Το Γκρίζο Κασκόλ – II

December 11, 2011 By Alekos Agelidis
Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος II

Γαντζωμένοι στα εσωτερικά πλευρά του κήτους, στα πλαϊνά πατάρια και στις σιδερόσκαλες του αμπαριού ή σκαρφαλωμένοι στις χοντρές αλυσίδες των τανκς ή πάνω στα φτερά και στις καρότσες των φορτηγών αυτοκινήτων με τους πολυψήφιους αριθμούς και τα χτυπητά κεφαλαία διακριτικά Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός), που, αλυσοδεμένα εδώ κι εκεί, στέκονταν βουβά και βαρύγδουπα στο απέραντο πάτωμα του αρματαγωγού, οι φαντάροι κοίταζαν με άχρωμο βλέμμα το αρμυρό νερό, που όλο και ανέβαινε ψηλότερα μέσα στο αμπάρι, παρ’ ότι όλες οι πόμπες του καραβιού δούλευαν ασταμάτητα και πάσχιζαν να κρατήσουν τη στάθμη του όσο γινόταν χαμηλότερα. Ο θόρυβος αυτός των αντλιών και τα τριξίματα των γάντζων, που προσπαθούσαν, σε κάθε ανεβοκατέβασμα του πλοίου, να συγκρατήσουν τα τανκς και τα αυτοκίνητα σταθερά στις θέσεις τους, σκορπούσαν περισσότερη τρομάρα μέσα στο καράβι κι έκαναν πιο αισθητή και πιο χειροπιαστή τη μανία των κυμάτων, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τη δεινή θέση του αρματαγωγού.

Πολλοί φαντάροι κρατούσαν σφιχτά στην αγκαλιά τους ή είχαν περασμένο στο λαιμό τους το τριμμένο χακί σακίδιό τους, το μόνο πράγμα που τους επέτρεψε να πάρουν μαζί τους στο ταξίδι τους αυτό ο Στρατός. Εκτός φυσικά απ’ τα ξεβαμμένα χακί χιτώνια και τα φθαρμένα παντελόνια, που τους έδωσαν οι ‘’εφοδιασμοί’’ των λόχων τους την τελευταία στιγμή, πριν φύγουν απ’ τις μονάδες τους για το λιμάνι.

Οι λόχοι πήραν πίσω τις καινούριες και τις κάπως εμφανίσιμες στολές απ’ όσους απ’ τους επιβάτες έτυχε να πάρουν τέτοιες, όταν πρωτοντύθηκαν στο χακί πριν λίγες βδομάδες και τις αντικατέστησαν με άλλες ξεθωριασμένες, ξεχειλωμένες, άχαρες και τρύπιες. Όλη αυτή η παλιατζούρα, μισοβρεγμένη και λερωμένη απ’ τις βρομιές του αμπαριού, πρόσθετε άλλη μια οικτρή πινελιά στο αξιολύπητο σύνολο του φανταροντυμένου πλήθους.

Το φτωχό τους σακίδιο, όλες κι όλες οι αποσκευές τους, φύλαγε, όσο μπορούσε καλύτερα, τα λιγοστά είδη ρουχισμού, με τα οποία τους είχαν εφοδιάσει με ‘’τόσο ενδιαφέρον’’ οι μονάδες τους. Ένα-δυο ζευγάρια κάλτσες, μια ακόμα φανέλα, ένα σώβρακο, μια καραβάνα χτυπημένη και στραβωμένη κατά κανόνα στον περίγυρό της, ένα κουτάλι κι ένα πηρούνι, που, ενωμένα μ’ ένα πριτσίνι στην ουρά γίνονταν ένα και δίπλωναν στα δύο, σαν παράξενος σουγιάς, ένα ξεθωριασμένο πουλόβερ ασυμβίβαστων διαστάσεων και ‘’ξηρά τροφή’’ για δυο μέρες ήταν όλο κι όλο το περιεχόμενό του. Συνήθως, υπήρχε και μια κουβέρτα τρίτης η τέταρτης διαλογής, τυλιγμένη ρολό και δεμένη σα λαιμαριά αλόγου γύρω απ’ το σακίδιο. Κι όλα αυτά τα ατομικά είδη, περιουσία του Ελληνικού Στρατού, απομεινάρια κι άχρηστα, ξεχασμένα κατακάθια των αποθηκών, φύλαγαν προσεχτικά και με τόση στοργή στην αγκαλιά τους οι φαντάροι, μην τυχόν και τους τα καταστρέψει κι αυτά το βρόμικο θαλασσόνερο που τα απειλούσε.

Κάπου-κάπου, διακρίνονταν μέσα στο ημίφως και κανένα μπογαλάκι με κάτι ‘’έξτρα’’, να ταλαντεύεται απελπιστικά, δεμένο σε κάποιο πρόσφορο κατά την κρίση του κατόχου του μέρος των τοιχωμάτων και των στηριγμάτων του κήτους ή χτυπημένο απ’ την τρικυμία, να επιπλέει στο νερό και βιαστικά να πετιέται απ’ τη μια άκρη του αμπαριού στην άλλη, σύμφωνα πάντοτε με τα σκαμπανεβάσματα του καραβιού και τις διαθέσεις του βρόμικου νερού, που είχε κατακλύσει τα πάντα.

Τέτοια ποικιλόχρωμα και πρόχειρα μπογαλάκια από πετσέτες, μαντίλια, κομμάτια πανιών ή κι από φανέλες και πουκάμισα, δεμένα σταυρωτά, σώζονταν ακόμη αρκετά, κρεμασμένα εδώ κι εκεί, που έμοιαζαν σαν ανάρια και άτακτα τοποθετημένα μπαλόνια ή σβησμένα φανάρια σε αίθουσα χορού φαντασμάτων και που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αντισταθούν στα τραντάγματα και στη μανία της τρικυμίας και να κρατηθούν στεγνά, για να διατηρήσουν έτσι άβρεχτα και τα λιγοστά μικροπράγματα που περιέκλειναν με τόση στοργή μέσα τους.

