Λισαβόνα

Share

«Ένα ταξίδι είναι πάντα και μια αποστολή διάσωσης, η συλλογή στοιχείων για κάτι που βρίσκεται σε πορεία εξάλειψης και σε λίγο θα χαθεί, το ύστατο αγκυροβόλημα σε ένα νησί που τα νερά το καταπίνουν.» Κλάουντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδόσεις «Πόλις»

Στο σύνολό τους οι Πορτογάλοι, τους οποίους συναντώ στο εξωτερικό, στο πλαίσιο των επαγγελματικών μου δραστηριοτήτων, αναφέρονται μετ΄ ευλαβείας πρωτίστως στον εθνικό τους ποιητή, πανευρωπαϊκής και όχι μόνον ακτινοβολίας, εννοώ ασφαλώς τον ευγενή ένοπλο Λουίς δε Καμόες ή Καμόενς (Luίs de Camoes ή Camoens). Γεννήθηκε το 1524 ή κατ’  άλλους το 1525 και πέθανε το 1580. Για τον Φερνάντο Πεσσόα ομολογώ ότι είναι συνήθως πιο συγκρατημένοι…

Τον εκτιμούν βεβαίως κι αυτόν ιδιαιτέρως, αλλά τον θεωρούν περισσότερο τέκνο της εθνικής τους παρακμής, του κοινωνικού μαρασμού, της συρρίκνωσης τους εν ολίγοις, παρά παιδί των λαμπρών Υπερωκεάνιων Φώτων. Στον πρώτο αναγνωρίζουν τον εμβληματικό ποιητή-ποταμό, τον ταυτισμένο απολύτως με τη μείζονα Πορτογαλία των πολλών Θαλασσών, των ατερμόνων Αρχιπελάγων και των άλλων τόσων υπέροχων Ηπείρων, οι οποίες τροφοδοτούσαν αφειδώς με τα αγαθά τους την ευτυχεστάτη Γενέτειρα. Το έπος του ΚαμόεςΛουσιάδες,,  Os Lusiadas στο πρωτότυπο, ολοκληρώθηκε το 1572. Λίγο αργότερα η χώρα του υπήχθη στο ισπανικό στέμμα.  Εμείς, για πολλούς λόγους, έχουμε έρθει πιο κοντά στον Φερνάντο Πεσσόα με τα εβδομήντα και πλέον ετερώνυμά του. Μάλιστα, τον αντιμετωπίζουμε ενίοτε ως να ήταν ο φιλολογικός δίδυμος, μάλλον ετεροζυγώτης, του ημετέρου Αλεξανδρινού. Έχει δε πολιτογραφηθεί Έλληνας λόγω των απανωτών μεταφράσεων μεγάλου αριθμού έργων του από φανατικούς λάτρεις του, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής συστολής. Η Λισαβόνα του γράφτηκε στα αγγλικά, τρία χρόνια μετά την εξόντωση μιας άλλης πόλης σημαδιακής, της Σμύρνης. Είναι δε το μόνο κεφάλαιο, το οποίο ολοκληρώθηκε  από τη φιλόδοξη σειρά τουριστικών οδηγών του Όλα για την Πορτογαλία. Βρέθηκε ανάμεσα στα άτακτα χαρτιά του μόλις το 1980. Κυκλοφορήθηκε δώδεκα χρόνια μετά. Ο πλήρης τίτλος του είναι Lisbon: What the tourist should see. Πρόκειται για ένα απροκάλυπτο εγκώμιο για την πόλη-πατέρα – τροφό – Μητέρα. Σημειώνω ότι το επίθετο «θαυμαστός-θαυμάσιος» απαντά δεκάδες φορές. Η συναισθηματική έξαρση μόλις που ελέγχεται. Η κλίμακα των επιφωνημάτων οδηγεί μαθηματικά στην παραμυθία της Αρκαδίας των απανταχού δημιουργών. Ίσως να βρεθεί κάποτε μέσα στο περιώνυμο κληροδότημά του αλκοολικού ποιητή, εννοώ το τρομερό μπαούλο του, την πολύφερνη κιβωτό του, «arca» στα πορτογαλικά, ακόμη και προσχέδιο της Λισαβόνας σε άψογους  ενδεκασύλλαβους ιαμβικούς στίχους.

