Ο απολιθωμένος άντρας

Share

Αλέκος Αγγελίδης

Ένας απολιθωμένος άντρας κείτεται μισοξαπλωμένος στη μέση ενός απανθρακωμένου δρόμου, με την παλάμη του κλειστή και τα δάχτυλά του σφιχτά γύρω από μια χούφτα χρυσών νομισμάτων. Πρόκειτα άραγε για κάποιον κλέφτη που έτρεχε βιαστικός να ξεφύγει και να εξαφανιστεί ή μήπως πρόκειται για κάποιον βιοπαλαιστή, που προσπαθούσε να διασώσει εκείνες τις τρομερές στιγμές του θυμού του Εγκέλαδου ό,τι κατάφερε να συγκεντρώσει, αποταμιεύοντας για χρόνια;

Κανείς ποτέ δε θα απαντήσει στο ερώτημα αυτό και κανένας δε θα μάθει την αλήθεια. Πάντως, οποιαδήποτε κι αν ήταν η σχέση του με το χρυσάφι που σφίγγει στη χούφτα του, ήταν γραφτό του να το κρατάει εκεί στην παλάμη του σφιχτά για πάνω από 1600 χρόνια, θαμμένος μέσα σε στρώματα στάχτης και λάβας, ώσπου η αρχαιολογική σκαπάνη να τον φέρει στο φως τον 18ο αιώνα.

Ο άνθρωπος με το χρυσό, δικό του ή ξένο αδιάφορο πια, ήταν ένας απ’ τους πολίτες της Πομπηίας, του καλοκαιρινού εκείνου θερέτρου των πλούσιων Ρωμαίων, που βρίσκονταν κοντά στον κόλπο της Νεάπολης και που χάθηκε απ’ το πρόσωπο της γης τη φοβερή μέρα της 24ης Αυγούστου του 79 μ.Χ.. Τότε που ξέσπασε η κοχλάζουσα ορμή του Βεζούβιου, του οποίου η μανία έθαψε ολόκληρη την πόλη κι ολόκληρη την περιοχή μέσα στην πυρακτωμένη λάβα του.

Παράλληλα, όμως, διατήρησε στους όγκους της υφαιστειογενούς στάχτης και κάτω απ’ τα παγωμένα στρώματα της λυωμένης λάβας της την καρβουνιασμένη πόλη, όπως ήταν την ώρα της καταστροφής. Ένας μαγαζάτορας βρέθηκε να κλείνει την ξύλινη πόρτα του μαγαζιού του. Μερικά κορίτσια συζητούσαν δίπλα σε μια βρύση. Ένας φούρναρης μόλις είχε φουρνίσει τα 81 ψωμιά του στο φούρνο και κοίταζε μ’ ενδιαφέρον πώς ψήνονταν. Ένας πελάτης ενός καπηλιού μόλις είχε αφήσει στο μπάγκο τα χρήματα για ένα κρασί που είχε παραγγείλει. Τότε, ξαφνικά ξέσπασε η πρώτη φοβερή δόνηση. Η κοπέλα του καπηλιού προσπάθησε να πάρει τα λεφτά απ’ το μπάγκο, μα έμεινε εκεί με το χέρι απλωμένο. Όπως και τα ψωμιά του φούρναρη έμειναν στο φούρνο για να τα ψήσει η λάβα του Βεζούβιου και να βρεθούν, ύστερα από 15 αιώνες κάρβουνα σ’ ένα μουσείο της Νεάπολης.

Πολλοί απ’ τους κατοίκους, μόλις ένιωσαν το φριχτό ξύπνημα του κοιμώμενου γίγαντα, τράπηκαν αμέσως σε φυγή. Άλλοι, όμως, παρέμειναν στην πόλη, δεμένοι από ‘’δεσμά’’ που δεν ήταν δυνατό να σπάσουν αμέσως.