Ένα τέτοιο μπογαλάκι, δεμένο σταυρωτά σε μια ροζ ξεθωριασμένη χωριάτικη πετσέτα, που ώρες τώρα ταλαντεύονταν βίαια όπως ο σάκος των πηγμάχων, σα χτυπημένο απ’ τις ασταμάτητες κι απανωτές γροθιές κάποιου αόρατου μποξέρ, μην αντέχοντας άλλο στα σύγκορμα τραντάγματα του πλοίου, ξέφυγε για μια στιγμή απ’ τη θέση του και τινάχτηκε μακριά στο κενό του αμπαριού. Έπεσε ακάθεκτο πάνω στον κλειστό πυργίσκο ενός τανκ, αναπήδησε στην πλάτη κάποιου στρατιώτη μιας μικρής συντροφιάς, που ήταν όλοι τους γαντζωμένοι στη ράχη του άρματος και προσπαθούσαν με χίλια βάσανα να κρατηθούν πάνω στις χοντρές ερπύστριές του και κατρακύλησε με ορμή στο βρομόνερο, που σαν αδηφάγη δίνη ανάδευε ορμητικό κι αεικίνητο στο πάτωμα.

– Πρόσεχε να μη βραχεί το όπλο σου συνάδελφε, είπε για μια στιγμή με κάποιο πονεμένο χιούμορ στο μισοζαλισμένο διπλανό του ένας αδύνατος μελαχρινός στρατιώτης μ’ ένα γκρίζο μάλλινο χειροπλεγμένο κασκόλ στο λαιμό του, σαν είδε το μπογαλάκι να χάνεται στη δίνη του νερού.

Εκείνος, πεσμένος μπρούμυτα, παρακολουθούσε ασταμάτητα, θέλοντας και μη, το απειλητικό παιχνίδι του νερού και πάσχιζε με κόπο να κρατηθεί πάνω στις χοντροφτιαγμένες ερπύστριες του ατσάλινου άρματος.

– Μη στενοχωριέσαι συνάδελφε, απάντησε με ακεφιά ο στρατιώτης με το άχρωμο στρογγυλό πρόσωπο και τα κομμένα μεγάλα μάτια, που, μισοβρεγμένος από ένα απότομο και γερό πιτσίλισμα του νερού του αμπαριού, κρατιόταν από μια λαβή του πυργίσκου δίπλα του σιωπηλός κι έτρεμε απ’ το κρύο.

Σφίχτηκε κάπως πιο κοντά στην ατσαλένια λαβή και στα κρύα σίδερα της μηχανής του θανάτου και συνέχισε με την ίδια ακεφιά.

– Η Πατρίς μας απάλλαξε προς το παρόν απ’ τον κόπο μιας τέτοιας προσοχής.

– ‘’Η Πατρίς’’! είπε με χαμηλή φωνή ένα ξανθό παλικάρι της συντροφιάς, σα να μιλούσε με τον εαυτό του. ‘’Η Πατρίς’’! . . . επανέλαβε με πικραμένη φωνή και με ύφος που έδειχνε πως εκείνη τη στιγμή η σκέψη του φιλοσοφούσε.

Αψηφώντας τα ασταμάτητα κλυδωνίσματα του πλοίου, ανασήκωσε το κεφάλι και τους ώμους του λίγο πιο ψηλά κι έφερε ένα γύρο το βλέμμα του στο μισοσκόταδο του αμπαριού. Αποκαρδιωμένος και σπρωγμένος απ’ την κατάντια που αντίκριζε γύρω του, συνέχισε με περισσότερη τώρα θλίψη στον τόνο της φωνής του.

– Αν έβλεπε κι αν άκουγε η δυστυχισμένη η ‘’Πατρίς’’ το τι γίνεται γύρω της, θα ξεκαθάριζε με μιας τους λογαριασμούς της μ’ όλους  αυτούς, που αυθαίρετα και ανάξια αυτοαποκαλούνται παιδιά της. Θα τους ξεπάστρευε όλους, όπως ο Ηρακλής την κόπρο του Αυγεία και θα τους έδιωχνε από πάνω της κακήν-κακώς, όπως ο Χριστός έδιωξε τους ασυνείδητους έμπορους απ’ το ναό του Θεού. Η πατρίδα δεν μονοπωλείται και μάλιστα με τόση ασυνειδησία, όπως κάνουν ετού . . .

Ένα απότομο πέσιμο του πλοίου σ’ ένα από κείνα τα χαώδη κενά της τρικυμισμένης θάλασσας, που κόβουν τη χολή και προξενούν ίλιγγο και στον πιο ψύχραιμο και πιο δοκιμασμένο ναυτικό, διέκοψε την ανόρεχτη κουβέντα και τις θλιβερές σκέψεις της συντροφιάς κι ανάγκασε όλους να κολλήσουν πιο δυνατά πάνω στα κρύα σίδερα του τανκ και να αρπαχτούν απ’ αυτά όσο μπορούσαν καλύτερα.

Το νερό μέσα στο αμπάρι αύξανε κι ορμούσε δώθε-κείθε, απειλώντας να σαρώσει και να μουσκέψει τους πάντες και τα πάντα στο ορμητικό διάβα του, καθώς το πλοίο ταλαντεύονταν στις κορφές των κυμάτων ή βουτούσε ακάθεκτο στο κενό.

Ακόμη και οι λιγοστοί οπλισμένοι στρατιώτες, που ήταν στρατηγικά τοποθετημένοι με τα όπλα ‘’ανά χείρας’’ πάνω στα ψηλότερα και στα πιο σίγουρα και καλά προφυλαγμένα πατάρια του αρματαγωγού, -ένοπλη συνοδεία των άοπλων συναδέλφων τους-, κινδύνευαν πολλές φορές να γκρεμιστούν στο κενό και να τσακιστούν πάνω στα χοντρά τοξοτά δοκάρια των πλευρών του κήτους ή στις ράχες των αυτοκινήτων και των αρμάτων, που πρόβαλαν απειλητικές χαμηλά στο πάτωμα. Και οι λιγοστοί ναύτες, που κάπου-κάπου παρουσιάζονταν με βιασύνη κι από κανένας εδώ κι εκεί, κινδύνευαν κι αυτοί να κατρακυλήσουν και να βουτήξουν στο βρόμικο νερό του αμπαριού, που σαν τρελός χείμαρος έτρεχε πότε προς την πρύμη και πότε προς την πλώρη, λούζοντας και ξεπλένοντας τα πάντα, απ’ τη μια άκρη στην άλλη και βγάζοντας στην επιφάνεια κάθε είδους βρομιά, που ο χρόνος είχε μεθοδικά αποθηκέψει σ’ όλες τις ορατές και τις αόρατες, περαστικές ή και απάτητες γωνιές του κήτους.

