Ιερόδουλες

Share

[tabgroup]
[tab title=”Ελληνικά”]

Μανώλης Αλιγυζάκης

Περασμένα μεσάνυχτα
στην παραχορτασμένη ατμόσφαιρα
του κασίνου τα πράγματα
δεν είναι πάντα έτσι όπως εμφανίζονται.

Κάθησα μπροστά σ’ ένα μηχανάκι
και προσπάθησα να συγχρονίσω
το νου μου στο ρυθμό της μηχανής
εγκέφαλος καχύποπτα ισορροπούσε
ανάμεσα σε ελαφρή ζάλη
και σε ολική μέθη.

Εμφανής κατανάλωση αλκοόλ
άκρα του σώματος χαλαρά
κυνηγώντας τη διαλανθάνουσα κίνηση
όταν άκουσα πίσω μου δελεαστική φωνή
“γεια σου μωρό μου, πώς είσαι;”

Η νεαρή ξανθιά της Αφροδίτης η ιέρεια
πέρασε τρίβοντας
στην πλάτη μου τα μεγάλα στήθη της
η φωνή της γλυκειά σαν μέλι
κι έσταζε αθωότητα.

Κι εγώ, στα εξηνταπέντε μου
το δέχτηκα αυτό σαν κομπλιμέντο
παρ’ όλο που ειπώθηκε από
τα έκλυτα και πονηρά
της ιέρειας της Αφροδίτης χείλη.

Ο νους μου ζαλισμένος
απ’ το ποτό έπεσε σε
φιλοσοφικές σκέψεις
και απροσδόκητες συγκρίσεις.

Για τη νέα ιέρεια της Αφροδίτης
που για λίγα δολλάρια
θα μου χάριζε σεξουαλική εκτόνωση

και για την άλλη ιερόδουλη, το καζίνο
που για μια χούφτα δολλάρια
μου δώρησε εφήμερη χαρά
συνδιασμούς της μηχανής
το πιθανό κέρδος
την ελπίδα.

Και για την άλλη ιερόδουλη,
τη μέγιστη,
που για λίγα ακόμα δολλάρια
πουλούσε σ’ αμέτρητους
πελάτες την ασφάλεια
του Παραδείσου.

[/tab]

[tab title=”English translation”]

Manolis Aligizakis

Hierodules

After midnight,
in the cloyed atmosphere
of the casino’s underbelly,
things are not as they seem.

I sat at a slot machine
trying to synchronize my mind
to the machine’s rhythm,
brain balancing precariously
between mild intoxication
and growing inebriation.

Alcohol consumption evident,
limbs and mind loose,
chasing the elusive hit as
I heard an alluring sultry voice.
“Hi baby, how are you?”

A young blonde hooker passed by me,
brushing her voluptuousness
languidly against my back,
voice as sweet as honey
dripping with innocence.

And I, in my mid-sixties
took this as a compliment,
even though it came from
the promiscuous and cunning lips
of the young blonde hooker.

My brain reeled
in the clutches of alcohol
philosophical thoughts
and unexpected comparisons.

The young hierodule
who, for a few dollars,
could sell me sexual release.

The casino,
that, for a fistful of dollars,
sold me the ephemeral joy
of machine combinations,
the luck of the draw
and hope.

And the other hierodule
the greatest
which for a few dollars more,
sells to its innumerable johns,
the safety of Heaven.

[/tab]

[/tabgroup]