Στους ήρωες του Πολυτεχνείου

Share
Αλέκος Αγγελίδης
Ξένε,
Αν θες να δεις τη Λεβεντιά, τη Δόξα να γνωρίσεις,
σύρε στη χώρα των Θεών, μαζί της να μιλήσεις.
Ρώτα τους κάμπους, τα βουνά, τις ράχες, τα λαγκάδια.
Ρώτα τις πόλεις, τα χωριά, τους βράχους, τα λιθάρια,
για να σου πουν για αντρειά, για λεβεντιά, για θάρρος.
Να δεις πώς μένει άσβεστος της λευτεριάς ο φάρος.
Κι αν θες να δεις πώς ραίνουνε τους ήρωες με κρίνα,
κατέβα στην τρισδόξαστη, στην ξακουστή Αθήνα.
Μ’ αν θες να νιώσεις στην καρδιά αιθέριο μεγαλείο,
πήγαινε τούτη τη βραδιά μπρος στο Πολυτεχνείο.
Εκεί θα δεις τη Λευτεριά, ολόλαμπρη κι αιθέρια,
να στεφανώνει αθάνατους με τ’ άγια της τα χέρια.
Στάσου, ξένε, παράμερα, μπροστά στην άγια πόρτα.
Τα χώματα, τα σίδερα και τις κολόνες ρώτα,
για να σου πουν σαν τι βωμό, ξένε μου, αντικρίζεις.
Σε τι θυσιαστήριο ηρώων γονατίζεις.
Μην πλησιάζεις στο βωμό και μην πατάς το χώμα.
Είν’ ζυμωμένο μ’ αίματα, πού ‘ναι ζεστά ακόμα.
Στρέψε το βλέμμα ολόγυρα, να δεις πώς γιγαντώνουν
τυραγνισμένα πρόσωπα και ροζιασμένα χέρια.
Δες τα θλιμμένα μάτια τους και δες την άγια σπίθα,
σαν σε τι στήθια κατοικεί, σε τι καρδιές φωλιάζει.
Πώς κρυφοκαίει ακοίμητη, πώς ξαναλαμπαδιάζει.
Εκεί θα δεις τη λευτεριά, την ίδια την Ελλάδα,
ν’ ανάβει πάνω στο βωμό ακοίμητη λαμπάδα.
Να στεφανώνει ευλαβικά το μνήμα των παιδιών της,
που πέσαν για τη δόξα της, τ’ όνομα το δικό της.
Κλίνε το γόνυ ευλαβικά μπρος στην Ωραία Πύλη
και πάρε φως απ’ τη φωτιά, ‘π’ τ’ ακοίμητο καντήλι.
Τότε θα νιώσεις γύρω σου ψυχές να φτερουγίζουν,
ψυχές που αιώνια οι ζωντανοί θα υμνούν, θα μακαρίζουν.
Εκεί θα δεις αθάνατους, θα δεις Θεούς να βγαίνουν.
Εκεί θα δεις πώς οι θνητοί αθάνατοι απομένουν.
Θα ξανακούσεις θούρια, παιάνες, εμβατήρια.
Σουλιώτισσες ολόγυρα θα νιώσεις να χορεύουν.
Εκεί θα δεις τις Πλαταιές, εκεί τις Θερμοπύλες.
Εκεί θ’ ακούσεις ιαρές, πέρ’ απ’ το Μαραθώνα.
Τη λάμψη την πραγματική θα δεις του Παρθενώνα.
Τιτανομάχοι θά ‘ρχονται ‘π’ τα βάθη των αιώνων,
τους ήρωες τους φοιτητές να διπλοστεφανώνουν.
Του Εικοσιένα στραυραετοί θα φτάνουν με τραγούδια,
το μνήμα των αθάνατων να ραίνουν με λουλούδια.
Φωνές θ’ ακούσεις βροντερές ν’ αχολογούν ‘’Αέρα’’.
Της Κατοχής οι μαχητές θα έρχονται από πέρα,
φέρνοντας αγριολούλουδα ‘π’ τους τάφους τους κομμένα,
που ατίμητοι χορτάριασαν σε όρη τιμημένα.
Θα δεις σκιές που έσβησαν στ’ ανήλια τα μπουντρούμια,
σε αφιλόξενα νησιά, σε κάτεργων λαγούμια,
να παίρνουν όψη και μορφή, να ξαναζωντανεύουν.
Πρώτες στον άγιο το χορό απόψε να χορεύουν.
Κι όλες μαζί να τραγουδούν την άγια τούτη ώρα:
«Λεβεντογέννα νια γενιά πάντα μπροστά προχώρα.»
Μάνες θα δεις λεβέντισσες, μα με γερμένο σώμα,
με δάκρυα να βρέχουνε το αγιασμένο χώμα.
Θα δεις αδέρφια κι αδερφές όρκο τρανό να παίρνουν.
«Ελευθεριά ή θάνατος», θα δεις ποιοι το προφέρνουν.
Εκεί θα δεις την αντρειά δαφνοστεφανωμένη.
Εκεί ψυχή αδούλωτη θα νιώσεις τι σημαίνει.
Αλέκος Αγγελίδης