Μια ομάδα βρέθηκε να κάθεται ευλαβικά στην τελετή της κηδείας κάποιου φίλου. Μερικοί έσκαβαν βιαστικοί για να θάψουν τα τιμαλφή τους και θάφτηκαν οι ίδιοι στο λάκκο που άνοιγαν. Άλλοι τρύπωσαν στα σπίτια τους, προσπαθώντας να προφυλαχτούν απ’ την άσπλαχνη κι ακατανίκητη δύναμη του υφαίστειου. Ακόμα, πολλοί, μόλις ένιωσαν τα πρώτα σεισμικά κύματα, φόρτωσαν βιαστικά τα πράγματά τους σε κάρα, μόνο και μόνο για να παγηδευτούν σε λίγο στις στενές πύλες της Πομπηίας.

Οι πρώτες, όμως, δονύσεις δεν ήταν παρά μόνον οι αρχικές συσπάσεις των μυών του τέρατος.

Όταν ο Βεζούβιος σίγασε, ύστερ’ από 28 ώρες, η Πομπηία είχε θαφτεί σε βάθος 6 μέτρων μέσα στο θρυμματισμένο έδαφος και στα παχιά στρώματα της λάβας και 2000 κάτοικοί της απ’ τις 20 χιλιάδες του πληθυσμού της είχαν φύγει απ’ τη ζωή.

Η πόλη και η τραγωδία της είχε για σειρά αιώνων ξεχαστεί. Το 1748, όμως, ο Αλκουμπιέρι, μηχανικός του βασιλιά της Νεάπολης, άνοιξε διάφορες μικροστοές για να επιθεωρήσει ένα παλιό τούνελ, που είχε ανοιχτεί 150 χρόνια πριν κι έφερνε νερό απ’ τον διπλανό ποταμό Σάρνο. Κατά τύχη, η πρώτη στοά έπεσε μέσα στην αγορά της θαμμένης πόλης κι έφερε στο φως μια ωραία τοιχογραφία. Η επόμενη ανακάλυψη ήταν ο άνθρωπος με τα χρυσά νομίσματα στη χούφτα. Ο Αλκουμπιέρι άρχισε να παροτρύνει τους πάντες, με την ελπίδα πως κάποιος θα ενδιαφερθεί για την αποκάλυψη της χαμένης πόλης.

Έτσι,  το 1763 ο γιος ενός Γερμανού αγγειοπλάστη, ο Γιόχαν Βίνκελμαν, ενδιαφέρθηκε για τα απανθρακωμένα μυστικά της Πομπηίας κι άρχισε να μελετάει την ιστορία της. Οι κυβερνητικές υπηρεσίες, όμως, στη δικαιοδοσία των οποίων υπάγονταν η περιοχή, δεν του επέτρεπαν ούτε να την επισκεφτεί. Κατάφερε, όμως, δωροδοκώντας κάποιον αρμόδιο, να μπει και να δει από κοντά την περιοχή. Παράλληλα συνέχισε να μελετάει κομμάτι-κομμάτι ό,τι είχε έρθει στο φως ως τότε και άρχισε να δημιουργεί την δεκαέξι αιώνων ιστορία της πόλης. Τον επίμονο, όμως, μελετητή δολοφόνησαν άγνωστοι για άγνωστη αιτία στην Τεργέστη το 1768, πριν ολοκληρώσει το έργο του.

Ύστερα από ένα περίπου αιώνα ο Ιταλός αρχαιολόγος Γκιουζέπε Φιορέλλι, με προσοχή άρχισε με τη σκαπάνη και το φτυάρι του να ξεσκεπάζει σπίτι-σπίτι και δρόμο-δρόμο, προσέχοντας να μη χαθεί τίποτα ή να μην καταστραφεί κάτι κατά την ανασκαφή.

Σήμερα, τα δυο πέμπτα της Πομπηίας βρίσκονται ακόμα θαμμένα κάτω απ’ τις στάχτες και τη λάβα. Ίσως αυτό που μένει ακόμα άγνωστο κάτω απ’ τη γη να είναι πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι ήρθε στο φως μέχρι σήμερα.

© Αλέκος Αγγελίδης