Κωνσταντίνος Καβάφης

Share

Κ.  Καβάφης:
η δραματική ειρωνεία και ο ανθρώπινος διχασμός
στο ποιητικό έργο του

Π.Δ. Έλλη (Elles)

Από την ανέκδοτη συλλογή, Κριτικές Μελέτες

kavafi5bΓενικά: Ο ίδιος ο Κ. Καβάφης[1] καταθέτει πως η ποίησή του είναι αυτός καθαυτός ο εαυτός του και ότι αν ένας μπορέσει να διαβάσει τα ποιήματά του, όπως πρέπει, θα μπορέσει να κατανοήσει τον τεχνίτη πίσω από αυτά, την καταγωγή του, την Αλεξάνδρεια, την εποχή του.

Η ποίηση του Καβάφη είναι λυρική – δραματική χωρίς ωστόσο να εξαρτάται από λυρικές ή δραματικές εκφράσεις. Ο λυρισμός  και η δραματικότητα των έργων του απορρέουν από την έννοια, το θέμα, τον οραματισμό, το απόκρυφο, το ιστορικό στοιχείο, την παραίνεση και το δίδαγμα.  Εκφράζοντας τον εαυτό του o Καβάφης, αντιπροσωπεύει και τον οικουμενικό άνθρωπο, ταυτόχρονα.

Στην διαδικασία για τη διαπίστωση των παραπάνω  στοιχείων,  οφείλεται να τονιστεί ότι τα χρονολογικά πλαίσια εντός των οποίων εξελίχθηκε η ζωή του ποιητή Καβάφη, απλοποιούν το μυστήριο με το οποίο πολλοί επεχείρησαν να περιβάλλουν τον ποιητή. Ο ποιητής ζει και δρα εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων,  δέχεται επιδράσεις πάσης υφής από αυτά και ανταποκρίνεται ή αντιδρά σε ετούτες (τις επιδράσεις) ανάλογα με την πνευματική του ικανότητα.  Με στόχο την κατανόηση των δοθέντων στοιχείων  θα κατατεθεί εδώ, ένα στοιχειώδες χρονολογικό σχεδιάγραμμα, συμπεριλαμβανομένων κάποιων σημαντικών γεγονότων,  που θεωρούνται ορόσημα στην εξέλιξη της προσωπικότητας του ποιητή, ώστε να κατανοηθεί  έτσι ο τρόπος με τον οποίο έγραψε και τα θέματα για τα οποία έγραψε.

kavafi1a2

Η οικογένεια Πέτρου Καβάφη: Το 1850 οι γονείς του Καβάφη, Πέτρος του Ιωάννη, Καβάφης και η σύζυγός του Χαρίκλεια, αφήνοντας την Κωνσταντινούπολη, έρχονται στην Αλεξάνδρεια.  Την περίοδο 1860-1872 η οικογένεια Καβάφη μένει στην οδό Σερίφ, όπου το 1863 γεννιέται ο ποιητής Κ. Καβάφης.  Μετά το θάνατο του πατρός Πέτρου Ι. Καβάφη, η μητέρα του ποιητή Χαρίκλεια οδηγεί την οικογένειά τους στην Αγγλία όπου έχουν συγγενείς.  Το 1879 η οικογένεια Καβάφη επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, για να μεταβεί στη συνέχεια, το 1882 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1885  ο ποιητής Κ. Καβάφης, αφήνει την Κωνσταντινούπολη και επιστρέφει εκ νέου στην Αλεξάνδρεια[2].  Τα διεθνή γεγονότα που διαδραματίζονται στη διάρκεια του βίου του  ποιητή, τον τοποθετούν στα ιστορικά πλαίσια της εποχής του. Αποτελεί μέρος ετούτης της ιστορικής περιόδου, είναι ιστορικό πρόσωπο, ένα Ελληνικό ιστορικό πρόσωπο.

 kavafi1a2

Η πορεία του ποιητή μετά από το θάνατο του πατέρα του, Πέτρου Ι. Καβάφη: Όταν το  1870 πεθαίνει ο πατέρας του ποιητή  και η οικογένεια Καβάφη οδηγείται από τη Χαρίκλεια Καβάφη, τη μητέρα του ποιητή, στην Αγγλία ετούτο το γεγονός ως κίνηση, αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο για την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Προϋπήρχε ετούτη η σχέση και η επικοινωνία  με την Αγγλία, όπου οι πλούσιοι της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας, έστελναν τα παιδιά τους για σπουδές.

Ο Κ. Καβάφης, στη διάρκεια της παραμονής του  στην Αγγλία έχει την ευκαιρία  να έρθει σε επαφή με την ξένη Λογοτεχνία, να τη γνωρίσει και να την εκτιμήσει. Επηρεάζεται ως προς τη διακριτικότητα και τη σοβαρότητα των δηλώσεών του και κυρίως στα προσωπικά του θέματα. Η εκπαίδευσή του στην Αγγλία τον μυεί φανερά, στη ζυγισμένη συμπεριφορά που διακρινόταν για τη διακριτικότητα, την τυπικότητα, την ευγένεια και την ψυχρότητα.

Όταν το 1879, ο μόλις 16 ετών Κ. Καβάφης, επιστέφει στην Αλεξάνδρεια, η Αίγυπτος είχε ήδη περάσει στην παρακμή της.  Ετούτη η θλιβερή κατάσταση προφανώς επηρεάζει και την μέχρι πρόσφατα ανθηρή ελληνική παροικία.  Τον ίδιο χρόνο ο άλλοτε ισχυρός ηγέτης Ισμαήλ[3],  υπό την πίεση των Άγγλων και των Γάλλων, εγκαταλείπει τη θέση του.  Ένα νέο καθεστώς επικρατεί στην Αίγυπτο και υπό την επίδρασή του, που υπαγορεύεται λίγο αργότερα από την επιβεβλημένη πλέον Αγγλική κατοχή, καταστρέφονται οι δομές του κράτους: η οικονομία, η κοινωνία, ο στρατός, ο στόλος, τα πυρομαχικά, ακόμη και το επιτυχημένο αρδευτικό σύστημα που είχαν εγκαθιδρύσει οι Γάλλοι, οι προκάτοχοι των Άγγλων. Το χειρότερο ωστόσο φαινόμενο ανάμεσα σε όλα ετούτα  τα καταστροφικά ‘κεκτημένα’, υπήρξε η αποχαλίνωση των ηθών, εξαιτίας της εισβολής μεγάλου αριθμού στρατιωτών, γεγονός που επισφραγίζει την πτώση και την παρακμή της μέχρι τότε ακμάζουσας Αλεξάνδρειας.  Η ελληνική παροικία περνά με τη σειρά της στην παρακμή και υφίσταται το ανάλογο αντίκτυπο στο εμπόριο και στην οικονομία.

