Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IV

Purchasing Valium ‘’ http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597295427.0620689392089843750000 Δυο άντρες’’! Και τότε στο λόχο και πριν λίγο στην τρικυμία και τώρα στην κοιλιά του αμπαριού αντηχούν στ’ αφτιά του με την ίδια ένταση εκείνα τα λόγια του πατέρα του.

Buy 1000 Valium Online Είχε γίνει, λοιπόν, κι αυτός άντρας!

Buy Valium 5Mg Πόσο παράξενα αλλά και πόσο ωραία βγήκαν απ’ τα χείλη του πατέρα του οι δυο εκείνες λέξεις!

Buying Valium Online In Canada Έτσι τού ‘ρθε τότε που τις άκουσε, να γυρίσει πίσω και να ξαναφιλήσει το γερο-πατέρα του κι άλλη μια φορά, που, έτσι επίσημα τώρα πια, τον παραδέχονταν για άντρα. Δεν τό ‘κανε, όμως, γιατί δεν ήθελε να προσθέσει κι άλλη συγκίνηση στην τόση που κατείχε και βασάνιζε όλους εκείνη τη στιγμή. Προτίμησε να συγκρατηθεί και να φανείς ‘’άντρας’’.

http://firewithoutsmoke.com/class=pulse_next_link Διπλά συγκινημένος πήρε με τ’ αριστερό του χέρι το σάκο του απ’ τα χέρια του Χρηστάκη και, κουνώντας το δεξιό του, άφησε γεια σε όλους.

Buy Valium Diazepam 10Mg Τους αγκάλιασε όλους με το βλέμμα του και, χωρίς να πει λέξη, γύρισε προς τον κατήφορο και συνέχισε το δρόμο για τη δημοσιά πλάι στον αδερφό του.

Γυρτός πάνω στα δεκανίκια του ο Γιάννης βάδιζε με δυσκολία δίπλα του, κλοτσοπατώντας τα χοντροχάλικα και τις σκόνες με το γερό του πόδι, καθώς το μισόσερνε σε κάθε του βήμα. Τα δεκανίκια του, κάθε φορά που έβρισκαν σε καμιά πέτρα που έχασκε προκλητική ή λόχευε μισοσκεπασμένη στη σκόνη, γλυστρούσαν απότομα, παραπατούσαν με θόρυβο και ταλαντεύονταν στα χέρια του. Κι ο Γιάννης τραντάζονταν απότομα σύγκορμος, έφιγγε τις χούφτες και τα μπράτσα του κι έγερνε πότε στη μια και πότε στην άλλη μεριά, προσπαθώντας να ισορροπήσει και να κρατηθεί όρθιος.

Buy Original Valium Παρ’ όλες, όμως, τις δυσκολίες, παρά τις τόσες απότομες ταλαντεύσεις και τα εμπόδια, που σε κάθε του βήμα του πρόσφερε η αναποδιά και η αγριάδα του χωματόδρομου, ο Γιάννης δεν το έβαζε κάτω. Περπατούσε παλεύοντας αγόγγιστα και μιλούσε διαρκώς, σα να μην συνέβαινε τίποτα. Μιλούσε στον αδερφό του συνέχεια. Του έκανε συστάσεις και τον συμβούλευε, να αγαπά την πατρίδα και να αγωνίζεται πάντα για το καλό και για τη λευτεριά της.

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/tag/conventional-contracts/ – Να είσαι καλός και πειθαρχικός στρατιώτης. Για την πατρίδα και το καλό της να τα θυσιάζεις όλα. Να υπακούς στους ανωτέρους σου. Πάντοτε, όμως, να ξέρεις πως πατρίδα δεν είναι οι ανώτεροί σου. Οι αξιωματικοί είναι κι αυτοί υπηρέτες της πατρίδας, όπως θα είσαι και συ και όπως θα είναι πάντοτε ο κάθε πολίτης της. Πατρίδα δεν είναι οι λίγοι αλλά οι πολλοί. Όλοι. Πατρίδα είναι οι φαντάροι και οι στρατηγοί, οι πολίτες και οι κυβερνήτες. Μικροί και μεγάλοι. Πλούσιοι και φτωχοί. Πατρίδα είναι ο λαός με τις ιδέες του, τις πεποιθήσεις του, τα πιστεύω του, τα ιδανικά του. Εκείνο που δίνει κουράγιο στους λαούς είναι οι ιδέες τους. Οι ιδέες είναι η ζωή των λαών και η ψυχή της πατρίδας. Και ο καλός αγώνας για την πραγμάτωση των καλών ιδεών είναι το μέτρο της αρετής μιας κοινωνίας και το γράδο του πολιτισμού και της ανθρωπιάς ενός λαού. Πατρίδα είναι ετούτο το χώμα που πατούμε. Η γη που ανάπαυσε τα σώματα των προγόνων μας κι είναι σπαρμένη με τα κόκαλά τους. Όλα τα χώματα, που ο λαός βρέχει ασταμάτητα με τον ιδρώτα του και τα πότισε και κάθε τόσο τα ποτίζει με το αίμα του. Γι’ αυτήν την πατρίδα θα φορέσεις και συ το χακί. Αυτήν την πατρίδα πηγαίνεις και συ να υπηρετήσεις, όπως και κάθε Ελληνόπουλο από κάθε γωνιά της γης. Και η υπηρεσία σου στο μεγάλο αυτό σύνολο να είναι άδολη, ανυστερόβουλη και απόλυτη. Κάθε τι που κάνεις, να το κάνεις με προθυμία και να νιώθεις γιατί το κάνεις. Να το δικαιολογεί η συνείδησή σου πάντοτε. Όταν κάνεις λάθος, να ζητάς ειλικρινά συγγνώμη και να πασχίζεις να μαθαίνεις το σωστό. Ποτέ να μην κάνεις κάτι κακό ή κάτι που δεν συμβιβάζεται με τη συνείδησή σου, γιατί τότε θα νιώθεις τύψεις μέσα σου. Και το βασανιστήριο της τύψης είναι η κόλαση των ζωντανών.

