Αχ Ξενιτιά!

Share

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Α΄Βραβείο για ποιητική συλλογή με θέμα « Αχ ξενιτιά!»  στο διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού Κελαινώ.
Αθήνα 2008

Ποιητική συλλογή 10 ποιημάτων

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ   1

M΄ένα κουβάρι κόκκινες μνήμες της πατρίδας
Με μια πικρή αναλαμπή στο γκρίζο φόντο άλλης γης
Σημάδεψες τις μέρες της ζωής σου
Σαν ξεχασμένη ραψωδία η μέρα εκείνη του φευγιού σου
Κατρακυλάει στα τζάμια τα θολά ενός μουντού καιρού
Κι εσύ με δάχτυλο τρεμάμενο
Πλάθεις εκεί τα σχήματα
Τα δέντρα, τα βουνά , τον ουρανό , τη θάλασσα
Τα δυο μικρά , τα χελιδόνια τα γοργόφτερα
Που πάντα θα φτεροκοπούν
Μες στου φευγιού σου τις αποσκευές

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ  2

Ο ήλιος βγαίνει λιγότερο λαμπρός
Το κίτρινο δεν είναι κίτρινο
Και το πορτοκαλί βουτάει λιγάκι μες στη μοναξιά του ανέμου
Οι ίδιες μέρες , οι ίδιες ώρες, οι ίδιες διαδρομές
Τα πρόσωπα γνωστά μα όχι οικεία
Ο ουρανός συντροφικός μα όχι αγάπη
Τα βράδια αρμενίζεις σε χωράφια και βουνά
Με τις σημαίες και τα μύρα της πατρίδας
Ανηφορίζεις στις πλαγιές των παιδικών σου χρόνων
Στης εφηβείας τα καρδιοχτύπια
Εκεί αντάμωνες τον ΄Ερωτα με χρυσαφιές κορδέλες
Τα βράδια χόρευες με το φεγγάρι αγκαλιά
Κοιτούσες μες στην ασημένια του την μπάλα τα μελλούμενα
Σου το ψιθύρισε ένα βράδυ
Πως σε περίμενε μακριά το πεπρωμένο σου
Γέλασες , ήταν ο κόσμος σου μικρός
Γι΄αυτό και τόσο  όμορφος
Μ’ ένα σπιτάκι να το ζώνουν κιτριές
Με μια δεξαμενή να ξαποσταίνει τον ιδρώτα σου
Κι ύστερα ήρθε η απόφαση
Με το μαχαίρι της ανέχειας στο σβέρκο
Με την ανάγκη να φυσάει σαν άγριος βοριάς
Λυγίσανε –θυμάσαι – οι κιτριές
Η μάνα έκρυψε τα δάκρυα στο μαύρο της μαντίλι
Ο κύρης σώπασε , πολλά που λέει η σιωπή
Σαν η καρδιά λουφάζει με παράπονο
Σου το’ πε , αλήθεια το φεγγάρι
Που ταξιδεύει αιώνες τώρα
Στις τύχες μέσα των ανθρώπων
Έτσι ξεδίπλωσε και το δικό σου δρόμο

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ   3

Στις λεωφόρους , στις πλατείες ,  ξύπνησε πάλι η ζωή
Αλλόκοτες φωνές , τα χρώματα παράξενα
Θεοί κρυφοί που σεργιανούν
Στα μαγαζιά , στης πόλης τα γραφεία
Κάπου μια λέξη ελληνική
Βγαλμένη λες απ’ την ψυχή σου
Σκύβεις μες στην ελπίδα σου
Κρυφά την αφουγκράζεσαι
Βγάζεις το άσπρο σου μαντίλι
Με το κεντίδι της γιαγιάς
Με το μικρό της μάνας φυλαχτό
-Να μη σε πιάνει , γιε μου , το κακό –
Εκεί μες στο λευκό που κράτησες
Να κρύψεις μία καλημέρα απ’ την πατρίδα
Να κλείσεις ένα φως από τις θύμησες

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ  4

Νύχτα , πρωί , ποιος συλλογάται
Όλα φαντάζουν ίδια
Σαν η ψυχή κλείνει τα μάτια
Κλείνει τα χείλη και τ’ αυτιά
Σφίγγει γροθιές κι ασπάζεται τη μοίρα της
΄Ομορφη γύρω η πόλη
Με τα λουλούδια στις σειρές της αγοράς
Με τις ομπρέλες σε πρώτη πάντα ζήτηση
Στα υπαίθρια καφέ μια άλλη γεύση από ζωή
Τα ποταμόπλοια πηγαινοέρχονται αγέρωχα
Οι άνθρωποι κρατάν στη χούφτα τους τη μέρα
Παντού η ίδια αγωνία του Ανθρώπου
Κι εσύ στο ψιλοβρόχι τάχυνες το βήμα
Κάπου προσμένει ένας μόχθος
Ντυμένος την αλμύρα του νησιού σου
Του Αϊ-Νικόλα το ξωκλήσι
Εκεί θα χτίσεις της επιστροφής το καταφύγιο
Το πέλαγο νύχτα και μέρα ν’ αγναντεύεις
Μα είναι ακόμα ο δρόμος σου μακρύς
Βάζεις τα κρύα χέρια στην τσέπη του παλτού σου
Βάζεις τη ζέση της καρδιάς σου στην τσέπη της αναμονής
Και περπατάς σε λιθόστρωτα δρομάκια , σε λιθόστρωτες μέρες
Παίρνεις το Αύριο απ’ το χέρι
Παίζεις μαζί του , ίδια μικρό παιδί
Βγάζεις , του δίνεις καραμέλες , κερνάς από  τον πόθο σου
Σφίγγεις το άσπρο του  το  χέρι  μες στη χούφτα σου
Σφίγγεις το άσπρο του το  γέλιο μες στη θλίψη σου