Το 1882 η οικογένειά Καβάφη έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο ποιητής γνωρίζει τον παππού του, Γεώργιο Φωτιάδη[4]. Με τη βοήθεια αυτού συγκεντρώνει τα περισσότερα στοιχεία για τη «Γενεαλογία[5]» του, στην οποία μιλά για τους προγόνους του, για την καταγωγή τους, τις εργασίες τους στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στις επιστήμες ή σε θέσεις στο Δημόσιο.  Οι πρόγονοί του  είναι ‘Φαναριώτες’.

Υπό την επίδραση του παππού του ο Κ. Καβάφης υιοθετεί την πίστη ότι δύο είναι οι παράγοντες για την πρόοδο του Γένους: το εμπόριο και η κοινοτική οργάνωση. Κατά συνέπεια την περίοδο 1881-1882, φοιτά στην Εμπορική – Πρακτική Σχολή, «ο Ερμής». Εδώ υπό την επιρροή του διδασκάλου του Κωνσταντίνου Παπαζή (ανθρωπιστή, ιδεολόγου, λάτρη της κλασσικής αρχαιότητας, της Αθηναϊκής Δημοκρατίας), ο ποιητής γίνεται εθνικιστής[6] και ασπάζεται με πάθος τον ελληνικό φυλετισμό. Επόμενη κίνησή του είναι να αποκηρύξει την αγγλική του υπηκοότητα και να αποκτήσει την ελληνική. Αργότερα όμως αυτή η κίνησή του έχει σοβαρό αντίκτυπο  στην επαγγελματική του καριέρα στις «Αρδεύσεις», όπου εργάζεται, σε σχέση με την μονιμότητά του και τον μισθό του, εκεί. Ετούτη την περίοδο ο ποιητής προσθέτει στο όνομά του και το επίθετο του παππού του, «Φωτιάδης».

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Καβάφης διαπιστώνει ένα φαινόμενο που μεταμορφώνει πολλές από τις απόψεις του, ριζικά. Παρατηρεί ότι ο εδώ Ελληνισμός, συνθέτει ένα μωσαϊκό από Έλληνες διαφορετικής προέλευσης. Ετούτη η μορφή του Ελληνισμού της Πόλης, του θυμίζει Βυζάντιο. Αντιλαμβάνεται  ότι η Κωνσταντινούπολη είναι η ψυχή του Ελληνισμού, το κέντρο του, ενώ η Αλεξάνδρεια φιλοξενεί τμήμα μόνο της περιφερειακής ελληνικής επικράτειας. Στην Κωνσταντινούπολη ο ποιητής έχει επιπλέον την ευκαιρία να γνωρίσει την ποίηση του Χριστόπουλου, του Ραγκαβή, του Δ. Παπαρρηγόπουλου και άλλων γνωστών Ελλήνων λογοτεχνών και την μιμείται, χωρίς επιτυχία.

Με το θάνατο του Πέτρου Ι. Καβάφη, η οικογένεια του ποιητή στερείται της προηγούμενης οικονομικής άνεσης. Η Χαρίκλεια Καβάφη και τα παιδιά της ζούνε μετά τον θάνατο  του συζύγου και πατέρα, για τα τριάντα επόμενα χρόνια, με τα χρήματα που κληρονόμησαν από αυτόν. Δεν έχουν το δικό τους σπίτι και ο οίκος «Καβάφης και Σία» (1842-1877), κλείνει επτά χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, Π. Ι. Καβάφη.  Σύμφωνα με την «Γενεαλογία» του ποιητή, ο πατέρας του Πέτρος Καβάφης, είχε συντελέσει μαζί με άλλους Έλληνες συμπάροικους στην ίδρυση της Αλεξανδρινής Ελληνικής Κοινότητας.  Στη σειρά μάλιστα των εμπόρων Π. Ι. Καβάφης, ήταν γνωστός ως πρωτοκλασάτος[7],  γεγονός που σήμαινε ότι κατείχε ισχυρή θέση στην οικονομία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας.

kavafi1a2Ο Καβάφης και η δημιουργική του πορεία, εν μέσω αντιθέσεων του ιστορικού reality της εποχής του: Τελικά οι αναγκαίες εκ των πραγμάτων μετακινήσεις του νεαρού Καβάφη από την Αλεξάνδρεια, στην Αγγλία, στην Κωνσταντινούπολη και πάλι στην Αλεξάνδρεια, καθώς και στα ιστορικά πλαίσια, στα οποία ζει, συμβάλλουν  στο να δεχτεί έντονες επιδράσεις στο εκάστοτε διαφορετικό περιβάλλον, στο οποίο διατρίβει, στη δοθείσα  χρονική περίοδο.

Ο Καβάφης έλεγε  ότι μισούσε το νέο καθεστώς της Αλεξάνδρειας που είχε εγκαθιδρύσει η αγγλική κατοχή. Την συγκεκριμένη περίοδο (όπως ήδη ειπώθηκε σε προηγούμενη παράγραφο, αυτού του κειμένου), η Αίγυπτος επηρεάζεται από τον εκφυλισμό που καταφθάνει ακάθεκτα από την Αγγλία και τον δέχεται παρόμοια όπως δέχεται και την κατοχή της.  Ο Καβάφης εν μέσω ετούτων των αντιθέσεων πονά για τον Ελληνισμό, για τις περιπέτειες των Ελλήνων που τους έζησε από κοντά στην Κωνσταντινούπολη[8]. Γιατί το δράμα του Ελληνισμού της εποχής του αντικατοπτρίζεται διαυγές σε ένα και μοναδικό πλαίσιο, αυτό της Βυζαντινής Πρωτεύουσας. Επηρεασμένος βαθύτατα από το περιβάλλον της, διαλέγει τη Βυζαντινή περίοδο όχι απλά για να τοποθετήσει τους μύθους του σε αυτή, αλλά για να την περιγράψει όπως αυτός τη φαντάζεται και όπως την αισθάνεται.

Μέχρι το 1911στα ποιήματά του  -24 συνολικά-  ο Καβάφης  μιλά για τη «Γενεαλογία» του και κάνει αυτή τη διάκριση, ο ίδιος. Το 1911 αποτελεί αναμφίβολα ορόσημο  στην ποιητική του έμπνευση που σχετίζεται με την αποδοχή του πεπρωμένου. Πριν από αυτή τη χρονολογία, οι παραστάσεις και οι συμβολισμοί του  είναι ηρωικής φύσης και ταυτόχρονα αγωνιστικοί, όπως τα ποιήματά του: Τα άλογα του Αχιλλέως, Απιστία, Η Συνοδεία του Διονύσου. Σε ετούτα τα ποιήματα, πρόσωπα από το ελληνικό ιστορικό παρελθόν, από τη Ρωμαϊκή-Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρουσιάζονται αισθησιακά. Σε ετούτο το ιστορικό περιβάλλον του παρελθόντος στηρίζονται οι οραματισμοί του, τα όνειρά του, η έμπνευσή του. Για τον ποιητή ο  τρόπος αυτός αποτελεί είδος μηχανισμού ασφάλειας, για να μπορέσει δηλαδή να επιζήσει ακέραιος μέσα στην κοινωνία, με την οποία βρίσκεται σε αντίθεση.

