή χάλκινη κατσαρόλα για φαγητά ιδίως φούρνου.

Νταλίγκα: Ελαφρό αλογόκαρο.

Ντάμκες: Λεκέδες, ξεφλουδίσματα.

Ντιπ: Καθόλου, τελείως, ολωσδιόλου.

Ντλάπι: Ντουλάπι. Τενεκεδένιο κυλινδρικό κουτί με μακριά σιδερένια ουρά-χερούλι, που το διαπερνούσε κατά μήκος. Μέσα σ’ αυτό έβαζαν τα σπυριά του καφέ και το γύριζαν επάνω στη φωτιά για να ζηθούν. Σ’ αυτό έβαζαν και μικρούς σπόρους διαλεγμένου καλαμποκιού, που, όταν ψήνονταν, έσκαζαν και φούσκωναν και φαίνονταν σαν να είχε γυρίσει το μέσα τους έξω. Έτσι γίνονταν οι λεγόμενες παπαδούλες, ζεστές και νόστιμες.

Ντραγαταροί: Αγροφύλακες και αμπελοφύλακες.

Ντρασκλιά: Μεγάλο βήμα. Έτσι συνήθιζαν να μετρούν αποστάσεις οικοπέδων, χωραφιών, δρόμων κλπ..

Ξεπετάλδωμα: Χάλασμα, ξεφλούδισμα του χωματοαλειμμένου πατώματος του σπιτιού.

Ξιάλη: Μακρύ, ίσιο, καλοκαθαρισμένο και στεγνωμένο στη φωτιά ξύλο, με μικρό σιδερένιο μυτερό καρφί στη μια άκρη και πλατιά σιδερένια ξύστρα στην άλλη. Είδος μακριάς βουκέντρας. Τη χρησιμοποιούσαν στα οργώματα, για να οδηγούν και να αναγκάζουν τα βόδια να περπατούν και για να καθαρίζουν και το αλέτρι απ’ τις λάσπες.

Ξυλοκέρατα: Χαρούπια.

‘’Ολαντζίμ’’: Ιδιωματική πολυσυνηθισμένη έκφραση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται.

Παιδιακό: Στα σπίτια που πήγαιναν τα παιδιά για να τραγουδήσουν τα Κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων τα χρόνια εκείνα, τα έπαιρναν συνήθως οι νοικοκυρές μέσα στο δωμάτιο, κοντά στο τζάκι για να ζεσταθούν. Τότε ο πιο θαρραλέος και ο πιο αστείος απ’ τα παιδιά έκανε το ‘’πιδιακό’’. Έριχνε σπυριά αλάτι στη φωτιά και, όπως το αλάτι έσκαζε με κρότους, αυτός έλεγε διάφορες ευχές για το καλό του σπιτιού, τη σοδειά των χωραφιών, για τα ζώα, για την υγεία της οικογένειας και τα τυχερά των παιδιών της, τα καλά γεράματα των γέρων κλπ.. Πολλές φορές οι ευχές μπερδεύονταν άθελα και είτε δημιουργούσαν φαιδρότερη ατμόσφαιρα ή εξόργιζαν τους σπιτικούς, πράγμα που απόβαινε σε βάρος αυτουνού που έκανε το ‘’πιδιακό’’ και της παρέας του.

Παλαΐζω: Αναζητώ, ψάχνω να βρω.

Παλαμαριά (η): Ξύλινο εργαλείο σα γάντι, με μεγάλη γαμψωτή μύτη και τρύπες για να μπαίνουν τα δάχτυλα. Το φορούσαν στο ένα χέρι οι θεριστές, για να προστατεύουν το χέρι τους απ’ το δρεπάνι και τα αγκάθια και για να  συγκρατούν περισσότερα θερισμένα στάχια στο χέρι τους.

Παλιουριά (η): Θαμνώδες πυκνό φυτό με αγκάθια. Χλωρό είναι εξαιρετική τροφή για τις γίδες. Ξερό το χρησιμοποιούσαν για να φράζουν τα οικόπεδα κλπ..

Παλιοκόπρι: Μέρος όπου πετούσαν για χρόνια τις κοπριές των ζώων.

Παλιουντόκανα (η): Παλιά δοκάνη. Η δοκάνη ήταν ένα βαρύ και μεγάλο εργαλείο, περίπου 2,5 μ. μακρύ και 1 μ. φαρδύ, φτιαγμένο από χοντρό σκληρό ξύλο με πλήθος από σφηνωμένες από κάτω κοφτερές πέτρες. Αυτό το έσερναν τα βόδια, τα βουβάλια ή τα άλογα στο αλώνι πάνω στα απλωμένα δεμάτια, για να τριφτούν γρήγορα τα στάχυα και να βγει ο καρπός.

