ANHSYXASMOS

Share

Αναλυτική Προσέγγιση

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Λίγα λόγια επιχείρησα να εκφράσω πριν καιρό για το βιβλίο του Κωνσταντίνου Καλυμνιού με τίτλο «ANHSYXASMOS» αλλά ήταν ελλιπή για ν’ αναλύσουν ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Τ’ άφησα τότε στη μέση λόγω “ανειλημμένων υποχρεώσεων”. Έτσι συνήθως λέμε… Είχα λέει ‘ανειλημμένες υποχρεώσεις’, με μόνη διαφορά τώρα που θέλω να χρησιμοποιήσω αυτή τη φράση πώς είναι δυνατόν να φανώ ειλικρινής; Κανείς δεν θα με πιστέψει… Αυτά τα λόγια στα χρόνια που ζούμε είναι της μόδας και της καχυποψίας. Λίγοι είναι μεταξύ μας εκείνοι που βλέπουν πέρα από τα οπτικά εμπόδια είτε είναι μορφωμένοι και πολλές φορές φαντασμένοι είτε μικροαστοί και συνήθως ταπεινοί.

Έτσι είναι και η τέχνη του λόγου, για να πεις κάτι πειστικά πρέπει να το πεις με το δικό σου τρόπο και αν είναι δυνατόν να το πεις πρώτος, δίχως να σ’ έχει προτρέξει κανείς. Να είσαι λίγο περήφανος, να έχεις και κάμποση γνώση για την ιστορία, τον πολιτισμό, την αρχαία και σύγχρονη λογοτεχνία, τις θρησκείες, τις παραδόσεις, την επιστήμη, την αστρονομία, τη γλώσσα, τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια να γνωρίζεις σχεδόν τα πάντα ή να προσποιείσαι ότι τα γνωρίζεις. Διαφορετικά αρχίζεις να φαίνεσαι επαναληπτικός για να χρησιμοποιήσω απλή ορολογία.

Δεν μου ζήτησε κανείς να κάνω ανάλυση αυτού του βιβλίου, το γεγονός όμως ότι το έλαβα από τον ίδιο τον συγγραφέα μέσω ταχυδρομείου (και τον ευχαριστώ θερμά) πιστεύω μου δίνει το δικαίωμα να κάνω αν θέλω την ανάλυση που ακολουθεί. Ελπίζω να μην υπάρχει αντίρρηση πάνω στη συγκεκριμένη σκέψη από τον ίδιο.

Διάβασα αυτές τις μέρες, λοιπόν, όπως υποσχέθηκα το βιβλίο του Κωνσταντίνου Καλυμνιού. Δεν μου πήρε μέρες να το διαβάσω, μόνο 2 ώρες περίπου και μου δημιούργησε μερικά μικροπροβλήματα, εμένα προσωπικά, δίχως να συνυπολογίσω άλλων τη γνώμη ή την αξιολόγηση. Έθεσα έτσι μερικές προδιαγραφές πριν το αναλύσω και οι οποίες είναι:

  1. Σε γενικές γραμμές να είμαι αυστηρός στην εκτίμηση του επιπέδου της λογοτεχνίας για να μην την προσβάλλω. Στην περίπτωση της ποιητικής αυτής συλλογής όμως είναι λίγο πιο περίπλοκα τα πράγματα: Τον γηγενή λογοτέχνη στην Ελλάδα που γράφει στην Ελληνική γλώσσα πρέπει να τον κρίνουμε με τους όρους της προηγούμενης πρότασης. Τον λογοτέχνη του εξωτερικού όμως που γράφει στην Ελληνική πρέπει να τον κρίνουμε με λίγη επιείκεια διότι οι καθημερινές του γλωσσικές εκφράσεις δεν περιλαμβάνουν πάντα την Ελληνική.
  2. Εκτός αυτού δεν θα συνυπολογίσω στην εκτίμησή μου καμία φιλική σχέση που ίσως έχω με τον Καλυμνιό και θα τον δω ατόφιο μέσα από το πόνημά του σαν αποσπασμένο έργο από τις εκδόσεις του παρελθόντος και μια ολοκληρωμένη οντότητα που είναι το βιβλίο του αυτό.
  3. Η τράπεζα ιδεών που θα χρησιμοποιήσω στην κριτική μου θα σκοπεύει κυρίως στο εννοιολογικό περιεχόμενο και την εσωτερική συνοχή του κειμένου παρά στις οφειλές αρχιτεκτονικών της ποίησης που ίσως ακολουθούνται ίσως όχι. Κι αυτό γιατί ο ελεύθερος στίχος από φύσης του δεν υπακούει στις στιχουργικές δεσμεύσεις της παραδοσιακής ποίησης και μάλλον τις αμφισβητεί.
  4. Αποσκοπώ στην ευσύνοπτη ερμηνεία και όχι σε λεπτομερή παρουσίαση γραμματικών όρων και συνηθειών. Όμως τολμώ μια ολοκληρωμένη εικόνα η οποία επιθυμώ να δώσει έναυσμα στον αναγνώστη προς ανάγνωση του βιβλίου.