– Βουτιά και τούτη! είπε μισοζαλισμένος ο μελαχρινός φαντάρος με το σχεδόν λυτό γκρίζο κασκόλ στο λαιμό του, μόλις το καράβι ισορρόπησε κάπως και οι στρατιώτες επάνω στο τανκ ξαναβρήκαν λίγο τον εαυτό τους.

Άφησε βιαστικός το κρύο σίδερο του άρματος που κρατούσε σφιχτά τόση ώρα με το δεξί του χέρι και, με μια γρήγορη κίνηση, έχωσε τη μια άκρη του κασκολιού στην αριστερή μεριά του στήθους του, κάτω απ’ το κούμπωμα του τριμμένου χιτωνίου του. Πήρε μια βαθιά αναπνοή κι άφησε τον αέρα να βγει με κάποια ξεχωριστή ανακούφιση απ’ τα σωθικά του. ΄Ισως είχε αισθανθεί το αραίωμα των σκαμπανεβασμάτων του πλοίου και το μαλάκωμα κάπως της ορμής και της βιαιότητας των κυμάτων. Ίσως το γκρίζο κασκόλ τώρα, χωμένο στο στήθος του, να του ζέσταινε και να του ανακούφιζε την καρδιά.

Οι άλλοι τον κοίταξαν, στρέφοντας μόνο τα βλέμματά τους όσο μπορούσε ο καθένας προς το μέρος του, χωρίς να πει κανένας ούτε μια λέξη.

Εκείνος, για να αποσπάσει κάπως τις σκέψεις των συναδέλφων του απ’ το μαρτύριο της θαλασσοταραχής και να τους δώσει λίγο κουράγιο, συνέχισε με δυνατή φωνή, προσπαθώντας έτσι να καλύψει όσο μπορούσε το δαιμονισμένο κρότο της μηχανής και τα βογκητά της τρικυμίας.

– Στον τέταρτο λόχο του Κέντρου είχαμε κάποιον που έλεγε με φανερό καύχημα και μπόλικη περηφάνια, πως προέρχονταν από ναυτική οικογένεια. Συχνά μας διηγόταν ιστορίες για βαπόρια και θάλασσες, για ναυτικούς και πέλαγα, για φουρτούνες και καραβοτσακίσματα. Εμείς, όμως, δεν του δίναμε και μεγάλη σημασία, γιατί νομίζαμε πως ήταν ένας αχαλίνωτος καυχησιάρης κι ένας αρρωστημένος φαντασιόπληκτος, που προσπαθούσε να πουλήσει πνεύμα στους άβγαλτους νεοσύλλεκτους. Λίγο ακόμη αν μέναμε στο Κέντρο, θα του αλλάζαμε και το όνομα. Ήδη είχαν αρχίσει μερικοί να τον φωνάζουν ‘’καπετάνιο’’ κι άλλοι ‘’θαλασσόλυκο’’.

Τώρα, όμως, πιστεύω πως τα όσα έλεγε κι αν ακόμη δεν είχαν συμβεί σ’ αυτόν τον ίδιο ή στους δικούς του, όπως καυχιόταν, θα είχαν συμβεί οπωσδήποτε σε κάποιους άλλους, γιατί διαπιστώνω απόψε και μάλιστα με τόσο χειροπιαστό και αδιάψευστο τρόπο, πως γεγονότα και παθήματα σαν κι εκείνα, που με μπόλικη φαντασία μας αράδιαζε τα βράδια στο λόχο ο πολυλογάς συνάδελφός μας, είναι πράγματι δυνατό να συμβούν. Ίσως τότε που τα άκουγα δίσταζα να τα παραδεχτώ ή γιατί δεν είχα εκτιμήσει το χαρακτήρα του όσο και όπως έπρεπε ή γιατί δεν είχα ξαναδεί θάλασσα ο ίδιος.

– Δεν είχες ξαναδεί θάλασσα; ρώτησε με έκδηλη απορία ένας της συντροφιάς.

– Τώρα πρωτομπαίνω σε πλοίο και στην Αλεξανδρούπολη πρωτοείδα θάλασσα, όταν ήρθα να παρουσιαστώ στο ΚΕΝ. Στο ‘’Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων’’, πρόσθεσε με χαρακτηριστικό στόμφο και έντονη ειρωνεία, τονίζοντας μια-μια τις λέξεις και συνέχισε. Είμαι απ’ τα μέρη της Μακεδονίας. Το χωριό μου, μικρό και πάμφτωχο, δεν απέχει παρά μόνο λίγες ώρες ποδαρόδρομο απ’ τα σύνορα. Σκαρφαλωμένο πάνω στα βράχια του Μπέλες και πνιγμένο μέσα στα κορφοβούνια, πως ήταν δυνατό νά ‘ρθω σ’ επαφή με τη θάλασσα και να ξέρω τους θυμούς και τις χαρές της, τις ομορφιές και τις τρομάρες της, όπως εκείνος ο πολυλογάς συνάδελφος.

– Αυτ . . . αυτός ο πολ . . . πολυλογάς, που τα λόγια του δεν τα πίστευε ο βου . . . βουνίσιος συνάδελφος είμαι εγώ, είπε ο μουσκεμένος στρατιώτης, με το στρογγυλό πρόσωπο και τα κομμένα μάτια, που, απ’ το κρύο και την τρομάρα του, συγκρατούσε με δυσκολία τα σαγόνια του να μην χτυπούν και με μεγάλο κόπο κατάφερνε να τα κουμαντάρει και να τα αναγκάσει να αρθρώσουν λέξη.

