Στον Ήλιο

Share

Αλέκου Ν. Αγγελίδη

Ήλιε μ’, γιε του Περίονα με τα ξανθά σου τ’ άτια,
που περπατάς περήφανα στου ουρανού το θόλο,
πάν’ στη χρυσή σου άμαξα, στ’ αστραφτερό θρονί σου.
Σήμερα βιάσε τ’ άλογα, λευτέρωσε τα γκέμια.
Κράτα σφιχτά το καμουτσί και χτύπα στα καπούλια,
σαν πάρεις τον κατήφορο στης γύρας σου τον κύκλο.
Και σα θα φτάσεις, Ήλιε μου, στη χώρα των γονιών σου,
συγκράτησε τα άλογα, τράβα τα χαλινάρια.
Εκεί σιγοπερπάτησε, κατέβα απ’ το θρονί σου.
Πάρε δαυλό απ’ το χέρι της, πύρα απ’ τη φωτιά της,
νά ‘χεις διπλάσια δύναμη όταν γυρίσεις πίσω.
Να ξεπροβάλεις την αυγή, όλος φωτιά γιομάτος,
με δύναμη αλλιώτικη, με λάμψη όλο ζωντάνια..
Και σα θα βγεις κατάκορφα αντάμα με τη μέρα,
σκίσε, Ήλιε μ’, την καταχνιά, σκόρπισε τη θολούρα,
τα σύννεφα ξεδιάλυνε και στα ουράνια λάμψε.
Να ζεσταθούν τα σύμπαντα κι η ξενιτιά η κρύα,
να ζεσταθεί η καρδούλα μου που είναι παγωμένη.
Κατέβα, Ήλιε μ’, χαμηλά, ζέστανε τα φτερά μου,
δυνάμωσε τα μπράτσα μου, άνδρειωσε το κορμί μου.
Να τεντωθούν τα νεύρα μου, να παίξουν τα πλατούρια,
ν’ ανάψουνε τα αίματα, να πυρωθεί η ανάσα.
Βάλε φωτιά στα στήθια μου, κουράγιο στην καρδιά μου,
να ξανοιχτώ μεσούρανα, να ανεβώ κοντά σου.
Ν’ αφήσω το χαμήλωμα, του κάμπου τα ισάδια,
του ξένου βάλτου τα νερά, της ξένης γης τα χνώτα.
Μαζί με τ’ άλλα τα πουλιά, που τώρα κείθε φεύγουν,
να πάρω τον ανήφορο, του γυρισμού τη στράτα,
σαν τον πετρίτη γερανό, τον πελαργό τον άσπρο.

Θέλω μαζί σου, Ήλιε μου, τον ουρανό να σκίσω,
τ’ αγριωπά τα πέλαγα μαζί σου να περάσω.
Ν’ αφήσω πίσω θάλασσες κι ωκεανών θολούρες.
Ν’ αφήσω μαύρα σύννεφα, γιομάτα καταφρόνια.
Κι όπως θα είμαι δίπλα σου, μέσα στην αγκαλιά σου
κι όταν αγνάντια θά ‘χουμε του Δία τα παλάτια
και έρχονται αστραφτερές του Παρθενώνα οι λάμψεις,
συγκράτησε το βήμα σου και πιο σιγά περπάτα.
Θέλω να δω από ψηλά, απ’ τ’ ουρανού τα ύψη
του κόσμου τα σταυρώματα και της ζωής τη φλέβα.
Να δω το γερο Όλυμπο, να δω Θεούς και Μούσες,
να δω πηγές π’ ανάβληζαν άγιο νερό της γνώσης.

Κι αν τα πελάγη, Ήλιε μου, μαζί σου τα περάσω
κι αν σε αιθέρες κι ουρανούς γνώριμους ξαναφτάσω,
τότε θα σείσω τα φτερά, θα ρίξω απ’ τις φτερούγες
του βάλτου πικροκαταχνιές, της ξένης γης τις πάχνες.
Θα πάρουν φως τα μάτια μου, το βλέμμα μου θα στράψει,
θα σφίξουν οι κλειδώσεις μου, τα κόκαλα θα δέσουν.
Τότε συ τράβα στο καλό, στη μάνα σου τη Δύση
κι άσε με εμένα μοναχό ψηλά να γυροφέρνω
σε ασημένιο ουρανό να διπλοφτερουγίζω
ως να γεμίσει η ψυχή ζωή, γνώση, ζωντάνια.
Να δω τι είχα κι έχασα, να δω σαν τι μου λείπει.

