Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός και ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Share

Εις ανάμνησιν του γενναίου 1821, που είμαι βέβαιη ότι εσείς οι μακρινοί αδελφοί μας της Διασποράς, θυμόσαστε πιο έντονα και σωστά από ό,τι κάποιοι από εμάς εδώ, στον τόπο όπου χύθηκε τόσο αίμα, για να είναι ελεύθεροι και να “παίζουν παιχνίδια” με την ιστορία στα κανάλια και αλλού…

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την». Έτσι αναφέρει κάπου στο «Διάλογό» του ο Σολωμός. Σ’ αυτή τη γλώσσα, τη Νεοελληνική Κοινή, γαλουχήθηκε στα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του στο οικογενειακό του περιβάλλον και μέσα από τον προφορικό λόγο, γιατί το επίσημο γλωσσικό όργανο ήταν η Ιταλική στην Ενετοκρατούμενη Ζάκυνθο. Μετά τη δεκάχρονη παραμονή του στην Ιταλία για σπουδές, νέος 20 ετών, επιστρέφει το 1818 στην πατρίδα του που ήταν εκείνη την εποχή αγγλικό προτεκτοράτο.

Ένας ποιητής που δεν ήξερε να γράφει και να μιλά καλά την ελληνική γλώσσα επέστρεψε στην πατρίδα του γεμάτος ήθος, αγάπη, και με το πνεύμα της Ελευθερίας μέσα του (κάτι που είχε πάρει, μικρό ακόμη παιδί, από τους δασκάλους του Μαρτελάτο – ιεροδιάκονο – και Don Santo Rossi – καθολικό ιερέα, ο οποίος διώχτηκε από την πατρίδα του για τα φιλελεύθερα φρονήματά του- ).

Πλημμυρισμένος, λοιπόν, από τις φιλελεύθερες ιδέες που τότε καλλιεργούνταν στα ιταλικά πανεπιστήμια, γεμάτος γνώσεις και ζωή, μπαίνει στα αριστοκρατικά και πνευματικά σαλόνια της Ζακύνθου, όπου άνθιζε εκείνη την εποχή η Ποίηση, η Μουσική, η Τέχνη και η Φιλοσοφία.

Γίνεται γνωστός, αλλά ο ίδιος νιώθει σαν ανάπηρος γιατί δεν μπορεί να εκφράσει όλο το ποιητικό του πάθος στην Ελληνική Γλώσσα. Και κάποτε, (στα τέλη του 1822) , όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης (που ήταν και ο ίδιος ποιητής) ακούγοντας στίχους του Σολωμού, τον προέτρεψε: «…ο Παρνασσός της νεωτέρας Ελλάδος περιμένει ακόμα τον Dante της» αναφερόμενος στο ποιητικό τάλαντο του ποιητή, ο Σολωμός με μετριοφροσύνη του είπε: «Δεν ξέρω καλά τα Ελληνικά και επομένως , δεν μπορώ να γράψω κάτι καλό».

Ήταν, όμως, τα λόγια του Τρικούπη που έφεραν την ανατροπή στις αποφάσεις του Σολωμού, που λειτούργησαν σαν δαδί που άναψε τη φλόγα της αγάπης για τη νεοελληνική γλώσσα, που σιγόκαιε κάτω από τη στάχτη του χρόνου, και άρχισε να καλλιεργεί και να προσέχει με την ακοή κυρίως σαν αισθητήριο όργανο, την απλή γλώσσα του λαού και τα δημοτικά τραγούδια. Αλήθεια, ποια ήταν τα λόγια που του είπε ο Τρικούπης; «Η γλώσσα που βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η Ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στη μνήμη σας». Αγωνίστηκε πολύ να κατακτήσει τη γραπτή ελληνική γλώσσα και να πλάσει αυτούς τους υπέροχους στίχους του. Η ελληνική κερδίζει την ιταλική ολοένα και περισσότερο. Ο Σιγούρος γράφει γι αυτό : «…μεταχειρίζεται (ο Σολωμός) την ιταλική γλώσσα ως υπηρέτρια και τη νεοελληνική ως αρχόντισσα».

Τότε και ενώ η μικρή Ελλάδα θα αγωνίζεται να αποτινάξει το βαρύ ζυγό που πιέζει τα στήθη της, με την «κόψη του σπαθιού» θα φέρει την Ελευθερία.

Η ελληνικότατη ψυχή του επαναστατεί. Γιατί όπως λέει (β΄ σχεδίασμα): «…κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδους μεγαλείο και θα είσαι ευτυχισμένος».

Μέσα από αυτή την ελληνική ψυχή, την αγωνία, το παράπονο και τον πόνο γεννιέται ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, που τον χρήζει Εθνικό ποιητή.

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι σύμπασα η Ελλάδα που αγωνίζεται για το όραμα της ελευθερίας του Έθνους.

Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α΄ ήταν εκείνος που καθιέρωσε τον Ύμνο από το 1865 ως «Ύμνον του Έθνους και του Βασιλέως», τον οποίο μελοποίησε ο φίλος και συμπατριώτης του Σολωμού, Μάντζαρος. Μια καλλιτεχνική και αρχοντική φυσιογνωμία που είχε κάνει το σπίτι του μουσικοδιδασκαλείο και δωρεάν δίδασκε τους μαθητές του.

Η Ελευθερία για τον ποιητή, γενναία, μεταφυσική και απόκοσμη, βγαίνει από τους τάφους των προγόνων, όλων εκείνων που έχυσαν το αίμα τους για την Ελλάδα. Σε όλη την ιστορική της πορεία, στους ατέλειωτους αγώνες της, η Ελευθερία και μαζί της η Ελλάδα, σαν μια ιδέα, μια ψυχή, μια ελπίδα ζωντανή, θάβονταν μαζί με τους νεκρούς της, αγιάζοντας τα χώματα και καρτερώντας….

«εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή
κι ένα στόμα εκαρτερούσες,
“έλα πάλι”να σου πει».
(στρ.3 )

Χρόνια πικραμένη η Ελευθερία Ελλάδα, ζούσε στη σκλαβιά και στη φοβέρα.

«…γιατί τα ’σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά»(στρ. 4)
«…κι αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές» (στρ.7).

Μόνη της η Ελευθερία, αιματοβαμμένη ζητούσε βοήθεια, αλλά κανείς δεν της την έδινε.

«Μοναχή τον δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή
δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί» (στρ.10).

Αλλά η εθνική παλιγγενεσία έφτασε.

«Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει,
κάθε τέκνο σου μ’ ορμή
που ακατάπαυστα γυρεύει,
ή τη νίκη ή τη θανή» (στρ.15).

Αντιδρούν οι δυνάμεις. Ε, και;

«Δυστυχιά του, ω! δυστυχιά του!
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σε κείνο αντισταθεί»(στρ. 31
)

Και αρχίζει η φοβερή νύχτα της μάχης. Α! Ριγεί ο ποιητής και μαζί ριγούμε και εμείς.

«Α! Τι νύχτα ήταν εκείνη,
που την τρέμει ο λογισμός;
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατος πικρός» (στρ. 45).

Και παρακάτω, όλες οι ατιμώσεις και τα βάσανα, που έζησαν οι αδικοσκοτωμένοι Έλληνες από τους Τούρκους, βγαίνουν και οι ψυχές ζητούν εκδίκηση και οι σκελετωμένες μορφές χορεύουν μέσα στα αίματα.

«Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά» (στρ.57).

Δεν έχει πλέον όριο η αναμονή για τους Έλληνες. Η καρδιά τους έγινε πέτρα. Θέλουν να νιώσουν ελεύθεροι αλλά και να εκδικηθούν. Έντονο το ανθρώπινο στοιχείο του ποιητή.

«Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες και κείθεν η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί» (στρ.60).

Και ο πόλεμος (του ξεσηκωμού) κρατά τρία μερόνυχτα.

«Κοίτα χέρια απελπισμένα,
πως θερίζουνε ζωές!
χάμω πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές» (στρ.64).

Ο ποιητής λες και νιώθει ανακουφισμένος με το τέλος της μάχης και το ίδιο νιώθουμε και μεις μέσα από τις στροφές 72 και 73.

«Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώον χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά. (στρ. 72)

«Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
των ψευδόπιστων τ’ αστέρι.
φύσα, φύσα το ΣΤΑΥΡΟ» (στρ. 73).

Σταυρός, Νίκη, Ελλάδα, Ελευθερία: Συνώνυμα για τον ποιητή μας. Αμέσως μετά με ενθουσιασμό χαιρετίζει την Ελευθερία με την ίδια δεύτερη στροφή του Ύμνου.

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη Χαίρε! Ω! Χαίρε Ελευθεριά!».

Εδώ τελειώνει η β΄ Ενότητα του Ύμνου. Παρακάτω και μέχρι την 158η στροφή, η Ελευθερία περπατά περήφανη και εμψυχώνει τους πολεμιστές, στα διάφορα μέτωπα πολέμου σε ξηρά και θάλασσα, που αγωνίζονται «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».

Όλες οι ιστορικές στιγμές διαγράφονται ποιητικά μέσα από τη μορφή της που πρωτοστατεί.

Εδώ στην 138η στροφή θα μπορούσε να τελειώσει ο Ύμνος.

«Η καρδιά συχνοσπαράζει… ( από το θάνατο του Πατριάρχη )
πλην, τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η Θεά».

