An Old Man On the River Bank


Translated by Manolis Aligizakis
from the original poem by G. Seferis


[tab title=”An old man on the river bank”]

For Nanos Panagiotopoulos

And yet we have to consider how to proceed.
To feel is not enough, nor to think, nor to move
nor to risk your body in the ancient embrasure,
when the boiling oil and molten lead groove the walls.

And yet we have to consider to what direction we go ahead
not the way our pain desires it and our hungry children
and the chasm of our comrades’ call from the opposite shore
not even the darkened light whispers it in the improvised hospital,
the pharmaceutical shine on the young man operated on at noon
but in some other way perhaps I mean to say that
the long river that emerges from the great lakes enclosed deep in Africa
and at sometime it was god and then it turned into road and benefactor and judge and delta
that is never the same as the wise old people taught
and yet it always remains the same body, the same bed and the same Point,
the same orientation.

I don’t want anything else but to speak simply, let this grace be granted to me.
Because even our song we’ve loaded with so much music that slowly sinks
and our art we’ve decorated so much that its features are eaten by the gold
and it is time that we say our few words because tomorrow our soul sails away.

If pain is human, we are not human just to suffer pain
that’s why I contemplate so much these days about the great river
this image that goes forward between herbs and verdure
and beasts that graze and drink and people who sow and harvest
and even in great tombs and small plots of the dead.
This current that leads its way and that is not at all different from the blood of men
and from the eyes of men when they stare straight ahead without any fear in their hearts
without the everyday shiver about the little things or even the great ones
when they stare straight ahead like the wayfarer who is used to find his way guided by the stars
not like us, the other day, looking at the enclosed orchard of an sleepy Arabic house
behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing larger and smaller
changing as we looked at it; we changed the shape of our desire and our hearts
at high noon, us the patient dough of a world that pushes us away and kneads us,
caught in the ornamented nets of life that was right and then it turned into dust and sank in the sand
leaving behind it only that indecipherable dizzying sway of a tall palm tree.

~George Seferis
~Cairo, 20 June
Translated by Manolis Aligizakis


[tab title=”Ένας γέροντας στην ακροποταμιά”]

Στον Νάνο Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Νά αισθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σκέπτεσαι μήτε νά κινείσαι
μήτε νά κινδυνεύει τό σώμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,
όταν τό λάδι ζεματιστό καί τό λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τά τειχιά.

Κι όμως πρέπει νά λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας τό θέλει καί τά πεινασμένα παιδιά μας
καί τό χάσμα τής πρόσκλησης τών συντρόφων από τόν αντίπερα γιαλό,
μήτε καθώς τό ψυθιρίζει τό μελανιασμένο φώς στό πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τού παλικαριού που χειρουργήθηκε τό μεσημέρι
αλλά μέ κάποιον άλλο τρόπό, μπορεί νά θέλω νά πώ καθώς
τό μακρύ ποτάμι πού βγαίνει από τίς μεγάλες λίμνες τίς κλειστές βαθιά στήν Αφρική
καί ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος καί δωρητής καί δικαστής καί δέλτα
πού δέν είναι ποτές του τό ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα τό ίδιο σώμα, τό ίδιο στρώμα, και τό ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, νά μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί καί τό τραγούδι τό φορτώσαμε μέ τόσες μουσικές πού σιγά-σιγά βουλιάζει
καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε από τά μαλάματα τό πρόσωπό της
κι είναι καιρός νά πούμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Άν είναι ανθρώπινος ο πόνος δέν είμαστε άνθρωποι μόνο γιά νά πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τίς μέρες, τό μεγάλο ποτάμι
αυτό τό νόημα πού προχωρεί ανάμεσα σέ βότανα καί σέ χόρτα
καί ζωντανά πού βόσκουν καί ξεδιψούν κι ανθρώπους πού σπέρνουν καί πού θερίζουν
καί σέ μεγάλους τάφους ακόμη καί μικρές κατοικίες τών νεκρών.
Αυτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του καί πού δέν είναι τόσο διαφορετικό από τό αίμα τών ανθρώπων
κι από τά μάτια τών ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς τό φόβο μές στήν καρδιά τους,
χωρίς τήν καθημερινή τρεμούλα γιά τά μικροράματα ή έστω καί γιά τά μεγάλα
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος πού συνήθισε ν’ αναμετρά τό δρόμο του μέ τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, τήν άλλη μέρα, κοιτάζοντας τό κλειστό περιβόλι στό κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τά καφασωτά, τό δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, νά μεγαλώνει καί νά μικραίνει,
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, τό σχήμα τού πόθου μας καί τής καρδιάς μας,
στή στάλα τού μεσημεριού, εμείς τό υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου πού μάς διώχνει καί πού μάς πλάθει,
πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιάς ζωής πού ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη καί βούλιαξε μέσα στήν άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο τό απροσδιόριστο λίκνισμα πού μάς ζάλισε μιάς αψηλής φοινικιάς.

~Γιώργος Σεφέρης
~Κάϊρο, 20 Ιουνίου `42