Order Valium Online Overnight Ο Κώστας άκουγε και όλο άκουγε τα λόγια του μεγαλύτερου αδερφού του. Τι ωραία που τα έλεγε! Κάθε φράση του τού ‘κανε και μεγαλύτερη εντύπωση κι άγγιζε και κάτι το ανάγγιχτο ως τώρα στο είναι του.

Online Valium Australia Άκουγε τον αδερφό του και θαύμαζε το μεγαλείο της ψυχής του, την πίστη του και την αγάπη του για την πατρίδα, για τα παιδιά της, για το λαό της, για τον κάθε λαό, για τον κάθε άνθρωπο, για όλους τους ανθρώπους. Κι αναρωτιόταν: Ο Γιάννης να μιλά έτσι; Πού τα άκουσε αυτός τέτοια πράγματα; Πώς μπορεί να βρίσκει τέτοια ωραία λόγια και να τα βάζει έτσι όμορφα στη σειρά; Αυτός μόνο τρεις τάξεις πήγε στο δημοτικό σχολείο του χωριού μας. Δεν ‘’ξέρει γράμματα’’. Ύστερα, ποτέ του δεν τον είχε δει να πιάσει βιβλίο. Δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι, ούτε και στο χωριό. Όλοι οι χωριανοί, ηλιοκαμένοι και τραχείς, δούλευαν απ’ τη νύχτα ως τη νύχτα στα λιγοστά κι αδύνατα πετροχώραφά τους ή έκοβαν ξύλα, χαμένοι μέρες ολόκληρες μέσα στα ρέματα και στις απόκρημνες πλαγιές του βουνού. Όλοι πάλευαν ασταμάτητα για ένα κομμάτι ψωμί. Έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή του χωριού. Έτσι ήταν από πάντοτε. Κανείς τους δεν είχε καιρό να ασχοληθεί με διαβάσματα. Με την καλλιέργεια του πνεύματος. Αυτό ήταν μια άγνωστη πολυτέλεια. Τα βιβλία ποζάρουν στις βιτρίνες των πόλεων. Τα σχολεία χτίζονται στις μεγαλουπόλεις. Τα πανεπιστήμια στις πρωτεύουσες. Και το καθένα είναι μόνο για τον τόπο του. Πώς ο αδερφός του κατάφερε να μάθει και μπορεί να μιλά έτσι, τόσο ωραία και για τόσο ανώτερα και ακατάληπτα για τους πολλούς πράγματα;

Διπλά, λοιπόν, θαύμαζε τον αδερφό του ο υποψήφιος στρατώτης. Κι ενώ στην αρχή παρακαλούσε από μέσα του νά ‘ρθει αν γινόταν πιο κοντά το σταυροδρόμι του χωραφόδρομου με τη δημοσιά, για να πάψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα να βασανίζεται απ’ τις λακούβες και τις πέτρες του δρόμου ο ανάπηρος αδερφός του, τώρα έβλεπε τη δημοσιά να πλησιάζει και άθελά του λυπούνταν, που μόνο τόσο λίγος δρόμος τους απόμεινε να βαδίσουν μαζί. Πόσο ήθελε να ακούει το Γιάννη να μιλά!

Κι εκείνος, σα να ένιωθε την επιθυμία του αυτή, δεν σταματούσε. Μιλούσε κι όλο μιλούσε αδιάκοπα.

– Γι’ αυτήν την πατρίδα, λοιπόν, όλα. Όλα, χωρίς δισταγμό. Χωρίς καμιά λύπη και κανένα παράπονο. Όχι, όμως, για αρπαγές και υποδουλώσεις. Όχι για ξένα συμφέροντα και για οφέλη άλλων. Όχι για θησαυρισμό λίγων και προβολή μερικών. Θυσία όλων, των πάντων, για τη λευτεριά και το δίκιο. Για το ψωμί των πεινασμένων και το φως των αγραμμάτων, των τυφλών. Για την πρόοδο όλων. Αδίσταχτη προσφορά της μικρής μας δύναμης, της μηδαμινής μας ζωής και τον ξεριζωμό της μεγάλης αδικίας και την εξαφάνιση της τεράστιας καταπίεσης των πολλών απ’ τους λίγους. Κι όχι μόνο στον τόπο μας αλλά και στους άλλους τόπους. Παντού. Σ’ όλη τη γη. Για το ξερίζωμα απ’ το πρόσωπο του πλανήτη μας των στρατοπέδων βασανισμού και των κάθε είδους τόπο μαρτυρίου και τυραννίας των ανθρώπων, σ’ όποια γωνιά του κόσμου κι αν βρίσκονται αυτά. Να λείψουν οι φυλακές πια και οι εξορίες. Να λείψουν τα δεσμά που δένουν χειροπόδαρα τη σκέψη, τη γλώσσα και τη λευτεριά. Να λείψουν τα εκτελεστικά αποσπάσματα, που σκοτώνουν απάνθρωπα το δίκιο και την αλήθεια. Όχι άλλες Καισσαριανές και άλλες Χιροσίμες . . . Όχι άλλα Νταχάου και Άουσβιτς . . . Όχι άλλα κάτεργα και τόποι μαρτυρίου . . . Όχι πλέον σκελετοί και αίματα . . .