Κι αφού χορτάσω από ψηλά του τόπου μου τις χάρες,
πιο χαμηλά θα κατεβώ, καλύτερα να βλέπω.
Να ξαναδούν τα μάτια μου γαλάζια ακρογιάλια,
ακτές δαντελοστόλιστες, νησιά διαμαντοβράχια.
Να δω βουνά δασόραχα, βουνά πετροσπαρμένα.
Να δω στων λόφων τις πλαγιές ξέγνοιαστα ξαπλωμένα
χωριά μικρά κι ολόασπρα, σκόρπια μαργαριτάρια.
Να αγναντεύουν το γιαλό, τον Πλάστη να υμνούνε.
Να χαίρονται την ξαστεριά, το χρόνο ν’ αψηφούνε.
Στους ποταμούς να νίβονται, στα γκρέμια να σκαλώνουν.
Νά ‘χουν γυαλί το πέλαγος και χτένι τις χαράδρες.
Εκεί να καθρεφτίζονται κάθε πρωί και δείλι.
Να παίζουν με τα σύννεφα, να ντύνονται με χιόνια.
Να πλέκουν μ’ αγριολούλουδα στεφάνια τιμημένα,
τη Δόξα και την Αντρειά μ’ αυτά να στεφανώνουν.
Να δω το κύμα τ’ απαλό, τ’ αφροστεφανωμένο,
να μουρμουρίζει ξέγνοιαστο τραγούδι μυρωμένο,
καθώς θα πλένει αρμυρό των βότσαλων τα πόδια.

Οξιές και μαύρα έλατα ν’ αλαφροπλησιάσω.
Να γίνω αγνώριστο πουλί, μικρό ένα γεράκι.
Ψηλά να κάτσω στις κορφές, στα φουντωτά κλωνιά τους,
καθώς θα σιγοτραγουδούν, ν’ ακούσω το σκοπό τους.
Να μάθω το παράπονο και τον πικρό καημό τους.
Πώς κουβεντιάζουν την αυγή, το δειλινό τι λένε.
Πώς συζητούν αδιάκοπα με το Βοριά αντάμα.
Να μάθω τάχα σαν τι λεν, που τ’ άφησα έτσι έρμα.

Εκεί να σκούξω, Ήλιε μου, πως σκούζουνε κι εκείνα.
Ν’ αντιβουίξει ο πόνος μου στων φαραγγιών τα πλάγια.
Ν’ αφήσω στις χαράδρες τους να ξεχυθεί ο καημός μου,
που χρόνια τρώει αβάσταχτος τα δόλια σωθικά μου.
Και σα λαφρώσει η καρδιά και λαγαρίσει η σκέψη,
ψυχή να πάρω απ’ τ’ άψυχα, κουράγιο από τα βράχια.
Να κατεβώ στην άγια γη, το χώμα να φιλήσω.
Να πάρω λίγο αγιόχωμα να ρίξω στο κεφάλι
και της ζωής μου την κλωστή να ξαναδέσω πάλι.

Να γίνω Ήλιε μ’ στραυραϊτός, πέρδικα, χελιδόνι.
Να πάω να πιω κρύο νερό, μ’ αγρίμια να μιλήσω.
Να κατεβώ στις ρεματιές, να δω πώς ζει τ’ αρκούδι,
πώς βγάζει ρίζες το καπρί, πώς τρώει βελανίδι.
Ψηλά να βγω στα κράκουρα, στων όρνιων τα λιμέρια,
να δω σαν πού κουρνιάζουνε, πού έχουν τις φωλιές τους.
Να δω ζαρκάδια από ψηλά να παίζουνε στη χλόη.
Να δω λαγό τρεμόκαρδο τον ίσκιο του πώς τρέμει.
Με το πετροχελίδονο να παίξω μες στα γκρέμια
κι απ’ τ’ αψηλό το φρύδι τους τους κάμπους ν’ αγναντέψω.
Να δω αγριοπερίστερο να βόσκει μες στ’ αμπέλια,
να δω στη στρούγκα αρμεχτές και λιχνιστές στ’ αλώνια.
Να δω τον ίσκιο του βουνού στο σπάσιμο της μέρας,
να ξεμακραίνει αδιάκοπα, στο κύμα να βουτάει.

Και σα θά ‘ρθει τ’ απόβραδο και πας, Ήλιε μ’, στο στρώμα,
γλυκόηχο, νοσταλγικό να φτάνει της φλογέρας
το ξωτικό αντιβούισμα ολόγυρα απ’ τις στάνες.
Σμιχτό με τα βελάσματα, της στρούγκας χαροκόπι,
νά ‘ρχεται σκύλων γαύγισμα και τσοπανιών τραγούδι.
Τότε να βγω στα τρίκορφα, στις μυτερές κοτρώνες,
ν’ αφουγκραστώ στις ρεματιές πώς κλαίει η κουκουβάγια,
για το χαμό μου πώς θρηνεί που χάθηκα στα ξένα.
Και μια φωνή απ’ τα σωθηκά από κει ψηλά να βγάλω,
ν’ αντιβουίξουν λαγκαδιές, πετροπλαγιές και δάσια.,
για να μ’ ακούσουν τα πουλιά, τα έλατα, τ’ αγρίμια
πως γύρισα στον τόπο μου κι είμαι ξανά κοντά τους.
Να ξεθολώσουν τα νερά, πηγές να λαγαρίσουν,
να ξαστερώσει ο ουρανός, να ξαναβγεί η πούλια,
να πάψει και το κλάμα της η δόλια η κουκουβάγια.

