“Κατάθεση Ψυχής”

Share

Παρουσίαση βιβλίου: Κατάθεση Ψυχής της Αθηνάς Γκινάκη

Του  Χρήστου Φίφη

Κυρίες και κύριοι,

Η παρουσίαση ενός νέου βιβλίου είναι πάντα ένα πολιτιστικό γεγονός. Με πολλή ευχαρίστηση δέχτηκα να συμμετάσχω στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Κατάθεση Ψυχής της κυρίας Αθηνάς Λευθεριώτη Γκινάκη.[1]

Η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την ποίηση – ένα πολύ μεγάλο θέμα. Γιατί, τι σημαίνει η ποίηση για μας; ΄Ισως λίγο διαφορετικά πράγματα για τον καθένα, για πολλούς από μας. Τι μας μένει από αυτή; Πώς την προσεγγίζουμε; Ερωτήματα σαν αυτά θα μας έπαιρνε ολόκληρα βιβλία να τα πλησιάσουμε. Εντούτοις τέτοια ερωτήματα είναι πολύ σχετικά με την παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής.

Να πούμε με απλά λόγια ότι την ποίηση θα πρέπει να την δούμε σαν οποιοδήποτε άλλο λογοτεχνικό είδος, μόνο πιο επικεντρωμένη, πιο πυκνή, πιο επιγραμματική, πιο ρυθμική, πιο μεταφορική και συμβολική, πιο μουσική ή αναπαραστατική έκφραση, με έμφαση στις λέξεις, στους ήχους, στις εικόνες. Λέμε στίχοι, λέξεις, ήχοι και εικόνες είναι χαρακτηριστικά της ποίησης γιατί χαρακτηριστικά της πεζογραφίας είναι οι προτάσεις και οι παράγραφοι. Λίγα ή πολλά από αυτά ή πολλά άλλα παρόμοια, διακρίνουμε ή αναζητούμε σε κάθε ποίημα ή ακόμα και σε κάθε στίχο που ξεχωρίζουμε. Είναι τέτοια στοιχεία που κάνουν έναν στίχο ποίηση. Ποίηση είναι ο καίριος λόγος, ο καίριος στίχος, κάτι που περιέχει κάτι το καινούργιο, έναν πρωτότυπο τρόπο έκφρασης, μια διαφορετική εικόνα, έναν νέο συνδυασμό λέξεων, φράσεων και εικόνων που εκφέρονται με επιγραμματικότητα, μουσικότητα, συνειρμική γλώσσα, με ενάργεια. Ποίηση είναι ο εναργής δραστικός λόγος.

«Η ποίησις είναι η ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον «Πλόκαμο της Αχταμίρας» της Ενδοχώρας.  Η ποίηση είναι η κίνηση του ποδηλάτου, μια δυνατή μεταφορά. Αν σταματήσει η ρυθμική κίνηση του ποδηλάτου επιστρέφουμε στα πόδια, στην κίνηση της πεζογραφίας. Ο Σεφέρης στις «Δοκιμές» διακρίνει την ποίηση περίπου ως χορό (ρυθμικές κινήσεις) ενώ η πεζογραφία είναι το περπημα, η πεζοπορεία.

Τι θυμόμαστε, τι μας μένει από τις συλλογές που διαβάζουμε; Συνήθως κάποιοι στίχοι, ή κάποια ποιήματα που λειτουργούν ποιητικά, που εντυπώνονται στη μνήμη μας και θέλουμε να τα ξαναεπισκεφτούμε. ΄Ολα τα ποιήματα που διαβάζουμε ή όλοι οι στίχοι τους, δεν λειτουργούν ποιητικά, δεν είναι χορευτικός λόγος, δεν είναι ποίηση.

Σύμφωνα με τον Γιώργη Παυλόπουλο η ποίηση είναι πράξη ερωτική και πράξη απόγνωσης.[2] ΄Η κατά τον Πάουντ¨η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης. Ας κάνουμε μια σύντομη περιήγηση σε στίχους και ποιήματα που συχνά ίσως θυμούμαστε και επιθυμούμε να τα ξαναεπισκεφτούμε:

Πώς θυμόμαστε το Σολωμό; Στη σκέψη μας ανακαλούνται φράσεις, μουσική και εικόνες, όπως «γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα», «άκρα του τάφου σιωπή», «Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε» ή εκείνο το υποβλητικά επιγραμματικό ποίημα «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη».