Σε γενικές γραμμές

Το ποιητικό κείμενο απευθύνεται είτε στο πρώτο πρόσωπο είτε στο δεύτερο, ενώ ως επί το πλείστον συνομιλεί με τον αναγνώστη για να προβάλλει τ’ ανάλογα συναισθήματα του εσωτερικού κόσμου του ποιητή. Αποτελείται από εβδομήντα-τέσσερα ποιήματα, όλα στην ελληνική (κυρίως δημοτική) αλλά με τίτλους πολλές φορές σε άλλες γλώσσες, αγγλική, αραβική, ακόμη και κινέζικη.

Τα θέματα με τα οποία ασχολείται είναι θρησκευτικά, πνευματικά, κοινωνικά, ιστορικά, δικαιοσύνη, φυσιολατρία κ.ά. Δηλαδή θα χαρακτηρίζαμε τέτοιου είδους συμβολική ποίηση σουρεαλιστική ή ότι χρησιμοποιεί τον σουρεαλισμό σαν τεχνοτροπία που θέτει ως πρώτο στόχο της την πιστή απόδοση της πραγματικότητας, άσχετα αν στις φράσεις της εμφανίζονται προσωποποιήσεις ή παρομοιώσεις.

Σε γενικές γραμμές ο Καλυμνιός εμφανίζεται ως ένας συμβολικός ποιητής. Στο βιβλίο αυτό χρησιμοποιώντας το στοιχείο του τυχαίου και έναν σχετικό αυτοματισμό, έχει ως στόχο να εκφράσει την καθαρή σκέψη, απαλλαγμένη από όσο το δυνατό περισσότερους περιορισμούς που επιβάλλει η λογική και οι ηθικές ή κοινωνικές προκαταλήψεις.

Εκτός των ποιημάτων οι σελίδες περιέχουν περί τα 25 καλλιτεχνικά ασπρόμαυρα σκίτσα που συμπληρώνουν το νόημα των ποιημάτων που συνοδεύουν.

Ο τίτλος

Ο τίτλος “ANHSYXASMOS” ή «Ανησυχασμός» κάνοντας χρήση ελληνικών χαρακτήρων (παρ’ όλο που δεν υπάρχει τέτοια λέξη καταλαβαίνουμε περίπου το μήνυμα του συγγραφέα) με προβλημάτισε λιγάκι. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι εννοεί το αντίθετο του «ησυχασμού» που προσκομίζει το στερητικό ‘α’ στην αρχή της λέξης.

Όπως συμβαίνει και στους τίτλους αρκετών ποιημάτων του εσωτερικού του βιβλίου προδιαθέτει ο συγγραφέας τον αναγνώστη ότι θα μιλήσει για μια εσωτερικά ελληνική πτυχή των μηνυμάτων τα οποία ίσως φαινομενικά να έχουν αλλόγλωσσο περιτύλιγμα  στην ουσία όμως είναι ελληνικά. Επίσης οι λατινικοί χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται υποδηλώνουν και την χώρα στην οποία γράφτηκε το βιβλίο εφόσον έχει ως επίσημη γλώσσα της την Αγγλική. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι απόλυτο ίσως απλά στη σκέψη του συγγραφέα.

Η διαπίστωση όμως ότι τα ποιήματα του βιβλίου ενόσω έχουν ένα περίβλημα άλλων γλωσσών και είναι γραμμένα στην ελληνική μου έδωσε μια θετική αίσθηση του υποσυνειδήτου του λογοτέχνη. Ο τίτλος των λατινικών χαρακτήρων ίσως επίσης σημαίνει ότι παρ’ όλο που όλα τα τεκταινόμενα στο περίγυρο της σύγχρονης οικουμενικής γνώσης εμφανίζονται με κάποια πολιτιστική μάσκα είναι βασικά ελληνικά στην ιδεολογία, στην ιστορία, στην επιστήμη, στην τέχνη.

Προσωπικά δεν συμβιβάζομαι με την τάση της εποχής μας να περιλαμβάνει ξενικά σύμβολα, λέξεις και φράσεις για να αποδώσει μια εικόνα μοντερνισμού, όπως για παράδειγμα το ελληνικό ερωτηματικό  ‘;’ που αντικαταστάθηκε από το αγγλικό ‘?’ στην δικτυακή μας επικοινωνία. Μπορώ ν’ αραδιάσω αρκετά παραδείγματα εδώ, μη εξαιρουμένης της τάσης χρήσης των λεγόμενων “greeklish” στη διαδικτυακή επικοινωνία για την οποία τάση έχω τους δικούς μου προσωπικούς ισχυρισμούς. Τοποθετώ αυτή την Διαδικτυακή τακτική, που χάριν συντομίας πολλές φορές χρησιμοποιείται, στο πλαίσιο της άτυχης χρήσης της γλώσσας (και μιλώ εδώ αποκλειστικά για την επικοινωνία στο Διαδίκτυο). Δεν την συνιστώ, δεν την στηρίζω, δεν τη χρειάζομαι.

Στην ποίηση όμως πρέπει να υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερα όρια.