– Ναι, εγώ είμαι, επανέλαβε σε δεύτερη προσπάθεια πιο σταθερά τώρα, σα να ήθελε να πείσει τους συναδέλφους του για την ταυτότητά του και τη ναυτική του προϊστορία ή να διαλαλήσει πρώτος το κάποιο μαλάκωμα της θαλασσοταραχής.

Όλοι, με μιας, γύρισαν τα κεφάλια τους και τον κοίταξαν πιο περίεργα.

– Εγώ είμαι, επανέλαβε εκείνος πιο σταθερά, επιβεβαιώνοντας έτσι και το γνήσιο της ταυτότητάς του αλλά και την ανάκτηση της ικανότητας να κάνει κουμάντο στα σαγόνια του. Και μάλιστα, συνέχισε, συνέπεσε να συνυπηρετώ με το δυσκολόπιστο συνάδελφο, όχι μόνο στον ίδιο λόχο, στον τέταρτο, αλλά και στην ίδια διμοιρία, στη δεύτερη. Μάλιστα δε και στην ίδια ομάδα. Στην πρώτη. Είμαι νησιώτης, τόνισε με περισσότερη σταθερότητα στην προφορά του. Είμαι απ’ τη Λύμνο. Γέννημα-θρέμμα Λημνιός.

– Απ’ το αρχαίο νησί του Ήφαιστου ε; διέκοψε ο διπλανός του.

– Ναι. Έτσι έλεγε ο παππούς μου. Απ’ το νησί του Ήφαιστου. Από κει είμαι. Απ’ το νησί που παράγει θεούς όλο φωτιά, άντρες ναυτικούς θεριά, αλλά και προϊόντα άλφα-άλφα. Βαμπάκι, σταφύλια, αμύγδαλα και βάλε . . . Απ’ το νησί είμαι, που, αν κρίνουμε απ’ την ώρα που φύγαμε απ’ την Αλεξανδρούπολη και τις δυσκολίες που συναντά το πλοίο μας στη φουρτούνα, θα πρέπει να το πλησιάσαμε και να το έχουμε τώρα ανοιχτά στ’ αριστερά μας. Μα, παρ’ όλο που είμαι νησιώτης, συνέχισε κάπως βιαστικός, μην τυχόν και τον διακόψει κανείς και δεν προλάβει να εκδηλώσει όλη του την ειλικρίνεια, τα χρειάστηκα ίσως περισσότερο από σας σε τούτη τη φουρτούνα.

– Η θάλασσα δεν αστειεύεται με κανένα. Καμιά φορά, ούτε και με τους νησιώτες, είπε κάποιος της συντροφιάς παρηγορητικά κι αστεία.

– Κρίμα, που σ’ όλους έλεγα με περηφάνια ως τώρα, πως είμαι θαλασσινός και πως δε με φοβίζουν οι φουρτούνες και ούτε καν με πειράζει η θάλασσα. Κρίμα! Διαψεύστηκα τόσο γρήγορα και τόσο χειροπιαστά, είπε περίλυπος με χαμηλωμένη τη φωνή, χαμηλώνοντας ταυρόχρονα και το μισοσηκωμένο ως τώρα κεφάλι του.

– Άκουσες κανένα ποτέ να πει, πως έχει μπέσα η θάλασσα; πρόσθεσε πειραχτικά ένας άλλος στρατιώτης, που είχε ένα σημάδι στο αριστερό μάγουλο. Αυτή σε πνίγει στο άψε-σβήσε και συ ζητάς ιπποτισμούς; Αυτό πιστεύω πως το ξέρουν καλά όλοι οι νησιώτες. Ακόμη και οι Λημνιοί, πρόσθεσε ειρωνικά.

– Λημνιός ε; Είπε πειραχτικά ο στρατιώτης απ’ το Μπέλες. Έχω ακούσει πως είναι πολύ ωραίο το νησί σας. Ήσυχοι και εργατικοί οι κάτοικοί του, απόγονοι των αρχαίων Λημνιάδων και των Αργοναυτών. Είναι το νησί με τους ευλογημένους άντρες και τις καταραμένες γυναίκες.

– Καταραμένες γυναίκες; ρώτησε πειραγμένος ο Λημνιός.

– Γιατί; Σε πειράζει; Α! να μη σε θίγουν, φίλε, οι αλήθειες. Έτσι λέει η μυθολογία μας. Οι διάφοροι μύθοι μας λένε, πως οι αρχαίες γυναίκες της Λήμνου δεν ήταν και τόσο θρήσκες. Ασχολούμενες ίσως μ’ άλλα αντικείμενα, πιο κολακευτικά και πιο ενδιαφέροντα για το αδύνατο φύλο, παραμέλησαν τη λατρεία της Αφροδίτης. Η θεά οργίστηκε για την ασέβειά τους αυτή και τις καταδίκασε στο να αναδύουν μια δυσοσμία απ’ το σώμα τους, τόσο κακή, που οι άντρες τους τις εγκατέλειψαν αμέσως. Οι Λημναίες γυναίκες, οι αποκαλούμενες και Λημιάδες, θύμωσαν τόσο πολύ με τη συμπεριφορά αυτή των αντρών τους, που ξεσηκώθηκαν εναντίον τους και τους σκότωσαν όλους. Η πράξη τους αυτή είναι γνωστή στην ιστορία σαν το ‘’Λήμνιον Κακόν’’. Με την έλλειψη των αντρών, το νησί σχεδόν ερημώθηκε, ώσπου πέρασαν οι Αργοναύτες, τους οποίους καλοϋποδέχτηκαν οι Λημνιάδες κι έτσι ξανάρχισε να πυκνώνει ο πληθυσμός.

