Το Γκρίζο Κασκόλ – III

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος III

Τα μικρά φιλιστρίνια, που ήταν αραδιασμένα στη σειρά και στις δυο πλευρές του αμπαριού, πάνω-πάνω ψηλά κοντά στο ταβάνι, ξεχώριζαν τώρα μέσα στο μισοσκόταδο και θολά ξεπρόβαλαν από ψηλά σαν παράξενα μάτια κάποιου απόκοσμου στοιχειού. Άλλοτε λαμπύριζαν κι άλλοτε έσβηναν με μιας, καθώς το πλοίο ανασηκώνονταν στον ορίζοντα ή χάνονταν απότομα στα βάθη των κυμάτων. Άλλοτε πάλι, φάνταζαν σαν τεράστιες βεντούζες κάποιου θαλασσινού τέρατος, που είχε τυλίξει με τα τεράστια πλοκάμια του το αρματαγωγό και πότε τό ‘σφιγγε, προσπαθώντας να το λιώσει μέσα στη φριχτή αγκαλιά του και πότε χαλάρωνε το σφίξιμο και χάνονταν τα ίχνη των πλοκαμιών από πάνω του.

– Φαίνεται πως ξημέρωσε έξω, είπε ο Στρατής, διακόπτοντας με τη διαπεραστική φωνή του το μονότονο βουητό που επικρατούσε μέσα κι έξω απ’ το πλοίο. Για δέστε πώς φέγγουν τα φιλιστρίνια!

– Πραγματικά, απάντησε μονολεκτικά και με ακεφιά ο Θανάσης.

Κι ύστερα από σιωπή δευτερολέπτων ρώτησε απότομα, σα να μην απευθύνονταν σε κανένα.

– Τι ώρα να είναι άραγε;

– Πού να δεις ρολόι εδώ μέσα, έκανε ο Στρατής και προσπάθησε να δει το ρολόι που φορούσε στο χέρι του. Αν βλέπω καλά, είναι εννιά και δέκα, είπε με χαρά, υψώνοντας χαρακτηριστικά τον τόνο της φωνής του και το αριστερό του χέρι με το ρολόι.

– Βρε παιδιά, παρατηρήσατε κάτι; Για να δω το ρολόι μου έφερα το χέρι μου πιο κοντά στο πρόσωπό μου. Στα μάτια μου δηλαδή.

– Αμ, αλλιώς πώς να δεις εδώ μέσα σ’ αυτή τη θολούρα; είπε ο Γιώργος.

– Όχι, αλλά ξέρετε τι σημαίνει αυτό; ξαναρώτησε ο Στρατής, κρατώντας πάντοτε θριαμβευτικά το αριστερό του χέρι ψηλά.

Οι άλλοι τον κοίταζαν περίεργα, χωρίς να προφέρει κανείς λέξη.

Ο Στρατής συνέχισε χαρούμενα και βιαστικά.

– Αυτό σημαίνει, πως μπορώ να συγκρατιέμαι εδώ πάνω στις αλυσίδες και με ένα χέρι μόνο. Με ένα μονάχα χέρι. Μ’ ακούτε; Δεν είναι σπουδαίο αυτό; Δεν είναι απόδειξη ότι η θάλασσα έσπασε;

Και δείχνοντας με το χέρι του προς το βάθος του καραβιού είπε.

– Για κοιτάξτε κάτω στο πάτωμα. Δε σας φαίνεται πως το νερό καλμάρισε αρκετά; Δε νομίζετε πως τώρα πηγαινοέρχεται πιο ήρεμα;

– Βαρέθηκε φαίνεται να μας πιτσιλάει, είπε ο Γιώργος χωρίς να κουνηθεί καθόλου απ’ τη θέση που βρίσκονταν.

Όλοι ανασήκωσαν τα κεφάλια τους και κοίταξαν με περιέργεια χαμηλά στο πάτωμα. Ο Στρατής είχε δίκιο. Η θάλασσα είχε σπάσει. Η μεγάλη κρίση είχε περάσει. Ο καιρός μαλάκωνε.

– Μπράβο Στρατή! φώναξε μ’ ενθουσιασμό ο Θανάσης. Δίκαια περηφανεύεσαι πως είσαι θαλασσινός. Μόνο ένας γνήσιος απόγονος μιας δοκιμασμένης ναυτικής γενιάς θα μπορούσε πρώτος να επισημάνει τις διαθέσεις της θάλασσας. Εγώ τουλάχιστο σε παραδέχομαι για θαλασσινό. Στο εξής, θα ασπάζομαι τη γνώμη σου στα ναυτικά ζητήματα.