Από αντίθετη όψη με τις ευκολίες που παρέχει η τεχνολογία σήμερα διάφοροι λαοί ήρθαν σε μια πρωτόγνωρη για την ανθρωπότητα επικοινωνία μεταξύ τους και ως επακόλουθο δανείστηκαν εύκολα ο ένας από τον άλλο γλωσσικά, πολιτιστικά, ιδεολογικά, καλλιτεχνικά και άλλα στοιχεία. Συνάμα έγινε πιο εμφανής η οικειοποίηση του ελληνικού πολιτισμού από άλλους λαούς παγκοσμίως.

Η Επικοινωνία

Ο Ρώσος γλωσσολόγος Roman Jakobson μας λέει ότι για να υπάρχει σωστή επικοινωνία μεταξύ πομπού και δέκτη πρέπει να υπάρχουν έξι παράγοντες:

  1. ο πομπός
  2. ο δέκτης
  3. το μήνυμα
  4. το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου επιτελείται η πράξη επικοινωνίας
  5. η επαφή ή σύνδεση μεταξύ των δυο (πομπού και δέκτη)
  6. ο κώδικας (στη λογοτεχνία είναι η γλώσσα) που πρέπει να είναι κοινός για τον πομπό και τον δέκτη για να υπάρχει συνεννόηση

Ο Jakobson πάει και πιο πέρα μιλώντας και για έξι λειτουργίες της γλώσσας που αντιστοιχούν σ’ αυτούς τους πιο πάνω παράγοντες.

Δεν θα κάνουμε ανάλυση γλωσσολογίας εδώ και των λόγων του ερευνητή, άλλωστε δεν είμαι αρμόδιος στο θέμα, απλά όμως ας εξετάσουμε την πέμπτη και έκτη λειτουργία των πιο πάνω παραγόντων που είναι η «φατική» και η «μεταγλωσσική». Δηλαδή αυτές που προσφέρουν τη δυνατότητα στον πομπό και στον δέκτη να ελέγχουν ότι εξακολουθεί να υφίσταται η επικοινωνία ή έχει διακοπεί.

Στην περίπτωση ενός βιβλίου η επικοινωνία είναι προς μια κατεύθυνση μόνο, εφόσον ο αναγνώστης συνήθως δεν έχει τη δυνατότητα να ρωτήσει περισσότερες εξηγήσεις από το συγγραφέα για να καταλάβει πλήρως τα μηνύματα. Άρα ο συγγραφέας είναι ο οδηγός και ο εκτελεστής στην ανάγνωση και κατευθύνει σε χώρους του νου και του υποσυνείδητου που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζει ο αναγνώστης πού θα τον βγάλει. Γιατί αν γνώριζε την κατάληξη τότε για ποιο λόγο να διαβάσει το βιβλίο; Κατά συνέπεια αφήνεται ελεύθερος στα χέρια του συγγραφέα κατά έναν τρόπο του λέγοντος.

Μπορούμε δηλαδή να παραλληλίσουμε την ανάγνωση ενός πονήματος μ’ ένα λεωφορείο στο οποίο οδηγός είναι ο συγγραφέας και επιβάτης ο αναγνώστης. Πρέπει άραγε ο αναγνώστης να γνωρίζει πού τον οδηγεί ο οδηγός; Βεβαίως! θα απαντήσουμε εμείς οι προδικασμένοι. Διότι αν δεν γνώριζε πού πηγαίνει γιατί ν’ ανεβεί στο λεωφορείο; Αν όμως ο οδηγός είπε στον επιβάτη έλα και έχε εμπιστοσύνη σ’ εμένα ερχόμαστε πιο κοντά στην παράλληλη περίπτωση του αναγνώστη ενός βιβλίου.

Ας προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα τώρα στο παράδειγμα: Μπορούμε άραγε να έχουμε τον επιβάτη με κλειστά μάτια αφαιρώντας του δηλαδή την ευκαιρία ν’ αναγνωρίσει τους τόπους που το λεωφορείο περνάει; Δεν νομίζω να υπάρχει κανένας που θα προτιμούσε να ταξιδεύει με κλειστά μάτια. Τοιουτοτρόπως και στη περίπτωση της ανάγνωσης ο αναγνώστης πρέπει να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο εμπρός του, για να υπάρχει ελπίδα ότι έχει μια ενημερωμένη κι ολοκληρωμένη εικόνα.

Στην περίπτωση του “ANHSYXASMOY” (να τι μπορούμε να κάνουμε με μια ελληνοποίηση της λέξης…) ξεκινάμε στο λεωφορείο με τον οδηγό που μας λέει «trust me» και προχωράμε με κλειστά τα μάτια. Στην προσπάθεια αναγνώρισης του περιβάλλοντος που προσπερνάμε δεν μπορούμε να κάνουμε χρήση όλων των αισθήσεων. Κι αυτό γιατί σε μερικά ποιήματα βρισκόμαστε εμπρός σ’ ένα γρίφο. Για παράδειγμα :

Ποίημα «Πρωϊνά Νέα» σ. 78

Συμφιλιωθήκαμε
με δρεπανηφόρα φεγγάρια
των μεγάλων νυχτιών.