Ξερόβηξε μια-δυο φορές ο Γιάννης, σα να ήθελε να διώξει κάποιο ξαφνικό κόμπο που του έσφιγγε το λαιμό και συνέχισε με περισσότερη ζωηράδα στη φωνή του.

Buying Valium In Koh Samui – Να θυμάσαι τον αδερφό μας. Το μεγάλο μας αδερφό. Το συγχωρεμένο το Δημήτρη μας. Αυτόν που έδωσε τα πάντα για την πατρίδα και θυσιάστηκε γι’ αυτή. Να μην ξεχνάς ποτέ το κουράγιο και το θάρρος του . . .

Ξαναξερόβηξε και πάλι, προσπαθώντας να συγκρατήσει την αβάσταχτη συγκίνηση που φούντωνε τώρα στο στήθος του, ορθώθηκε κάπως πάνω στις πατερίτσες του, σα να ήθελε έτσι να δώσει κουράγιο στον εαυτό του και συνέχισε με αλλοιωμένη τη φωνή.

– ‘’Ζήτω η Ελλάδα’’, φώναξε δυνατά ο αδερφός μας, όταν τον έστησαν στον τοίχο οι Γερμανοί το γλυκοχάραμα εκείνης της μαύρης Παρασκευής, την άνοιξη του ’43. ‘’Ζήτω η Λευτεριά’’, ξαναφώναξε με όση δύναμη είχε στα στήθια του και άρχισε να τραγουδάει τον Εθνικό μας Ύμνο. Μαζί του άρχισαν να τραγουδούν και οι άλλοι μελλοθάνατοι. Η φρίκη του θανάτου μεταβάλλονταν την άγια εκείνη στιγμή απ’ τους λίγους άσημους κι άγνωστους μάρτυρες σε πανηγύρι λευτεριάς. Κι όλοι εκείνοι που έπαιρναν μέρος στο φριχτό αυτό ξεφάντωμα, όλοι οι στημένοι εκείνο το πρωινό στον τοίχο ήταν όλοι αγράμματοι. Εργάτες, γεωργοί, φτωχά χωριατόπαιδα. Οι ζητωκραυγές τους ήταν πλούσιες κι αληθινές. Αγνές και ανόθευτες. Γεμάτες κρυστάλλινο πατριωτισμό. Ξάστερες ψυχές, σαν τον ξάστερο ουρανό του τόπου μας και καθάριες σαν το γάργαρο νερό του βουνού μας. Ο κρότος του πολυβόλου, όμως, σκέπασε το τραγούδι τους και οι καυτές σφαίρες του έκοψαν το νήμα της ζωής τους . . . Τους έκλεισαν για πάντα τα μάτια. Έκλεισαν ενείνων τα μάτια για ν’ ανοίξουν τα δικά μας . . . Κι ο θάνατός τους δε θα με λυπούσε τόσο, αν δεν τους είχε προδώσει Έλληνας. Δικός μας, συνεργάτης των Γερμανών.

http://firewithoutsmoke.com//index.php?m=member Κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Συγκράτησε τη μια πατερίτσα του με τη μασχάλη του, για να μην του πέσει και σκούπισε με το ροζιασμένο χέρι του τα μάγουλά του. Μετά, σα να πήρε καινούριο κουράγιο, ξανάσφιξε τις πατερίτσες του νευρικά, έδωσε ταχύτερο ρυθμό στο βάδισμά του και, με ζωηρότερη φωνή, συνέχισε.

http://augustinecamino.co.uk/wp-content/themes/begin-lts-1/inc/go.php?url=../../../wp-config.php – Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του. Ζήτω η Ελλάδα και Ζήτω η Λευτεριά. Να τις θυμάσαι.

http://firewithoutsmoke.com/back/ Λένε, πως ο ναζιστής αξιωματικός του εκτελεστικού αποσπάσματος χρειάστηκε να δώσει δυο φορές το παράγγελμα ‘’πυρ’’ στο Γερμανό πολυβολητή. Φαίνεται, πως το θάρρος και η ανδρεία των άσημων εκείνων πατριωτών, των μικρών και αφανών ηρώων, είχε συγκλονίσει το σκληρό πολυβολητή, τον συνεπήρε, του μούδιασε τα δάχτυλα και τον έκανε να μην μπορεί να πατήσει τη σκανδάλη. Χρειάστηκε και δεύτερο, πιο δυνατό πρόσταγμα, για να μπορέσει να διωχτεί η ανθρωπιά από πάνω του, που, ζωντανεμένη απ΄ το θάρρος και το κουράγιο των μελλοθάνατων, τον είχε ξαφνικά πλησιάσει και του είχε αγγίξει την καρδιά. Για λίγα, όμως, δευτερόλεπτα.