Τα λόγια αυτά του Θανάση και η διαπίστωση του σπάσιμου της θάλασσας άλλαξαν την ατμόσφαιρα της μικρής συντροφιάς του πυργίσκου και σκόρπισαν σ’ όλους νέο κουράγιο κι άλλη διάθεση.

Πραγματικά, η θάλασσα ησύχαζε. Τα σκαμπανεβάσματα του πλοίου γίνονταν πιο αραιά και πιο μαλακά και το νερό στο βάθος του αμπαριού όλο και λιγόστευε, καθώς οι αντλίες δούλευαν ασταμάτητα και το έριχναν με βιασύνη ξανά έξω στο πέλαγος.

Γρήγορα  χαλάρωσαν όλοι τα σφιχτοκρατήματα των χεριών τους πάνω στα κρύα σίδερα του άρματος και ανακάθισαν στον πυργίσκο του και πάνω στις φαρδιές ερπύστριές του, προσεχτικά στην αρχή και με κάθε προφύλαξη που έκριναν απαραίτητη, σύμφωνα με την πλούσια πείρα που απόκτησαν στο ολιγόωρο ταξίδι τους και με το μάθημα που τους έδωσε η μανία της θάλασσας και τα σάλτα του ΧΙΟΣ. Άρχισαν να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους για να ξεμουδιάσουν και να συνέλθουν απ’ την ολονύχτια ταλαιπωρία.

Έδιναν όλοι συγχαρητήρια κι επαίνους στο Στρατή, για την έγκαιρη και αλάνθαστη διαπίστωσή του κι ο καθένας τον κολάκευε ή τον πείραζε για ‘’τις αποδειγμένες και σίγουρες ικανότητές του’’. όπως είπε ο Γιώργος. Και κείνος, χαρούμενος και περήφανος, δέχονταν ευχαρίστως το κάθε τους πείραγμα και τό ‘παιρνε σαν εκδήλωσε του ενθουσιασμού τους για τις σωστές του διαπιστώσεις.

Τώρα, καθισμένοι ανετότερα πάνω στο άρμα, ξαναθυμούνταν και περιέγραφαν με δυνατές φωνές και ποικίλα χρώματα τις δύσκολες στιγμές που ένιωσε ο καθένας τους στην πολύωρη και εξαντλητική δοκιμασία.

Μόνο ο Κώστας έμενε σκεπτικός και αμίλητος. Η φράση που άκουσε νωρίτερα απ’ το στόμα του ασυρματιστή συναδέλφου του, ‘’εμείς δεν πάμε για μετεκπαίδευση’’, του τρυπούσε το μυαλό και δεν του άφηνε πια καμιά αμφιβολία. Δεν ήθελε, όμως, να την παραδεχτεί απόλυτα κι ούτε ήθελε να ρωτήσει και περισσότερα. Πιθανόν, ο ίδιος να έλπιζε ακόμη πως οι κρυφές του σκέψεις δε θα επαληθεύονταν. Ίσως πάλι, δεν ήθελε να πληγώσει το Στρατή, που οι ελπίδες του πως πάει στο ΚΕΒΟΠ ήταν ακόμη ακμαίες. Γι’ αυτό έμενε σιωπηλός κι όλο αναρωτιόταν. Αν τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα υποψιάζομαι, τότε πού πάει το ΧΙΟΣ; Πού πάνε οι παλιοί συνάδελφοι και πού πάμε εμείς οι νεοσύλλεκτοι;

Από τότε που άκουσε τα λόγια εκείνα του Θανάση, το στόμα του βουβάθηκε. Μόνο η σκέψη του έτρεχε αχαλίνωτη στο παρελθόν. Έψαζε, αναπολούσε, εξέταζε και ερευνούσε γεγονότα πολλά και συμβάντα αμφίβολα και προσπαθούσε να εξηγήσει με μιας, αν ήταν δυνατόν, όλα τα βασανιστικά ερωτήματα κι όλες τις απορίες, που αναπηδούσαν μπροστά του και τον τυραννούσαν επίμονα. Ήθελε να απαντήσει, όσο μπορούσε γρηγορότερα και καθαρότερα, σ’ όλα τα ερωτηματικά που τώρα βαριά κι αμείλικτα του πίεζαν το μυαλό.

