The Carriage

Share

[tabgroup]
[tab title=”English”]
The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,
the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline
the dead leave on the chair,
birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all
the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass
the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets
and wreaths for glory we had once dreamed off,
however, in the same house those others lived, who we never see,
only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps
and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours,
and the young dead servant girl, with who long ago we slept,
now stretched her arm in my vigils that I’d give her a pair of nylons
I had promised her.
Then stillness and the sound of the departing carriage faded away
slowly.

Tasos Livaditis – Selected Poems,
translated by Manolis Aligizakis
www.libroslibertad.ca

[/tab]
[tab title=”Ελληνικά”]

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μέ τή γυναίκα, βέβαια,
η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε τό πεπρωμένο, πού σάν
μιά άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στό κάθισμα,
τά πουλιά χτυπούσαν στό ταβάνι κι έπεφταν στό βρώμικο νιπτή-
ρα, εδώ τέλιεωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν
πίσω απ’ τά τζάμια, κι η στοά σκοτεινή μέ τά υγρά μαγαζιά πού
πουλούσαν μεγάλα στρίποδα γιά φέρετρα καί στέφανα απ’ τίς δόξες
πού είχαμε ονειρευτεί,
όμως, στό ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, πού δέν
τούς βλέπουμε, μόνο τίς νύχτες άκουγες νά περπατάνε κρατώντας
τίς σβησμένες λάμπες, καί καμιά φορά περνούσαμε γιά δικές μας
τίς ακατάληπτες χειρονομίες τους,
κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, πού πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-
νε τώρα τό χέρι της μέσα στίς αγρύπνιες μου νά τής δώσω ένα
χευγάρι κάλτσες πού τής είχα υποσχεθεί.
Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος τού αμαξιού πού έφευγε έσβηνε
σιγά σιγά.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα,
μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

[/tab]
[/tabgroup]