Αν αγνοήσουμε το γεγονός ότι στη λέξη «πρωινά» είναι περιττά τα διαλυτικά, αρχίζει μια διαμάχη εντός μας στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τους στίχους. Μέχρι σήμερα παραμένω στο σκότος. Σ’ αυτό το σημείο είναι όπου ο σκεπτόμενος αναγνώστης θα διερωτηθεί, άραγε ήξερε ο ίδιος ο δημιουργός τι έλεγε ή απλά έριξε μερικές εντυπωσιακές λέξεις στο ποίημα σκοπεύοντας σε θριαμβολογίες; Θα μου πει κανείς, «μα γιατί δεν διάβασες και το υπόλοιπο;». Το διάβασα, και μου προσέφερε ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσω το θολό τζάμι μπας και δω ο τυφλός παραπέρα, αλλά εφόσον υπάρχει η τελεία μετά τη λέξη «νυχτιών» δεν μπορώ να προχωρήσω αγνοώντας μια ολοκληρωμένη πρόταση∙ την πρώτη πρόταση του ποιήματος, διότι έχουν ήδη καταρρεύσει η φατική και μεταγλωσσική λειτουργία.

Ποίημα «Πληγές» σ. 67


Κρέμομαι σαν ξεφουσκωμένο ασκί,
πάνω σε αναμνήσεις
που δεν έζησα ποτέ
και αιμορραγώ,
παραπονεμένους στίχους
του Νερούντα.

Εκτός από τη χασμωδία του «και αιμορραγώ» που συμβαίνει συχνά και σε έργα μεγάλων ποιητών, τι πάει να πει εδώ η φράση που ακολουθεί «..παραπονεμένους στίχους του Νερούντα»; Μάλλον εδώ θέλαμε μια τελεία μετά το ‘αιμορραγώ’ και κατόπιν ίσως «Διαβάζω {ή διαβάζοντας} παραπονεμένους στίχους …». Λείπει δηλαδή το ρήμα.

Ο τίτλος όμως του βιβλίου του Καλυμνιού με ενθουσιάζει πραγματικά, έστω και με το αλλόγλωσσό του περίβλημα. Μ’ ενθουσιάζει γιατί μου δείχνει έναν δημιουργό που σκέφτεται, που ανησυχεί, που δημιουργεί λόγω αυτών των σκέψεων και ανησυχιών. Άρα συνδέοντας τον τίτλο με την εμφάνιση και το σχέδιο το εξωφύλλου δεν μπορώ παρά να ενθουσιαστώ, τουλάχιστον εκ πρώτης όψης και να ζητήσω ν’ αναδιφήσω και να οικειοποιηθώ με τις ιδέες που τυχόν περιέχει. Από το σημείο αυτό και στο εξής ανέμενα να το ρουφήξω σαν δροσιά στην απόγνωση μιας θερμής νύχτας του καλοκαιριού που πέρασε φέτος σχεδόν απαρατήρητο.

Το περιεχόμενο

Εντυπώσεις προλόγου

Ας πάμε όμως τώρα στην ουσία του μηνύματος. Προχωρώντας προς το εσωτερικό του βιβλίου “ANYSHXASMOS”, βρήκα την πολυτονική γραφή αρμόζουσα των ιδεών που βρίσκονται στο περιεχόμενο, αλλά απέφυγα τον εξίσου πολυτονικό Πρόλογο της Δρα Έρμας Βασιλείου (γλωσσολόγου και λογοτέχνη) για δυο κυρίως λόγους:

  1. Πρώτα γιατί πάντα τρέχω στην ουσία και όχι στο περίβλημα (αν και το περίβλημα δίνει μια όψη πιθανής ουσίας), αλλά στο κάτω κάτω γιατί να υπάρχει στην ποίηση κάποιος πρόλογος. Η ποίηση είναι πρόλογος, είναι κυρίως θέμα και επίλογος μαζί από μόνη της. Διαφορετικά δεν είναι ποίηση αλλά ένα πεζογράφημα ή κάποια αινίγματα που θέλουν επεξήγηση. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έναν γνωστό και ενημερωμένο ποιητή όπως τον Καλυμνιό. Δηλαδή προσθέτοντας έναν πρόλογο σε μια συλλογή ποιημάτων γίνονται δυο πράγματα: πρώτα προσθέτουμε τη γνώμη κάποιου άλλου σ’ ένα βιβλίο που ενδεχομένως πρέπει να έχει μόνον έναν «νεροκουβαλητή» και τοιουτοτρόπως ξεφεύγουμε από το ενιαίο μήνυμα του δημιουργού του οποίου το όνομα εμφανίζεται στο εξώφυλλο και αφήνουμε πιθανότητες παραπλάνησης εκεί που μόνον ο λογοτέχνης και ο αναγνώστης πρέπει να υπάρχουν στην μεταφορά των ιδεών (βλ. Jakobson).
  2. Κατά δεύτερο λόγο, αν θελήσουμε τελικά να βάλουμε κάποιον πρόλογο που κάποιοι ίσως θεωρήσουν πως δεν αποτελεί πρόβλημα για ένα βιβλίο ποίησης ούτε αρνητικό του στοιχείο, εκτός όταν ο πρόλογος είναι μήκους έντεκα σελίδων. Μέτρησα τον αριθμό λέξεων του προλόγου και τον βρήκα να υπερέχει κατά πολύ του αριθμού λέξεων όλων των ποιημάτων του βιβλίου μαζί!