http://blog.leedsforlearning.co.uk/2019/10/25/ Το δεύτερο πρόσταγμα τον αποκτήνωσε και πάλι. Θόλωσε τη συνείδησή του κι έκανε τα νεύρα του να συσπαστούν και τα δάχτυλά του να σφίξουν μηχανικά. Ύστερα, η μηχανή του θανάτου κροτάλισε κι αμέσως οι καρδιές των ηρώων άνοιξαν κι έπαψαν να χτυπούν πια. Ανοιχτές πότιζαν κι αυτές με το αίμα τους, όπως κι άλλες πολλές πριν απ’ αυτές, το άγιο δέντρο της Λευτεριάς.

http://zaphiro.ch/index.php/2017/10/ Το τελευταίο δυνατό καρδιοχτύπι των ηρώων εκείνων τράνταξε και δυνάμωσε τους χτύπους των δικών μας καρδιών. Έτσι γίνεται πάντοτε. Οι καρδιές των ηρώων ενός λαού, που πεθαίνουν για το λαό, δυναμώνουν και θεριεύουν το λαό που θέλει να ζήσει. Και τέτοιοι λαοί και αλυσοδεμένοι ακόμη κι αφανισμένοι από πρόσκαιρα δεινά, ζουν και δεν πεθαίνουν. Δε σβήνουν από καταπιέσεις, σκλαβιές και θανάτους. Τα ίδια τους τα δεινά τους τρέφουν. Η καταπίεση τους ανασταίνει και οι άδικοι θάνατοι των παιδιών τους τους δίνουν ζωή και δύναμη. Οι τύραννοι το γνωρίζουν αυτό και γι’ αυτό λυσσάζουν περισσότερο. Γνωρίζουν, πως ο καταπιεσμένος λαός μια μέρα θα σπάσει τα δεσμά του και τότε αλίμονο σ’ αυτούς. Αυτό το γνώριζαν και οι Γερμανοί κατακτητές, όταν έστησαν το Δημήτρη μας στον τοίχο. Το ξέραμε, όμως κι εμείς, ότι η λευτεριά μας δε θα είναι μακριά. Και πραγματικά δεν ήταν. Ήρθε. Τη φέραμε. Τώρα, καθήκον μας είναι να την κρατήσουμε. Να την φυλάξουμε. Να αναστήσουμε και ν’ αντριώσουμε την πατρίδα μας . . .

http://bankholidays-2019.co.uk/holidays/in/northern-ireland?ajaxCalendar=1 Τα δυο αδέρφια είχαν πάρει τώρα τη μικρή στροφή του δρόμου, που έκοβε κάπως φάλτσα την πλαγιά προς τα δεξιά κι έμπαινε στην περιοχή των αμπελιών. Είχαν φτάσει κοντά στο δικό τους αμπέλι. Τα κλήματα διακρίνονταν πίσω απ’ τον πυκνό φράχτη αραιά, αδύνατα, παρατημένα. Ποιος να τα περιποιηθεί όπως έπρεπε; Ο πατέρας του κι ο Γιάννης ανάπηροι. Ο Χρηστάκης μικρός. Αυτός στο γυμνάσιο, πάσχιζε να μάθει λίγα γράμματα. Τ’ όνειρό του ήταν να γίνει μηχανικός ή αρχιτέκτονας. Κάτι τέτοιο. Τό ‘χαν μεράκι κι οι δικοί του να μορφωθεί. Προπαντός ο Γιάννης. Εκείνος πάντα έλεγε: ‘’Να μάθεις γράμματα, Κώστα. Να μορφωθείς. Να δεις το φως απ’ την καλή του μεριά και να το δείξεις και στους άλλους. Να βγάλεις τις παρωπίδες απ’ τον κοσμάκη. Να του δείξεις την αλήθεια, το μέλλον, τη ζωή . . .’’ Τα χρόνια, όμως, ήρθαν ανάποδα. Τώρα ήρθε και το στρατιωτικό . . . Αντί να πάει στην Αθήνα για σπουδές φεύγει στην Αλεξανδρούπολη για φαντάρος. Ποιος ξέρει τι θα γίνει με το θέμα αυτό της μόρφωσης στο μέλλον; Η θητεία πολύμηνη. Μοιάζει με ζωή ολόκληρη για κείνον που θέλει να μάθει γράμματα . . .