/—/

– Και οι άντρες; ρώτησε με ακράτητη περιέργεια ο Λημνιός. Οι άντρες γιατί είναι ευλογημένοι;

– Αυτοί είναι ευλογημένοι, συνέχισε ο στρατιώτης απ’ το Μπέλες, γιατί, όταν κάποτε ο Δίας μάλωσε με την Ήρα στα θεϊκά παλάτια του Ολύμπου, μπήκε στη μέση ο Ήφαιστος για να υπερασπιστεί τη μητέρα του. Ο Δίας, όμως, καθώς ήταν θυμωμένος, τον άρπαξε απ’ το πόδι κι από κει ψηλά, απ’ την κορφή του Ολύμπου, τον ξεσφεντόνισε με ορμή στο κερό. Όλη τη μέρα ο δυστυχής Ήφαιστος διέσχιζε τον ουράνιο θόλο, τραβώντας για το άγνωστο. Με τη δύση του ήλιου έπεσε στη Λήμνο και πάνω στο βουνό Μόσυχλος. Εκεί τον βρήκαν άντρες Λημναίοι, οι Σίντιες, οι οποίοι τον συμμάζεψαν και τον περιποιήθηκαν. Γι’ αυτό και οι άντρες της Λήμνου ήταν αγαπητοί στον Ήφαιστο και πάντοτε τους προστάτευε, η δε Λήμνια γη ήταν ‘’πασών φιλτάτη εις αυτόν’’, όπως μας λέει ο Όμηρος.

– Μη φοβάσαι λοιπόν φίλε, είπε κάποιος απ’ την παρέα. Σα Λημνιός, είσαι και συ ευλογημένος και δε θα πάθεις τίποτα. Ο Ήφαιστος δε θα σ’ αφήσει να χαθείς.

– Έτσι ε; είπε απορημένος ο Λημνιός.

– Κι ίσως, κοντά σε σένα, σωθούμε και μεις, πρόσθεσε με κάποιο χιούμορ ο ξανθωπός στρατιώτης.

– Επίσης, στα νερά του νησιού σας έγινε και μια περίφημη ναυμαχία, συνέχισε ο βουνίσιος στρατιώτης. Στις 5 Ιανουαρίου του 1913 ο ελληνικός στόλος με τον Κουντουριώτη κατατρόπωσε τα τουρκικά πολεμικά του Ταχήρ-πασά.

– Το ξέρω, το ξέρω αυτό το σπουδαίο γεγονός, πρόσθεσε με βιασύνη ο Λημνιός. Στη ναυμαχία εκείνη πήρε μέρος κι ο παππούς μου.

– Ώστε έτσι ε; Ο παππούς σου . . .

Ένα ξαφνικό, όμως κι απότομο πέσιμο του πλοίου στο κενό, ανάγκασε και πάλι το μελαχρινό στρατιώτη να διακόψει την κουβέντα και να αρπαχτεί, όπως κι οι άλλοι, όσο μπορούσε καλύτερα απ’ τα σίδερα του άρματος. Όταν συνήλθαν απ’ την ιλιγκιώδη βουτιά και ξανάνιωσαν κάπως ασφαλείς πάνω στις αρπύστριες, ο στρατιώτης απ’ το Μπέλες ανασήκωσε το κεφάλι του προς το μέρος του Λημνιού και είπε.

– Τι θέλουμε και ξανοιγόμαστε σε τέτοιες ιστορίες; Πλούσιο το παρελθόν του τόπου σου. Κι εμάς μας ενδιαφέρει το παρόν. Δε μας λες φίλε πώς λέγεσαι; Ποιο είναι το όνομά σου; Έχει τουλάχιστο τίποτα το ναυτικό μέσα του; Και, για να τον παρακινήσει να μιλήσει, συνέχισε.

– Εγώ ονομάζομαι Κώστας. Κώτσο με φωνάζουν στο χωριό μου. Μόνο ο παπάς, ο δάσκαλος και οι Αρχές, στρατιωτικές και πολιτικές, με θέλουν Κωνσταντίνο. Δε συμβιβάζονται ούτε και με Κωνσταντή. Βλέπεις, δεν υπήρχε άγιος Κώτσος, ούτε και άγιος Κωνσταντής. Μόνο άγιος Κωνσταντίνος . . .

Ο Λημνιός, χωρίς να δώσει μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες του Κώστα, είπε διακόπτοντάς τον.

– Το ξέρω το όνομά σου, όπως και συ ξέρεις το δικό μου. Τι να τα ξαναλέμε; Ή μήπως κάνεις πως δε με γνωρίζεις;

– Δεν πειράζει, είπε με κάποια φαιδρότητα ο Κώστας. Ας τα ξαναπούμε, για να τα μάθουν κι οι συνάδελφοί μας από δω, που τους συναντούμε και μας συναντούν για πρώτη φορά. Και, δίνοντας κάποιο φαιδρό τόνο στη φωνή του, πρόσθεσε. Τι διάβολο! Έτσι θα πάμε τόσο ταξίδι, επίγειο ή επουράνιο –ποιος ξέρει-, χωρίς να γνωριστούμε; Χωρίς να συστηθούμε ο ένας στον άλλο;

– Αφού είναι έτσι, δεν έχω αντίρρηση, είπε πρόθυμα ο Λημνιός απευθυνόμενος σε όλους. Ονομάζομαι Στράτος. Για τον παπά, το δάσκαλο και τις Αρχές, όπως είπε ο Κώστας, είμαι Ευστράτιος. Για τους χωριανούς και τους φίλους μου είμαι Στρατής, πρόσθεσε με χαμόγελο κι έκανε να δώσει από σηνήθεια το χέρι του στους συναδέλφους του. Τα ασταμάτητα, όμως, τραντάγματα του πλοίου δεν τον άφησαν να το ξεκολλήσει απ’ το χοντρό χερούλι του καμπυλωτού γκριζωπού πυργίσκου.

– Κι εγώ ονομάζομαι Θανάσης. Αθανάσιος για λίγους και Νάσος για τους πολλούς του τόπου μου, είπε αυθόρμητα ο στρατιώτης που ήταν μπρούμυτα πεσμένος δίπλα στον Κώστα και είμαι απ’ τα χωριά των Πιερίων. Δεν προέρχομαι απ’ το ΚΕΝ της Αλεξανδρούπολης, αλλά από μάχιμη ομάδα των συνόρων.

