Απατεώνες στην Ιστορία

Share

Αλέκος Αγγελίδης

Λίγοι απατεώνες στην ιστορία άγγιξαν τα όρια της πανουργίας του Ουίλχεμ Βόιντ. Κι απ’ αυτούς μερικοί μόνο κατάφεραν με τόση επιτυχία να αντλήσουν απ’ τις απάτες τους τόση αλαζονεία και τόσο κομπασμό.

Βρισκόμαστε στη Γερμανία του 1906. Ο Κάιζερ, ο στρατός του και οι κυβερνητικοί του υπάλληλοι είναι όλοι παραφουσκωμένοι με την ιδέα, ότι είναι πολύ ενδιαφέροντες και ζωτικής σημασίας για τον τόπο.

Ο Βόιντ, μπαλωματής στο επάγγελμα, που είχε ζήσει σχεδόν το μισό μέρος των 57 του χρόνων στη φυλακή, είναι και πάλι ελεύθερος, αφού εξέτισε μια ποινή 15 χρόνων για ληστεία. Οι αρχές του είχαν αφαιρέσει την ταυτότητά του, το διαβατήριό του κι όλα τα προσωπικά του χαρτιά. Και σε μια απολυταρχική χώρα δεν μπορείς να κάνεις και πολλά πράγματα δίχως τέτοια χαρτιά. Αλλά ακριβώς στην πρωσική αυτή απολυταρχικότητα ποντάρισε ο Βόιντ κι αποτόλμησε το σχέδιό του.

Ο Βόιντ αγόρασε από ένα παλαιοπωλείο μια μεταχειρισμένη στρατιωτική στολή κι έγινε λοχαγός του Κάιζερ. Τότε ο τόπος ήταν γεμάτος στρατιωτικούς. Έγινε μεν αξιωματικός αλλά δεν είχε στρατιώτες να διοικεί. Κι έπρεπε να έχει κι αυτός το τμήμα του. Ενώ περνούσε έξω από ένα στρατώνα, είδε ένα δεκανέα να οδηγεί με κανονικό βηματισμό προς την είσοδο του καταυλισμού πέντε στρατιώτες.

–  Δεκανέα, του είπε αυστηρά, πού πας αυτούς τους στρατιώτες;

–  Στο στρατώνα, κυρ-λοχαγέ, είπε ο δεκανέας σταματώντας προσοχή.

–  Πάρ’ τους μαζί σου κι ακολούθησέ με, διέταξε ο λοχαγός. Έχω μια μυστική κι επείγουσα αποστολή, με εντολή κατευθείαν απ’ τον ίδιο τον Κάιζερ.

Οι στρατιώτες, χωρίς δεύτερη κουβέντα τον ακολούθησαν. Στο δρόμο βρέθηκαν κι άλλοι 4 στρατιώτες κι έτσι ο λοχαγός, χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να διοικεί 9 άντρες κι ένα δεκανέα. Είχε συγκροτήσει το δικό του πια τμήμα. Με τη δύναμη αυτή επίταξε ένα λεωφορείο κι έφτασε στο δημαρχείο του Κοπένικ, ενός εξωτερικού προαστείου του Βερολίνου.

Μπροστά στην είσοδο του κτιρίου παρέταξε επιδεικτικά τους άντρες του κι ύστερα από σύντομη επιθεώρηση τους διέταξε να μπουν και να καταλάβουν το δημαρχείο. Ορμητικοί οι στρατιώτες του οχυρώθηκαν στις γωνιές των διαδρόμων και, σπάζοντας την πόρτα του δημάρχου, μπήκαν με τα όπλα στο χέρι στο γραφείο του.

–  Συλλαμβάνεστε, του είπε ο Βόιντ και μην προσπαθήσετε να προβάλετε καμιά αντίσταση.

–  Πού είναι το ένταλμα της σύλληψής μου; ρώτησε ξαφνιασμένος ο δήμαρχος.

–  Το ένταλμά σας είναι οι οπλισμένοι άντρες μου, απάντησε απότομα ο Βόιντ.

Όντως και ο δήμαρχος έφεδρος αξιωματικός και γνωρίζοντας από στρατριωτικές διαταγές δεν είπε άλλη λέξη παρ’ ότι παρατήρησε ότι τα παράσημα του λοχαγού ήταν ανάποδα καρφιτσωμένα στο στήθος του και ο αρχηγός φαίνονταν αρκετά μεγάλος για το βαθμό του.