Κοντοστάθηκε για λίγο στο φράχτη κάτω απ’ τη γέρικη αμυγδαλιά. Τα κλωνάρια της έβγαιναν πυκνά πάνω απ’ τον απεριποίητο φράχτη κι απλώνονταν άτακτα ψηλά, σκεπάζοντας το μισό δρόμο.

http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597313492.8799469470977783203125 Ο Γιάννης στηρίχτηκε στα δεκανίκια του και ισορρόπησε στο ένα του πόδι. Έβγαλε το μαντίλι του και σκούπισε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο και το πρόσωπό του. Μετά, ενώ ξανάβαζε το μαντίλι στην τσέπι του, σήκωσε τα μάτια του ψηλά προς τον ουρανό. Κοίταξε τα τεντωμένα στον αέρα κλωνάρια της μυγδαλιάς και σιγά-σιγά άρχισε να κατεβάζει το βλέμμα του, παρακολουθώντας τον κορμό του δέντρου ως τη ρίζα του, διαπερνώντας τον πυκνό φράχτη με το βλέμμα του. Ύστερα, γύρισε τα μάτια του προς τον Κώστα, που εκείνη τη στιγμή μόλις είχε κατεβάσει απ’ την πλάτη του το μικρό σάκο και προσπαθούσε να τον αποθέσει κάπου στα χορτάρια κοντά στο φράχτη, για να μην σκονιστεί και του είπε.

Buy Valium Sleeping Tablets – Εδώ στ’ αμπέλι μας, κάτω απ’ αυτήν τη μυγδαλιά συναντούσα τις νύχτες στην αρχή της κατοχής το Δημήτρη μας, για να του φέρω κανένα ζεστό ρούχο ή λίγο κριθαρόψωμο. Πότε-πότε και λίγο ζεστό φαΐ. Τότε, που με τ’ όπλο στο χέρι πολεμούσε στους κατακτητές της πατρίδας μας και τους στραγγαλιστές της λευτεριάς μας. Την τελευταία φορά τού ‘φερα και μια φανέλα δική μου. Εγώ δεν την είχα και τόση ανάγκη. Εκείνοι, όμως, μέσα στα βουνά έπρεπε να είναι όσο γίνονταν πιο ζεστοί. Όταν χωρίσαμε τού ‘δωσα και το ένα γάντι μου. Το γάντι μας καλύτερα. Γιατί είχες και συ δικαιώματα σ’ αυτά. Μια παλιά φανέλα δική σου ξήλωσε η μάνα μας και με τη γερή κλωστή που μπόρεσε και μάζεψε, έπλεξε εκείνα τα γάντια για μένα. Τού ‘δινα και το άλλο, αλλά δεν θέλησε να μου τα πάρει και τα δυο. Κρατώ το ένα, μου είπε. Το γυμνό χέρι μου θα αντέχει περισσότερο στις παγωνιές και στα κρύα, όταν θα νιώθει ζεστό το χέρι του αδερφού μου. Έτσι, θά ‘μαστε πάντα ο ένας πιο κοντά στον άλλο. Δεν είχα κουράγιο να αντισταθώ. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Έβαλα το γάντι στη μέσα τσέπη του σακακιού μου, εκεί πάνω απ’ την καρδιά μου κι έφυγα. Χωρίσαμε κι οι δυο συγκινημένοι . . . Δεν τον ξαναείδα πια . . . Από τότε, φυλάγω το γάντι εκείνο εκεί, στην ίδια τσέπη, σαν ένα κειμήλιο, σαν κάτι το ιερό. Κάτι απ’ το Δημήτρη μας.

Ξανασήκωσε τα θολά του μάτια ο Γιάννης προς τον ουρανό, σα να ήθελε να διακρίνει κάπου, ανάμεσα στα κλώνια του δέντρου το όραμα του νεκρού αδερφού του. Με δυσκολία έπνιξε ένα βαθύ και αβάσταχτο αναστεναγμό και, χωρίς να γυρίσει τα μάτια του προς τον αδερφό του, συνέχισε.

http://sandshade.com/2016/10/10/cabarete-windsurfing-competition/ – Είχε ενάμιση χρόνο που τους πολεμούσε στα βουνά ο Δημήτρης. Πολεμούσε ασταμάτητα νύχτα-μέρα τους εχθρούς της πατρίδας του. Τους εχθρούς της πατρίδας μας. Ήταν άλλος άνθρωπος εκείνος. Ελεύθερος. Αδέσμευτος. Δεν άντεχε τη σκλαβιά. Δεν άντεχε σε κανένα είδος σκλαβιάς. Μισούσε τους κατακτητές. Μισούσε τους τύραννους. Τους κάθε είδους τύραννους κι αγαπούσε τη λευτεριά. Γι’ αυτή θυσιάστηκε. Γι’ αυτήν έφυγε απ’ τη ζωή. Ποτέ δεν συμβιβάζονταν με το ψέμα και την αιδκία. Κι αν αναγκάζονταν καμιά φορά να σκύψει το κεφάλι του, η ψυχή του σπάραζε και μάτωνε η καρδιά του. Να τα θυμάσαι αυτά . . . Να τα θυμάσαι όλα κι όλο να τα σκέφτεσαι και να τα δουλεύεις ασταμάτητα στο μυαλό σου . . . Να θυμάσαι τον ξάδερφό σου τον Αντώνη, τον καπετάν Δρόσο, που έδωσε κι αυτός τη ζωή του για την πατρίδα. Να τους θυμάσαι όλους αυτούς τους ήρωες. Να θυμάσαι επίσης το γέρο μας. Κι αυτός, για τη λευτεριά της πατρίδας, έπαθε κρυοπαγήματα και σακατεύτηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας. Κι ύστερα, για το ξεσκλάβωμα του τόπου μας πολεμούσε χρόνια ολόκληρα μέσα στα χιόνια και στα κρύα. Αλύγιστος κι ατρόμητος διώκτης των κατακτητών. Τους κυνηγούσε ασταμάτητα σε κάμπους και βουνά. Έτσι απόμεινε κι αυτός με σακατεμμένα πόδια.