Παπαδούλες: Ψημένοι σπόροι ξερού καλαμποκιού.

Παντά (παν-τά): Παλτά. Το ν και το τ προφέρονται χωριστά, χωρίς να σχηματίζουν ντ.

Παπίλα: Πάθηση χειλιών. Πρίξιμο, κοκκίνισμα και προσωρινή παραμόρφωση.

Πατούλι: Χαμήλωμα, ισάδι.

Πέδουκλας: Κομμάτι σκοινιού του εμπορίου ή σπιτικής συνήθως κατασκευής από μάλλινες χοντρές κλωστές κατάλληλα δεμένες, με το οποίο έδεναν κοντά-κοντά (πεδίκλωναν) τα δυο μπροστινά πόδια των αλόγων ή γαϊδουριών, για να μην μπορούν να περπατούν εύκολα κι απομακρύνονται από κει που τα άφηναν για να βοσκήσουν.

Πιλύκομπος: Παράφθαρση του ‘’πολύκομπος’’. Ποώδες φυτό με λεπτά αλλά γερά κλωνιά, που σέρνονται στη γη κι έχουν πολλούς κόμπους σαν γόνατα. Κλωνιά τέτοια πλέκουν μαζί με τα κρεμμύρια και τα σκόρδα, για να γίνονται οι πλέχτρες πιο γερές.

Πιστιμάλια: Γυναικείες ποδιές.

Πλάστης: Στρογγυλό μακρύ ξύλο, με το οποίο έπλαθαν σε φύλλο το ζυμάρι για την πίτα.

Πλιαγγούρια: Μικρά χρωματιστά πουλιά, τα οποία ανοίγουν τρύπες στους γκρεμούς κι εκεί μέσα χτίζουν τις φωλιές τους.

Πλευραμιές: Τα πλευρά των σφαγίων. Εδώ τα ειδικά καβουρντισμένα και μέσα σε λίπος διατηρημένα ή καλοαλατισμένα πλευρά των χοιρινών για το χειμώνα.

Πλοκός: Φράχτης από παλιούρια συνήθως. (Ίδε λέξη παλιουριά).

Πνάκι: Ξύλινο πιάτο.

Ποριά: Το άνοιγμα που άφηναν στο φράχτη για το πέρασμα απ’ το δρόμο στην  αυλή. Η αυλόπορτα. Χωρίς οπωσδήποτε να εννοείται και η πόρτα.

Προκόβα: Χοντρό χράμι ή κουβέρτα, συνήθως για το στρώσιμο του πατώματος ή και για σκέπασμα, υφασμένο στον αργαλειό από γιδόμαλλο.

Πτια: Ειδική κύστη μικρού κατσικιού, της οποίας το περιεχόμενο χρησιμοποιούνταν για το πήτιασμα (πήξιμο) του τυριού.

Πουδόλτσα: Παραφθορά της συγχώνευσης των λέξεων ποδιών-λύσσα. Αρρώστια η οποία προσβάλλει τα πόδια των ζώων. Προχωρημένης μορφής κουτσαμάρα.

Ποντικοβότανο: Είδος μικρού βελονοειδούς πυκνού θάμνου, χωρίς φύλλα, αλλά με πολυάριθμα λεπτά και μυτερά αγκάθια. Μ’ αυτό βούλωναν τις τρύπες μέσα και γύρω στο σπίτι, για να μην μπαινοβγαίνουν τα ποντίκια.

Ραγάζι: Είδος αγριοκάλαμου, που φύτρωνε ελεύθερο στις ρεματιές και το χρησιμοποιούσαν για να σκεπάζουν αχυρώνες, στάνες και πολλές φορές και τα σπίτια.

Ραντστές: Ραντιστές. Είδος ζυμαριού που έφτιαχναν οι γυναίκες στο σπίτι. Σ’ ένα ταψί άπλωναν αλεύρι και το ψιχάλιζαν βουτώντας το χέρι τους στο νερό. Μετά από δυο-τρία ψιχαλίσματα, άδειαζαν το αλεύρι στη σίτα και το ξανακοσκίνιζαν στο ταψί. Έτσι, το βρεγμένο απ’ τις ψιχάλες αλεύρι γίνονταν μικρά σβολάκια, στο μέγεθος φακής περίπου, τα οποία και ξεχώριζαν με το κοσκίνισμα. Αυτό επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές, ώσπου να μαζευτούν αρκετά σβολάκια ‘’ραντστές’’, τόσα όσα χρειάζονταν για το φαγητό της οικογένειας. Τα μικρά αυτά σβολάκια τα μαγείρευαν με λάδι ή χοιρινό λίπος, όπως τα ζυμαρικά.