Να βγω μετά κατάκορφα σ’ άγριων βουνών τα βράχια
μονάχος μες στη σιγαλιά ν’ ακούσω τους παλμούς τους.
Το καρδιοχτύπι να αισθανθώ αθάνατων προγόνων.
Και μες στην ξάστερη νυχτιά, στου φεγγαριού το δίσκο
να δω να στράφτουν δόρατα και περικεφαλαίες
τιτανομάχων πού ‘φυγαν κι αθάνατοι απομείναν.
Ν’ ακούσω λιανοντούφεκα, κλέφτικα καριοφίλια,
κλεφτών λεβέντικες ψυχές τη λευτεριά να υμνούνε.
Μες στα φυλλοθροΐσματα στου άνεμου την αύρα
ν’ ακούσω το περπάτημα παιδιών του Εικοσιένα,
νά ‘ρχονται πέρα απ’ τη Γραβιά, ‘πτο έρμο Μεσολόγγι,
των Δολιανών λεβεντουριά, δόξες της Αλαμάνας.
Πέρ’ από την Αράχωβα, απ’ τα Ψαρά, απ’ το Σούλι.
Απ’ το Μανιάκι νά ‘ρχονται αετοί του Παπαφλέσσα
και να μου λεν πώς νίκησαν οι αθάνατοι το χάρο.
Να δω το γερο-γούμενο με το δαυλί στο χέρι,
να μάθω πώς τραγούδαγε τη λευτεριά ο Διάκος.

Κι όταν η λάγνη η νυχτιά με το βουνό θα σμίγει,
τότε να κατεβώ κι εγώ, να πάω στους δικούς μου.
Να πάω να δω ποιοι πέθαναν και πόσοι ζουν ακόμα.
Να δω σαν πόσος μού ‘μεινε κι εμέ χρόνος να ζήσω.

Αλέκος Αγγελίδης

5 thoughts on “Στον Ήλιο”

  1. Τέλειος δεκαπεντασύλλαβος!!! Ποιος είπε ότι το μέτρο δεν είναι απαραίτητο στη σημερινή ποίηση; Μήπως η μη χρήση του μας διευκολύνει; Μήπως και η έλλειψη ρίμας είναι μια ακόμα ευκολία; Είναι αλήθεια ότι μερικά ποιήματα έχουν το μέτρο, το ρυθμό ακόμα και τη ρίμα στις λέξεις τους , στη φόρμα τους, στη ροή του λόγου, είναι από μόνα τους εύηχα και δεν χρειάζονται τεχνικές. Αυτό το ποίημα τα έχει όλα αυτά και επί πλέον έχει και ένα μέτρο, που σε ωθεί να το απαγγείλεις… φωναχτά, να το ερμηνεύσεις. Και όταν νιώσεις και τις ανατριχίλες που σου φέρνουν τα νοήματά του τότε αισθάνεσαι πολύ τυχερός που ήρθε μπροστά σου και το διάβασες.
    Ευχαριστούμε τη Διασπορική που μοιράζεται τόσο ποιητικά και ποιοτικά κείμενα μαζί μας.
    Με τους χαιρετισμούς μου και την μεγάλη μου εκτίμηση, Άρις Αντάνης

  2. Πω, πω τι ωραίο τραγούδι! Αυθεντικά δημοτικό σα να έρχεται από την εποχή που από στόμα σε στόμα οι ταλαίπωροι σκλαβωμένοι Έλληνες τραγουδούσαν τους καημούς και τις χαρές τους.
    Κύριε Αγγελίδη μας μη σταματάτε να γράφετε παρόμοια τραγούδια

  3. Δυστυχώς ο Αλέκος Αγγελίδης έχει πολλά χρόνια που έχει ταξιδέψει. Ευτυχώς όμως που υπάρχει η Διασπορική να μας στέλνει τα έργα του κάθε τόσο και να μας θυμίζει ότι, όσο τα έργα μας κυκλοφορούν όλοι θα μας θυμούνται και θα επικοινωνούν, μέσω ημών, μεταξύ τους. Η Διασπορική έχει πετύχει αυτό ακριβώς: να επικοινωνούμε μεταξύ μας και να γνωρίζουμε και άλλους πνευματικούς ανθρώπους -και μάλιστα δικούς μας- σε ολόκληρο τον κόσμο. Γι αυτό ας κρατήσουμε τα λόγια του: “έχουμε πολύ δουλειά ακόμη”. Άρις.-

  4. Μα τον Άγιο Γεράσιμο μ’έκανες να σ’ακλουθήσω στο ταξίδι σου και να νοιώσω μαζί σου τις χαρές και τις λύπες σου, τον ενθουσιασμό και τις απογοητεύσεις σου, με την τρομερή περιγραφικότητά σου να γευτώ το θυμάρι και την αλμύρα της πατρίδας. Μ’έκανες ηλιαχτίδα, μ’έκανες πουλί, μ’έκανες να δακρύσω. Ας είναι μαλακό το χώμα που σε σκεπάζει μεγάλε! Αιωνία σου η μνήμη Αλέκο Αγγελίδη.

Comments are closed.