Φωνάζοντας ‘’αέρα’’ κέρδισε το ραβδί που κουβαλάει από τότε, αχώριστο σύντροφο της ζωής του. Ας είναι όμως. Ένα παράσημο είναι κι αυτό. Τρανό, φανταχτερό και μόνιμο, που δεν παίρνεται πίσω από κανένα και με κανένα τρόπο. Ακουμπισμένος στο μίζερο αυτό παράσημό του, σέρνεται στη ζωή, χωρίς καμιά σύνταξη, χωρίς κανένα βοήθημα. Είναι φτωχή του είπανε η Πατρίδα, όταν απευθύνθηκε στις Αρχές, γυρίζοντας απ’ την Αλβανία. Είναι πραγματικά φτωχή για τους φτωχούς και πλούσια για τους καταφερτζήδες. Έτσι την κατάντησαν οι κάθε λογής πατριδοκάπηλοι. Την εγκατάλειψη, όμως, αυτή δεν την κράτησε θυμό και πείσμα μέσα του. Με αλύγιστη ψυχή και ατσαλένια θέληση πολέμησε όσο μπορούσε τους κατακτητές.

Buy Cheap Valium Online Ο Γιάννης έκανε μερικά βήματα χωρίς να πει λέξη. Μετά συνέχισε.

– Και μετά την απελευθέρωση, ξαναπήγε στα διάφορα γραφεία ζητώντας δικαιοσύνη. Τώρα, δεν του έφεραν καμιά δικαιολογία. Τον έβγαλαν κακήν-κακώς έξω απ’ την πόρτα. Πολέμησε βλέπεις τους κατακτητές. Ας είναι όμως. Η πατρίδα κάποτε θα τα δει αυτά. Εσείς θα τα δείτε. Και με τα μάτια τα δικά σας, θα τα δει κι εκείνη η δυστυχισμένη. Και τότε θα γίνει ό,τι πρέπει να γίνει. Εσείς θα το κάνετε.

Brand Valium Online Ο Γιάννης είχε πάρει ένα αλλιώτικο ύφος. Πιο δυνατό, πιο αγέροχο. Έλεγε κι όλο έλεγε. Φαίνονταν συνεπαρμένος κι ο ίδιος απ’ τα λεγόμενά του. Τα μάτια του έλαμπαν και το βλέμμα του ήταν ζεστό. Κοίταξε τον Κώστα κατάματα για ένα-δυο δευτερόλεπτα και συνέχισε.

– Να θυμάσαι όλους αυτούς που θυσιάστηκαν, είτε με το όπλο στο χέρι στην πρώτη γραμμή, είτε με τα χέρια δεμένα μέσα στα τρατόπεδα ή μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα των εχθρών. Θυμήσου, πόσοι Δημήτρηδες χάθηκαν με το όραμα μιας ελεύθερης πατρίδας στην ψυχή τους. Θυμήσου, πόσοι έπεσαν σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, για να λευτερωθεί ο τόπος μας απ’ τους κατακτητές. Θυμήσου, πόσες μάνες σαν τη δική μας μαυροφορέθηκαν. Σκέψου, πόσα ορφανά γυρίζουν έρημα κι απροστάτευτα στις πλατείες και στα σοκάκια της χώρας μας. Θυμήσου τις φυλακές, τις αγχόνες, τα μαρτύρια . . .

Ξαναχούφτωσε τις πατερίτσες του, τις έσιαξε στις μασχάλες του και ξεκίνησε προς τη δημοσιά, που τώρα φαίνονταν πιο κοντά, χαμηλά στον κατήφορο, να γυαλίζει στον ήλιο.

Κι ο Κώστας, με βουρκωμένα μάτια, πήρε κι αυτός το μικρό του σάκο κι έριξε μια γρήγορη ματιά στο αμπέλι και στην αμυγδαλιά, αποχαιρετώντας τα με λύπη. Με μια βιαστική κίνηση έριξε το σακίδιο στον ώμο του και, καθώς το διόρθωνε στην πλάτη του, σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό και κοίταξε αόριστα, ανάμεσα απ’ τα κλωνάρια της αμυγδαλιάς. Χωρίς να το θέλει, κοντοστάθηκε για λίγο και περιεργάστηκε ένα αχνό, παράξενο σύμπλεγμα που σχημάτιζαν στο γαλανό ουρανό δυο-τρία μικρά και απαλά συννεφάκια.

Κάτι το ακαθόριστο ένιωσε μέσα του να πλημμυρίζει την ψυχή του. Κοντοστάθηκε για μια ακόμη στιγμή. Κάποια αμυδρή αλλά γνώριμη μορφή του φάνηκε πως σχημάτιζε το ανάλαφρο εκείνο αέρινο σύμπλεγμα, καθώς ξεχώριζε ανάμεσα στα απόμακρα κλώνια.

