Η θεωρία των χορδών

Share

Του Γιώργου Βέη

Γνωρίζουμε ότι o Ντεκάρτ ανακάλυψε το “Σύστημα Συντεταγμένων”, παρατηρώντας μια μύγα να περπατάει σ’ ένα ταβάνι με πλακάκια. Η μικρή ομάδα των επιλέκτων επιστημόνων, οι οποίοι κυκλοφορούν στις πυρακτωμένες σελίδες του μυθιστορήματος του Χοσέ Κάρλος Σομόθα, ανακαλύπτουν έντρομοι το Χάος, μελετώντας συστηματικά ορισμένα κρίσιμα πορίσματα της νεωτερικής Φυσικής.

Στη συνέχεια ισχυρών παροτρύνσεων και ανάλογων επιχορηγήσεων από μια διεθνή εταιρεία, συνωμοτικών μάλλον βλέψεων, οι ήρωες του βιβλίου οδηγούνται στη λήψη της πιο ριψοκίνδυνης απόφασης, να δουν δηλαδή στην οθόνη του υπολογιστή τους, απομονωμένοι σε ένα νησί του Ινδικού Ωκεανού, ονόματι Νέα Νέλσον, ό, τι συνιστά την προϊστορία και την Ιστορία. Κατ’ αρχήν επιλέγεται η περίοδος της επικυριαρχίας των δεινοσαύρων και ακολουθεί το διάστημα, το οποίο ορίζουν οι τελευταίες ημέρες του ιστορικού χαρακτήρα του Ιησού Χριστού. Ένα από τα νεότερα μέλη των μοιραίων σκαπανέων θα διαπράξει λόγω ακριβώς της άμετρης φιλοδοξίας, αλλά και της ακηδίας που τον διακρίνει, τον ολέθριο σολοικισμό, την εμπλοκή του δηλαδή στο συγκρουσιακό πεδίο των βίαιων τριβών του παρελθόντος με το τρέχοντα χωρόχρονο. Το τι επακολουθεί οφείλεται στη γνωστή μυθοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε καλώς συγκερασμένα σχήματα συνύπαρξης του Παραλόγου με το «απολύτως» Εφικτό, με τη συνδρομή πάντα των τελευταίων επιτευγμάτων των λεγομένων θετικών επιστημών, αλλά και της φιλοσοφίας εν γένει.

Η αρχή του Ντέιβιντ Χιουμ, η οποία τονίζει ότι «η εμπειρία είναι η αρχή που με πληροφορεί για τις διάφορες συζεύξεις των αντικειμένων στο παρελθόν. Το έθος είναι η αρχή που με κάνει να περιμένω το ίδιο και στο μέλλον. Και οι δύο μαζί λειτουργούν συνωμοτικά με τη φαντασία» αξιοποιείται καταχρηστικά: η υπέρβαση των μέτρων της αντοχής του ανθρώπου, καθώς ανοίγεται στο αχανές Αντικείμενο-Γεγονός, θα ποινικοποιηθεί από τον Ήλιο και θα τιμωρηθεί δεόντως από τις Ερινύες. (Ιδέτε Πραγματεία για την ανθρώπινη νόηση, 1.4.7.3, εκδόσεις «Πατάκη», 2005). Με άλλα λόγια, η σαφώς παραβατική και γι’ αυτό ολέθρια διάρρηξη των όσων καλώς ή κακώς παρήλθαν ισοδυναμεί, από πλευράς δεινών, με την προοπτική της θεοποίησης του ανθρώπου, όπως την προπαγανδίζει ο ανεκδιήγητος βιβλικός Όφις.

Στο βαθμό μάλιστα που ο χρόνος είναι κινητή μορφή της αιωνιότητας, όπως τον θέλει ο πλατωνικός Τίμαιος, τότε τα εξειδικευμένα πειράματα της ανάκτησης του απώτερου ή και απώτατου Πριν ενδέχεται να συμπαρασύρουν τον επιπόλαιο και ανώριμο παρατηρητή του χρόνου στην τροχιά του όντως όντος: η σύνδεση της ύπαρξης με τη συμπαντική δύναμη, την ακήρατη ποιότητα-ποσότητα, την οποία ονόμασε Βούληση ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, χωρίς προηγουμένως να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα, οδηγεί μαθηματικά αν όχι στην ανέκκλητη εξάλειψη του εγώ, πάντως στην απορρόφηση της υφής του από τον άγνωστο Χ της κοσμικής Μηχανής.

Αν όντως «η αντιμετώπιση του πεπρωμένου εξακολουθεί να παραμένει η πεμπτουσία της γνώσης», για να θυμηθούμε το εμβληματικό πρόταγμα του Ζωρζ Μπατάιγ, από την τελευταία του διάλεξη στο Κολέγιο Κοινωνιολογίας, το 1939, (ιδέτε Η ιερή κοινωνιολογία του σύγχρονου κόσμου, εκδόσεις «Κέδρος», 2006), τότε οι έκθαμβοι πολιορκητές του Χθες, διαπράττουν άλλο ένα σφάλμα: ακυρώνουν την διακρίβωση των παραμέτρων του μέλλοντος, ό, τι δηλαδή τους αφορά άμεσα, εδώ και τώρα, προκειμένου να αδράξουν το απαγορευμένο μήλο, δηλαδή το μολυσματικό παρελθόν του κόσμου. Κατά τα άλλα η ενδεχόμενη απαξία του παράτολμου έως ανθρωποκτόνου στη χειρότερη των περιπτώσεων εγχείρημα έχει ήδη υπογραμμιστεί δεόντως από ένα μέρος της λεγόμενης αποδεκτής λογοτεχνίας. Έστω οι εξής ενδεικτικοί αφορισμοί: «ο Σουηδός αφηνόταν στη συνηθισμένη ανθρώπινη επιθυμία να θες να ζήσεις άλλη μια φορά το παρελθόν-να περάσεις μερικά ακίνδυνα λεπτά μες στην αυταπάτη της επιστροφής στον ευεργετικό αγώνα του παρελθόντος.[…] Σε τελική ανάλυση, αυτό που αποκαλούν ‘‘παρελθόν’’ όσοι περιφέρονται σε κάτι τέτοιες συναντήσεις δεν είναι ούτε θραύσμα θραύσματος του παρελθόντος. Είναι το παρελθόν που δεν έχει εκτονωθεί – τίποτα δεν επανέρχεται στη μνήμη, τίποτα. Σκέτη νοσταλγία.» (Ιδέτε εν προκειμένω Φίλιπ Ροθ, Αμερικανικό ειδύλλιο, εκδόσεις «Πόλις», 1999, σσ. 164 και 87).

Η μετάφραση διακρίνεται και για τη ρηματική της ευλυγισία.

Γιώργος Βέης
Bookpress