Πώς θυμόμαστε τον πληθωρικό Παλαμά; Φέρνουμε στη μνήμη μας την παγανιστική εικόνα της λεβεντιάς του Διγενή που τολμά να κοιτάξει το Χάρο κατάματα, στο «Καβάλα πάει ο Χάροντας το Διγενή στον ΄Αδη». Θυμούμαστε τα ποιήματα του «Τάφου», τα ποιήματα των «Πατρίδων», τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», τους στίχους «Ζωή δεν είναι τίποτα για μας έξω από σένα/αγάπα και ξεφάντωνε και δούλευε και ζήσε…».

Στον αντίποδα του Παλαμά ορθώνεται ο Καβάφης με την «Πόλη», την «Ιθάκη», «Τα Τείχη», το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» με τη δραματική φράση/δίστιχο: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους;/ Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύσις». Ο Παλαμάς και ο Καβάφης θεωρούνται μεγάλοι ΄Ελληνες ποιητές. Πιθανόν, από πλευρά όγκου, ο Καβάφης δεν έχει γράψει ούτε το ένα πεντηκοστό της παραγωγής του Παλαμά αλλά, θα τολμούσα να πω ότι ο σύγχρονος αναγνώστης, (ο αναγνώστης μετά το 1970), θυμάται περισσότερα ποιήματα του Καβάφη παρά του Παλαμά.

Από τον Κώστα Βάρναλη προβάλλουν ποιήματα όπως οι «Μοιραίοι», ή οι δραματικοί μονόλογοι, όπως «Οι πόνοι της Παναγίας», «Η Μαγδαληνή», ο «Ιούδας» ή ο τραγικός εκείνος στίχος «Αχ! Πούσαι νιότη πούδειχνες πώς θα γινόμουν άλλος!».

Από τη Ζωή Καρέλλη, ένα λαμπρό ποίημα που διακρίνεται είναι «Η ΄Ανθρωπος». Θα έλεγα, ως λιτή, εξομολογητική και δυνατή έκφραση  στέκεται δίπλα στο γνωστό τροπάρι της Κασσιανής «Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…». Θα έλεγα ¨οτι το ποίημα της Καρέλλη εκφράζει περισσότερο τη σημερινή ψυχολογία τηςγυναίκας από το ποίημα της Κασσιανής.

Από τον Σικελιανό να θυμηθούμε τον «Παν», την «Ιερά Οδό», του «Οσίου Λουκά το Μοναστήρι», τον «Νεκρόδειπνο», τον «Παλαμά», τον στίχο «Η Ελλάδα σέρνει το χορό ψηλά με τους αντάρτες».

Από τον Καρυωτάκη ποιήματα με το σαρκασμό, όπως «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», «΄Ολοι μαζί», «Ο Μιχαλιός», «Ιδανικοί Αυτόχειρες», η «Πρέβεζα» ή τον στίχο «Η ποίησις/ είναι το καταφύγιο που φθονούμε».

Από το Γιώργο Σεφέρη ποιήματα όπως ο «Ερωτικός Λόγος», «Οι σύντροφοι στον ΄Αδη», «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο», τα ποιήματα του «Μυθιστορήματος», «Με τον τρόπο του Γ. Σ.» με τον γνωστότατο στίχο «΄Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…», «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», η «Ελένη»,  τους στίχους από την «Ελένη»: «Τι Θεός, τι μη Θεός και τι το ανάμεσό τους», «Τ’ αηδόνια δεν σ’αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες», ή

«μαντατοφόρους που έρχονται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη».

Από τον ποιητικό ποταμό του Γιάννη Ρίτσου να θυμηθούμε τον «Επιτάφιο», την «Κυρά των Αμπελιών», την «Τελευταία π.Ανθρώπου Εκατονταετία», τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», «Το Τερατώδες Αριστούργημα».

Να θυμηθούμε τους στίχους από την «Αμοργό», το μοναδικό ποίημα του Νίκου Γκάτσου:

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι,
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Να προσέξουμε πόσο απλή είναι η γλώσσα αλλά και πόσο καίριοι είναι οι τρεις παρακάτω στίχοι του Μιχάλη Κατσαρού:

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία.

Να θυμηθούμε μερικά ποιήματα από τον λιτό, επιγραμματικό αλλά και ειρωνικό λόγο του Δημήτρη Τσαλουμά: «Ο άρρωστος Μπαρμπέρης», «Του Καβαλάρη φρόντισα», «Γοργόνα», «Λάζαρος», «Τσιγγάνικο», «Το Ψυχικό», «Αγανάχτηση προοδευτικού», «Συμβουλή», «Αναβολή».