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ 5

Το τελευταίο της μάνας γράμμα
Κιτρινισμένο σαν φθινόπωρο
Τσαλακωμένο απ’ την έγνοια της
Χωρίς προλόγους
Χείμαρρος μόνο από σκέψεις
Ερωτήματα που γάντζωσαν σε βράχους
Που πήραν κάτι απ’ το σφύριγμα τ’ αγέρα στο ταξίδι τους
Κάθε της λέξη γιασεμί απ’ το ξωπόρτι της αυλής
Απ’ τα τριαντάφυλλα , τα γιούλια , τους πανσέδες
Που’ χει φυτέψει η αγάπη κι ο καημός
Μάνα! Κράτησέ με στην ανάσα σου
Στο κεράκι που ανάβεις νύχτα μέρα στο εικόνισμα
Κράτησέ με σαν καντήλι αναμμένο
Μη σβήσω , μη χαθώ
Επιστροφή ακοίμητη στα δυο σου χέρια που μεγάλωσαν
Φτερούγες κι άπλωσαν στον ξένο ουρανό
Τα μάτια απάνω να στυλώνω
Στ’ άστρα, στα σύννεφα , στου φεγγαριού την ασημόσκονη
Τον ψίθυρό σου ν’ αγρικώ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ  6

Κυριακή
Μια μέρα με γαλάζιο ύπνο
Με την μπουγάδα της βδομάδας στο μπαλκόνι
Με τον καφέ να τεντώνεται νωχελικά
Χωρίς τη βιάση της ρουτίνας
Ένα τηλέφωνο μπάζει τον ήλιο
Στο διαμέρισμα που αγαπά τη μοναξιά σου
Φοράει τον  ΄Ερωτα , χορεύει με την πεθυμιά
΄Εχει κορδέλες νοσταλγίας στα πυρόξανθα μαλλιά
Δείλι δεν ήτανε  που αρνήθηκες το γέλιο της ;
Νύχτα δεν ήτανε που κοίμισες τον πόθο των ματιών της ;
Έφυγες μ’ ένα θλιμμένο ποιητή ν’ ασφυχτιά στον κόρφο σου
Κι αυτός ξυπνά κάθε που σβήνει ο κάματος
Γράφει τους στίχους της απόγνωσης
Λυσσομανάει στους τοίχους του κελιού του σαν άνεμος οργής
Κι ύστερα ασθμαίνοντας έρχεται γλυκά να ξαποστάσει στο ξωπόρτι της
Εκεί που πήρες κλέφτης το φιλί της
Ένα φιλί να σου στοιχειώνει τον Παράδεισο που γύρεψες
Χιλιόμετρα μακριά απ΄την παιδική σου αθωότητα
Νυχτώνει κι η σκέψη της ξυπνάει
Το μαύρο γίνεται πιο μαύρο
Κυλάει στης αναμονής τα καλντερίμια
Στης υπομονής τα φύλλα γίνεται στάλα της αυγής
Μια υποψία δρόσου στο καμίνι της καρδιάς σου

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ 7

΄Ανυδρες μέρες να γυρεύουν τη χαμένη ηλιοβολία
Στο εργοστάσιο οι μηχανές δεν κουράζονται ποτέ
Μια γιορτή καβαλάει τα σύννεφα
Ταξιδεύει σαν όνειρο
Γνέθει με τον ίσκιο της τον καημό της νοσταλγίας
Σήμερα οι φίλοι θα φορέσουν το λευκό πουκάμισο
Θα πιουν ένα κρασάκι στην υγειά τους
Θα προσκαλέσουν μουσικές και χρώματα πατρίδας
Κάποιος θα σύρει το χορό με χειροκρότημα
Άλλος θα στήσει το χορό της λεβεντιάς
Χαμένος μες στο παραλήρημα  της μέθης
΄Ενα τραγούδι θα γεμίσει τα ποτήρια τους
Ένα λουλούδι θα σκεπάσει με το μύρο του τα χείλια  τους
Τα τρένα δες σφυρίζουνε  και φεύγουν
Παίρνουν τις έγνοιες , παίρνουν και  τον κάματο
Ξεφυσώντας το μόχθο κινάνε
Περνούν απ’ της ψυχής τους διαδρόμους
Στα μαγαζάκια στέκουν , αγοράζουν εγκαρτέρηση
Με δυο παράδες που οικονόμεψε η ανάγκη