Η παρηκμασμένη ωστόσο κοινωνία της Αλεξάνδρειας, πρέπει κάποτε να γίνει αποδεκτή από τον υπερευαίσθητο ποιητή. Ώριμος και πικραμένος ίσως, τελικά, αφήνεται κατά κάποιον τρόπο να παρασυρθεί  εκ των πραγμάτων στην αποδοχή της κοινωνίας στη οποία ζει ή ανήκει. Στο ποίημά του Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, παραγωγή επίσης του 1911, ο Αντώνιος αποχαιρετά τη Αλεξάνδρεια. Τα έργα του απέτυχαν, τα όνειρά του αποδεικνύονται πλάνη σε ετούτο το περιβάλλον της πολυσχιδούς κατάρρευσης, και εξαιτίας της δικής του,  που εξαρτάται κατά κόρον από την οικονομική του απορία: «…σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,/ αποχαιρέτα τη, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. / Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν / ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου· / μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.» γράφει ο ποιητής με φανερά απογυμνωμένη την πικρία του και την αποδοκιμασία του για τα κακώς κείμενα, στην πόλη όπου γεννήθηκε, στην πόλη που αγάπησε.  Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, το 1933, ο Ι. Μαλάνος  λέει για τον Καβάφη, σχετικά με ετούτο το ποίημα του: «Ο Καβάφης παίρνει τούτον  τον ωραιότατο θρύλο και τον μετατρέπει σε μία ασύγκριτη τέχνη σε σύμβολο στωικού θανάτου»[9].

Είναι όμως έτοιμος ο Καβάφης να αποχαιρετήσει τα όνειρά του και τις πλάνες του και να προσαρμοστεί σε εκείνα που η αποδοχή του θα του προσκομίσει; Δεν εξελίσσεται ετούτο το σημείο σε ανυπέρβλητο κόμβο διχασμού της προσωπικότητας του ποιητή, οδυνηρή αιχμή προβληματισμού και αβεβαιότητας, ήλος δέους και ίσως ακόμα ραντεβού με την ήττα; Στο ποίημά του Τρώες του 1905, γράφει:  «Όμως η πτώσις μας είναι βέβαια. Επάνω, /  στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος. / Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα. / Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.» Επικρατεί το αίσθημα του αγώνα που δεν λαμπρύνεται με το ποθητό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια είναι αναπόφευκτα τα δεινά της πτώσης και ο θρήνος.

Τι είναι όμως εκείνο που ο Καβάφης φοβάται περισσότερο; την προσωπική του ήττα, την αποδοχή του πεπρωμένου, την απομόνωση, τον πεσιμισμό του ή την κακία του περιβάλλοντός του; Και σε κάθε περίπτωση, δεν είναι διαχρονικά ετούτα τα φαινόμενα; Με έκδηλη την αγωνία και την απελπισία του, στα ποιήματά του, εκφράζεται έντονα για την αποδοχή της ήττας του, που ακολουθεί τον αγώνα του προς το κατεστημένο της εποχής του, του περιβάλλοντός του στην Αλεξάνδρεια  και στην Ελληνική παροικία της.  Στο ποίημα   Τελειωμένα εκφράζει με δραματική ειρωνεία το αναπόφευκτο της ανθρώπινης μοίρας: « Μέσα στον φόβο και στες υποψίες, / με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, / λυώνουμε και σχεδιάζουμε  το πώς να κάμουμε / για ν‘ αποφύγουμε τον βέβαιο / τον κίνδυνο… /Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο· / ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα /… / Άλλη καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν, / εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, / και ανέτιμους –πού πια καιρός-  μας συνεπαίρνει».

kavafi1a2Ο ελληνο-ρωμαϊκός κόσμος: Ο ελληνο-ρωμαϊκός κόσμος παραβάλλεται με τον κόσμο της Αιγύπτου του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αι. στην ποίηση του Καβάφη.  Κίνητρο αυτής της σύγκρισης δίπλα σε άλλα, είναι η ελληνική γλώσσα που διδάσκεται και ομιλείται στην Αίγυπτο, ως διεθνής γλώσσα, παρόμοια όπως υπήρξε και στην ελληνο-ρωμαϊκή περίοδο. Ο ποιητής χρησιμοποιεί επιδέξια την ατμόσφαιρα μιας περασμένης εποχής για να απλώσει τους ανθρώπινους προβληματισμούς του.  Οι τίτλοι Κτίσται (1891), Κεριά (1893), Η πόλις (1894), Τείχη (1896), Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1900), Θερμοπύλες (1901), εκπροσωπούν τα ποιήματα που διακρίνονται για τη φιλοσοφική τους υφή. Ο Καβάφης εκφράζει με ενάργεια τους προβληματισμούς του, χρησιμοποιώντας παράλληλα μία λεπτή ειρωνεία που δραματική καθώς είναι, αποκαλύπτει την ωριμότητα του ποιητή και την επιτακτική ανάγκη του, να επικοινωνήσει την εκ μέρους του αποδοχή των πραγμάτων, που διέπουν την κοινωνία της εποχής του. Η διαχρονικότητα αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό στην ποιητική   δημιουργικότητα του Καβάφη. Οι προβληματισμοί του και η αγωνία του είναι ανθρώπινα χαρακτηριστικά και δεν ανήκουν σε μία εποχή, την εποχή του. Είναι οικουμενικός εκφραστής των όποιας μορφής ανθρωπίνων παθών. Η ιστορική περίοδος στην οποία κινείται τον καθιστά πανανθρώπινο.

Ο ρομαντισμός των νεανικών χρόνων του ποιητή, έχει ξεπεραστεί και πολλά έχουν πλέον κατασταλάξει στο εσωτερικό του, από τότε εκείνη την εποχή που συνέθετε ποιήματα όπως τα: Ντουνιάν Γκιουζέλ, Όταν φίλοι μου αγαπούσα[10], όπου μιμείται τη «Σχολή των Επτανησίων»  και άλλους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Τότε όλα φαίνονταν φυσιολογικά και επίσης και ο ερωτισμός του ποιητή. Σαν όλους τους νέους της εποχής του ο Καβάφης, απαιτούσε την ξεγνοιασιά,  τη χαρά της νιότης και της ικανοποίησης. Όλα ετούτα παραμερίζονται τελικά,  καθώς ο ευαίσθητος ετούτος άνδρας, νιώθει πληγωμένος από την κατάπτωση της κοινωνίας του, που συντίθεται από  ετερόκλητα  στοιχεία.

kavafi1a2Έλληνας της διασποράς, οράματα και διαπιστώσεις: Ο νέος Καβάφης αν και ζει στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, ως κάτοχος της παλαιάς Αλεξάνδρειας την προτιμά και τη ζει  με τη φαντασία του. Έχει τις αναμνήσεις του από την παλαιά εποχή της και επίσης τη γνώμη του γι’ αυτή.  Γνωρίζει καλά τους Αλεξανδρινούς αριστοκράτες, Έλληνες, Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς, Σύριους, το γενεαλογικό τους δένδρο , τα σχετικά με τον χαρακτήρα τους[11]. Τους Έλληνες τους αισθάνεται σαν Έλληνας ο ίδιος. Γνωρίζει καλά τον πόνο της ξενιτιάς.  Στο ποίημά του Εις το Επίνειον (1918), ο Έμης είναι ένας άτυχος νέος που ξενιτεύεται στη Συρία (συριακόν επίνειον), όπου πεθαίνει μόλις αποβιβάζεται: « … / ο Έμης με την πρόθεση να μάθει μυροπώλης. / Όμως αρρώστησε εις τον πλουν, Και μόλς / απεβιβάσθη, πέθανε.  Η ταφή του, πτωχότατη, / έγιν’ εδώ. … /… / … / μήτε ποια η πατρίς του μεσ’ στο μέγα πανελλήνιον /… / κείται νεκρός σ’ αυτό το επίνειον / θα τον ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.»

