Το όνειρο του φίλου

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Θα πάω πίσω ορέ παιδιά,
θα πάω στην πατρίδα.
Τό ‘χω μεράκι στην καρδιά,
τό ‘χω τρανή ελπίδα.

Η πολιτεία η τρανή,
της μηχανής ο ρόγχος
έχουν για μένα πια γενεί
πνιγμού θηλιά και βρόγχος.

Μακριά στις στάνες, στα μαντριά
εκεί θα κατοικήσω
και πέρα, έξω στα χωριά
το σπίτι μου θα χτίσω.

Στο ρέμα που γοργοκυλά
τα θέμελα θ’ ανοίξω
και μες στα γάργαρα νερά
τους πόνους μου θα πνίξω.

Κει στα νερά μες στις ιτιές
πηγής  που μουρμουρίζουν,
νύφες, νεράιδες και θεές
θα με καλωσορίζουν.

Στην αγκαλιά της μοναξιάς
σαν γύρω θα ησυχάσω
και τους καημούς της ξενιτιάς
κοντά της θα ξεχάσω.

Θέλω να ζήσω ξέγνοιαστα,
όπως ήμουν παιδάκι,
τα ξένα μου είν’ αταίριαστα,
με τρώνε σα σαράκι.

Ξέρω, σαν πάω στον τόπο μου
απ’ την αρχή θα ζήσω.
Το χρόνο με τον τρόπο μου
πίσω θα τον γυρίσω.

Θέλω να βγω ξημέρωμα
στην πιο ψηλή ραχούλα,
στον κόσμο το ημέρωμα
να δω πώς φέρν’ η αυγούλα.

Να δω ασημένιο ουρανό,
να βγω στα καραούλια,
ν’ ακούσω τον Αυγερινό
πώς τραγουδάει στην Πούλια.

Στα δάση, στα ψηλώματα
θέλω να σεργιανίσω,
τα μύρα και τ’ αρώματα
της πλάσης να μυρίσω.

Να δω ζαρκάδια, κυνηγούς,
να ξανακούσω αηδόνι,
να ξανοιχτώ στους ουρανούς
όπως το χελιδόνι.

Θέλω να βγω στο Μύτικα,
να δω όλα τα μέρη.
Θέλω ν’ ακούσω τζίτζικα
μέσα στο καλοκαίρι.

Να δω τα στάχυα να λυγούν
στου δρεπανιού τη λάμψη,
να δω κοπέλες να τρυγούν
στου Αύγουστου την κάψη.

Σε ήσυχη ακροθαλασσιά
ξυπόλητος να τρέξω,
στα κύματα με ξεγνοιασιά
σαν το παιδί να παίξω.

Να τριγυρνώ με τους βοσκούς,
να παίζω με τσοπάνες,
να τραγουδώ γλυκούς σκοπούς
αμέριμνος στις στάνες.

Στις καταπράσινες πλαγιές
να δω λευκά κοπάδια,
σωστές ζωγράφου πινελιές,
να βόσκουν στα λιβάδια.

Να κατεβώ στις ρεματιές,
στις λιγαριές να μπλέξω
κι ένα στεφάνι από μυρτιές
για τη ζωή να πλέξω.

Να πάω στου γεροπλάτανου
τη ρίζα να καθίσω,
για κάποιου αγώνα αθάνατου
ηρώους να ρωτήσω.

Μπρος στο ‘ξωκλήσι τ’ αδειανό,
στον καθαρό αγέρα,
να κάθομαι το δειλινό
ν’ ακούω τη φλογέρα.

Νά ‘ρχονται οι ήχοι της γλυκά
και να με νανουρίζουν,
να μου μιλούν νοσταλγικά,
θυμάρι να μυρίζουν.

Ν’ ακούω τα βελάσματα
στο σβήσιμο της μέρας,
να με τυλίγει μ’ άσματα
τ’ απόβραδο ο αέρας.

Καμπάνας ήχοι από μακριά,
αλάργη ψαλμωδία,
ν’ αντιλαλούν στη ρεματιά
σα θεία μελωδία.

Να δω στις βραχοσκαλωσιές
αετοφωλιές ανάργια.
Ν’ ακούσω στις ρημοκλησιές
πώς κλαίει η κουκουβάγια.

Κι ένα σταυρό κάθε πρωί
με λούλουδα να ραίνω,
την όψη του την παγερή
με δάκρυ να ζεσταίνω.

Να τρέχω μέσα στο χιονιά
στους λόγγους πάνω-κάτω
και να ραγίζει η παγωνιά
στα πόδια μου από κάτω.

Οξιές να βλέπω γέρικες
να στέκουν σαν κολώνα,
καμαρωτές σαν πέρδικες
με τ’ άσπρα του χειμώνα.

Να τις λυγίζει ο βοριάς
κι αυτές ν’ αγκομαχούνε,
να τις ρωτώ της κλεφτουργιάς
τραγούδια να μου πούνε.

Σε κάθε βράχου την κορφή
αξέγνοιστα σαν τρέχω
και μια αθάνατη μορφή
για συντροφιά θα έχω.

Κι όταν η νύχτα στολιστεί
με του χιονιού τα κάλλη,
στην κάμαρά μου τη ζεστή
να βράζει το τσουκάλι.

Στο τζάκι να τριζοβολούν
τα κούτσουρα πελώρια
κι οι φλόγες, λόγχες ν’ απειλούν
τα κρύα ξεροβόρια.

Το τραγουδάκι της φωτιάς,
καθώς θα σιγοτρίζει,
ως μες στα βάθη της καρδιάς
θε να με νανουρίζει.

Των ξύλων ο σιγοτριγμός,
του τσουκαλιού η βράση,
ο μυρωδάτος ο ατμός
θα ευφραίνουνε την πλάση.

Στης φλόγας τα πηδήματα
που τη φωτιά αναδεύουν,
θα νιώθω χέρια πού ‘φυγαν
ξανά να με χαϊδεύουν.

Κι όταν ξανάρθει άνοιξη
κι ανθίσουν τα λουλούδια,
ο Απρίλης με κατάνυξη
κι ο Μάης με τραγούδια,

θα στάζουνε ανθόνερο,
βάλσαμο στην ψυχή μου,
να ζωντανεύει τ’ όνειρο,
η μοναδική ευχή μου.

Θα πάω πίσω ορέ παιδιά,
θα πάω στην πατρίδα.
Τό ‘χω μεράκι στην καρδιά,
τό ‘χω τρανή ελπίδα.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Ποιητική συλλογή “Καημοί και Πόθοι”