Πολλές φορές προσπάθησαν οι άλλοι συνάδελφοί του να τον παρασύρουν στη συζήτηση. Αυτός, όμως, πετώντας κάθε φορά ένα-δυο μονόλογα για απάντηση, κατάφερνε να μένει πάντοτε απέξω, κλεισμένος όσο μπορούσε πια ασφυχτικά στον εαυτό του.

 

* * * * *

Η φουρτούνα είχε σπάσει πια για καλά. Το ΧΙΟΣ όλο και σταθεροποιούνταν περισσότερο στις ράχες των κυμάτων. Το νερό κάτω στο αμπάρι είχε γαληνέψει και είχε λιγοστέψει αρκετά. Τώρα φαίνονταν οι χοντρές ράγες του πατώματος. Πολλοί στρατιώτες, οι πιο θαρραλέοι ή οι πιο απερίσκεπτοι και οι λιγότερο ζαλισμένοι, είχαν κατεβεί απ’ τα αμπάρια και τις σιδερόσκαλες, όπου κούρνιαζαν ως τώρα και, άλλοι ξυπόλυτοι κι άλλοι με τα άρβυλα βουτηγμένα στο νερό ως τον αστράγαλο, περιμάζευαν τα καταμουσκεμένα μπογαλάκια τους. Το νερό όλο και λιγόστευε και όλο και περισσότερα πράγματα ξεπρόβαλαν στο πάτωμα, σκόρπια εδώ κι εκεί. Καραβάνες, κουτάλια, κύπελλα, άρβυλα, μπερέδες και κάθε είδους μικροπράγματα, άλλα σώα και άλλα καταστραμμένα και διαλυμένα, άραζαν σαν καταποντισμένα πλεούμενα εδώ και κει. Ανάμεσα στα ‘’ναυάγια’’, βρέθηκαν μερικά κράνη, μια ξιφολόγχη, αρκετοί γεμιστήρες, δυο μπαλάσκες και δυο όπλα, όλα είδη και περιουσία της φρουράς. Οι ένοικοι του αμπαριού, που τα βρήκαν να επιπλέουν στο νερό ή να αράζουν στις ‘’ξέρες’’ του πατώματος, τα περιμάζεψαν, τα σκούπισαν πρόχειρα και από χέρι σε χέρι τα έστειλαν πάνω σε κείνους, στους οποίους τα είχε εμπιστευτεί η ‘’Πατρίς’’.

Η θάλασσα είχε πια ηρεμήσει. Το ΧΙΟΣ συνέχιζε ήρεμο κι αυτό και σταθερό το ταξίδι του. Ένα-δυο φιλιστρίνια της πάνω-πάνω σειράς είχαν ανοίξει και λιγοστός μεν αλλά ζωογόνος αέρας έμπαινε στο αμπάρι. Οι φαντάροι είχαν κατεβεί απ’ τα ψηλώματα και τις σκαλωσιές και προσπαθούσαν να ξεμουδιάσουν και να συνέλθουν απ’ την αφάνταστη ταλαιπωρία και την τρομάρα που πέρασαν. Ξαπλωμένοι ξέθαρρα εδώ και κει στα αποστραγγισμένα και στεγνά πια τώρα σημεία του πατώματος, πάνω στα πατάρια και στις καρότσες των αυτοκινήτων ή στις ερπύστριες των τανκς, αναπολούν με ανακούφιση τη δοκιμασία της τρομερής νύχτας.

Τώρα δεν χρειάζεται να κρατιούνται σφιχτά απ’ τα κρύα χερούλια του πυργίσκου. Δεν χρειάζεται να κρατιούνται από πουθενά. Το καράβι τους φαίνεται πως πηγαίνει τόσο μαλακά σε σύγκριση με την προηγούμενη πορεία του, που όλοι νομίζουν πως έχουν μπει σε λιμάνι ή έχουν βγει στη στεριά.

Κατάκοποι όλοι τους απ’ τα απότομα και συνεχή ανεβοκατεβάσματα κι εξαντλημένοι απ’ τα ασταμάτητα τραντάγματα του πλοίου, έκλεισαν γρήγορα τα μάτια, προσπαθώντας να βρουν ξεκούραση και γαλήνη στον ύπνο.