Τελευταία διάβασα τον καίριο στίχο «Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε» και πόσο προφυώς εκφράζει την παρούσα ελληνική οικονομική κρίση. Δηλαδή να σωθεί από κάποιο θαύμα ή άλλο τρόπο η παρούσα ελληνική κατάσταση, χωρίς να διορθωθεί τίποτα από το φθαρμένο και διεφθαρμένο κοινωνικοπολιτικό  σύστημα. Ο στίχος αυτός μοιάζει, αλλά δεν είναι του Νίκου Καββαδία, είναι του Κώστα Ουράνη («Πάψετε πια…»). Το ποίημα από το οποίο προέρχεται αφορά τον αιώνιο ποντοπόρο Οδυσσέα και το οδυσσειακό θέμα αλλά ο μεστός αυτός στίχος στέκεται μόνος του σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις.

Αυτά βέβαια είναι μόνο μερικά, από έναν πολύ περιορισμένο κύκλο ποιητών και ποιημάτων. Ο καθένας έχει τον δικό του κύκλο ποιητών και ποιημάτων που άλλοτε, συνήθως μόνο μερικώς συμπίπτουν με τον κύκλο ποιητών και ποιημάτων των άλλων.

Και να έρθουμε και στη συλλογή Κατάθεση Ψυχής της κυρίας Αθηνάς Λευθεριώτη Γκινάκη. Όπως λέει και το γνωστό άσμα «εγώ κατάθεση ψυχής και συ ταξίδι αναψυχής». Σε κάποιο ποίημά της, πράγματι, η Γκινάκη μιλάει για ταξίδι αναψυχής. Γράφει στο ποίημά της «Το ταξίδι στην πατρίδα».

Στο μακρινό ταξίδι αναψυχής
τα όσα είδα χρωμάτισαν την καρδιά μου,
έζησα συγκινήσεις που με πήγαν σ’ εποχές
κι αναμνήσεις που ήταν πάντα στα όνειρά μου…(σ.132)

 

Οι συγκινήσεις, στο ποίημα χρωματίζονται από τις αναμνήσεις και την απόσταση του χρόνου.

Το «Κατάθεση Ψυχής» – συνεκδοχικά παραπέμπει σε έκφραση πολύτιμων εσωτερικών καταστάσεων, σε έκφραση ατομικών αισθημάτων, σε λυρική ποίηση. Και πράγματι, η συλλογή της Γκινάκη είναι ένας λυρικός πίδακας αισθημάτων, αναμνήσεων και συνεκδοχικών συλλογισμών.

Μιλήσαμε προηγουμένως για στίχους και ποιήματα που να ξεχωρίζουν για κάποιο λόγο. Ας αναζητήσουμε κάποια τέτοια στοιχεία στα ποιήματα της Γκινάκη. Εξετάζοντας τα διάφορα μοτίβα της συλλογής της, βλέπουμε συχνά να αναδύεται η Κέρκυρα, η γενέθλια γη. Το γενέθλιο νησί συνδέεται με τις αποστροφές στη μητέρα, τον πατέρα, τ’ αδέλφια, την ΄Ανοιξη. Στο ποίημα  «Η προαίσθηση της μάνας», (σσ. 32-34), η προαίσθηση της μάνας αντηχεί στις σκέψεις της αφηγήτριας μέσα από το χάσμα των χρόνων:

…Κι η μάνα της τής έλεγε
πριν φύγει απ’ το χωριό της:
«Πού πας πουλάκι αφτέρωτο
σε ξένη χώρα μόνη;

(Ο αφηγητής ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον συγγραφέα του. Τα αισθήματα που εκφράζονται θα πρέπει να τα ερμηνεύουμε στο συλλογικό και όχι στο προσωπικό επίπεδο). Η μάνα είναι η μητέρα του ανώνυμου λαού, που μιλάει με το πνεύμα της παράδοσης, του δημοτικού τραγουδιού. Η αφηγήτρια στο παραπάνω ποίημα αναφέρεται σε προσωπικές εμπειρίες αλλά φέρνει κάτι από την ανατριχίλα του δημοτικού τραγουδιού – κάτι από την τραγωδία που γνώριζαν και τραγουδούσαν οι πρόγονοί μας σε παλιότερες εποχές:

«Πέρασαν χρόνια κι άργησε
η κόρη να γυρίσει…
Μάκραινε ο δρόμος, μάκραινε,
μάκραιναν οι αποστάσεις…

 

Στο «Σπίτι μου το πατρικό» η νοσταλγία ανακαλεί τον κόσμο των παιδικών αναμνήσεων και εμπειριών: το πηγάδι, τον κήπο, τις ροδιές, το «σταχτί γαϊδουράκι», τη σκυλίτσα ΄Ηρμα, τα βαρέλια με το κρασί. Και ακόμη:

Και μία στάμνα πήλινη, νερό να τη γεμίζει
Κι ένα τραγούδι απ’ τα παλιά να σιγοψιθυρίζει.
Πόσα θυμίζουν τον καιρό στο σπίτι μου το πατρικό
με θαλπωρή γεμάτο, τώρα είναι άδειο, μοναχό,
μ’ ανάμνησες γεμάτο. (σ.56).