Με το «πλην» ο ποιητής μας μεταφέρει στον Επίλογο του Ύμνου, μέσα στον οποίο ζωντανεύει το ώριμο, σοβαρό πρόσωπο της Ελευθερίας που καθοδηγεί τους Έλληνες συμβουλεύοντάς τους και αποτρέποντάς τους από λάθη. Εδώ γεννήθηκαν και η περίφημη στροφή (144)

«Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει
“Πάρ’ το” λέγοντας και συ».

Γελαστή και απατηλή η Διχόνοια προσπαθεί να ξεγελάσει τους Έλληνες, που ήταν και, δυστυχώς, είναι επιρρεπείς σ’ αυτό το ελάττωμα.

Αλλά Διχόνοια και Ελευθερία δεν συμβιβάζονται

«Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά
αν μισούνται ανάμεσά τους
δεν τους πρέπει Ελευθεριά».

Υπολόγιζε πάντα στη βοήθεια των ξένων, των Ευρωπαίων. Και στο τελευταίο μέρος του Ύμνου μετά από την 151η στροφή, με τη φωνή των αγωνιστών και με έμβλημα το Σταυρό, ζητά τη βοήθειά τους, ελέγχοντάς τους που κρατούν ανθελληνική στάση, ενώ και εκείνοι είναι Χριστιανοί. Πώς αφήνουν τον Κάιν (Τούρκους), να υποδουλώνει τον Άβελ (Έλληνες); Πρέπει να πάρουν θέση απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα ή αλλιώς να χτυπήσουν το σημείο του Σταυρού, δηλαδή να παύσουν να είναι Χριστιανοί. Να πάψουν να είναι διπρόσωποι.

«Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά
δεν είν’ φύσημα αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά. (156)

«Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
λευθερίαν ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής; (157)

«Τούτο αν ίσως μελετάτε
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
Και κτυπήσετε κι εδώ». (158)

Έτσι τελειώνει ο Διονύσιος Σολωμός τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν»

Έτσι είναι η Ελευθερία Ελλάδα. Άρρηκτα δεμένη με τη Χριστιανική πίστη.

Η Ελευθερία ήταν πάντα το χώμα μας, τα βουνά μας, τα ποτάμια και οι θάλασσές μας, το κρύο το χειμώνα και η ζέστη το καλοκαίρι, η φτώχεια μας, η ψυχή μας, η ανάσα μας, η Ελλάδα.

Η Ελευθερία υπήρξε η Μάνα αμέτρητων Ηρώων

Η Ελευθερία ήταν για όλους τους προγόνους μας ο σκοπός της ζωής τους. Ήταν η ύπαρξή τους. Αυτή ή τίποτα.

Και τώρα τα παιδιά μας, που ζουν μέσα σε κάθε είδους ελευθερία, πολλές φορές δυστυχώς, δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημά της. Ίσως δεν μπορούν να καταλάβουν τον ποιητή, τον αγωνιστή, τον ήρωα, γιατί μεγάλωσαν έχοντας για πρότυπο άλλους ψευτοήρωες, κάλπικους και χωρίς αξιοπρέπεια όταν αναζητούν τα θύματά τους ανάμεσα στα άδολα παιδιά,

χωρίς ψυχή όταν αναδύονται μέσα απ’ τις αναθυμιάσεις της σκοτεινής κραιπάλης, της φιληδονίας και του κέρδους,

χωρίς αυθεντικότητα όταν ρετουσάρουν μυς και πρόσωπα και σώματα με κάθε σιλικόνη αυτοπροβολής και εγωισμού,

χωρίς πρόσωπο μέσα απ’ τα άγνωστα τούνελ των ιντερνέτ και των δεκάδων παραπλανητικών φίλτρων της τηλεόρασης και των μέικ – απ.

Ψευτοήρωες που νοιάζονται μόνο για την υπερφίαλη ύπαρξή τους και δεν έχουν χέρια, ικανά να αγγίξουν τις ψυχές.

Ήρωες χωρίς δύναμη για προσφορά και αγώνα, χωρίς το «δίνω» αλλά το «αρπάζω», που και οι ίδιοι –και κρίμα που δεν μπορούμε εμείς και πιο πολύ τα παιδιά μας να το αντιληφθούμε αυτό- είναι οι πιο δυστυχείς σκλάβοι του μυαλού και των «φρούδων» ελπίδων τους.

Ήρωες που ποτέ δε θα καταλάβουν την Ελευθερία των ποιητών μας, που , όπως λέει ο Παλαμάς,

« έχει της Νίκης τον αέρα,
έχει της Νίκης την ορμή,
πλασμένο το κορμί της όχι από σάρκα,
αλλά από Ψυχή».

γιατί οι ψευτοήρωες δεν έχουν ψυχή που μπορεί να είναι ελεύθερη, αλλά μόνο σάρκα, που ποτέ γι αυτούς δεν είναι ελεύθερη.

Ευαγγελία – Αγγελική πεχλιβανίδου

1 thought on “Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός και ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν”

Comments are closed.