Αλλού στο ποίημα Ας φρόντιζαν (1930), ειρωνεύεται τον Έλληνα  της παροικίας που δεν καταλαβαίνει την ουσία του ελληνικού πνεύματος τι επιτέλους πρέπει να κατέχει κανείς για να ευδοκιμήσει στη χώρα; «Κάτοχος της Ελληνικής θαυμάσιος / … / στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες πέρσι· / … / Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα / ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα, / την προσφιλή πατρίδα μου Συρία. / Σ’ ότι δουλειά με βάλλουν θα πασχίσω / να είμαι στη χώρα ωφέλιμος.  Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου. / Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους – τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα; / αν μέ μποδίσουνε, τι φταίω εγώ. / …  / Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.»

Υπογραμμίζει με λεπτή ειρωνεία τα προβλήματα του Έλληνα μετανάστη με τους αλλόφυλους, και τις τάσεις του. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημά του Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης (1928): «… / ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης/ Αριστομένης υιός του Μενελάου. / …/ … ήταν μετριόφρων. /  αγόραζε βιβλία ελληνικά, / ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά. / … / Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος. / Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας, / έμαθ’ επάνω, κάτω σαν Έλληνας να φέρεται· / κι έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν / χαλάσει την καλούτσικη εντύπωσι / μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά, /  κ’ οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό, / ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι. »

Στη σχέση του μετανάστη Έλληνα με την μητρόπολη Ελλάδα, βλέπει την εξασθένιση  και την μετατόπιση των ιδανικών του. Εκφράζει την εμπειρία του στο θέμα με την ποίησή του.  Το σατιρικό ποίημα που ακολουθεί επιγράφεται: Εν δήμω της Μ. Ασίας (1926), είναι χαρακτηριστικό στο είδος του: «… / εν λόγω ελληνικώ που είναι  φορεύς  της φήμης», / και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα.»

Ο ποιητής καυτηριάζει με λεπτή ειρωνεία τη σχέση της μητρόπολης με την αποικία στο ποίημα Πρέσβεις απ΄ την Αλεξάνδρεια: «… / αλλά ιδού οι πρέσβεις επανήλθαν, χαιρετούν. / Στην Αλεξάνδρεια επιστρέφουν λεν και δεν ζητούν / χρησμό κανένα. Κι οι ιερείς τ’ ακούνε με χαρά. / (εννοείται, που κρατούν τα δώρα τα λαμπρά).»

Ο Καβάφης αντιλαμβάνεται πλήρως την ματαιότητα της ελπίδας του οράματος της αναβίωσης του αρχαίου κόσμου.  Η Μεγάλη Ιδέα του έθνους των Ελλήνων έχει ξεπεραστεί.  Στο ποίημά του Προς τον Αντίοχον Επιφανή (1922) εκφράζεται με δραματική ειρωνεία για το απραγματοποίητο όνειρο: «… /«Μες την καρδιά μου πάλλει μια προσφιλής ελπίς·… / οι Μακεδόνες είναι  μές στην μεγάλη πάλη. / Ας ήταν να νικήσουν– και σ’ όποιον θέλει δίδω / τον λέοντα και τους ίππους, τον Πάνα από κοράλλι, /  και το κομψό παλάτι, /… /κι όσ’ άλλα μ’ έχεις δώσει,  Αντίοχε επιφανή».  /Ίσως να συγκινήθη  κομάτι ο βασιλεύς. / Μα πάραυτα θυμηθη πατέρα κι αδελφόν, / και μήτε απεκρίθη… /  …/ ταχέως επήλθεν εις Πύδναν η απαίσια λήξις.»

Τελικά όμως διαπιστώνεται ότι παραδοσιακά τουλάχιστον, ο Έλληνας είναι προσκολλημένος στη γλώσσα, στη θρησκεία, στα ήθη και έθιμα, όπου κι αν βρίσκεται. Η αγωνία του να διατηρήσει ετούτη την κληρονομιά είναι έντονη. Οι νέοι όμως της δεύτερης και τρίτης γενιάς έχουν παγιδευτεί σε ένα vacuum ανάμεσα στην κληρονομιά της κουλτούρας τους και σε εκείνη τη ζωντανή που επικρατεί στο περιβάλλον τους, αυτό στο οποίο γεννιούνται, μεγαλώνουν και πορεύονται δια βίου.

Η μνήμη της ιστορίας του Καβάφη μεταφέρει στους μεταγενέστερους τις εικόνες μιας αλλότριας ζωής, που ετούτοι οι νέοι δεν μπορούν να διανοηθούν. Παράλληλα η επαφή του με την ξένη λογοτεχνία  στην Αγγλία (πεσιμιστικός νατουραλισμός), στη Γαλλία (παρνασσισμός), στην Πόλη (ένδοξη), βοηθά τον ευφυή Καβάφη να διαλέξει μία επαναστατική, πρωτοποριακή τεχνική για τη γενιά του. Αποβαίνει ο ρεαλιστής, ο πρακτικός, ο επιγραμματοποιός, αν και μοιρολόγος, και πεσιμιστής πάντα όμως διδακτικός[12] και παραινετικός ως προς την διατήρηση της μνήμης του ιστορικού παρελθόντος.  Η ευαισθησία του που εκδηλώνεται ανελλιπώς συχνά δίπλα  στον συναισθηματισμό του είναι έκδηλα στο δημιούργημά του: Φωνές (1904), που συνέθεσε για το θάνατο του φίλου του Μπε (Μιχαήλ Ράλλη), το 1889: «Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες /εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι /  για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους / Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε· / κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό. / Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν /  ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας – / σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβήνει.»