Η πατρίδα και η μακρινή Κέρκυρα αντιπαραβάλλονται με τη θετή ή τη δεύτερη πατρίδα. Η θετή πατρίδα με τα δικά της μαγικά φίλτρα και τις συναισθηματικές της δεσμεύσεις ασκεί στο άτομο τις δικές της ελκτικές επιρροές. Η Γκινάκη στο ποίημα («Η Δεύτερη πατρίδα μου..», (σ. 97), δίνει επιγραμματικά την εικόνα ενός ψυχικά διχασμένου μετανάστη:

Η δεύτερη πατρίδα μου και η γενέτειρά μου
η μια κρατά το σώμα μου κι η άλλη την καρδιά μου.
Χρόνια παλεύει η μητριά να κλέψει την ψυχή μου,
μ’ αυτή έμεινε εκεί, στη γη την πατρογονική μου.

Το διχασμένο άτομο ζει σε δυο πατρίδες και βασανίζεται από την τυραννία των αποστάσεων:

Μα όλα τα όνειρα σαν έρθει η αυγή
Στο γλυκοχάραμα παίρνουνε κάποιο τέλος…
…Εκεί έκανα ρίζες και πλοκάμια σα δεντρί
Δεν είναι εύκολο να τα ξεπεράσεις…

(«Το ονειρεμένο ταξίδι»,σσ.135-136.)

 

Η οικογένεια είναι ένα συχνό μοτίβο στη συλλογή της Γκινάκη: οι γονείς και τ’ αδέλφια που έμειναν πίσω, τα παιδιά, ο χαμένος σύζυγος, η προσμονή, οι αποστάσεις. Τα παιδιά σχετίζονται με τις ρίζες, τα πλοκάμια και τις εμπειρίες της θετής πατρίδας.

΄Οταν πρωτοπαντρεύτηκα
στην Αυστραλία φερμένη
Ήμουν σ’ ένα δωμάτιο
στο Μπράϊτον κλεισμένη…

 

λέει στο ποίημα «Ο ερχομός μου στην Αυστραλία», (σσ. 41-46 ). Στο ποίημα η αφηγήτρια απευθύνεται στην κόρη της για να τις πει τα πρώτα της αισθήματα μοναξιάς και πώς η γέννηση ενός μωρού φέρνει στη μητέρα του συντροφιά και γεμίζει τη ζωή της.

Ο έρωτας – η αγάπη-  ως μοτίβο στα σχετικά ποιήματα παρουσιάζεται με διάφορες εικόνες και υπαινικτικές εκφράσεις «τρεμούλιασμα/ στης ζέστης το λιοπύρι, ήλιος, αστραπή, νεροποντή, αγκύλωμα/σαν της ροδιάς τ’ αγκάθι, βάναυσο/ καυτό καμίνι, πυρετός στο σώμα και στην καρδιά, θύελλα, γλύκα και φαρμάκι, λαβωματιά, τρικυμία και άφταστο σωσίβιο:

Και μες το πέλαγος σα να’ σαι ναυαγός
μ’ όλες τις σκέψεις σου τα κύματα σε παίρνουν.
Ψάχνεις να βρεις ένα σωσίβιο να σωθείς
Μ’ αυτές μες το βυθό σε ξεμακραίνουν (σσ. 70-71).

Η αγάπη όταν κουραστεί αλλάζει σε παγερή μορφή:

Λένε πως όταν κουραστείς/ την όψη σου αλλάζεις
γίνεσαι τότε παγερή…(σ. 76).