Αλλά είναι και το άλλο, ότι ίσως θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο χρειάζεται επιβράβευση και προώθηση ακαδημαϊκού για να αποφύγει τυχόν σθεναρή για το συγγραφέα κριτική. Στο σημείο αυτό θέλω να πιστεύω ότι ο Καλυμνιός δεν φοβάται καμία σθεναρή κριτική. Εξ’ ου και η δική μου ανάλυση. Στην περίπτωση του “ANHSYXASMOY” του πάντως δεν χρειάζεται προώθηση γιατί το βιβλίο στέκει από μόνο του επάξια στο στερέωμα της παροικιακής μας λογοτεχνίας.

Ο Σκιτσογράφος

Ένα μικρό προβληματάκι που είχα ήταν και αυτό των σκίτσων του βιβλίου. Τα σχέδια μ’ ενθουσίασαν αρχικά, γιατί είναι πολύ καλλιτεχνικά και συνοδεύουν επάξια το κείμενο, ταυτίζονται πολλές φορές με το περιεχόμενο πράγμα που δίνει μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη εικόνα του μηνύματος του συγγραφέα. Το προβληματάκι μου εμφανίστηκε όταν ενθουσιασμένος με τα σχέδια προσπάθησα να βρω τον καλλιτέχνη. Του κάκου προσπαθούσα. Δεν τον / την έβρισκα πουθενά. Άρα συμπέρανα ότι μάλλον ο ίδιος ο Καλυμνιός είναι και ο καλλιτέχνης / σκιτσογράφος πράγμα που τον εξυψώνει γιατί τον κάνει πολυτάλαντο. Μπράβο σου φίλε Κώστα, όμως θα σε παρακαλούσα αν ήταν δυνατόν να υπάρχει το όνομά σου εντός του βιβλίου αυτή τη φορά και ως σκιτσογράφος. Γνωρίζοντας όμως και προηγούμενες εκδόσεις του Καλυμνιού όπου συμπεριέλαβε δικά του σχέδια το συμπέρασμά μου φαίνεται και αυτονόητο.

Αφηγηματική ανάλυση

Στο κείμενο δεν παρουσιάζονται πολλά βασικά αρχέτυπα της ποίησης στη σύνταξη στίχου, στη δομή και στο λυρισμό της γραφής, στη συνοχή της σειράς των μηνυμάτων. Κάποιος είπε ότι δεν χρειάζεται ν’ αναλύουμε τέτοιου είδους ποίηση γιατί είναι μια σειρά συναισθημάτων του λογοτέχνη τα οποία είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε με επιτυχία το τι αισθανόταν ο δημιουργός τη στιγμή εκείνη και συνεπώς θα πρέπει απλά να προστρέξουμε στο τι αντιπροσωπεύουν για μας τους αναγνώστες αυτά τα νοήματα.

Δεν θα συμφωνήσω όμως απόλυτα με το πιο πάνω σκεπτικό γιατί πιστεύω ότι εφόσον ο λογοτέχνης αποφάσισε να δημοσιεύσει τον λόγο του, άρα τον κοινοποίησε, άρα θα πρέπει να γίνει και αντιληπτός από το αναγνωστικό κοινό για να φανεί χρήσιμος. Ιδιαίτερα όταν ο δημιουργός ανησυχεί για την κοινωνία στην οποία ζει όπως εμφανίζεται στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης η ποίηση του “ANHSYXASMOY” που είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, εκτός από λυρική κάποτε γίνεται ελεγειακή και κάποτε ειρωνική ενώ πάντα εμφανίζεται απόλυτη  για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αυτό το απόλυτο για μένα είναι ένα άλλο πρόβλημα στην ποίηση. Η ποίηση δεν μπορεί να είναι τέτοια γιατί το απόλυτο τείνει να την κάνει αποκρουστική.

Τελικά ας προχωρήσω πιο βαθειά στο περιεχόμενο κι ας μην φαφλατίζω με τα πέριξ. Εδώ όμως είναι ώρα μιας συνάντησης, μια μυσταγωγίας μεταξύ συγγραφέα και εργάτη της πένας (ή εργάτη του πληκτρολογίου αν με θέλετε πιο μοντέρνο). Δεν χωρούν τρίτοι εδώ.

Τα τέσσερα πρώτα ποιήματα με ξάφνιασαν με το στυλ μιας μεστής προσαγωγής στο πνεύμα της σύγχρονης ποίησης. Με οδήγησαν μετά από μια συνάντηση με ανησυχίες της ανθρώπινης σκέψης του μελετημένου δημιουργού στον ενδότερο χώρο της εσωτερικής διαμάχης. Εκεί βρίσκεται και το ζενίθ του στοχαστικού ποιητή, εκεί βρίσκεται το παν σ’ ένα ποιοτικό ποιητικό έργο. Είναι ο χώρος όπου ο τεχνίτης ψάχνει να βρει απαντήσεις στα προσωπικά του ερωτήματα είτε αυτά είναι λογικά και προσωπικά είτε αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος, αυτών που ταλανίζουν την κοινωνία.