Στον πρόλογό του, ο Alfredo Duarte Costa, προσώρας Πρέσβυς της Πορτογαλίας στην Ελλάδα, απομονώνει εύστοχα νομίζω, ό, τι συνοψίζει την υφολογική προαίρεση του διασήμου ομαίμου του Φερνάντο Πεσσόα. Το παραθέτω αυτούσιο για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Για τον επισκέπτη που φτάνει από τη θάλασσα, η Λισαβόνα, ακόμα κι από μακριά, υψώνεται σαν μια όμορφη ονειρεμένη οπτασία, αναδυομένη από το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, που ζεσταίνει ο ήλιος. Και οι τρούλοι, τα μνημεία, το παλιό το κάστρο ορθώνονται πάνω από το πλήθος των σπιτιών, σαν αγγελιαφόροι μακρινοί αυτού του θαυμαστού τόπου, αυτής της ευλογημένης περιοχής». Λίγες αράδες πριν σκιαγραφείται κατά τρόπο περίπου ιερατικό το πανόραμα ενός ιδεατού καθεδρικού ναού, παρά η πολεοδομική εκδοχή κοινής χρήσης. Οι αστυνομικοί δεν απλώς όργανα της τάξης, αλλά ενανθρωπισμένοι Άγγελοι του Ναού: «Στην έξοδο από το κτίριο του τελωνείου υψώνεται ένας μικρός αστυνομικός σταθμός που είναι πράγματι πολύ πρακτικός και ωφέλιμος. Εκεί γίνεται π έλεγχος των αχθοφόρων, προκειμένου να προστατευθούν οι ταξιδιώτες από μια πιθανή εξαπάτηση, που, παντού στον κόσμο, συμβαίνει αναπόφευκτα σε τέτοιες περιπτώσεις. Η αστυνομία αποστέλλει τις αποσκευές σε όλα τα μέρη της πόλης κι αναλαμβάνει η ίδια την ευθύνη για τη μεταφορά τους. Οι υπάλληλοι του αστυνομικού σταθμού είναι ιδιαίτερα κατατοπισμένοι και ομιλούν πολλές  γλώσσες». Το κλειδί σε ντο ματζόρε έχει καταδηλωθεί. Απομονώνω και πάλι τα εξής χαρακτηριστικά: «Από τους επτά λόφους της πόλης, που αποτελούν σημεία παρατήρησης, μπορεί κάποιος να θαυμάσει εξαίσια πανοράματα, καθώς από εκεί εκτείνεται απέραντη, ακανόνιστη και πολύχρωμη η μάζα των σπιτιών που αποτελούν τη Λισαβόνα».

Η γραφή μας φέρνει εκεί ακριβώς και μόνον, όπου πρέπει δηλαδή να πάει ο τουρίστας σύμφωνα άλλωστε με την καταδήλωση του τίτλου στο πρωτότυπο, ήτοι: What the tourist should see. Γι΄ αυτό και ο αναγνώστης δεν θα περιδιαβάσει την απαραίτητη γκρίζα ζώνη του λιμανιού, δεν θα δει γειτονιές του αγοραίου έρωτα, απόνερα της ζωής, καπηλειά και άλλα στέκια του εναλλακτικού σεξ ή παραγκουπόλεις με τους απόβλητους της πρώην θαλασσοκράτειρας. Αυτά τα κρατάει πεισματικά για τον εαυτό του ο σοφός ξεναγός. Δεν μας ξαφνιάζει όμως τίποτε πια. Το παιχνίδι των αιφνιδιασμών δεν παύει ποτέ. Γιατί άλλωστε; Ο ίδιος ο Πεσσόα δηλώνει και καθαρόαιμος αντι-ταξιδιώτης, ένας ακίνητος της κάμαρας, θαμώνας του ίδιου ταπεινού καφωδείου, πολέμιος της κίνησης, συμπεριλαμβανομένης της τουριστικής, όταν το απαιτεί άμεσα η στιγμή της εναντιωματικής έμπνευσης. Ιδού δια του λόγου το ασφαλές: «Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως, τελικά, είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. [.] Στην πραγματικότητα, η άκρη του κόσμου, όπως κι η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό, όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ· αν τα δημιουργώ, υπάρχουν· κι εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τα άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, το Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο πόλους – πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και τον δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε». Τουτέστιν η Λισαβόνα δεν υπάρχει παρά μόνον για τον εσωτερικό οφθαλμό. Ο κόσμος ισχύει περισσότερο ως παράσταση παρά ως εξ αντικειμένου πραγματικότητα. Η Λισαβόνα είναι όνειρο ονείρων. Εδώ ο Πεσσόα συναντά όχι μόνον τη σκιά του Καμόενς, αλλά και τον μονήρη της Φραγκφούρτης, τον άλλο σκοτεινό φιλόσοφο, τον Αρθούρο Σοπενχάουερ. (Ιδέτε Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας, επιλογή κειμένων – πρόλογος – μετάφραση: Άννυ Σπυράκου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1989).