Μόνο ο ασταμάτητος κρότος των μηχανών τους θύμιζε πως βρίσκονταν μέσα σε καράβι. Σιγά-σιγά, όμως κι αυτός, παρ’ ότι οξύς και διαπεραστικός με το στριγκό και ρυθμικό του αντιβούισμα μέσα στον απέραντο ατσαλένιο θάλαμο του αμπαριού, άρχισε να φτάνει στο κουρασμένο μυαλό τους πιο ήπιος και πιο μαλακός, ώσπου γρήγορα έγινε γλυκό νανούρισμα και τους ζάλισε όλους.

 

* * * * *

Η μικρή συντροφιά του πυργίσκου βολεύτηκε στις φαρδιές αλυσίδες και στα πλαϊνά του άρματος και παραδόθηκε κι αυτή στον ύπνο.

Μόνο ο Κώστας δεν κοιμόταν. Χίλιες σκέψεις τυραννούσαν το μυαλό του. Ξανάφερε στη σκέψη του το χωριό του, το σπίτι του, τους δικούς του. Θυμήθηκε τον ανάπηρο αδερφό του, που με ένα πόδι, ακουμπώντας στα δεκανίκια του, τον ξέβγαλε πριν λίγες βδομάδες μέχρι το σταυροδρόμι της δημοσιάς, ξεπροβοδώντας τον για το στρατό. Η μάνα του, γριά κι αδύνατη, χτυπημένη περισσότερο απ’ όλους στην οικογένεια απ’ τις κακουχίες και τις συμφορές που βρήκαν το σπίτι τους, ντυμένη στα μαύρα και τυλιγμένη, όπως συνήθιζε, στη μεγάλη μαύρη μαντίλα της, με τα μάτια κατακόκκινα και θολά, τον κοίταζε αμίλητη σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής και τον αγκάλιαζε με το πονεμένο κι αόριστο βλέμμα της, κάθε φορά που κλεφτά το γύριζε προς το μέρος του. Κι ο πατέρας του, γέρος κι αυτός, γυρτός και ζαρωμένος, με βαθιές ρυτίδες, ανεξίτηλα σημάδια της τυραγνισμένης του ζωής, με κρυοπαγήματα και στα δυο του πόδια, ακουμπισμένος στο ραβδί του, προσπαθούσε, όσο περισσότερο μπορούσε, να κρύψει τη συγκίνησή του και να φανεί δυνατός. Χίλιες αμφιβολίες κι αβεβαιότητες περνούσαν απ’ το μυαλό του, μπέρδευαν τις σκέψεις του και τον τυραννούσαν πολύ περισσότερο απ’ ότι τα ανάπηρα πόδια του και ο προσωρινός και σύντομος σχετικά αποχωρισμός του γιου του. Σκυφτός βάδιζε κουτσαίνοντας μ’ ένα ρυθμό σα να δρασκέλιζε τα βάσανά του και να σκόνταφτε στις ζοφερές και πονεμένες αναμνήσεις της άχαρης ζωής του. Αμίλητος, με σφιγμένα τα χείλη και το βλέμμα του χαμηλωμένο στο χωματόδρομο, με τη σκούρη και φαγωμένη απ’ το χρόνο τραγιάσκα του κατεβασμένη ως τ’ αφτιά του και με το χαρτονένιο γίσωμά της τραβηγμένο ως τα φρύδια, προχωρούσε ανάμεσα στην οικογένειά του βουβός σαν ολομόναχος. Δίπλα του περπατούσε η γριά του. Αμίλητη κι εκείνη, με τους λογισμούς μπερδεμένους και τις σκέψεις της να πηγαινοέρχονται οδυνηρές στο παρελθόν και στο παρόν και να γυροφέρνουν αχαλίνωτες στο νου της, τις τόσες πίκρες και τα ανείποτα φαρμάκια που της πότισε ως τώρα η φτώχεια και η σκληράδα της ζωής και της χάρισε μ’ απλοχεριά η αδιαφορία των δυνατών και η απονιά και η απανθρωπιά των καιροσκόπων.

Κι ακολουθούσε αυτός με τον αδερφό του το Γιάννη. Τελευταίος ερχόταν ο άλλος του αδερφός, ο πιο μικρός απ’ όλους, ο Χρηστάκης.

