[tab title=”English”]


The night passed its mouth stuffed by speechless water. At
daybreak the sun shone wet on the coiled cables.
Faces – shadows, masts – shadows, voyages –
perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

Someone yelled behind the mountain, someone else
behind the trees and yet another one
all along the length of sundown – where should we run?
Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And
the mountains
became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

Yannis Ristos-“Parentheses”
Translation by Manolis Aligizakis


[tab title=”Ελληνικά”]


Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα
έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.
Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—
τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος
πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος
σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;
Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί
τά βουνά
γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.


Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη




Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.