Στην περίπτωση του Καλυμνιού είναι εμφανής αυτή η διαμάχη στον εσωτερικό του κόσμο, π.χ. μεταξύ των σύγχρονων θρησκευόμενων άθρησκων που προσκομίζουν απίθανα παραμύθια με αποτέλεσμα «Στις αυγές που ούτε οι υπνοβάτες τα πατούν, τρίζουν από απόγνωση και μαδούν τα χνώτα μας σαν φύλλα.» (ποίημα «Τίμιο Ξύλο», σ. 22).

Σε αντίθεση των πνευματικών αρχαίων μας προγόνων οι οποίοι έστω κι αν δεν υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια τα μηνύματά τους είναι σύγχρονα όπως καταλήγει ο δημιουργός να λέει στο ποίημα με τίτλο «Αριάδνη» (σ. 23):

«Ακολουθώ τυφλά, αγγίζοντας ένα πόδι μετά από το άλλο, τα νήματά σου που οδηγούν, στα αμνησιακά νερά της Νάξου».

Ο συγγραφέας καταγίνεται μερικές φορές σε κάποιο βαθμό λεξιθηρίας με εξεζητημένες λέξεις που τις περισσότερες φορές είναι κατανοητές εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις όπως «κοκουκούτσια» (βλ. ποίημα «Ωρίμασμα» σ. 118).

Στην πρώτη περίπτωση ο στίχος μεστός θυμίζει Χρύσανθο Λαζαρίδη, «οι νύχτες μίκρυναν κι είναι τόσο γλυκός ο ύπνος τις αυγές», χωρίς υπόνοια ότι ο Καλυμνιός γνωρίζει από Λαζαρίδη, αλλά το μήνυμά του είναι εξίσου ισχυρό και επίκαιρο.

Σε γενικές γραμμές το νόημα που εκπέμπει ο λογοτέχνης και είναι διάχυτο στο βιβλίο είναι εκείνο των ανησυχιών για την παρούσα και τη μελλοντική κατάσταση της κοινωνίας που ζει και συναναστρέφεται.

«Αναμαλλιαστήκαμε στο δαιδαλώδες σέρπωμα ενός αυτοερωτευμένου ερπετού. Την ώρα της απολύτρωσης μπροστά στον καθρέφτη, διπλώνω τη σάρκα μου στα δυο γύρω από το όνομά μου, για σάβανο.»

Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα ποιήματα «Ασκητική», «Εικόνα» και άλλα, ενώ το ποίημα «Μυστικά της Νέας Αλεξάνδρειας» φανερώνει τόσο έντονα μια εσωτερική πάλη μετά από τη γνώση ατυχών καταστάσεων στην κοινωνία που ζει και την τάση προς εξωτερίκευση που δεν τολμά να εκδηλωθεί. Για μένα αρκεί ότι υπάρχει αυτή η εσωτερική πάλη. Παρόμοια επίδραση έχει και η γνώση. Υπάρχει για να μας σμιλεύει τους ίδιους πιο σκληρούς, πιο αδυσώπητους, όπως η φύση από την οποία προερχόμαστε και θα επιστρέψουμε.

Τελικά εκεί που ρέουν όλα σαν φλοίσβος ρυακιού κάτω από πλατύφυλλα πλατάνια το κατακαλόκαιρο και συνδέεται νοερά από το πρώτο κιόλας ποίημα μέχρι και το δέκατο έκτο ο αναγνώστης με τον ποιητή έρχεται η αφύπνιση:
Το ποίημα «Δευκαλίων» στη σελίδα 42 πάει να τ’ ανατρέψει όλα:

Είμαι
σαν να μην παρομοιάζομαι
με τίποτα.

Τίποτα δεν καταδέχεται
να ζυγιαστεί μαζί μου…

Εδώ είναι που πατάμε φρένο και μπαίνουμε σε ακόμη πιο βαθύ προβληματισμό. Θυμηθείτε το απόλυτο για το οποίο μίλησα πιο πάνω.

Άραγε αυτά που μας έλεγε μέχρι τώρα προς τι αποσκοπούν; Στο να βρεθούμε αντιμέτωποι με ναρκισσιστικά στοιχεία σε μια ποίηση που από φύση της θέλει να είναι ρεαλιστική όσο και συμβολική; Άλλωστε η ιστορία του Δευκαλίωνος είναι παρόμοια με αυτή του Μωυσή και δεν είναι εντελώς αποσπασμένη από τα αμαρτήματα συνανθρώπων από τα οποία ο Δίας πάει να τον σώσει. Γιατί λοιπόν να μην παρομοιάζεται με κανέναν και με τίποτα; Αυτό το ποίημα είναι ένα από τα ελάχιστα της συλλογής που με προβλημάτισαν. Αυτό ειδικά όμως γιατί ενώ το ύφος ξεκινά γλαφυρό και ρεαλιστικό ξαφνικά περνάει στην άμυνα ο αναγνώστης, αμυνόμενος μια φαινομενική περιαυτολογία. Άραγε είναι αυτή μια συνυποδήλωση της πραγματικότητας ή ξέσπασμα απήνειας εν λόγοις, ενδεδυμένης μ’ ένα ευαίσθητο παρουσιαστικό.