Ρέντζαλο: Κουρέλι.

Ρόγα: Αμοιβή τσοπάνων κατά κεφαλή προβάτου ή γιδιού.

Ρούγα: Μεγάλος δρόμος, υπολογίσιμος, κεντρικός.

Ρουγκάλια (τα): Οι μυτερές προεξοχές απ’ το διχούλι, το καρπολόι κλπ. (δες λέξεις).

Σακαή: Αρρώστια των γαϊδουριών.

Σαχνιασμένα: Όταν αρχίζουν να σαπίζουν. Μουχλιασμένα.

‘’Σβήνω το ζυμάρι’’: Έκφραση που δηλώνει το ξεκίνημα του ζυμώματος. Πρωτοανακάτεμα του νερού με το αλεύρι.

Σέια: Τα κάθε είδους χρειαζούμενα πράγματα και εργαλεία.

Σιάπη: Αρρώστια. Σήψη του προσβλημένου μέρους.

Σιάργκαβο: Μαύρο, σκούρο.

Σιρμαές: Πλήθος και ποικιλία αντικειμένων και πραγμάτων. Πολλές φορές έκφραση ειρωνική, που υπονοούσε άχρηστα και τιποτένια πράγματα.

Σκορδάρη: Καλοκαιρικό πρόχειρο και φτωχότατο φαγητό που έφτιαχναν στα χωράφια. Κοπάνιζαν σ’ ένα μεγάλο πήλινο ή ξύλινο πιάτο σκόρδο, τυρί, λάδι και αλάτι. Μετά γέμιζαν το πιάτο με πολύ νερό. Σ’ αυτό έτριβαν ψωμί κι έτρωγαν για το μεσημέρι. Άλλοι πρόσθεταν και λίγο ξύδι ή ψιλοκομμένο αγγουράκι. Δεν ήταν όμως απαραίτητο να υπάρχουν οπωσδήποτε κι όλα τα παραπάνω υλικά για να γίνει η σκορδάρη. Αρκεί να υπήρχε μέσα σκόρδο. Αν έλειπε το σκόρδο τότε το φαγητό κινδύνευε να πάρει άλλο όνομα. Αν είχε και λίγο τυρί, τότε τη θεωρούσαν φαγητό πολυτελείας.

Σκοτίδα (η): Έτσι έλεγαν πισινό συνήθως δωμάτιο του σπιτιού. Ήταν σκοτεινό, χωρίς παράθυρο και φως. Χρησίμευε για αποθήκη και για κρυψώνα.

Σούδα: Μικρό ρυάκι μέσα σε μικρή χαράδρα σκεπασμένη με βλάστηση από βάτα, αγριόχορτα και χαμόδεντρα.

Σκφούνι: Σκουφούνι. Μάλλινη κάλτσα, πλεγμένη απ’ τις γυναίκες στο χέρι, από μαλλί γνεσμένο πάλι στο χέρι.

Σοφράς: Χαμηλό στρογγυλό τραπέζι, πάνω στο οποίο έπλαθαν τις πίτες ή έτρωγε η οικογένεια, καθισμένοι όλοι τριγύρω σταυροπόδι.

Σούκος: Το πρώτο νερό απ’ το πλύσιμο του μαλλιού των προβάτων. Είχε κάποια σπιρτάδα απ’ τα ούρα της στάνης κλπ., το οποίο χρησιμοποιούσαν στο πλύσιμο ή στο βάψιμο των ρούχων.

Σπαρτίνα (η): Χοντρό σκοινί, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να δένουν τα δεμάτια πάνω στα κάρα κατά τη μεταφορά απ’ το χωράφι στο αλώνι.

Στρέβλα: Κομμάτι λεπτού ξεφλουδισμένου και σκληρού γυαλιστερού ξύλου, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να δένουν πιο σφιχτά με κατάλληλες κινήσεις τα δεμάτια στο θερισμό.

