Ο Καθρέφτης της Ηρωδιάδος

Share

Του Γιώργου Βέη

«Οι τρόποι για να καταλάβουμε στραβά τα πράγματα είναι ασύγκριτα περισσότεροι από αυτούς με τους οποίους θα τα καταλάβουμε σωστά, όπως συμβαίνει πάντοτε με παρόμοια εγχειρήματα, κι ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους για να τα καταλάβουμε στραβά είναι να πειστούμε ότι τα καταλάβαμε σωστά – έχει εξηγηθεί η συνείδηση, πώς δουλεύει η νόηση, η μηχανή του λογικού, η τελευταία λέξη». Κλίφορντ Γκηρτζ, «Αποσταθεροποιητική πράξη»*

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης ανήκει στους νεώτερους στοχαστικούς στιχόφιλους. Εγνωσμένης γλωσσικής επάρκειας και αισθητικής τριβής, παρακολουθεί με προσοχή και επαγγελματική συνέπεια το λογοτεχνικό έθος και τη συναφή παραγωγή, διαχρονικά μάλιστα, όπως διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται μέσα και έξω από τη χώρα μας. Αρθρογραφεί επίσης σε περιοδικά και εφημερίδες με τον τρόπο του αυθεντικού ποιητή: ως εξειδικευμένος αναγνώστης που είναι ήδη, αποδίδει πρωτεύουσα σημασία στην ειδοποιό διαφορά, καταγγέλλει κατά καιρούς συμβάσεις της λογοτεχνικής σκηνής μας, δεν παραλείπει να διαμορφώσει κριτικά σειρές ολοκληρωμένων θέσεων, ασκεί τεκμηριωμένο έλεγχο μέσα στο αποδεκτό πλαίσιο της καλόπιστης αντιπαράθεσης των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, βεβαίως διαμορφώνει γλωσσικό τοπίο και ακριβολογεί εκεί ακριβώς που άλλοι συνήθως φλυαρούν, περισπώνται ή παλιμπαιδίζουν.

Οίκοθεν νοείται ότι προσηλώνεται ιερατικώς στα ινδάλματά του, στα οποία συγκαταλέγονται φέρ’ ειπείν ο Καλλίμαχος, ο Μαλλαρμέ, ο Κ. Π. Καβάφης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Κώστας Καρυωτάκης, αλλά και ο νομπελίστας Πρέσβυς Οκτάβιο Πας. Περισσότερο εστέτ παρά «στρατευμένος στη στράτευση», περισσότερο ανθρωποκεντρικός παρά οτιδήποτε άλλο, δοκιμιογραφεί με φειδώ και περίσκεψη. Δεινός λατινιστής, μεταξύ άλλων, κλίνει μάτι στο πλέον υποψιασμένο κοινό της Αγοράς μας. Ρέκτης, εικονοκλάστης και ανακαινιστής ταυτοχρόνως λησμονημένων αλλά ευεργετικών ειδώλων, αγαπά το φιλολογικό παρελθόν ως σώμα του νυν. Σεμνύνεται όταν πιστεύει ότι το επιβάλλει η συγκυρία, αποδίδει όμως ευθύνες όταν οι πέριξ «καρποί» είναι μακάρια φληναφήματα. Γράφει διότι είτε εξανίσταται είτε δακρύζει από συγκίνηση.