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ 8

Σήμερα βύθισες το σθένος σε δυο μάτια που ξεχάστηκαν
Σε δυο χείλη που αρνήθηκαν τη δρόσο , τ’ άλικό τους χρώμα
Ένα χλωμό φεγγάρι ξενυχτάει στα δυο μάγουλα
Με τους κρατήρες του σβηστούς , σβηστή τη λάμψη πανσελήνου
Nα΄χες τον ήλιο της πατρίδας να κεντάει τις χρυσόκλωστες
Να ΄χες της μάνας το τραγούδι να κεντάει την αγάπη
Θα’  βγαινες ίσκιος λαφροπάτητος μες στου μυαλού σου το φευγιό
Μ’ ένα σπαθί που ξεθυμαίνει καταιγίδες
Μ ΄ένα κοντάρι που δαμάζει τους ανέμους
Τρυπώντας την ορμή , την περηφάνια τους
Μα ΄ναι λευκό το πανωσέντονο
Λευκό σαν άδεια προσδοκία
΄Εξω μια άνοιξη θρηνεί
Με τις σταγόνες της χτυπάει το τζάμι της ρουτίνας σου
Αργεί να ΄ρθεί το καλοκαίρι
Μα έχεις μάθει να προσμένεις
Αύριο , λέω , αύριο ξυπνάς πιο δυνατός
Μέχρι το κόκαλο βρεγμένος
Από τη δρόσο της Αγάπης που δεν κοίμισες
Στα χρόνια αυτά της απουσίας

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ   9

Κάτω, στα μέρη που σε γέννησαν
Κυλά η ζωή με τα μικρά , μεγάλα θαύματά της
Τα βλέπεις τώρα στη μικρή φωτογραφία
Θαλλοί της φύτρας
Τα δυο μελαχρινά κεφάλια
Της αδερφής σου ο καρπός
Της οικογένειας η συνέχεια
Το’ να θα το βαφτίσει Νικολή
Σαν του πατέρα τ’ όνομα
Τ’ άλλο Μαρία , στη χάρη της δοσμένο
Λες στα βαφτίσια θα προλάβεις
Λιγάκι άρωμα πατρίδας να μυρίσεις
Οι ουρανοί θα σε δεχτούν ξανά
Σαν διαβατάρη που άλλο δεν μπορεί να  κάνει
Στον πηγαιμό και γυρισμό να αντιστρέφεται
Με το ζεστό τον πόθο παραμάσχαλα
Με την ανάγκη στο δισάκι

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ 10

΄Αραγε τώρα , στου δειλινού την αναχώρηση
Ποιος ίσκιος να’ χει ανέβει στη στέγη του σπιτιού μου
Ποιο πεφταστέρι να τρυπώνει κρυφά στην καμινάδα
Η μάνα θα ποτίζει τις μπιγκόνιες της υπομονής
Ο κύρης θα κοιτάει τα πλοία που σαλπάρουνε
Μες στις αλάνες τα παιδιά κουρνιάζουνε στην ανυπακοή
Οι μάνες ζύμωσαν και σήμερα την έγνοια
Πλέξαν ξανά με βελονάκι της αγάπης του σπιτιού το πάστρεμα
Και βγαίνουν τώρα δα στις ρούγες
Με τις ποδιές να κουβαλάνε χνώτο της κουζίνας
Με τις καρδιές να κουβαλάνε το θρόισμα του πόνου τους
Στα καφενεία η μέρα αγκομαχά ανάμεσα σε δυο ζαριές και μία πρέφα
Ο ήλιος λέει καληνύχτα σ΄αυτούς που τίμια τον προσκύνησαν
Κλείνω τη σκέψη
Κλείνω τον κόσμο της αγάπης σε μια στάλα γυρισμού
Γεμίζω λίγο λίγο το ποτήρι μου
Μια μέρα σαν θα ξεχειλίσει από θύμησες
Σαν ο καιρός φτιάξει το δρόμο
Που νύχτα μέρα τον κοιμίζω στο σεντόνι μου
Γύρισα ,κόσμε μου, θα πω
Δέξου ξανά τον Οδυσσέα με τα είκοσι τα  χρόνια νοσταλγίας
Οι Τροίες , φορτωμένες θησαυρούς
Θέλουν νεκρούς , ζητάνε αίμα
Ζητάνε στους βωμούς να βάζεις την ψυχή σου με το χάραμα
Εγώ , στη δύση των ανέμων
Το θάνατό μου αποδιώχνω
Με τις δυο χούφτες απ’ το χώμα σου

© Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Κύπρος