Εάν το θέλεις…

Share

    Άρις Αντάνης

Στο δάσος με τα πεύκα

Εάν το θέλεις, εγώ μπορώ να σου μιλώ…

Θα περπατήσουμε μαζί, μέσα στο δάσος με τα πεύκα, που δεν τα ’χουν κόψει, που δεν τα  ’χουν κάψει.

Σμαραγδί, μάς καρτεράει, το Λιμανάκι της Αγάπης, ξυπόλυτους στην άμμο του σεφέρη, την καυτή, και χάρτινο θα μάς καλεί, αποψινό, του χατζιδάκι το φεγγάρι.

Θα λείπουνε τα σύρματα τ’αγκαθωτά που λένε «μη». Οι ταμπέλες δεν θα γράφουνε «verboten», αλλά «είσοδος ελεύθερη», δίχως ομπρέλες με ξαπλώστρες πλαστικές και προβολείς από τα κότερα, που ψάχνουν αδιάκριτα μέσα στις φυλλωσιές, να ξεκουρνιάσουν τα σπουργίτια απ’ τις φωλιές τους…

Κι αυτά που φωσφορίζουν μέσα στο νερό θα είναι θαλασσινά ζωύφια κι όχι κονσερβοκούτια που θαμπώνουνε τα ψάρια και τα  μπαφιάζουν από έκπληξη…

 

«Nocturnal»

Θα έρθω με το φίλο τον ιωάννη, νυχτερινή καντάδα, «ειν’ η ζωή τόσο μικρή, έλα να τη χαρούμε», πρίμο-σεκόντο με τον αθανάσιο, «η πρώτη μας νύχτα αργά θα κυλήσει», πρίμο- μπαριτονάλε με τον κώστα, «ήταν ολόγλυκο το στόμα της», σεκόντο- μπάσο με τον μπάσο το θωμά «το πλοίο που σαλπάρει, μακριά μου θα σε πάρει και θα μου λεν για σένα οι άσπροι γλάροι…»

Κι εγώ θα κρατάω το «ξύλο» που παράγει μουσική, τα δάχτυλα ά-πειρα κι ανώριμα, μαθητικά, τα όνειρα άπειρα και γνώριμα, μαγευτικά, κι όμως φωνές καλλίφωνες θα ξεγλιστρούν απ’ τη γωνία, με αγωνία και αρμονία «οι κρίνοι δροσοβόλοι, δες π’ ανθούν, τ’ αηδόνια στα κλωνάρια τους για σε γλυκολαλούνε, ξύπνησε, ωραία θεά, ξύπνα, άγγελε…»

 

Μη σταματάς

Κάθε εφτά στιγμές θα σημαδεύω με το βλέμμα μου ψηλά στις γρίλιες σου, να δω αν άναψες κανένα φως για να μου στείλεις το σινιάλο:

«Δεν μ’ αφήνουν τα τραγούδια σου να κοιμηθώ, γι αυτό… μη σταματάς να παίζεις».

Με μια κιθάρα, που δεν  θα είναι ηλεκτρονική, αλλά θα’ ναι φτηνή και σκεβρωμένη, με νοτισμένες τις χορδές της απ’ την υγρασία του νησιού κι από της θάλασσας το αλάτι, αλλά κι απ’ τα ζουμιά μιας… κολοκύθας γίγαντα, που θα μας ρίξουν, άνθρωποι άμουσοι, απ’ το μπαλκόνι τους, εμείς θα εναποθέσουμε την άφτειαχτη σταφιδωτή κολοκυθόπιτα, θυσία και ανάθημα, πάνω στον άυλο κι απύθμενο βωμό των άπληστων θεών της Μουσικής και του Έρωτα….

 

Το πέμπτο τραγούδι

Κι ύστερα θα’ ρθει η αποφράς στιγμή, να σκορπιστούνε οι κανταδόροι, άλλος σε βάρκα, άλλος απάνω στην ελιά, άλλος στην πασχαλιά κι άλλος πίσω από τον ευκάλυπτο, άλλος ακίνητος να παριστάνει το άγαλμα ανάμεσα από τις σκιές τής νύχτας κι άλλος να τρέχει ακόμα μέχρι την αποψινή πανσέληνο.

Στο πέμπτο το τραγούδι ακριβώς, «είναι στιγμές που ο δύστυχος τρελαίνομαι για σένα», θα εμφανιστεί εξάπαντος η Αρχή, ο χωροφύλακας, με το προσωνύμιο «τσιμπουροκόλλης», να συνοδεύει  εσαεί το ξεχασμένο του όνομα .

Όμως, μες τα κατάβαθα της έρημης ψυχούλας του θα είναι φιλόμουσος, αφού θα ακούει πάντα τα τέσσερα πρώτα άσματα και ύστερα θα καταδιώκει μόνο τους καλλίφωνους.

«Οι… φάλτσοι θα διαλυθούνε από μόνοι τους»….

 

«Ροζαλία»

Αύριο το πρωί «θα σε πάρω να φύγουμε», κρυφά, με το τσίγκινό μου σκάφος.   «Ροζαλία», θα την πω και  θα την έχω φτειάξει μόνος μου, με υλικά  από  πεταμένους γκαζοτενεκέδες, και θα χωράει μόνο δυο, εσένα και εμένα.

Και θα σαλπάρουμε απαλά, γιαλό – γιαλό, πάνω στο αντιμάμαλο, με τις παλάμες για κουπιά, αφού κουπιά δεν θα της βάλω.

Κι όταν θ’ αράξουμε να βγούμε  στη μικρή βραχονησίδα με τα πεύκα, και αφού στο εξωκλήσι της Παναγιάς της Δασκαλειώτισσας θ’ ανάψουμε κερί να καίει τα λάθη μας, θα σου διαβάσω δυο γραμμές που έγραψα στο Λεμονόδασος για χάρη σου, σαν όρκο και σαν προσευχή:

«Δεν φταίω εγώ», σου έγραψα, «για ό,τι γίνει στη ζωή μας, μα φταίω εκατό τοις εκατό και μόνο εγώ, για ό,τι δεν γίνει»… Αυτά σου έγραψα. Θα στα διαβάσω…

 

«A r v o   r t »

Μ’ αν δεν το θέλεις πια  να σου μιλώ:

Τότε θα τρέξω να ξαναχωθώ μες τη σελίδα πενήντα εφτά, των στίχων μου «Διάταξέ με…». Εκεί μέσα θα κρυφτώ, για να απαγγείλω, ερήμην σου, το «σιωπηλό σονέτο», καθώς απ’ το παλιό πικάπ θα ακούγεται μονότονα, το «τάμπουλα ράζα» του «άρβο πάαρτ», κοντσέρτο για δυο βιολιά και προετοιμασμένο πιάνο.

Και τότε, πάνω σε «πίνακα άγραφο» της πατρώας φύσης, για τιμωρία μου, θα γράψω εκατό φορές τη φράση με τις τρεις απλές μου λέξεις, που σε όλο, της ζωής μου, το ταξίδι, σε κάθε πόρτο έψαχνα να βρω, ώσπου να ξεμπαρκάρω -ο αμαθής- τις γνώσεις μου,  στα τωρινά μου «θα» και στα μελλοντικά μου «άλλοτε», καθώς εκείνα ηχούν ταυτόχρονα, σαν την ανάσταση και σαν την επανάστασή μου: Μπορώ και σωπαίνω, μπορώ και σωπαίνω… μπορώ και σωπαίνω….

«Μπορώ και σωπαίνω…», εκατό φορές. Για τιμωρία μου…

                                                                                                Άρις Αντάνης