– Κι εγώ, Γιώργος για τους πολλούς και Γεώργιος για τους λίγους, Θεσσαλός, όμως, για όλους, είπε βιαστικά το γεροδεμένο κι αξύριστο ξανθωπό παλικάρι, με τη στενόμακρη βαθιά ουλή στο αριστερό μάγουλο, που ήταν πεσμένο λίγο λοξότερα δίπλα στο Θανάση, σα να ήθελε με τη βιασύνη του να προλάβει κάποια αποκοτιά ή και άκαιρη αθυροστομία του συναδέλφου του απ’ τα Πιέρια.

Ο Θανάσης συνέχισε κάπως συγκρατημένος και πιο ήρεμος.

– Στην Αλεξανδρούπολη ήρθαμε με το Γιώργο και μ’ άλλους μαζί συναδέλφους χτες το απομεσήμερο. Κατά τα μεσάνυχτα της προηγούμενης αφήσαμε τις Καστανιές. Ένα μικρό αλλά πολύ όμορφο χωριό της Ορεστιάδας, κοντά στα τουρκικά σύνορα. Περίπου απέναντι απ’ την Αλεξανδρούπολη. Ταξιδεύαμε ασταμάτητα. Φάλαγγα ολόκληρη από αυτοκίνητα τζέημς, με θωρακισμένα οχήματα στην αρχή, στη μέση και στο τέλος της, για φρουρά. Τα απερίγραπτα, όμως, χάλια των δρόμων και η σχετική βραδυπορία των θωρακισμένων οχημάτων παράτειναν το ταξίδι μας. Πάντως, τρέχαμε ασταμάτητα για να προλάβουμε το ΧΙΟΣ.

– Νομίζω, Θανάση, διέκοψε ο Γιώργος, πως κατά τη διάρκεια της διαδρομής κι άλλα αυτοκίνητα φορτωμένα στρατιώτες από διάφορες άλλες μονάδες έμπαιναν στη φάλαγγά μας.

– Ναι, αυτό παρατήρησα κι εγώ. Κι ας μας αράδιαζαν άλλες δικαιολογίες για τα πυκνά σταματήματα της φάλαγγας τη νύχτα. Γιατί, το πρωί, με το φως της ημέρας, η ουρά της ήταν πολύ μακρύτερη. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, είδα πάρα πολλούς και τελείως άγνωστους στρατιώτες να κατεβαίνουν απ’ τα αυτοκίνητα και να παρατάσσονται στην προκυμαία. Πολύ περισσότερους από κείνους με τους οποίους πρωτοξεκινήσαμε απ’ τις Καστανιές.

Σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε με πόνο πάνω απ’ τη ράχη του άρματος τη φανταροθάλασσα που είχε κατακλύσει την αχανή σα γήπεδο κοιλιά του καραβιού, όπου, με την ψυχή στα δόντια, όλοι προσπαθούσαν να συγκρατηθούν πάνω στα λιγοστά οχήματα, στα διάφορα πατάρια και στα κάθε είδους ψηλώματα του αμπαριού και συνέχισε, κοιτάζοντας, πότε τον Κώστα και πότε το Στρατή.

– Συνταξιδεύαμε στο ίδο τζέημς με το Γιώργο. Το Θεσσαλό φίλο από δω, είπε ο Θανάσης κι έκανε πως τον δείχνει με μια κίνηση του κεφαλιού του. Παρουσιαστήκαμε μαζί στο ΚΕΝ της Τρίπολης. Σε σαράντα περίπου μέρες χωρίσαμε κι αργότερα ξανασυναντηθήκαμε και πάλι σε άλλη μονάδα στη Μακεδονία. Χτες ξανανταμώσαμε στη μοιραία φάλαγγα και τώρα συνταξιδεύουμε πάλι μαζί για το . . . άγνωστο . . . Τι τύχη ε, είπε με κάποιο παράπονο ύστερα από μικρή σιωπή.

– Χαίρομαι που σας γνωρίζω παιδιά, είπε ο Θεσσαλός, απευθυνόμενος προς τον Κώστα και το Στρατή. Και, δίνοντας λίγο παραπάνω κουράγιο στον εαυτό του, αποφασισμένος να προχωρήσει έστω και κατά ένα βήμα μπροστά τη συζήτηση, πρόσθεσε λυπημένα. Και λυπάμαι, που η μοίρα τό ‘φερε έτσι, ώστε να υποφέρετε και σεις μαζί μας.

– Να υποφέρουμε; πετάχτηκε παραξενεμένος ο Στρατής.

– Ο συνάδελφος εννοεί την ταλαιπωρία της τρικυμίας, τούτης της θαλασσοταραχής, πρόσθεσε βιαστικά ο Κώστας, σα να ήθελε να προλάβει κάτι το πολύ ανεπιθύμητο.

– Όχι, δεν εννοεί αυτό, είπε κοφτά ο Θανάσης. Εννοεί την ταπείνωση και τις ταλαιπωρίες, ψυχικές και σωματικές, που μας περιμένουν όταν φτάσουμε εκεί που θα μας κατεβάσει το ΧΙΟΣ. Όπως τό ‘παν σε μερικούς καθαρά . . .

– Δεν ξέρω για σας παιδιά, είπε με σιγουριά και βιασύνη ο Στρατής, αλλά εγώ πηγαίνω στο ΚΕΒΟΠ στην Αθήνα. Στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων. Και τόνισε πιο χαρακτηριστικά μια-μια τις λέξεις. Έτσι μου είπε ο λοχαγός μου, όταν με κάλεσε να παραδώσω το όπλο μου και ‘’τα επιπλέον στρατιωτικά μου είδη’’. Δηλαδή, κράνος, γυλιό, ξιφολόγχη κλπ., που προσωρινά μου είχαν δώσει στο ΚΕΝ. Πάω για πυροβολητής. Ίσως στοιχειάρχης μεγάλου πυροβόλου, πρόσθεσε πιο περήφανα. Το φύλλο πορείας και τα άλλα χαρτιά μου τα έχει ο αντισυνταγματάρχης που μας συνοδεύει και που τώρα ίσως βολοδέρνει κι αυτός σε κάποια ωραία καμπίνα πάνω στη γέφυρα, κοντά στην καμπίνα του καπετάνιου. Θα μου τα δώσει μόλις πατήσουμε πόδι στον Πειραιά. Όλα γράφουν μέσα ΚΕΒΟΠ, επανέλαβε με σιγουριά, προφέροντας αργά και δυνατά την τελευταία λέξη και συνέχισε. Λένε πως έγιναν καινούρια Κέντρα Εκπαίδευσης στο Μαραθώνα. Δε με πειράζει. Ας είναι κι εκεί. Αρκεί να είναι ΚΕΒΟΠ.

