Το Μήνυμα του Ναυτικού

Share

Ευάγγελος Κατεβάτης

Αν τύχει φίλε και διαβείς απ’ το στενό σοκάκι
Της γειτονιάς που τα παιδιά χορεύουνε συρτάκι
Όταν γυρνούν απ’ την δουλειά τ’ απόβραδο
Κι οι κοπελιές βγαίνουν στα παραθύρια
Το βλέμμα σήκωσε ψηλά κι ατένισε την κοπελιά
Που δεν φορά στολίδια, κι έχει το βλέμμα στο κενό
Ίσα ριχτό, χαμένο
Κι όταν γελά, χαμογελά με πρόσωπο θλιμμένο
Σαν όνειρο που χάνεται στο διάβα και πεθαίνει.

Αν τύχει φίλε και διαβείς απ το στενό σοκάκι
Της γειτονιάς που έζησα χορεύοντας συρτάκι
Τ’ απόβραδα
Και δεις την άνοιξη ψηλά στο παραθύρι μόνη,
Σαν κάποιο που κουράστηκε άμοιρο χελιδόνι
Να ξαποσταίνει, φύγε.

Πάρε το δρόμο το στενό που βγάνει στο λιμάνι
Κι έλα στην θάλασσα κοντά, κάθισε στο μουράγιο
Να δω μέσα στα μάτια σου τα μάτια τα δικά της
Μήπως ξανάβρω την ψυχή που μούκλεψε το κύμα
Όντας το πλοίο έρμαιο μέσα στην καταιγίδα
Παράδερνε σαν το πουλί που τούστησαν καρτέρι
Σε μακρινό περίπατο η μπόρα και τ’αγέρι.

Ελα να πάρεις μήνυμα απ τ’ αφρισμένο κύμα
Που σπά στο τσιμεντόχτιστο μουράγιο να το πάς
Στην κόρη που μαραίνεται πάνω στο παραθύρι
Και καρτερεί τα βήματα ν’ ακούσει τα χαμένα
Επάνω στο πλακόστρωτο, που άκουγε παλιά
Όντας κάθε απόβραδο γυρνούσα απ’ την δουλειά.

Αν τύχει κι έχουνε φτερά τα πόδια σου μην στέκεις
Ο φτεροπόδης άγγελος γίνε για την αγάπη
Και τρέξε στο σοκάκι της να πεις το μήνυμά μου.

Πες της πώς είν’ ανώφελο να καρτερεί ακόμα
Πες της πώς είν’ ο θάνατος που με κρατά δω κάτω
Πες της πώς είναι ο Θεός που … αγαπά τον κόσμο
Πες της ακόμα πώς εγώ της δίνω την ευχή μου
Από τ’ απύθμενα της θάλασσας σκοτάδια
Να ευτυχίσει στην ζωή
Ν’ αρχίσει να χαμογελά, ν’ αρχίσει να χορεύει
Να τραγουδά και ν’ αγαπά καθώς και πρώτα.

Δεν ήταν φτεροπόδαρος ο άγγελος που ήρθε
Ήταν αυτός ο κουζουλός ο γιος της Καλλιρρόης
Που όλοι τον πειράζανε στις γειτονιές του κόσμου.
Ήταν κοντός κι αδύνατος, είχε μεγάλη μύτη
Κι ένα πλατύ χαμόγελο, σαν θάλασσα μεγάλο.
Ένα καπέλο φόραγε μικρό και ξεφτισμένο
“Σαν την ζωή σας είν’ αυτό” φώναζε στον κόσμο.

Ήρθε λοιπόν και στάθηκε, εσήκωσε το βλέμμα
Κι ατένισε την κοπελιά μα τίποτε δεν είπε.
Ειδ’ ένα πρόσωπο χλωμό, αγγελοκαμωμένο
Να ‘χει το βλέμμα στο κενό, ίσα ριχτό, χαμένο
Είδε και τον βασιλικό γυρτό και μαραμένο
Και γιασεμιά απότιστα και κρίνα και ζουμπούλια
Είδε και παραμέσα της τον πόθο τον μεγάλο
Να ξαναδεί το ταίρι της, να ξαναβρεί τον άντρα.

Ήταν να πει το μήνυμα, μα μήνυμα δεν είπε
Σκύβει τους ώμους ο τρελός, την ανηφόρα παίρνει
Στρίβει στο δρόμο του ζερβά που βγάνει στο λιμάνι
Κι εκεί στο τσιμεντόχτιστο μουράγιο ανακαθίζει
Ρίχνει το βλέμμα στο κενό, ψάχνει να βρει το βλέμμα
Που του ‘δωσε το μήνυμα πίσω να του το δώσει.
Όλο νερό, μόνο νερό το βλέμμα συναντάει
Ουτ’ ένα κύμα δεν μπορεί να σπάσει στο μουράγιο
Μήπως ακούσει τη φωνή του πεθαμένου ναύτη.
Γαλήνεψε η θάλασσα, γαλήνη και αστέρια
Κάνουν απόψε συντροφιά στον κουζουλό του κόσμου.

Ευάγγελος Κατεβάτης
Καναδάς

Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στίς 22 Σεπτεμβρίου 1977 στην Ελληνοκαναδική εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Βανκούβερ, Βρετανικη Κολομβία, Καναδά