Στριμπιασμένο: Συνήθως πιάτο ή σταμνί χτυπημένο και λίγο-πολύ καταστραμμένο εδώ κι εκεί, γύρω-γύρω στο χείλος του.

Στοιχίζω: Προσλαμβάνομαι έναντι προκαθορισμένης αμοιβής, για να προσφέρω εργασία για ένα χρόνο ή έξι μήνες σαν υπάλληλος αγροκτήματος, τσομπάνος, αγροφύλακας κλπ..

Συντραυλίζω: Απ’ τη λέξη συντραύλιστο. Είδος μακριού ξύλου, με το οποίο μετατόπιζαν και ανακάτευαν τα αναμμένα ξύλα μέσα στο φούρνο, υποβοηθώντας τα έτσι να ανάψουν καλύτερα και να σκορπιστεί κανονικά η πύρα της φωτιάς. Παλιά συνήθεια του Κίτρους να φτιάχνουν πίτες κάθε Σαββατόβραδο. Έθιμο απαράβατο για κείνες τις μέρες.

Τανούρα: Διάρροια.

Ταντούρα: Είδος ποτού, όπως το ούζο.

Τζιουμπές: Είδος μπλε σκούρου μάλλινου πανωφοριού, υφαντού στον αργαλειό.

Τζιράπι: Χοντροφτιαγμένο δοχείο, σκαλισμένο σε πέτρα ή κομμάτι κοιλιάς στάμνας ή άλλου άχρηστου πήλινου κλπ. πιάτου, βαλμένο με νερό στην αυλή, για να πίνουν οι κότες.

Τζιτζβές: Το μπρίκι του καφέ.

Τιμάρι: Το καθημερινό χτένισμα των ζώων και ιδίως των βοοειδών και βουβαλιών.

Τισλίμι: Χαλάλι. Κάτι που δίνεται με θέληση, με την ευχή.

Τράκα: Είδος μεγάλου κουδουνιού ζώων.

Τσάπουρνα: Άγριος μικρός καρπός του δάσους, όπως τα κράνα, σκούρου μπλε χρώματος όταν είναι ώριμα.

Τσιατί: Η σκεπή του σπιτιού.

Τσιουρίδα: Διαπεραστικό ξεφωνητό.

Τσικρίκι: Εργαλείο για το γνέσιμο του μαλλιού. Τα κύρια εξαρτήματά του ήταν μια φαρδιά ακτινωτή ρόδα, την οποία η γυναίκα γύριζε με το χέρι της. Η κίνηση αυτή μεταδίδονταν στο αδράχτι με ένα λεπτό σκοινί, που είχε θέση ιμάντα, την κόρδα. Το αδράχτι, λόγω της διαφοράς ακτίνας (ρόδας και αδραχτιού) γύριζε πολύ γρήγορα κι έστριβε το μαλλί σε κλωστή.

Τσκάλι: Τσουκάλι. Το έβαζαν στην κοιλιά, σαν μεγάλη βεντούζα, σε περίπτωση δυνατού κοιλόπονου, χωρίς διάκριση ή ιδιαίτερη διάγνωση.

Τσιγαρίδες: Τα ξεροψημένα απομεινάρια απ’ το πάχος του χοιρινού, μετά το βράσιμο και τσιγάρισμα για την αφαίρεση του λίπους.

Τσιντσίρι: Ο τζίτζικας.

Τσιουβρέδες: Μεγάλα, άσπρα κατά το πλείστον, μαντίλια, με τα οποία τύλιγαν τα κεφάλια τους οι γυναίκες το καλοκαίρι στα χωράφια, για να προφυλάγονται απ’ τον ήλιο, να μη μαυρίσουν και να διατηρείται η φρεσκάδα του προσώπου τους και η ομορφιά τους.

Τσιουπέλικα: Καλοφτιαγμένα, περιποιημένα, με ωραίο στυλ.

Ύπεργα: Ίσως εφθαρμένο παράγωγο απ’ τη λέξη υπάρχοντα. Συνήθως όλα τα εργαλεία και τα εξαρτήματα του αργαλειού.

Φιδιού ψωμί: Είδος πλατύφυλλου φυτού, που φύονταν ελεύθερα στο ύπαιθρο.

Φιντούλες: Μικρά, λεπτά και στρογγυλά σα δίσκοι ψωμάκια από ζυμάρι ψωμιού. Τα έψηναν στα κάρβουνα του φούρνου, λίγο πριν φουρνίσουν τα ψωμιά. Ήταν πολύ νόστιμα. Πολλές φορές τα ζύμωναν με λίγο λίπος ή και τυρί και τότε γίνονταν νοστιμότατα.