– Κι εγώ πηγαίνω, σύμφωνα με τα λεγόμενα του λοχαγού μου, για να εκπαιδευτώ οδηγός. Μπορεί σε αυτοκίνητο, μπορεί και σε άρμα. Να, σαν κι αυτό πού ‘μαστε τώρα γαντζωμένοι πάνω του. Ανάλογα πάντοτε με την επίδωσή μου και τις ανάγκες του στρατού, είπε με πικρία ο Κώστας, που φαινόταν πως δεν εξωτερίκευε όλες του τις σκέψεις όπως ο συνάδελφός του ο Στρατής, αλλά πάσχιζε στο να πάρει άλλη κατεύθυνση η συζήτηση.

– Ο Διοικητής του Κέντρου, συνέχισε ο Στρατής με επιμονή, προσπαθώντας να πείσει τους άλλους για τη σταθερότητα των λόγων των ανωτέρων του, μας το τόνισε καθαρά, όταν, λίγο πριν φύγουμε για το λιμάνι, μας μίλησε μπροστά στο Διοικητήριο. Το άκουσες κι εσύ Κώστα . . . Πρέπει να το άκουσες καθαρά. Μας διαβεβαίωσε, ότι αποσπαζόμαστε σε τεχνικές μονάδες για άλλη εκπαίδευση. ‘’Πηγαίνετε σε μονάδες ειδικοτήτων’’, μας είπε. Μάλιστα, ανάφερε πολλές φορές τις λέξεις ‘’μονάδες μηχανικού’’, ‘’μονάδες γεφυροποιών’’, ‘’μονάδες κατασκευής οδοστρωμάτων’’ . . . Κάπως έτσι δεν τις ονόμαζε; Μας συνέστησε να επιδείξουμε προθυμία και υπακοή στους αξιωματικούς των νέων Μονάδων μας και ‘’τυφλήν πειθαρχίαν και αφοσίωσιν εις τας επιταγάς της Πατρίδος’’.

Τις τελευταίες αυτές λέξεις τις πρόφερε με ιδιαίτερο στόμφο, αλλά και με τόση αδεξιότητα ο Στρατής, που ο Κώστας δεν κρατήθηκε και τον διέκοψε λέγοντας.

– Το ύφος σου μου θυμίζει το ‘’Λουλούδια’’.

Ο Στρατής χαμογέμασε με την παρατήρηση του φίλου του αλλά, μη θέλοντας να αλλάξει θέμα, γύρισε προς το Θανάση και ρώτησε.

– Εσείς παιδιά για πού πάτε και σας κατέβασαν με τόση βιασύνη απ’ τα σύνορα για να προλάβετε το πλοίο;

– Εμείς . . . δεν πάμε για καμιά εκπαίδευση, γιατί . . . γιατί είμαστε εκπαιδευμένοι, είπε διστακτικά κι αναποφάσιστα ο Θανάσης, μην ξέροντας αν έπρεπε να συνεχίσει τις υπεκφυγές ή να μιλήσει ξεκάθαρα. Χωρίς να έχει αποφασίσει ποιο δρόμο να πάρει, συνέχισε συγκρατημένος και με τον ίδιο δισταγμό.

– Ο Γιώργος είναι πολυβολητής. Στα βαριά πολυβόλα Βίγκερς. Κι εγώ είμαι ασυρματιστής και . . . δεκανέας. Χειριστής ασυρμάτου, επανέλαβε. Σήματα Μορς. Ντι-ντι, ντα-ντα. Ντα-ντα, ντι-ντι. Ξέρετε. Υπηρετούμε πάνω από ένα χρόνο.

– Ένα χρόνο; ξεφώνησε με θαυμασμό ο Στρατής και ξαναρώτησε παραξενεμένος, κοιτάζοντας κατάματα το Θανάση.

– Τι θέλετε τότε μαζί μας εσείς οι δυο παλιοί, ανάμεσα σε νεοσύλλεκτους που πάνε για μετεκπαίδευση; Μήπως πάτε για εκπαιδευτές;

– Πού τέτοια τύχη; είπε αργά και πονεμένα ο Γιώργος. Κι ούτε είμαστε μόνο εμείς οι δυο παλιοί στρατιώτες ανάμεσά σας. Δεν είμαστε μόνο ο Θανάσης κι εγώ παλιοί εδώ μέσα. Είναι κι άλλοι. Πολλοί άλλοι βρίσκονται μέσα σ’ αυτό το αμπάρι. Πολλούς σαν κι εμάς κατέβασαν τ’ αυτοκίνητα απ’ τις διάφορες Μονάδες των συνόρων και της Θράκης για να προλάβουμε τούτο το καράβι. Και το σπουδαιότερο είναι, πως κανένας από μας, ούτε τό ‘θελε, ούτε το περίμενε κι ούτε ποτέ το φαντάζονταν, πως ήταν δυνατό να βρεθεί κάποτε έτσι κλεισμένος μέσα σ’ ένα τέτοιο κήτος φουνταρισμένος πολλά μέτρα μέσα στο νερό.

Οι δυο νεοσύλλεκτοι, οι γαντζωμένοι πάνω στις χοντρές ερπύστριες, αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία κι έμειναν σιωπηλοί. Κανένας δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να συλλάβει ή έστω και να υποπτευθεί ολόκληρο το νόημα των λόγων του δεκανέα. Μόνο κάτι κρύο, κάτι το ανεξήγητο ένιωσαν να αγγίζει τις καρδιές τους. Κανείς δεν είπε κουβέντα.