Ευτυχώς όμως δεν πέφτουμε στο κενό πολλές φορές και έτσι επιπλέουμε σαν αναγνώστες τελικά στον γεμάτο συμβολισμό κόσμο που μας παρουσιάζει ελλείψει συγγραφικής σκηνοθεσίας. Η ποίηση, παρ’ όλο που δεν είναι ούτε μέσο ούτε στόχος, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και αυτούσιο μίγμα των δύο. Στο βιβλίο “ANHSYXASMOS” εκτός των χαρακτηριστικών που προαναφέρθηκαν και καταληκτικά η ποίηση παρουσιάζεται ενήμερη, καλλίγραμμη, στοχαστική, εμπρεσιονιστική.

Θερμά συγχαρητήρια στον συγγραφέα του οποίου τα ελληνικά αποτελούν τη δεύτερή του γλώσσα!

Ιάκωβος Γαριβάλδης

3 thoughts on “ANHSYXASMOS”

  1. Αν η ποιητική συλλογή ήταν δική μου ή αν ήμουν εγώ ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός θα ήμουν παρα πολύ ευτυχής, αν είχα μια κριτική στο αγαπημένο μου γραπτό, όπως αυτή που έκανε ο Ιάκωβος Γαριβάλδης για τον ANHSYXASMO. H ειλικρίνειά του, το θάρρος του, η λεπτομερής καταγραφή των “υπέρ” και των “κατά”, η επεξήγηση κάποιων νοημάτων, η παραδοχή της μη πλήρους κατανόησης κάποιων άλλων, η θεμελίωση των απόψεών του πάνω σε ρήσεις ή αρχές διατυπωμένες από άλλους επαϊοντες, όπως ο Roman Jakobson, η σωστή τοποθέτηση του εαυτού του στη θέση του αναγνώστη, προκάλεσε και σε μένα, τον αναγνώστη της κριτικής του έργου του Καλυμνιού, την επιθυμία και την περιέργεια να θέλω να διαβάσω το βιβλίο, τόσο για να ανακαλύψω όσα είδε και ο Ιάκωβος, όσο και για να… αμυνθώ προκαταβολικά, τρόπον τινά για λογαριασμό του ποιητή, να πάρω ίσως ακόμα και το μέρος του, να γίνω ένα με αυτόν και να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ιάκωβο που ασχολήθηκε με μένα, να του πω ότι τον θέλω να ασχοληθεί ξανά με το έργο μου, γιατί αυτά που μου δίδαξε μου ήταν απόλυτα χρήσιμα και θεμιτά και γιατί έγώ έτσι τις θέλω τις κριτικές: γνήσιες και όχι κατευθυνόμενες και δήθεν ευγενικές ή φιλικές. Παράλληλα δεν θα παρέλειπα, μαζί με τις πιο θερμές ευχαριστίες μου, να θυμηθώ τα λόγια του Rainer Maria Rilke, από το βιβλίο – ευαγγέλιο ” Γράμματα σε ένα νέο ποιητή”:
    “Ο δημιουργός είναι ένας κόσμος ολόκληρος για τον… εαυτό του. Στον εαυτό του και στη φύση που μαζί της είναι δεμένος, βρίσκει τα πάντα. Πασχίστε να ανασύρετε από τον βυθό των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η μοναξιά σας θα γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ΄έξω δεν θα φτάνει . Και αν από την επιστροφή στον εαυτό σας ξεπηδήσουν στίχοι μη σκεφτείτε να ρωτήσετε τους άλλους αν είναι καλοί οι στίχοι αυτοί. Κι ούτε να αναζητήσετε να ενδιαφερθούν τα περιοδικά . Οι στίχοι σας δεν θα είναι για σας παρά ένα αγαπημένο φυσικό σας χάρισμα, ένα κομμάτι κι ένας φθόγγος από τη ζωή σας. Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο όταν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνει κάποιος πρέπει να δει ποια ήταν η πηγή του. Τα έργα τέχνης ζούνε μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να τα ζυγώσεις. Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τα αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους. Να πιστεύετε τι σας λέει το δικό σας αίσθημα, σε πείσμα των αναλύσεων, των συζητήσεων και των εισαγωγών.” R.M. Rilke.
    Εγώ στο κείμενο του Ιάκωβου διέγνωσα την αγάπη που επικαλείται ο Rilke. Μιαν αγάπη που είναι εμφανής στις προσπάθειες και στις δικές του αγωνίες για τον πολιτισμό, την επικοινωνία, τη δημιουργία, τη διατήρηση των δεσμών με την πατρίδα του, εκτός των άλλων μέσων, και μέσα από τις σελίδες της “Διασπορικής”.
    Τέλος, Ιάκωβε, σου δηλώνω ότι ζήλεψα λίγο και μάλλον θα σου στείλω κι εγώ ένα δικό μου βιβλίο, αναζητώντας τη γνησιότητα της κριτικής σου ματιάς.
    Ο “ανησυχασμός” είναι τελικά πηγή δράσης και ισχυρό αντίδοτο κατά του εφησυχασμού και της ανίας. Ένα ποίημά μου με τίτλο “Γαλήνη ή αγωνία” τελειώνει κάπως έτσι :
    “Κι εγώ δεν ξέρω τι αξίζει πιο πολύ/ η γαλήνη ή η αγωνία της ψυχής μας? / Προσωπικά είχα επιλέξει την αγωνία /έχοντας πλήρη επίγνωση/ της πίκρας που τη συνοδεύει … ”
    Με εξαίρετη τιμή, ΄Αρις Αντάνης.-