Πόσο ήθελε να παρακολουθήσει στο ουράνιο τροχάδην τους τα μικρά και ξέγνοιαστα εκείνα συννεφάκια! Ο ρυθμικός, όμως και μονότονος βηματισμός του Γιάννη και ο ισόχρονος χτύπος των δεκανικιών του, που είχε ήδη ξεμακρύνει απ’ τον ίσκιο του γέρικου δέντρου, τον ανάγκασαν να βιαστεί και να συνεχίσει κι αυτός το δρόμο του.

Τα δυο αδέρφια συνέχισαν πλάι-πλάι το περπάτημά τους προς τη δημοσιά. Ο Γιάννης έλεγε, έλεγε κι όλο σκόνταφτε στις πέτρες και στις λακούβες του δρόμου, καθώς πήγαινε κουτσαίνοντας με τα δεκανίκια του.

Το ένα του πόδι το έχασε τον καιρό της κατοχής σε μια μάχη με τους Γερμανούς στη Μακεδονία. Νεαρός τότε, εικοσιδύο χρόνων, έτρεχε πρώτος ανάμεσα στους πρώτους, αψηφώντας την κούραση και τους κινδύνους. Όταν πήραν την εντολή απ’ το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, να χτυπήσουν τον εχθρό ‘’όπου μπορούν και όσο μπορούν’’, πρώτος-πρώτος προσφέρθηκε να πάρει μέρος στην επιχείρηση. Ομαδάρχης τότε σε μια μικρή ομάδα ανταρτών, τράβηξε μπροστά και χτύπησε απ’ το πιο επικίνδυνο σημείο τα γερμανικά φυλάκια μιας γέφυρας του τρένου. Κατέβηκαν με σκοινιά το χαώδη γκρεμό που έχασκε πάνω απ’ τη γέφυρα κι  έβαλαν τους δυναμίτες τους στα ριζά της γέφυρας. Ανατίναξαν τη σπουδαία εκείνη για τον εχθρό σιδερένια διάβαση, που ένωνε με το ατσάλινο τόξο της τις δυο άκρες μιας απότομης κι απύθμενης χαράδρας κι έριξαν το γερμανικό τρένο στο χάος του γκρεμού. Ένα τρένο με τριανταδυό βαγόνια φορτωμένα πυρομαχικά, τανκς και άλλα εφόδια, που κατευθύνονταν για την Αθήνα και προορίζονταν για το Άφρικα-Κορπς. Για τις φοβερές στρατιές του Ρόμελ στην Αφρική.

Εκεί χτυπήθηκε κι έχασε το δεξί του πόδι. Δε μετάνιωσε, όμως, για τη θυσία του αυτή. Μάλιστα, το είχε καμάρι που πολέμησε για τη λευτεριά του τόπου του κι ήταν περήφανος που κάτι πρόσφερε κι αυτός στην πατρίδα του.

Από τότε βολοδέρνει με τις χοντροκομμένες ξυλοπατερίτσες του στους χωματόδρομους του χωριού. Στο σπίτι, πάνω στο μικρό ράφι πίσω απ’ τον παλιό καθρέφτη που στέκει πάνω σ’ αυτό, κρατά σ’ ένα κιτρινωπό φάκελο από χοντρό χαρτί με ξένα γράμματα, τον έπαινο που τού ‘στειλαν τότε απ’ το Κάιρο, ‘’ . . . δια την ηρωικήν σας συμμετοχήν εις τον κοινόν αγώνα δια την ελευθερίαν του κόσμου . . .’’

‘’Άχρηστα χαρτιά και νεκρά γράμματα’’. Στάχτες στα μάτια . . .’’, έλεγε πάντοτε ο ίδιος, όταν τυχόν καμιά φορά ανοίγονταν συζήτηση για διακρίσεις και παράσημα. Μην κοιτάς τι σου προσφέρουν στο χαρτί. Κοίταζε πάντα, εσύ τι προσφέρεις στην πατρίδα σου. Με χαρτιά και κολακείες λευτεριά δεν αποχτιέται και το σπουδαιότερο, δεν κρατιέται. Χρειάζεται γερή θέληση, κόπος και καθαρή συνείδηση, για να αποχτηθεί η λευτεριά και να πάει μπροστά ο τόπος. Η προκοπή δεν έρχεται με απάτες και κούφιες λέξεις. Ούτε η πρόοδος καταχτιέται με κόλπα και τερτύπια. Χρειάζεται ειλικρίνεια, αγάπη και καθαρή δουλειά. Σκληρή κι ασταμάτητη δουλειά για όλους.

Πάντα ο Γιάννης ήταν φιλελεύθερος και θαρραλέος. Και τώρα ακόμη, διατηρεί αμείωτο το κουράγιο του. Δεν το βάζει κάτω και υποφέρει αγόγγιστα τους πόνους που του προκαλούν τα σκουντουφλίσματα των δρόμων και οι αλλαγές του καιρού. Πάει κουτσαίνοντας στους χωματόδρομους. Χτυπά σε κρυφές και φανερές πέτρες τα δεκανίκια του. Τραντάζεται σύγκορμος αλλά προχωρεί. Ποτέ δεν γκρινιάζει, ποτέ δεν οπισθοδρομεί. Οι άλλοι τον λυπούνται. Αυτός, όμως, δεν βαρυγκομά, δεν παραπονιέται, δεν αποθαρρύνεται.