Ο νεωτεριστής και επαναστάτης Καβάφης, που κατά την άποψη  του  Δημαρά θυμίζει αρχαίο μίμο που τον παριστάνει ο ίδιος,  δεν καλωσορίζεται από τους συγχρόνους του ομόφωνα. Ο Τίμος Μαλάνος στην πρώτη μελέτη του (1933) με τίτλο: Ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, δεν μιλά κολακευτικά για τον ποιητή.  Παρόμοια και οι «Παλαμιστές», οι οπαδοί του Κ. Παλαμά, στην Αλεξάνδρεια, δεν ευνοούν τον Καβάφη. Αιτία το γεγονός ότι ο Καβάφης είναι επαναστατικός, διαφορετικός και δεν ακολουθεί το κατεστημένο της Ελληνικής ποίησης της εποχής του.  Είναι Έλληνας της Διασποράς και αφού δεν τους μοιάζει τελικά, είναι και αποδιοπομπαίος τρόπον τινά.

kavafi1a2Η πολυγνωσία του Καβάφη, η κοινωνικότητά του, ο διχασμός του: Προερχόμενος ο Καβάφης από την ανώτατη κοινωνική τάξη της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας και εξαρτώμενος οικονομικά από μία κοινωνία παρακμάζουσα όπου οι εύποροι προσπαθούν να κρατηθούν στο ύψος τους οικονομικά και κοινωνικά, ασπαζόμενος τα κατεστημένα ακόμα και στον σεξουαλικό τομέα, βρέθηκε σε αντίθεση με τα δικά του πιστεύω, τις ανάγκες του και την ελευθερία του που ήταν κατά κόρον οικονομικό θέμα. Τα βιώματά του χτισμένα σε ιστορικές στιγμές ή περιόδους, αποκαλυπτικές για την ανθρώπινη πλεονεξία και κακία, τον κατεύθυναν σε μία ανεπανάληπτη δημιουργική πανδαισία   όπου αποκαλύπτεται η ευαίσθητη και επιφυλακτική προσωπικότητά του.  Κατά τον Δημαρά ο Καβάφης δεν είναι γνωμικός, ιστορικός ή διδακτικός, είναι λυρικός.

Ο Καβάφης εξαιτίας της ευαίσθητης και ειλικρινούς  προσωπικότητάς του, παρορμείται να εμπλακεί σε έναν αέναο αγώνα ενάντια στο κατεστημένο. Στο ποίημά του Θερμοπύλες (1903), οι πρωτοκλασάτοι Έλληνες: Αβέρωφ, Αντωνιάδης, Ζερβουδάκης, Μπενάκης και άλλοι παραβάλλονται με τους φτωχούς της ελληνικής παροικίας, παρόμοια όπως οι Μήδοι και ο Εφιάλτης[13]. Οι πλούσιοι ευγενείς της ελληνικής παροικίας πολιορκούνται από την παρακμή.  Ο Καβάφης επίσης ανήκει στην τάξη των πρωτοκλασάτων που πήρε την κατιούσα.  Εκ των πραγμάτων αυτή η τάξη των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένου και του ποιητή, αποτελεί μέρος της γενικής αναστάτωσης.  Και ενώ την περίοδο 1883-1896 υπογράφει ως Κ. Φωτιάδης (το επίθετο του παππού του από την πλευρά της μητέρας του, όπως παραπάνω) – Καβάφης,  από το 1896 και εντεύθεν υπογράφει απλά, Κ. Καβάφης, για να το αλλάξει και πάλι αργότερα και να υπογράφει ως Κωνσταντίνος Π (Πέτρου). Καβάφης.  Είναι πράξη του ποιητή που οφείλεται σε μία περίοδο αμφιταλάντευσης, που τελικά σταθεροποιείται, επερχομένης της ωριμότητας.

Η μεγαλύτερη και ίσως δυσκολότερη απόφαση του Καβάφη ήταν να εργαστεί στις «Αρδεύσεις» το 1892. Ήταν μόλις 29 ετών. Η ανάγκη για χρήματα τον σπρώχνει σε μία εργασία που δε συμβιβάζεται με άλλες ανάγκες του όπως τη μελέτη, την ποιητική δημιουργικότητα.  Όταν δηλώνει: «το επάγγελμά μου είναι ποιητής» λέει αυτό που πιστεύει ότι είναι. Η Λύντια Στεφάνου[14] περιγράφει την τέχνη του Καβάφη στο ποίημα Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη 628-655 μ. Χ. ως ακολούθως: «κάτω από τα έκπληκτα μάτια μας, η δόκιμη όπως είχε φανεί σε πρώτη όψη πεζογραφία των δύο πρώτων στροφών μετατρέπεται σε ποίηση, μ’ έντονη δραματική ποιότητα κι ολόκληρο το κείμενο γίνεται τώρα ολόγυμνος σκελετός μιας άγραφτης κι όμως γνωστής πια τραγωδίας». Γράφει ο ποιητής: «Με λόγια με φυσιογνωμία και με τρόπους / μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία».

Μολονότι η εργασία του επέτρεπε να έχει χρόνο για μελέτη και δημιουργία, τη βλέπει ωστόσο σαν ένα αδιέξοδο: «Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί». Τα χρήματα που κερδίζει δεν είναι αρκετά και μέχρι το 1899 τον βοηθά η μητέρα του. Στην ανάγκη του αυτή να εργαστεί στηρίζεται και το ποίημα Η Σατραπεία, 1910: «Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος / για τα ωραία και μεγάλα έργα / η άδικη αυτή σου τύχη πάντα / ενθάρρυνσι κ’  επιτυχία να σε αρνείται· / …/ και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια./ Και συ τα δέχεσαι με απελπισία / αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις./ Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει· / τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, / τα δύσκολα και τα’ ανεκτίμητα Εύγε·/  την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους. / Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης, / αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία· / και ζωή χωρίς αυτά θα κάμει.»

Με το θάνατο της μητέρας του σταματά το μικρό επίδομα που εκείνη του παρείχε. Αισθάνεται ότι μεταφέρεται  σε ένα κόσμο διαφορετικό εκείνου στον οποίο μεγάλωσε.  Στο δικό του περιβάλλον η γνώση εξιδανικεύεται αντίθετα με την αντίληψη της κατώτερης κοινωνικής τάξης που διογκώνεται στην Αλεξάνδρεια στο τέλος του 19ου αι. Στο ποίημα του Τείχη  (1897), απολογείται για την απομόνωσή του από το περιβάλλον του,  με δραματική απλότητα. Διαμαρτύρεται και ταυτόχρονα ομολογεί την αδυναμία του να αλλάξει αυτή την κατάσταση: «Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ / …. Τον νου μου τρώγει αυτή η τύχη / διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. / Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

Ο Καβάφης διχάζεται, δεν συμβιβάζεται με την ανάγκη του για εργασία ούτε την κοινωνική-οικονομική του πτώση. Προσπαθεί να σταθεί στο ύψος της οικογενείας του όταν είχε την οικονομική άνεση. Θέλει να διατηρήσει τον τίτλο του ανθρώπου που ανήκει στην υψηλή κοινωνική στάθμη της ελληνικής παροικίας. Καλλιεργεί την τέχνη του και μελετά. Προσπαθεί επίσης να εργαστεί παράλληλα και ως μεσίτης. Τώρα πλέον αποδέχεται ότι ο χρήμα  φτιάχνει την τάξη. Και να που ο Καβάφης κατασταλάζει στη δική του Ιθάκη, στη θέση που τραγικοποιεί  στο ποίημά του Μονοτονία (1908): «Την μια μονότονην ημέρα άλλη / μονότονη απαράλλακτη ακολουθεί / … / Και καταντά το αύριο σαν αύριο να η μοιάζει»[15].