 

 

Μια ιδιαίτερη νότα στη συλλογή δίνουν οι αμερικανικές εμπειρίες των ποιημάτων «Ο Νέγρος» και “Cleveland Ohio”. Και τα δυο ποιήματα παρουσιάζουν δυστυχή άστεγα άτομα που προσπαθούν να βγάλουν τη νύχτα, ξαπλωμένα σε μια γωνιά του δρόμου, μέσα στην κρύα χιονισμένη νύχτα των βορείων αμερικανικών πολιτειών. Η αφηγήτρια παρατηρεί από το ασφαλές παράθυρο του ζεστού της δωματίου, στην πόλη Κλίβελαντ, έναν άνθρωπο να κοιμάται στο δρόμο, μέσα στο χιόνι του Δεκέμβρη, ενώ δίπλα του περνούν αδιάφοροι διαβάτες:

…ένας νέγρος που το κρύο τον τυλίγει
που κουλουριάζεται και στρίβεται σα φίδι,
το πεζοδρόμιο έχει κάνει για κρεβάτι
και τον σκέπασε το χιόνι σα φλοκάτη. (σσ. 111-112).

Η αφηγήτρια απορεί πώς ένας νέος άνθρωπος σε μια πλούσια χώρα που θεωρητικά κανείς δεν στερείται, να τον βλέπει μέρα – νύχτα εκεί «τυλιγμένο στο σακί». Η ίδια εμπειρία δίνεται στο ποίημα “Cleveland Ohio”. Εδώ όμως υπάρχει ένα πραγματικό «ναυάγιο της ζωής», ένας άστεγος ανάπηρος με ξύλινα πόδια, ξαπλωμένος στα σκαλιά της Δημαρχίας:

…Λίγο πιο κει φαρδύς πλατύς
Μες τα σκαλιά της Δημαρχίας
Ένα ναυάγιο της ζωής
Είχε δυο πόδια ξύλινα
Τοθύμα κάποιας τραγωδίας.(σσ. 113-114).

 

 

Δεν θα διαβάσω ολόκληρα τα ποιήματα, τ’ αφήνω στην ευχέρεια του αναγνώστη.

Στο ποίημα «Η Ζωή» η αφηγήτρια αντιμετωπίζει τα σκαμπανεβάσματα της ζωής με τη διάθεση ενός θεατρίνου που παίζει το ρόλο του στο θέατρο της ζωής:

Πες μου παλιάτσο, ποιος σ’έμαθε να παίζεις
τόσο υπέροχα πάνω στη σκηνή;
Μα τι ρωτάω, αφού είσαι θεατρίνος
τα έχεις μάθει στη δραματική σχολή.
Εμένα δεν με έμαθε κανένας.
Α! Ναι, μ’ έμαθε η ίδια η ζωή. (σ. 67).

Η συλλογή της Γκινάκη περιλαμβάνει και μερικά εύθυμα σατιρικά ποιήματα που κυρίως έχουν να κάνουν με άνδρες μεσόκοπους ή ηλικιωμένους που λιμπίζονται νεαρές υπάρξεις και χάνουν τα νερά τους. Θα τα αφήσω αυτά στην ευχέρεια των αναγνωστών.

 

 

Είμαι της άποψης ότι μια παρουσίαση δεν θα πρέπει να επιδιώκει την εξάντληση ενός βιβλίου, να δίνει μόνο νύξεις και ένα έναυσμα στον αναγνώστη για τη δημιουργία μιας δικής του σχέσης μαζί του. Θα τελειώσω με μια σύντομη αναφορά στο ποίημα «Απόγνωση» όπου παρουσιάζονται εικόνες φευγαλέων εναλλαγών λύπης και ελπίδας και το τρεμουλιαστό φάσμα της απόμακρης χαράς:

Τα σύννεφα έστηναν χορό σα να’ τανε τσιγγάνες
Με τα μαλλιά τα ξέπλεκα και τσι μακριές φουστάνες.
Τ’ αστέρια είχανε χαθεί σαν στην καρδιά η ελπίδα,
χαρά πού σε συνάντησα, πες μου χαρά πού σ’ είδα;
Γιατί ‘σουνα περαστική; Δεν στάθηκες, δεν πήρα,
μια χούφτα μόνο ψίχουλα κατά καιρούς επήρα. (σ. 58)

Ευχόμαστε στην κυρία Γκινάκη το βιβλίο της να είναι καλοτάξιδο.

26 Ιουνίου 2011

 

(Ο Δρ Χρήστος Ν.Φίφης είναι Honorary Research Associate στη Σχολή Ιστορίας και Ευρωπαϊκών Σπουδών του πανεπιστημίου La Trobe)

Σημειώσεις

[1]. Αθηνά Λευθεριώτη Γκινάκη, Κατάθεση Ψυχής, Κέρκυρα, 2010.
[2]. Γιώργης Παυλόπουλος, «Τι είναι ποίηση», Γράμματα και Τέχνες, Κύπρου, αρ. 83, (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1998). Αναδημοσιεύτηκε στο διαδύκτιο Lexima. gr, 22 Ιανουαρίου 2004.