  2. Αγαπητέ Άρι,

    Αν ο σκοπός της ποίησης δεν είναι να βελτιώσει τη ζωή μου τότε γιατί να υπάρχει; Αν δεν με φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία τότε γιατί ν’ ασχολούμαι;

    Με κάποιους μακρινούς φίλους μου εδώ στην Αυστραλία, τον Πήτερ Λιμ, με καταγωγή από τη Μαλαισία και κάποιον Εβραίο με καταγωγή από Πολωνία, εβδομηντάρηδες κι οι δυο τους, βγάλαμε την επόμενη εξίσωση:

    ΕΥ = ( ΑΠ + ΟΑ + ΜΣ + ΚΑ + ΑΔ ) x ΜΕ

    Όπου:
    ΕΥ = Ευτυχία
    ΑΠ = Αυτοπεποίθηση
    ΟΑ = Ολιγάρκεια
    ΜΣ = Μελετημένους στόχους
    ΚΑ = Καλοσύνη
    ΑΔ = Αποδοχή
    ΜΕ = Μέτρο

    Σκέφτηκα λοιπόν κι εγώ να τη μοιραστώ μαζί σας, παρ’ όλο που χωράει εδώ πολύ συζήτηση και θα πρέπει να γίνει στο Φόρουμ. Επαναλαμβάνω δεν είναι αποκλειστικά δική μου η εξίσωση, ούτε τολμώ κάποιες εξυπνάδες στους αγαπητούς, καταξιωμένους και φιλοσοφικά παιδευμένους φίλους της τέχνης του λόγου που μας πλαισιώνουν σ’ αυτό το χώρο.

    Τίποτα όμως δεν είναι απόλυτο, όπως και η εξίσωση κι ερχόμαστε δεύτεροι, γιατί οι πρόγονοί μας τα έχουν πει όλα.

    Ιάκωβος

  3. Έχεις δίκιο, αγαπητέ Ιάκωβε, ότι “η εξίσωση της ευτυχίας” σηκώνει πολλή συζήτηση. Μα αυτό είναι και το ωραίο: η συζήτηση, η ανταλλαγή απόψεων, ο σεβασμός στο λόγο του άλλου και στη σκέψη του, η αναγνώριση της προσπάθειας να δώσει διεξόδους στους προβληματισμούς των ανθρώπων και ιδίως των σκεπτόμενων ανθρώπων.
    Θα ήταν ωραίο να μπουν και άλλοι στον κόπο να πουν τη γνώμη τους για την εξίσωση και τις παραμέτρους που μπαίνουν σ’ αυτήν, που θα μπορούσαν ίσως να είναι και λιγότερες αλλά και περισσότερες. Το μέτρο βέβαια πρέπει πάντα να λειτουργεί ως αξίωμα, αφού, όπως πολύ σωστά είπες, ερχόμαστε και δεύτεροι. ( “Μέτρον άριστον”, Κλεόβουλος ο Ρόδιος). Η εξίσωση έχει στόχο μάλλον την κατά το δυνατό αντικειμενικοποίηση της αυστηρά υποκειμενικής έννοιας της ευτυχίας. (Μέχρι τώρα ό, τι ήταν ευτυχία για μένα δεν ήταν απαραίτητο ή σίγουρο ότι ήταν και για σένα).
    Εγώ ας πούμε, μέχρι που διάβασα την εξίσωση, είχα καταλήξει- και ήμουν κάπως ήσυχος- στο ότι ” επειδή όλα λειτουργούν δυϊκά στη ζωή μας, ευτυχία δεν είναι παρά το τέλος της δυστυχίας, όπως χαρά δεν είναι παρά το τέλος της λύπης και το αντίθετο”. Αν δεν τελειώσει το ένα δεν θα έχεις ιδέα για το άλλο. Σκέψου την ευτυχία σου όταν σου περνάει ο πόνος του δοντιού. Όση ώρα πονούσες, μπορούσες να σκεφτείς αν είσαι ευτυχισμένος ή όχι; Όταν περνάει όμως… Ω ! τι ευτυχία! Θυμάμαι και κάποιο φίλο που μου είπε: “Μέχρι που χτύπησα το γόνατό μου δεν ήξερα πως είχα… γόνατα!” Υπερβολικό ίσως αλλά σε βάζει και σε σκέψεις. Και η πρώτη σκέψη είναι ότι μάλλον δεν έχει παίξει μπάλα ο χριστιανός!
    Κουβεντιάσαμε πάλι και, για μένα, αυτό είναι ευτυχία. Κι επειδή πιστεύω ακόμα ότι “happiness is having something to look forward to” ( συγγνώμη για τα αγγλικά), μένω με την ευτυχή προσδοκία της επόμενης συζήτησης. Ευχαριστούμε για όσα μας δίνετε. Με τιμή Άρις Αντάνης

Comments are closed.