kavafi1a2Ποίηση και σεξουαλισμός: Στην ποίηση του Καβάφη, φράσεις όπως «θυμήσου σώμα» δείχνουν ανάμνηση ηδονής, αλλά δεν είναι εύκολο ν’ αποδειχτεί ότι δηλώνουν σεξουαλική ηδονή.  Πιστεύεται ότι ο Καβάφης κατέχεται από το πρόβλημα του αλκοολισμού[16].  Κατ’ άλλους υποστηρίζεται  η ομοφυλοφιλία του. Τα ποιήματά του ως το 1911 δείχνουν ομαλό ερωτισμό.  Ίσως πάλι, η φερόμενη ερωτική ανορθοδοξία του Καβάφη, όπως αυτή πηγάζει  από την ερωτική ποίησή του να είναι φαινομενική.  Ίσως τα ποιήματά του να απηχούν σκέψεις, επιθυμίες και πράξεις ομοφύλων της εποχής του, που δεν κρύβονταν. Θα μπορούσε άραγε ν’ αποκλειστεί η περίπτωση έκφρασης Πλατωνικού έρωτα; Στο ποίημά του: Μέρες του 1896 που μιλά στο πρώτο πρόσωπο, σημαίνει ότι είναι ομοφυλόφιλος, ή μήπως μιλά για τον αδερφό του Παύλο, που ήταν ανεπιφύλακτα ομοφυλόφιλος. Υπάρχουν ωστόσο τα ποιήματα του Καβάφη  με την ισχυρή συχνά απήχηση της έντονης ερωτικής σχέσης, και την εξ  αυτής προερχόμενη ηδονή,  παρόμοια όπως στους στίχους του παραπάνω, ποιήματος, όπου αναπολεί το παρελθόν: «μια ερωτική ροπή του / λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη /  (έμφυτη μολοντούτο), υπήρξεν η αιτία». Παρόμοιο με ετούτο το ποίημα είναι και το γεμάτο ερωτισμό και νοσταλγία : Μέρες του 1901.   Το ποίημα Μέρες του 1909, ’10 και ’11, διακρίνεται για τη θλίψη αλλοτινών δυσοίωνων ημερών στην Αλεξάνδρεια και η φθορά αδύνατου οικονομικά, νέου μετανάστη,  τον οποίον αποκαλεί «περικαλλή».

Στο ποίημα  Che feceil grand rifiuto (1901), διακρίνεται ένας ενδοιασμός στη  γνώμη του για το περιβάλλον στην Ελλάδα και για την απόφασή του να ζήσει μακριά της: «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα / που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι /  να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει / έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα / πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του. / Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει.  Αν ρωτιούνταν πάλι, / όχι θα ξανάλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει / εκείνο τα’ όχι –το σωστό- εις όλην την ζωή του». Στην επανάσταση του 1897 πολλοί νέοι από την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας, έτρεξαν να συνδράμουν εθελοντικά.  Την ίδια εποχή η οικογένεια Καβάφη έρχεται στο Παρίσι. Το 1912 έχει ακόμη μία ευκαιρία να δείξει και πρακτικά, τα πατριωτικά του αισθήματα.  Αυτή τη φορά ωστόσο έχει την ηλικία ως θετική δικαιολογία.  Είναι πενήντα χρονών. Ο Καβάφης, όπως ενωρίτερα ο Δ. Σολωμός, και όπως αργότερα ο Ν. Καζαντζάκης, κλεισμένος στα «τείχη του», πιστεύει στη δύναμη της  πένας του και προσκολλημένος στο δικό του κόσμο της δημιουργικότητας, δε θεωρεί το όχι στη συμμετοχή τους, ως σημαδι δειλίας, απεναντίας  ως ένδειξη πεποίθησης,  ότι ένας εθνικός προβληματισμός ή ένας πόλεμος,  μπορεί να τακτοποιηθεί και με άλλους τρόπους, πέρα από τη θανατηφόρα εμπλοκή του πολέμου.   Ίσως πιστεύει στη δύναμη της ποίησης όταν ετούτη χρησιμοποιείται ως όργανο για την ενδυνάμωση του ηθικού των αγωνιζομένων, με την παραίνεση. Με τους στίχους του, παραινεί, επισημαίνει, προειδοποιεί το περιβάλλον του, το οποίο ασυνείδητα παρασύρεται από την κραιπάλη  και τα οικονομικά συμφέροντα, πατώντας πάνω σε ανθρώπινα σώματα παρόμοια όπως συμβαίνει με την ψυχρή και υπολογιστική, αγγλική πολιτική εκμετάλλευσης. Η Αγγλία κατέσκαψε τα θεμέλια των πάσης φύσης δομών του κράτους της Αιγύπτου, ως η δήθεν αδικημένη δανείστριά  του. Ένα παραμένει βέβαιο: η απομόνωση του ποιητή[17] ενθαρρύνει τον «δαίμονα» της ποιητικής δημιουργικότητας μέσα του, σύμφωνα με τον Σωκράτη.  Παράλληλα μέσα από ετούτη την απομόνωση  αναδύεται ένας υπεροπτικός κάποτε Καβάφης, για πράγματα ή φαινόμενα που ο ίδιος δεν έζησε πιθανόν. Φαίνεται κάτι να κρύβει πίσω από τις προσποιητές του ομολογίες[18], όπως στο ποίημά του: Επήγα (1913). «… / κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς / που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.» Κρύβει όμως κάτι τελικά;

kavafi1a2Εθισμός στην αγγλική νοοτροπία: Η ιδεολογία του Καβάφη εκφρασμένη σε τυπική, ψυχρή γλώσσα, κάποτε συνοδευόμενη από αρχαϊκά στοιχεία παρουσιάζει πάθη, με είδος συγκρατημένης κομψότητας όπως απαιτεί η αγγλική νοοτροπία. «Η γοητεία της ψυχρής αυτής γλώσσας… κυβερνάει περίτεχνα τα πάθη[19]», λέει ο Δημαράς. Παραμένει ωστόσο ο ευαίσθητος, ανθρωπιστής ποιητής με ικανότητες ψυχολόγου, όταν περιγράφει τον Αιγύπτιο, τον άνθρωπο του λαού, του οποίου παρουσιάζεται να συμμερίζεται τα πάθη[20] «Διότι ο Αιγύπτιος και εις το πανηγύρι / διατηρεί τη σοβαρότητά του˙ / μ’ άνθη κοσμεί το φέσι του˙ αλλά το πρόσωπό του είν’ απλανές… /…  κέφι πολύ έχ’ εις τον λογισμόν του / ολίγιστον εις τα κινήματά του.»