Οι δυο γέροι, με φουρτουνιασμένη την καρδιά και βουρκωμένα μάτια, προχωρούσαν δίπλα-δίπλα, στην άκρη του δρόμου. Αραιά και πού, άλλαζαν καμιά κουβέντα μεταξύ τους και συχνότερα σκούπιζαν με αόρατες κι όσο γίνονταν πιο απαρατήρητες κινήσεις των χεριών τους τα δάκρυα, που αθόρυβα αλλά καυτά κυλούσαν στα ρυτιδωμένα πρόσωπά τους.

Πλησίαζε δέκα η ώρα. Ο ήλιος έλαμπε και ο καιρός ήταν ασυνήθιστα ζεστός και ευχάριστος εκείνο το πρωί στο χωριό. Ο Σεπτέμβρης είχε περάσει κι ο Οκτώβρης είχε ξεφύγει απ’ τα μισά του. Ένα ανάλαφρο και ανεπαίσθητο βορειοανατολικό αεράκι φυσούσε απ’ τη μεριά του βουνού, που ψηλό, βαθυπράσινο κι επιβλητικό υψώνονταν στα βόρεια του χωριού κι άφηνε τη ζωογόνα μυρωδιά του άγριου δάσους να αρωματίζει την ολοκάθαρη ατμόσφαιρα. Το χωριό, αμέριμνο απλώνονταν στην απλόχωρη πραγιά, που με την ελαφριά κλίση της αγνάντευε κατάματα τον ήλιο κι άρπαζε αχόρταγα απ’ αυτόν όλη τη ζωντάνια και τη δύναμή του. Οι δρόμοι του, με τους χαμηλούς φράχτες, τα ψηλά δέντρα και τα γκριζωπά σπίτια τους, γεμάτοι σκόνες και χώματα, διακλαδίζονταν τραχείς και κακόσχημοι, αλλά ξέγνοιαστοι προς όλες τις κατευθύνσεις. Παντού επικρατούσε ησυχία. Και η ησυχία αυτή και η καθαρή και ξέγνοιαστη ομορφιά της φύσης βάραιναν περισσότερο τις καρδιές όλης της οικογένειας τις ώρες εκείνες του αποχωρισμού.

Οι χωριανοί, μ’ όλη τους την απλότητα, έβγαιναν απ’ τις αυλές και τους μπαξέδες τους και μ’ ένα καλοκάγαθο χαμόγελο έφιγγαν το χέρι του Κώστα και του εύχονταν στεραιότυπα, όπως συνηθίζονταν, ‘’ώρα καλή και με το καλό να γυρίσεις’’. Οι γεροντότεροι και οι πιο κοντινοί συγγενείς τον φιλούσαν κιόλας. Μόνο ένας-δυο απ’ τους χωριανούς καμώθηκαν πως δεν τον είδαν, πως δεν είδαν καθόλου την οικογένειά του να περνά στο δρόμο και μπήκαν βιαστικοί στα σπίτια τους ή αλαφρογύρισαν, δήθεν αδιάφοροι, τις πλάτες τους προς το δρόμο και, με προσποιητή αμεριμνησία, έσκυψαν τα πρόσωπά τους βαθύτερα στις τσάπες τους.

Όλη η οικογένεια, με τον ίδιο πάντοτε ρυθμό. διέσχιζε τα ήσυχα σοκάκια του χωριού, τραβώντας κατηφορικά για τα αλώνια που απλώνονταν χαμηλότερα πέρα απ’ τα τελευταία σπίτια.

Πιο κάτω, μετά το ‘’Ανάθεμα’’ και την ‘’Κονδυλόβρυση’’, ξανοίγονταν τ’ αμπέλια και κάτω χαμηλά ξεχώριζε η δημοσιά. Σκούρη, γκριζωπή, καγκελωτή λουρίδα, διέσχιζε λοξά την πλαγιά της νοτιοδυτικής πλευράς του χωριού και χάνονταν ατέλειωτη μακριά στον κάμπο.