Ο Κώστας του είπε μια-δυο φορές να γυρίσει τώρα πια πίσω και να μην κουράζεται άλλο, γιατί ο δρόμος δεν είναι καλός και επιπλέον, όσο ξεμακραίνει απ’ το χωριό, τόσο πιο πολύ μεγαλώνει και η διαδρομή του γυρισμού. Ας υπολογίσει και την επιστροφή. Θα έχει ανήφορο μπροστά του.

– Φτάνει ως εδώ που ήρθες Γιάννη. Σ’ ευχαριστώ. Γύρισε τώρα στο σπίτι. Δεν χρειάζεται να κατεβείς όλο το δρόμο ως τη δημοσιά. Υπολόγισε και το γυρισμό. Είναι δύσκολα να ανεβαίνει κανείς με πατερίτσες κακότοπες ανηφοριές.

Αυτό το τελευταίο το είπε ο Κώστας με τόση πειστικότητα στον αδερφό του, σάμπως αυτός να ήξερε καλύτερα από αναπηρίες και δεκανίκια.

Πού να τον ακούσει, όμως, ο Γιάννης!

– Έχω περπατήσει τη μισή Ελλάδα και μάλιστα μέσα στα βουνά και φορτωμένος, του απαντά σταθερά εκείνος και βιάζει περισσότερο το βήμα του, κουνώντας γρηγορότερα τα δεκανίκια του.

-Ναι, αλλά τότε δεν είχες πατερίτσες, τον διακόπτει ο Κώστας.

– Κι από δω, όμως, που είμαστε τώρα ως τη δημοσιά δεν είναι και η μισή Ελλάδα, απαντά ετοιμόλογα ο Γιάννης και συνεχίζει το ρυθμικό χτύπημα των χαλικιών του δρόμου με τις πατερίτσες του. Έκανε μερικά βήματα βιαστικά χωρίς να πει λέξη και μετά έστριψε λίγο το κεφάλι του προς τον αδερφό του που βάδιζε δίπλα του και του είπε.

– Όπου κι αν είσαι, Κώστα και τώρα και στο στρατό κι αργότερα στην υπόλοιπη ζωή σου, να θυμάσαι πως αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια με πείσμα και με μοναδικά εφόδια το θάρρος, την πίστη στην πατρίδα και την αγάπη στη λευτεριά. Προπαντός την αγάπη στη λευτεριά. Παλέψαμε για να ελευθερώσουμε και να απαλλάξουμε την πατρίδα μας απ’ τη σκλαβιά. Εμείς, τότε, τη λευτερώσαμε. Εσείς, τώρα, να την αναστήσετε, να την κάνετε να ξαναγελάσει τ’ αχείλι της. Στο σκληρό αγώνα της απελευθέρωσης έγιναν και λάθη. Λάθη μικρά και μεγάλα. Σφάλματα που εκμεταλλεύονται οι ξενοκίνητοι και πάνε να ρίξουν ξανά τον τόπο μας σε ξένα χέρια. Βλέπεις, είναι και τα ξένα συμφέροντα. Είναι και η ασυνειδησία των δικών μας καιροσκόπων. Μιλούν για πατρίδα και σκέφτονται την τσέπη τους. Οι κατοχικοί καραδοκούν και οι γκεσταμπίτες ετοιμάζονται να ξανασαλτάρουν πάνω στο κορμί της πατρίδας. Τα ξένα συμφέροντα τους ενθαρρύνουν, τους βοηθούν, τους καλούν να το κάνουν. Κι αυτοί είναι έτοιμοι να πατήσουν επί πτωμάτων. Ξέρουν τη δουλειά τους. Την έμαθαν απ’ τους παππούδες τους, απ’ τους πατεράδες τους. Και τη μαθαίνουν κάθε μέρα. Η τακτική τους δεν αλλάζει. Μόνο το αφεντικό τους γίνεται άλλο. Γι’ αυτό, η πατρίδα πρέπει να γίνει δυνατή. Σε σας πέφτει η φροντίδα να τη δυναμώσετε. Να της κάνετε στρατό. Στρατό, βγαλμένο μέσα απ’ τα παιδιά της. Απ’ όλα τα παιδιά της. Να της δώσετε δύναμη, να την ξανακάνετε σεβαστή και υπολογίσιμη. Να την ηρεμήσετε με την καλοσύνη σας. Της φτάνουν τα τόσα τραύματα. Να τη συνεφέρετε απ’ τις τόσες αιμορραγίες που έπαθε. Να την κάνετε Κράτος. Κράτος Ελληνικό. Κράτος πραγματικό. Κράτος δίκαιο. Χωρίς φατρίες και κλίκες. Χωρίς καταφερτζήδες και ευνοούμενους. Χωρίς κατατρεγμένους και άμοιρους. Χωρίς δούλους και ζητιάνους. Χωρίς αγράμματους και πεινασμένους. Χωρίς συρματοπλέγματα και μπουντρούμια. Χωρίς στρατόπεδα και μαρτύρια. Χωρίς αγχόνες και εκτελεστικά αποσπάσματα. Αυτά να θυμάσε, αδερφέ μου, στο στρατό και αυτά να έχεις σα σκοπό στη ζωή σου.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]