Τα παράξενα και ακατάληπτα αυτά για τους νεοσύλλεκτους λόγια των παλιότερων συναδέλφων τους άρχισαν να γεννούν πολλά ερωτηματικά στις σκέψεις τους και ιδίως στη σκέψη του Κώστα και να φέρνουν σιγά-σιγά στην επιφάνεια πολλά απαρατήρητα ή παραμερισμένα στο μυαλό τους ως τώρα γεγονότα των τελευταίων ημερών, τα οποία τώρα τους φαίνονταν περίεργα και αμφίβολα.

Τα όσα συνέβαιναν στους λόχους απ’ τη μέρα που κατατάχτηκαν και ιδίως τις τελευταίες μέρες, πριν μπουν στο αμπάρι του ΧΙΟΣ, τα θεωρούσαν μέχρι προ λίγου και οι δυο νεοσύλλεκτοι λίγο-πολύ φυσιολογικά και συνηθισμένα. Γι’ αυτό και τα άφηναν να περνούν απαρατήρητα και τα δέχονταν ή τα μισοδέχονταν ανεξέλεγκτα, σαν κανονική και συνηθισμένη ρουτίνα του στρατού.

Κάτι απροσδόκητες κλήσεις στο γραφείο του επιλοχία. Κάτι προσωπικές ειδοποιήσεις, για να παρουσιαστούν στο γραφείο του λοχαγού και μάλιστα σε προχωρημένη νυχτερινή ώρα . . . Κάτι έκτακτες  και βεβιασμένες παρουσιάσεις στο Διοικητήριο και μάλιστα σε κάτι άγνωστα γι’ αυτούς ως τότε γραφεία . . . Όλα αυτά ήρθαν τώρα με μιας στο μυαλό τους. Τώρα θυμούνται, πως πάντοτε τα ίδια σχεδόν πρόσωπα συναντούσαν να περιμένουν έξω απ’ τα γραφεία των λόχων και του Διοικητηρίου. Αυτά που διακρίνονταν κι εδώ απόψε μέσα στο μισοσκόταδο του αμπαριού. Ξαναθυμούνται την πληθώρα των ερωτήσεων που τους υπέβαλαν οι αξιωματικοί τους, όταν τους καλούσαν στα γραφεία τους και ξαναφέρνουν στο νου τους το περίεργο και σε πολλές περιπτώσεις διφορούμενο νόημά τους. Αναλογίζονται τώρα το αυστηρό ύφος των αξιωματικών και το βρίσκουν βλοσυρότερο. Ξανασκέφτονται τα χτυπητά τους λόγια και κάτι κρύο αγγίζει τις καρδιές τους. Σαν αστραπή τα περνούν ξανά όλα αυτά στο μυαλό τους. Θυμούνται, σκέφτονται, κρίνουν, τρομάζουν.

Όσα θεωρούσαν μέχρι προ λίγου φυσιολογικά και συνηθισμένα και τ’ άφηναν να μένουν απαρατήρητα και παρατημένα στο βάθος του μυαλού τους, τώρα γίνονται σκοτεινά και φριχτά ερωτηματικά, που κυριεύουν κυριολεκτικά τις σκέψεις τους και βασανίζουν τις ψυχές τους. Ορθώνονται σαν πελώρια τέρατα μπροστά τους και τους  σφίγγουν το λαιμό.

Οι δυο νεοσύλλεκτοι, σπρωγμένοι απ’ την ίδια διαίσθηση και τελείως αυθόρμητα, σήκωσαν φοβισμένα το βλέμμα τους και με κάποιο ενδόμυχο φόβο έριξαν μια πιο ερευνητική ματιά γύρω τους. Πάνω απ’ τον πυργίσκο του αλυσοδεμένου στις ράχες του πατώματος τανκ περιεργάστηκαν με προσοχή ολόκληρη την ανθρωποθάλασσα του αμπαριού. Πραγματικά, είχε δίκιο ο Γιώργος. Δεν ήταν μόνο αυτός με το Θανάση παλιοί εκεί μέσα. Ήταν κι άλλοι. Πολλοί άλλοι. Τώρα, με λίγη μόνο παρατηρητικότητα, μπορούσε κανείς εύκολα να τους ξεχωρίσει ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους. Τα ρούχα τους ήταν διαφορετικά. Πιο ταιριαστά στο σώμα τους. Πιο δικά τους. Τα πρόσωπά τους πιο ψημένα, πιο σκληραγωγημένα. Τα μαλλιά τους πιο μακριά, η ψυχραιμία τους εντονότερη . . . Φαινόταν πιο συγκρατημένοι στις εκδηλώσεις τους, πιο σοβαροί . . . δεν φαινόταν ‘’γιαννάκια’’. Φορούσαν δίκοχα κι όχι μπερέδες . . .

Το μάτι τους, μάλιστα, πήρε και μερικούς άλλους δεκανείς. Κι ένα-δυο λοχίες. Τα πράγματα άλλαζαν ριζικά.

Σιωπή απλώθηκε πάνω στον πυργίσκο. Όλοι έμειναν αμίλητοι και μόνο οι περίεργες ματιές του Στρατή και του Κώστα ερευνούσαν ασταμάτητα τα πάντα, όσο τους επέτρεπε η θολή ατμόσφαιρα και το ανακάτεμα της φουρτούνας. Κοίταζαν μ’ επιμονή κι εξέταζαν με προσοχή το κάθε τι. ΄Ο,τι μπορούσαν να διακρίνουν μέσα στο μισοσκόταδο του αμπαριού.

Για μια στιγμή, ο Κώστας σκούντησε ελαφρά με τον αγκώνα του το Στρατή που ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα δίπλα του και του είπε ψιθυριστά.

– Για θυμήσου το τι γινόταν στην πόλη, όταν πηγαίναμε για το λιμάνι! Δεν βρίσκεις καμιά εξήγηση τώρα για όλα εκείνα;

Ο Στρατής δεν μίλησε. Ίσως δεν κατάλαβε. Κρύωνε τώρα περισσότερο.
/—/

Ο Κώστας έβγαλε το γκρίζο κασκόλ απ’ το λαιμό του και το τύλιξε στο λαιμό του φίλου του.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]