Τελικά ο ποιητής υιοθετεί τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι βλέπουν τα πράγματα.  Ειρωνεύεται  με τραγικότητα τα ιδεώδη τα οποία τον είχαν πληγώσει στο παρελθόν, και διακρίνεται η αποδοχή του για την αλλαγή όπως στο ποίημά του, Περιμένοντας τους βαρβάρους (1904): «… / ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν / … / κι είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν». Ο Δημηρούλης[21] συνδέει το συγκεκριμένο ποίημα του Καβάφη, με το ποίημά του Οι εχθροί. Στο ποίημα ετούτο ειδοποιεί ότι οι εχθροί που θα έρθουν θα συναντήσουν μόνο τα ανυπεράσπιστα κείμενα και μια αφερέγγυα υπογραφή:  «… / όσα εμείς παραστήσαμε ωραία και σωστά / θα τα’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά. / τα ίδια ξαναλέγοντας αλλοιώς (χωρίς μεγάλο κόπο / καθώς κι εμείς τα λόγια τα παληά είπαμε μ’ άλλο τρόπο.»  «Αλλά οι εχθροί δεν είναι άλλοι από τους «βαρβάρους» που η πλήττουσα αγορά των αναγνώσεων προσδοκεί «σαν  «μια κάποια λύσι»…» τονίζει ο Δημηρούλης.

Ο Καβάφης αφήνεται τελικά στο ρέμα της εποχής του κρατώντας ωστόσο μαζί του τη συνεχή άρνηση της επικαιρότητας, τη νοσταλγία του, τη μαγεία του απόντος, τη μεταφορά, το μυστικό, το κρυφό που αποτελούν τα περίφημα καβαφικά στοιχεία. Συστάδην  αποκαλύπτουν τον διχασμό του. Η ψυχή του ανήκει σε έναν άλλο κόσμο στον δικό του, τον ιδανικό και όχι σε εκείνον που τον περιβάλλει ολοζώντανος.

Το 1922 ο Καβάφης αφήνει τη εργασία του στις ‘Αρδεύσεις’ συγκεντρώνεται στη μελέτη και στην ποίηση. Είναι εξήντα ετών και τριάντα χρόνια ενωρίτερα είχε πει στο ποίημά του Κεριά: «Δεν θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των. / … / εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά…» Πολύ ανθρώπινη η ομολογία του που αφορά το φόβο του για το γήρας. Ακόμη και στα τριάντα τρία χρόνια του όταν είχε γράψει το ποίημα  Κεριά, διακρίνει ο αναγνώστης την απογοήτευση και τις τύψεις του Καβάφη, για τα χρόνια που άφησε και γλίστρησαν χωρίς τη δημιουργικότητα που ονειρευόταν. Τώρα όμως έχοντας αφήσει τις ‘Αρδεύσεις’, έχει την ευκαιρία και τον χρόνο να αφοσιωθεί στην ποίηση, που την αποκαλεί «του γήρατος». Τα πιστεύω του έχουν χαλαρώσει, με τη σοφία της ηλικίας του, φαινόμενο που απαντά σε πολλούς ποιητές στην ίδια περίοδο της ζωής τους, όπως για παράδειγμα συνέβη και με τον Γ. Ρίτσο,  σε σχέση με τις πολιτικές του αντιλήψεις. Ο Καβάφης αποδέχεται τις συνθήκες της ζωής στην εποχή του, συμβιβάζεται επομένως με τον διχασμό του και την πρώην απαλλοτρίωση από τα κατεστημένα. «Με μάτι οξύ και κάποτε οδυνηρά ρεαλιστικό, ο Καβάφης απορρίπτει αποδέχεται, επιδοκιμάζει και κυρίως ειρωνεύεται προβάλλοντας τις εκτιμήσεις του σε τόπο και χρόνο ιστορικό για να φωτίσει ανθρώπινες εμπειρίες» λέει στοχαστικά η Π. Κόκκορη[22] και δίνει μία ωραία σειρά από ποιήματα του Καβάφη, με κύριο θέμα τον Έλληνα της διασποράς, τη σχέση της παροικίας με την Μητρόπολη και τανάπαλιν. Σε άλλα, η ειρωνεία που χαρακτηρίζει τον Καβάφη είναι εμφανής.

kavafi1a2Συμπεράσματα: Ο άνθρωπος που αγάπησε την Ελλάδα από μακριά[23] (παρόμοια όπως πολλοί άλλοι ποιητές  και ανάμεσά τους και ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας, Δ. Σολωμός), και έσκυψε στα προβλήματα του Έλληνα μετανάστη, o μεγαλοαστός, ως το τέλος, ο χριστιανός, ο άνθρωπος ο ελληνιστής, ο ψυχολόγος, ο Καβάφης, παρέμεινε το αίνιγμα και το μεγάλο ερώτημα για πολλούς. ‘Όλα τα μέσα που χρησιμοποίησε, η υπεκφυγή, η συνεχής άρνηση του επίκαιρου, η νοσταλγία του απόντος, η ορατικότητα, η μεταφορά, το κρυφό, και όλα ετούτα τα στοιχεία τυλιγμένα από μία ανεπαίσθητη σχεδόν δραματική ειρωνεία, αρωγός στην έκφραση του διχασμού, αποκαλύπτουν την τόλμη και την ιδιοφυία του Καβάφη  ως προς την γνωστοποίηση διαχρονικά ότι ο διχασμός δεν είναι ατομικός αλλά ανθρώπινα οικουμενικός[24].

kavafi1a

Βιβλιογραφία

  • Δημαράς Κ. Θ. , Ιστορία  της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 3η έκδοση, ΙΚΑΡΟΣ, 1964.
  • Δημηρούλης Δημήτρης, Το φάντασμα της Θεωρίας, λογοτεχνία, κριτική, ιστορία, Πλέθρον, Αθήνα 1993.
  • Καβάφης Κ.Π., Τα ποήματα, Α’. 1913-1933, Β’ 1897-1918, Νέα έκδοση του Γ.Π.Σαββίδη, ΙΚΑΡΟΣ.
  • Καβάφης Κ.Π., Ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, Εξάρχεια.
  • Καβάφης Κ.Π., Κριτικές Μελέτες, Παρουσίαση Γιώργου Πικρού, Εκδόσεις Νέος Σταθμός.
  • Καβάφης Κ.Π., Τα ποιήματα, Α. 1913-1933 , Β. 1897-1918, Νέα Έκδοση του Γ.Π. Σαββίδη, ΙΚΑΡΟΣ .
  • Καρακάσης Σταύρος, Ο Καβάφης, Μελέτη, Δίφρος, Αθήνα 1963.
  • Κόκκορη Πατρίσια,  Journal of Modern Greek Studies in Australia and New Zealand,Vol.I. p. 107.
  • Στεφάνου Λύντια, Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, (Έλληνες Συγγραφείς,  Κάλβος) 1981.
  • Τσίρκας Στρατής, Ο Καβάφης και η εποχή του, Δεύτερη έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1971 .