Η συντροφιά προχωρούσε σκυθρωπή και μόνο ο μικρός Χρηστάκης, ένα ζωηρό και ψηλό παιδί, που, παρ’ ότι μόλις είχε κλείσει τα δώδεκα φαινόταν για δεκαπέντε, έτρεχε από δω κι από κει, τρομάζοντας τα σπουργίτια που ήσυχα κάθονταν στους φράχτες και στα χαμόκλαδα του δρόμου ή πείραζε τα σκυλιά που όλα σχεδόν τον γνώριζαν. Αμέριμνα κι αυτά ξάπλωναν στις σκιές των σπιτιών και των δέντρων ή έβγαιναν βαριεστημένα κι άκεφα στις αυλόπορτες, χωρίς καμιά απολύτως διάθεση για γαυγίσματα και φασαρίες. Μόνο τα άτακτα βήματα και τα ανήσυχα τρεχάματα του Χρηστάκη τάραζαν τη μονοτονία και το αργό περπάτημα της σκυθρωπής οικογένειας. Ο Χρηστάκης, παρ’ όλο που κουβαλούσε στην πλάτη του και το μικρό σάκο του Κώστα με τα λιγοστά μικροπράγματα που είχε ετοιμάσει από βραδύς η μάνα του, έτρεχε ακούραστος δεξιά κι αριστερά, πότε μπροστά και πότε πίσω απ’ τους  άλλους.

Επηρεασμένοι απ’ τη θλίψη του αποχωρισμού και συνεπαρμένοι ο καθένας τους απ’ τις δικές του σκέψεις, δεν κατάλαβαν πότε έφτασαν στο απλόχωρο άνοιγμα των αλωνιών. Άφησαν δεξιά το ‘’Ανάθεμα’’, το μικρό λόφο με την πέτρινη κορυφή, προσπέρασαν την ‘’Κονδυλόβρυση’’ και το νταμάρι της ‘’Κατάρας’’ και βρέθηκαν μπροστά στη στροφή του δρόμου που άφηνε πίσω το χωριό και προχωρούσε κατηφορικά προς τα αμπέλια, τραβώντας για τη δημοσιά.

Τι παράξενος που είναι ο χρόνος! Ενώ τα ρολόγια πάντοτε χτυπούν ισόχρονα και ρυθμικά το πέρασμά του, αυτός περνά άτακτα και μπερδεμένα. Πόσο γίνονται οι ώρες μικρές και σύντομες και φεύγουν σαν αστραπή, όταν εμείς τις θέλουμε μεγάλες και ατέλειωτες! Και πόσο πάλι οι στιγμές γίνονται μεγάλες και ατέλειωτες, όταν εμείς θέλουμε τις ώρες μικρές και σύντομες, γιατί μας είναι αφόρητες και βασανιστικές!

΄Ετσι άτακτα και τυραννικά, πέρασαν και οι λιγοστές στιγμές που απόμειναν του ξεπροβοδίσματος του Κώστα κι ήρθε η ώρα του αποχωρισμού.

Σταμάτησαν όλοι σιωπηλοί κοντά στο άνοιγμα του νταμαριού, που έχασκε στα δεξιά του δρόμου κι εκεί, με τις καρδιές σφιγμένες, οι δυο γέροι γονείς του τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν. Χωρίς να μπορούν να συγκρατήσουν άλλο τα δάκρυά τους, τον αποχαιρέτησαν και του ευχήθηκαν ‘’στο καλό’’ και ‘’καλός στρατιώτης’’.

– Να προσέχεις πάντοτε παιδί μου και να γυρίσεις γερός, του είπε η μάνα του, καθώς τον έσφιγγε στην αγκαλιά της, συγκρατώντας με δυσκολία τους λυγμούς της..

Τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε μες στ’ αναφιλητά του κάποια ευχή κι ο πατέρας του.

– Εγώ θά ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτω ως το σταυροδρόμι της δημοσιάς, είπε ο Γιάννης. Διόρθωσε το σώμα του καλύτερα πάνω στις πατερίτσες του και ξεκίνησε.

Πόσο ήθελε κι ο Χρηστάκης να περπατήσει μαζί τους όλο το μεγάλο δρόμο και να ξευγάλει κι αυτός τον αδερφό του ως τη δημοσιά! Ο πατέρας του, όμως, του έκοψε την ορμή.

– Άσε τους να πάνε οι δυο άντρες μόνοι τους, του είπε προστακτικά.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

 

1 thought on “Το Γκρίζο Κασκόλ – III”

  1. Λυπάμαι, φίλε, που δέν είχα την τύχη να σε συναντήσω.

Comments are closed.