Σεισμός Κεφαλονιάς 1953

Share

Αφιερωμένο στην μητέρα μου

Ευάγγελος Κατεβάτης

Αγκάλιασέ με μάνα από τον ουρανό
Να νιώσω την ανάσα, τη θέρμη σου ξανά
Ν’ ακούσω τη φωνή σου πάλι να τραγουδά
“άστα τα μαλάκια σου ανακατεμένα”.
Τα  μάτια σου να ξαναδώ, τα δακρυσμένα μάτια
Που χάσανε σε μια στιγμή, όνειρα και παλάτια
Όταν η γής τραντάχτηκε κι ο κόσμος μας εχάθη
Απ’ του σεισμού τον όλεθρο στο όμορφο νησί μας
Την ξακουστή Κεφαλονιά, καμάρι του Ιονίου.

Ήμουν παιδί έξι χρονών, αξέχαστη θα μείνει
Η ώρα που ο Εγκέλαδος απάνω στο θυμό του
Κατάστρεψε τον κόσμο μου, σκότωσε τη γιαγιά μου
Στη Σκάλα όπου έμενε στο πατρικό χωριό της
Επλάκωσε τη μάνα μου και αδελφή συνάμα
Με πέτρες και με χώματα στο μαγαζί μας μέσα.

Ένας χασάπης έτυχε περαστικός να είναι
Με τις φωνές και με βρισιές εμάζεψε τους άντρες
Για να ξεθάψουνε αυτούς που ήταν πλακωμένοι.
Η γης δεν εσταμάτησε να τρέμει κάθε τόσο
Κι’ αυτοί με τρόμο, προσοχή και με αυτοθυσία
Τη μάνα και την αδελφή ξεπλάκωσαν θυμάμαι.

Τα μάτια μου βουρκώνουνε στη θύμηση ετούτη
Και η καρδιά μου σφίγγεται, τα πόδια παραλύουν
Να δω το σώμα το σεπτό, κατακρεουργημένο
Απ την μανία του σεισμού, τη φυσική κατάρα.
Τα αίματα εστάζανε απ’ όλο της το σώμα
Και οι πληγές εχάσκανε, γεμάτες από χώμα
Τα κόκαλα φαινόντουσαν, Θεέ μου τι εικόνα!
Γιατί μας το έκανε αυτό η φύση θε να ξέρω;

Όλων τα μάτια τρέχανε σαν να ‘τανε κηδεία
Καθώς  τηνε πηγαίνανε σε μια ελιά από κάτω
Και γω τους ακολούθαγα κλαίγοντας για τη μάνα.
Αργά την αποθέσανε και τρέξανε αμέσως
Την αδελφή να βγάλουνε που ήταν από κάτω
Από της μάνας αγκαλιά, καλά προστατεμένη.

Μια γρατσουνιά δεν βρήκανε στης αδελφής το σώμα
Μον’ το σταυρό εβγάλανε που είχε μες’ το στόμα.
Κι όλοι δοξάσαν τον Θεό ακόμα κι η μητέρα
Όταν τα μάτια άνοιξε, ψάχνοντας για την κόρη
Αυτή που την ελάτρευε σε όλη τη ζωή της
Ποιότερο κι απ τα μάτια της, γιατί την αγαπούσε.

Ψάξανε όλοι για γιατρό, να ‘ρθεί να την γιατρέψει
Πήγανε στο χωράφι του και τον παρακαλούσαν
Κι αυτός τους είπε εν ψυχρό να μην τον ενοχλούνε
Γιατί ‘χε οικογένεια δική του να κοιτάξει.
Κι όλοι γυρίσαν κλαίγοντας, τη μάνα μου θρηνούσαν.
Που ήταν τοιμοθάνατη σε μια ελιά αποκάτω
Και κοίταζε τον ουρανό με το θαμπό της βλέμμα
Κι όλο ρωτούσε για εμάς “τι κάνουν τα παιδιά μου,
Που είναι τ’αγγελούδια μου να ρθού να τα ταΐσω;”

Εμείς κοιτάζαμε ψηλά, σηκώναμε τα χέρια
Για να μας ρίξουνε νερό, θεόξερες γαλέτες
Από τα ελικόπτερα κι από τ’ αεροπλάνα
Που κάθε τόσο πέταγαν επάνω στα ουράνια.
Κι όλος ο κόσμος έκλαιγε σ’ανατολή και δύση
Που βλέπαν την κατάντια μας στην τηλεόρασή τους
Και δίνανε τον οβολό γιατί μας επονούσαν
Σ’ αυτούς που κάναν έρανο, λεφτά για να μαζέψουν.

Σε λίγες μέρες ήρθανε της μάνας μου οι σώστες.
Ήταν Εβραίοι που’τυχε να βρίσκονται τριγύρω.
Γυμνάσια εκάνανε σε ένα υποβρύχιο
Και πήρανε τη μάνα μου επάνω σε φορείο
Κι από χωράφια και λιθιές την πήγαν στ’Αργοστόλι
Που ήτανε αγνώριστο, τέλεια καταστραμμένο
Απ΄το σεισμό που γκρέμισε τα πάντα στο νησί μας.

Απ’ τ’ Αργοστόλι Πάτρα, κι από Πάτρα Πειραιά
Από Νοσοκομείο σε Νοσοκομείο, τι τράβηξες μητέρα;
Έξι μήνες πάλευες, στ’αλήθεια Χαροπάλευες!
Μα τελικά το σώμα σου έγιανε από θαύμα
Αυτό ελέγαν οι γιατροί, χωρίς να βάλουν ράμμα.

Αγκάλιασέ με μάνα από τον ουρανό
Δώσε μου την ευχή σου να ξαναγεννηθώ.

Ευάγγελος Κατεβάτης
Βανκούβερ, Βρετανική Κολομβία, Καναδάς