Καρπός αυτής ακριβώς της δραστηριότητας είναι Ο καθρέφτης της ΗρωδιάδοςΌλα τα κεφάλαια, εκτός από τον “Δαιμονισμένο Αρλεκίνο”, ο οποίος φιλοξενήθηκε στο περιοδικό “Δέντρο”, δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην εφημερίδα “Αυγή”. Ευσύνοπτα, για να διαβάζονται και στο μετρό ή το λεωφορείο, προκαλούν τον αναγνώστη συχνά σε γόνιμο εσωτερικό ή εξωτερικό διάλογο. Πάντως είναι αδύνατον, το εγγυώμαι αυτό, να προκληθεί και η παραμικρή ανία. Το ακριβοδίκαιο ζύγισμα των προτάσεων, τα σωστά παραθέματα, οι ευκρινείς επιλογικές προαιρέσεις υποστηρίζουν απρόσκοπτα τη διεκπεραίωση της ειδικότερης ανάλυσης. Κοντολογίς, το ενδιαφέρον-δέλεαρ είναι καλά δολωμένο στο κειμενικό αγκίστρι. Έτσι, το παιχνίδι των συσχετισμών είναι συναρπαστικό. Η διαχείριση του στοιχείου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα όρια της παραγωγικής της χρήσης. Οι δε ποικιλίες των επαρκών παικτών προμηνύουν από τις πρώτες κιόλας παραγράφους καλές σέντρες, γοητευτικές τρίπλες και απρόσμενα φινάλε: π. χ. ο Λεύκιος και ο Αντίνοος, ο Σεφέρης, ο εξελληνισμένος Pater και ο Λυκόφρων, ο Έλιοτ και ο Γέητς, Βυζαντινοί, απόμακροι αλλά κιβωτοί γλωσσικού τακτ και σοφιστικής δεινότητος, δίπλα σε οτρηρούς Αλεξανδρινούς, συναποτελούν δείκτες-πορτρέτα- αφορμές επαναπροσεγγίσεων οριακών θεματικών συνισταμένων.

Έστω δείγμα των σχετικών αποτιμήσεων: «Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο Ανατόλ Φρανς καταχωρήθηκε στον περίφημο Index της καθολικής εκκλησίας (μεγίστη τιμή για συγγραφέα). Μήτε, φυσικά, που έγκειται η δραστικότητα του παραπάνω αποσπάσματος . Δηλονότι στην νέα οπτική γωνία από την οποία μας προκαλεί να δούμε ό, τι μέχρι τώρα αντικρίζαμε από το πρίσμα δύο χιλιετιών χριστιανικής κατήχησης. Ο Φρανς κλυδωνίζει τις εδραίες πεποιθήσεις μας. Το κορυφαίο γεγονός της οικουμενικής ιστορίας αίφνης σμικρύνεται σε ασήμαντο συμβάν. Ο χριστιανισμός κατηγορείται ως γιγαντιαία πλάνη. Πόσο αφελής κι ακίνδυνος φαντάζει μπροστά σ’ αυτή την εωσφορική χλεύη ο Κώδικας Ντα Βίντσι! Το αν, βέβαια, ο συγγραφέας της Επανάστασης των Αγγέλων έχει δίκαιο είναι άλλη υπόθεση. Ο Ανατόλ Φρανς συνεχίζει την ανεξίθρησκη παράδοση του Βολταίρου. Η τέχνη της ειρωνείας του στοχεύει στις αβασάνιστες πεποιθήσεις, τις ιδεοληψίες, τις προκαταλήψεις, τις Ύδρες του σκοταδισμού, τον τυφλό φανατισμό. Όχι σε ανθρώπινους χαρακτήρες κι ανθρώπινα πάθη. Ο Αλεξανδρινός όμως αναδιφά τα τελευταία. Τα δόγματα κι οι ποικιλώνυμοι φανατισμοί δεν τον απασχολούν. Οι θρησκευτικές έριδες είναι μόνον το σκηνικό της δικής του ανθρώπινης κωμωδίας. Κατά τούτο συνεχίζει μάλλον τον Θεόφραστο και τον προσφιλή του Ηρώνδα». (Ιδέτε «Η τέχνη της ειρωνείας: Καβάφης και Ανατόλ Φρανς»).