Φκέντρι: Ξύλινη βουκέντρα.

Φλαστερό: Μεγάλη ξύλινη σκαλιστή σφραγίδα με θρησκευτικές παραστάσεις, με την οποία σφράγιζαν το ζυμάρι κι έφτιαχναν τα πρόσφορα για την εκκλησία. Την προμηθεύονταν απ’ τους γύφτους ή τους καλόγερους.

Φουκάλια: Μάτσα από αγριόθαμνο, ονομαζόμενο ‘’φουκάλι’’, δεμένο και πατημένο με βάρος, για να πάρουν το σχήμα σκούπας. Μ’ αυτά σκούπιζαν τις αυλές, τα αχούρια και τις στάνες των ζώων ή τα χρησιμοποιούσαν και στ’ αλώνια.

Φουρτουτήρα: Απ’ το φορτώνω. Γερό ξύλο που κατέληγε σε μικρό δίχαλο, το οποίο βοηθούσε στο φόρτωμα των ζώων. Μ’ αυτό κρατούσαν το βάρος που πρωτοφόρτωναν στη μια μεριά του σαμαριού, στηρίζοντάς το στη γη και πήγαιναν να φορτώσουν και την άλλη.

Φτσέλια: Μικρά ξύλινα βαρελάκια που τα κρεμούσαν στον ώμο ή στα σαμάρια των ζώων κι έπαιρναν μαζί τους νερό στα χωράφια για να πίνουν.

Φτυλιαδόπετσα: Φλούδα δέντρου (φτυλιάδι). Την έβραζαν στο νερό και μ’ αυτήν έπνελαν τις πληγές από κοψίματα, χτυπήματα κλπ.. Είχε κάποια απολυμαντική και θεραπευτική ιδιότητα.

Χαβούζα (η): Μεγάλη λακούβα με νερό.

Χαβούζι: Τοποθεσία προς το χωριό Κορινός.

Χάζι: ‘’Κάνω χάζι’’. Χαζεύω, κάνω γούστο.

Χαϊάτι: Ανοιχτό προχόλ του σπιτιού, χωρίς πάτωμα και χωρίς ταβάνι, απ’ όπου ξανοίγονταν γύρω-γύρω όλες οι πόρτες των δωματίων. Το πάτωμα το άλειφαν με μια λάσπη από κόκκινο χώμα και σβουνιές βοδιών. Στέγνωνε γρήγορα και δεν έσκαζε.

‘’Χάση και γιόμωση’’: Εννοεί το χάσιμο και το γέμισμα του φεγγαριού. Δηλαδή πολύ αραιά. Κάπου-κάπου.

Χάσκα: Είδος παιχνιδιού που είχε γίνει έθιμο. Το βράδυ της αποκριάς η μητέρα έδενε με μια κλωστή στην άκρη του πλάστη (ίδε λέξη πλάστης) ένα καλοβρασμένο και καθαρισμένο αυγό, το οποίο αιωρούσε με κατάλληλες κινήσεις προς τα στόματα των παιδιών που ήταν καθισμένα γύρω-γύρω στο τραπέζι (σοφρά). Τα παιδιά, μ’ ανοιχτά τα στόματα, προσπαθούσαν με γέλια ν’ αρπάξουν και να φάνε το αυγό. Μόλις κάποιο παιδί κατάφερνε και άρπαζε το αυγό η μητέρα έδενε άλλο στην κλωστή. Έτσι, γίνονταν κάτι το διαφορετικό και διασκεδαστικό για τα παιδιά το βράδυ εκείνο της αποκριάς, που όλα τα μικρά παιδιά περίμεναν με χαρά.

Χαράπι: Κουρελιασμένο, καταξεσκισμένο κατατρυπημένο.

Χλιαράκι: Απ’ το κοχλιάριον. Μικρό κουταλάκι.

‘’Χρονκές μέρες’’: Λεγόταν οι μεγάλες σε σημασία μέρες της χρονιάς.

Χροστάσι: Χοροστάσι. Τοποθεσία του χωριού, όπου χόρευαν στα πανηγύρια. ‘’Χροστάσι’’ ήταν τότε το μέρος όπου είναι σήμερα τα γραφεία της Κοινότητας (σήμερα Δήμου) και της Αστυνομίας.

Χρούπου στάμνα: Στάμνα που της έλειπε το στόμιο και μέρος ή και όλος ο λαιμός.