Ο Βόιντ, αφού έδεσε το δήμαρχο στο γραφείο του, έστειλε διάφορους στρατιώτες να συλλάβουν τη δημαρχίνα και ο ίδιος τράβηξε για το ταμείο του δημαρχείου. Διέταξε τον ταμία να του παραδώσει ό,τι υπήρχε στο ταμείο λέγοντας: Έχω διαταγή να σας συλλάβω και να παραλάβω ό,τι υπάρχει στο χρηματοκιβώτιό σας. Ο ταμίας άνοιξε το χρηματοκιβώτιο και του παρέδωσε όλο το περιεχόμενο. Τέσσερις χιλιάδες μάρκα. Ο Βόιντ υπέγραψε μια απόδειξη για να είναι εντάξει ο ταμίας και διέταξε τους στρατιώτες του να μεταφέρουν τους κρατούμενους στην αυλή του δημαρχείου. Ο ίδιος έμεινε μέσα στο κτίριο κι έψαξε στα διάφορα γραφεία, μήπως βρει κανένα διαβατήριο ή άλλο χαρτί ταυτότητας που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Δεν βρήκε απολύτως τίποτα. Είχε, όμως, 4000 μάρκα κι είχε καταφέρει να ξεγελάσει και τη στρατιωτική και την πολιτική εξουσία. Με την ικανοποίηση αυτή και με τις 4000 μάρκα στην τσέπη του (καρπός δουλειάς λίγων ωρών) έφυγε απ’ την πίσω πόρτα και κατευθύνθηκε στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό, αφήνοντας τους άντρες του να φρουρούν στο προαύλιο το δήμαρχο και τους υπαλλήλους του.

Στο σταθμό μπήκε στην αίθουσα αποσκευών, όπου βρήκε πίσω σε μια πόρτα κρεμασμένα ρούχα διαφόρων υπαλλήλων. Φόρεσε ό,τι του ταίριαζε και με τη στρατιωτική στολή τυλιγμένη στη μασχάλη μπήκε σ’ ένα τραίνο και γύρισε στο Βερολίνο.

Την άλλη μέρα οι εφημερίδες ανάγγειλαν την παρουσία ενός μυστηριώδους λοχαγού και το πάθημα του δημάρχου. Ο Βόιντ ήταν γεμάτος ευχαρίστηση. Αλλά, καθώς οι μέρες περνούσαν και το γεγονός ξεθύμαινε κι όσο οι αρχές άφηναν το συμβάν που τόσο τις έθιγε να περάσει στο περιθώριο και δεν προσπαθούσαν να συλλάβουν τον άνθρωπο που τόσο τις περιέπαιξε, ο Βόιντ ένιωθε πως του έκλεβαν την αίγλη που είχε κερδίσει με την επιτυχία του. Μην αντέχοντας άλλο στην αδιαφορία των αρχών, δημοσίευσε ο ίδιος μια φωτογραφία του στην εφημερίδα, γράφοντας και λίγες λέξεις και προσανατολίζοντας κατάλληλα την αστυνομία.

Έτσι, ύστερα από 10 μέρες κι ενώ έπαιρνε το πρωινό του, εισόρμησαν ξαφνικά αστυνομικοί στο σπίτι του και τον συνέλαβαν.

Η δίκη ήταν πολύκροτη. Ο Βόιντ, ο άνθρωπος που περιέπαιξε και ταπείνωσε το στρατό και την κυβέρνηση, είχε γίνει στα μάτια του απλού κόσμου σχεδόν εθνικός ήρωας. Κι ακούστηκαν απ’ το ακροατήριο έντονες αποδοκιμασίες κατά του δικαστηρίου, όταν ο πρόεδρος ανήγγειλε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κόσμος τη θεώρησε πολύ αυστηρή και ο Κάιζερ, συμμεριζόμενος τις λαϊκές απόψεις, τού ‘δωσε χάρη ύστερα από 20 μήνες.

Αποφυλακιζόμενος ο Βόιντ έφυγε στο Λουξεμβούργο, όπου και εγκαταστάθηκε άνετα, ύστερα από μια εφ’ όρου ζωής χορηγία που τού ‘δωσε μια βαθύπλουτη χήρα του Βερολίνου, η οποία είχε συγκινηθεί απ’ το λαμπρό ανδραγάθημα της θρασύτητάς του. Πέθανε το 1922.

© Αλέκος Αγγελίδης