Κατά τα άλλα, η ποίηση, η οποία έχει αβίαστα εμφιλοχωρήσει στον τουριστικό αυτό οδηγό, δεν θέλει να κρύψει το πρόσωπό της. Επιβεβαιώνεται έτσι άλλη μια φορά πανηγυρικά ο κανόνας του  Βάλτερ Μπέντζαμιν, ο οποίος ορίζει ότι «η ταξιδιωτική αφήγηση αποτελεί ενδεχομένως την ίδια την απαρχή της λογοτεχνίας». Γι’ αυτό και ο αναγνώστης παρασύρεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες στη νοσταλγία όχι μιας τυπικής δυτικοευρωπαϊκής πόλης, αλλά μιας αυθεντικής Εδέμ. Ό, τι δηλαδή στάθηκε για τον ξεναγό μας η ίδια του η πόλη. Φασματική, πραγματική και κάτι άλλο ανάμεσά τους. Στους αντίποδες μιας απίθανης ανθρώπινης κυψέλης, σαν κι αυτές που χαρτογράφησε ο μαέστρος της ψευδαίσθησης, ο Ίταλο Καλβίνο στις περιώνυμες πλέον Αόρατες Πόλεις του, στέκεται επιδιορθωμένη μετά από τόσες συμφορές, αγέρωχη και εντελώς  απτή ταυτοχρόνως η Πρωτεύουσα της ζωής του Φερνάντο Πεσσόα. Όπου, ως γνωστόν, κατοίκησε ακόμη και μέσα στα μουχλιασμένα από τους ατλαντικούς αιώνες υπόγειά της. Ένας έμπειρος τρωγλοδύτης του Όντος, ένας Ούτις του καταδικού του σύμπαντος.

Κι όπως μέσα σε κάθε Πορτογάλο υπάρχει μια έστω ικμάδα του Vasco de Gama, ένα έστω μόριο από εκείνον τον κλητήρα των ανακτόρων, τον Μαγαλιάϊς, τον γνωστό μας Μαγγελάνο, που δάμασε τον πλανήτη μας, έτσι και μέσα στη ψυχή του Φερνάντο Πεσσόα ζει και αναπνέει το πλάσμα ενός ωκεανογράφου, ο οποίος μνημείωσε ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού μας χάρτη. Εννοείται κατά τρόπο ανεξίτηλο. Κι όπως ισχυρίζεται ο Lawrence Durrell στο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του «όταν αγαπάς κάποιον από τους κατοίκους της, μια πόλη μπορεί να γίνει ένας ολόκληρος κόσμος». Κι εμείς αγαπήσαμε πολύ τον Φερνάντο Πεσσόα. Και γίναμε εν μέρει Λισαβονιάτες. Οφείλονται ευχαριστίες στον μεταφραστή του. Η περιήγηση διατηρεί αλώβητες όλες τις χάριτες του πρωτοτύπου. Τα δε ελληνικά της αποδίδουν τον δέοντα σεβασμό προς τον συγγραφέα. Ένα απόκτημα εν ολίγοις για τους άοκνους ταξιδιώτες και όχι μόνον.

Γιώργος Βέης
Book Press