Ο ίδιος θεωρεί ότι το κάτοπτρο αυτό αποτελεί απλώς ένα προσωπικό λογοτεχνικό εγκόλπιο, ήτοι, όπως παραδέχεται κατά λέξη, “μυριόβιβλο” σε μικρογραφία. Η προλογική εξομολόγηση είναι χαρακτηριστική της όλης πρόθεσης. Παραθέτω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής: «Κατά την περιδιάβασή μου στον συναρπαστικό κόσμο της τέχνης του λόγου διαπίστωνα με έκπληξη παράδοξες και γοητευτικές συναντήσεις. Καθώς συνδιαλεγόμουν εγώ με τα κείμενα, έβλεπα πως κι αυτά συνδιαλέγονταν μεταξύ τους. Άλλοτε ο διάλογος αυτός ήταν ηθελημένος -υπήρχε δηλαδή συνειδητή επίδραση- κι άλλοτε όχι. Συνειδητοποιούσα έτσι πως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβουμε τη λογοτεχνία ήταν η ίδια η λογοτεχνία. Κατέληξα σε μια διευρυμένη εκδοχή της αρχαίας μεθόδου “Όμηρον δι’ Ομήρου σαφηνίζειν”. Το ένα έργο φώτιζε το άλλο, το παλιό εισχωρούσε στο σημερινό, οι φραγμοί του χώρου και του χρόνου καταργούνταν. Κι όποτε έβλεπα πως συνέβαινε αυτό, ένιωθα πως ανακάλυπτα έναν κρυμμένο θησαυρό, που όμως θα χανόταν αν δεν κατέγραφα τα ευρήματά μου. Ταυτόχρονα επιζητούσα να φτιάξω έναν προσωπικό κανόνα, στο πείσμα των κανόνων που επιβάλλουν τα πανεπιστήμια ή η βιβλιαγορά. Θα ήταν ένας κανόνας που δεν θα υπαγορευόταν από καμιά χρηστομάθεια αλλά μήτε θα ενέδιδε στη σύγχρονη ευτέλεια της άκριτης αποδοχής των πάντων -τουναντίον θα λειτουργούσε ως εστία αντίστασης στην τυραννία των συρμών. Το βιβλίο, λοιπόν, ετούτο είναι απότοκος αυτών των δυό επιδιώξεων, δηλαδή της επιδίωξης να καταθέσω τα ευρήματα που συνάθροισα κατά τον μακροχρόνιο μου διάπλου στα κείμενα και της -περισσότερο ενστικτώδους παρά εσκεμμένης- προσπάθειάς μου να φτιάξω τον δικό μου καθαρά ιδιωτικό κανόνα. Ως προς τον χαρακτήρα των κειμένων που το απαρτίζουν, πιστεύω πως δεν είναι ούτε ακριβώς άρθρα, ούτε φιλολογικές μελέτες, ούτε δοκίμια. Θα τα χαρακτήριζα “κέντρωνες” για τη λογοτεχνία».

Δηλώνω ότι προσπάθησα να εντοπίσω οξύμωρα, υπερβολές, ακούσιες έστω, αφανείς σολοικισμούς και αυθαίρετες, εξωφρενικά υποκειμενικές συνεπαγωγές. Δεν βρήκα τίποτε από αυτά. Ευθύβολος και αυτάρκης, ο λόγος πιστοποιεί την πολύχρονη άσκησή του. Η δε ομολογούμενη ποιότητα ανίχνευσης των ουσιών σε πείσμα της αιθάλης που καλύπτει την πνευματική μας ζωή, συμβάλλει αποφασιστικά στη λειτουργική διαχείριση του πρωτογενούς υλικού. Για όσους εκζητούν το ζωοποιό νόημα του κειμένου και όχι την κυριότητα της πλάνης, το έργο αυτό του Γιώργου Βαρθαλίτη συνιστά ισχυρό αμυντικό εφόδιο. Η δε καλοτυπωμένη, πολύτονη έκδοση συνιστά μαρτυρία μιας τέχνης που απομακρύνεται αργά, αλλά σταθερά από τη σύγχρονη, εμφανώς κερματισμένη κοινωνική κυψέλη.

* Πρώτη δημοσίευση στο New York Review of Books, 10 Απριλίου 1997, τώρα ελληνικά στο συγκεντρωτικό τόμο Διαθέσιμο φως, μετάφραση: Πελαγία Μαρκέτου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», 2009.

Bookpress