[1] Ο Καβάφης έζησε την περίοδο , 1863-1933.  Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια  στην οδό Σερίφ.  Η οικογένεια καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και έζησαν εκεί ως το 1840. Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, σσ. 7-10
[2] Οι δοθείσες χρονολογίες σε ετούτη την παράγραφο προέρχονται από το βιβλίο του Σ. Τσίρκα, Ο Καβάφης και η εποχή του, Δεύτερη έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1971. Απαντούν επίσης στο έργο του Κ.Θ. Δημαρά, στο έργο του: Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 3η έκδοση, ΙΚΑΡΟΣ, 1964.
[3] Ο Ισμαήλ (Ismail governed Egypt between the yrs. 1863-1879), ηγεμόνας με όραμα, είχε τα δικά του όνειρα για μία Αίγυπτο σύμφωνα με το μοντέλο της σύγχρονης Ευρώπης, παρόμοια όπως ο παππούς του Mohamed Ali. Όμως οι χειρισμοί του προς ετούτη την κατεύθυνση συνετέλεσαν στην πτώχευση του κράτους  και το 1877 ο Ισμαήλ αδυνατούσε πλέον να πληρώνει τους τόκους των χρεών της χώρας του και αναγκάστηκε  να πουλήσει τις μετοχές της Αιγύπτου στο Σουέζ, στην Βρετανική κυβέρνηση. Τον ακόλουθο χρόνο  σχηματίστηκε από τους πιστωτές του Ισμαήλ όργανο  με το όνομα Caisse de la Dette Public για τη διαχείριση των οικονομικών της χώρας και συμπεριλάμβανε στους κόλπους του, τους κυρίους δανειστές της χώρας. Παράλληλα δημιουργήθηκε ένας άλλο σώμα  από τους Άγγλους και τους Γάλλους,  με στόχο τον έλεγχο των εσόδων και των εξόδων της χώρας. Αποτέλεσμα ετούτων των γεγονότων ανάγκασαν τον Ισμαήλ το 1878, να αποδεχτεί  την ‘εισβολή’ της Αγγλίας και της Γαλλίας   σε υπουργεία κλειδιά, της κυβέρνησής του. Ετούτη, η ‘ευρωπαϊκή’ πλέον κυβέρνηση, με τη διαχείρισή της  έγειρε τη δυσαρέσκεια στους αρχηγούς του Αιγυπτιακού Στρατού και ετούτο συνετέλεσε με τη σειρά του στη σύσταση  εθνικού  συνόλου, με το όνομα Al-Hezb Al-Watani, το 1879.   Αυτό το σημαντικό γεγονός  ώθησε τον Ισμαήλ να διαλύσει το Ευρωπαϊκό κυβερνητικό συμβούλιο τον Απρίλιο του 1879. Οι Ευρωπαίοι με τη σειρά τους, απαντώντας σε ετούτη την κίνηση του Ισμαήλ, άσκησαν πίεση στον Σουλτάνο των Οθωμανών να καθαιρέσει τον Ισμαήλ γεγονός που έλαβε χώρα τελικά, τον Ιούνιο του 1879. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Tawfik, με λιγότερες ικανότητες από τον Ισμαήλ που απεβίωσε εξόριστος στην Κωνσταντινούπολη, το 1895, www.youregypt.com/ehistory/history/mohamedali/ismail/.
[4] Ο Γεώργιος Φωτιάδης αποβιώνει αργότερα το 1896.
[5] Ο Στρατής Τσίρκας, παρέχει την πληροφορία ετούτη από το περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 501, Μάιος 1948, σς.622-629.) στο βιβλίο του, Ο Καβάφης και η εποχή του, ο. π.
[6] «Φανατικός Εθνικόφρων» θα χαρακτηριστεί  ο Καβάφης από τον  Κ.Θ. Δημαρά, στο βιβλίο του, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σ. 457.
[7] Οι τίτλος πρωτοκλασάτος, δευτεροκλασάτος, προέρχονται από το βιβλίο του Στρ. Τσίρκα , Ο Καβάφης και η εποχή του ο. π.
[8] Το ποίημα του Καβάφη Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες  το 1922, εκφράζει με επιγραμματικό ύφος,  την πίστη στο Γένος και παράλληλα την ανησυχία του για τον ξεπεσμό των Ελλήνων της εποχής του. Συγκρίνει ετούτον τον ξεπεσμό με τον αντίστοιχο της εποχής για την οποία γράφει ετούτο το επίγραμμα. Ο ξεπεσμός των Ελλήνων  της εποχής του οδήγησε την Ελλάδα στην καταστροφή του 1922, Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ. 466.
[9] Σταύρος Καρακάσης, Ο Καβάφης, Μελέτη, Δίφρος 1963, Αθήνα.
[10] Στρατής Τσίρκας, Ο καβάφης και η εποχή του, ο. π., σ. 141.
[11] Ο Δημαράς, λέει για τον Καβάφη: «…βαθύτατα ανθρωπιστής  στέκει εμπρός στον άνθρωπο με διάθεση κάθε άλλο παρά ειρωνική» , Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», ο. π., σ. 465.
[12] Ο Κ. Δημαράς κατατάσσει τα ποιήματα του Καβάφη ως εξής: «…διαπιστώνομε την ύπαρξη τριών ομάδων: είναι τα φιλοσοφικά ή «της σκέψεως», τα ιστορικά, και τα «ηδονικά ή αισθησιακά»,  Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ. 459.
[13] Αυτή είναι η άποψη του Σ. Τσίρκα στο βιβλίο του Ο Καβάφης και η εποχή του. Σύμφωνα με τον Δημαρά, ο Καβάφης που στο ποίημά του Θερμοπύλες,  τιμά τους ήρωες, χωρίς ωστόσο να περιφρονεί εκείνους που από ‘ανεμελιά’ καταστρέφουν τη ζωή τους, χαρακτηρίζεται ως «βαθύτατα ανθρωπιστής»,  Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ.465.  Και ο Ξενόπουλος γράφει: «Αυτός ο ορισμός του ανώτερου ανθρώπου, του ευσταθούς  μετά συγκαταβάσεως και του δικαίου μετ’ επιεικείας, ο οποίος γνωρίζει ότι θα νικηθεί εις τον αγώνα της ζωής και μολοντούτο επιμένει εις το καθήκον…»,,  Σταύρος Καρακάσης, Ο Καβάφης, Δίφρος, 1963, Αθήνα.
[14] Λύντια Στεφάνου, Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, , 1981, Έλληνες Συγγραφείς, εκδόσεις Κάλβος, σ. 84.
[15] Το δραματικό στοιχείο είναι βασικό στην ποίηση του Καβάφη, και μέτρο της είναι ο ίαμβος , το μέτρο της πρόζας. «Δεν πρόκειται περί της τύχης της μοίρας της  ανθρωπότητος, αλλά περί της τύχης και μοίρας μερικών ανθρώπων» λέει ο Καβάφης  για την έμπνευση μερικών ποιημάτων του ή ακόμα «ο ποιητής βεβαίως δεν αντιμετωπίζει γενικότητας εις το εν λόγω ποίημα αλλά μερικότητα», Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ. 462.  
[16] Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, ο.π., σ. 297.
[17] Ο Καβάφης δεν αποτελεί μεμονωμένο παράδειγμα στο βωμό της δημιουργικότητας.  Η δημιουργία δεν αρκείται στα στάδια της σύλληψης, εστιάζεται κυρίως την ικανότητα ενός, να δοθεί σε ετούτη, ψυχή τε και σώματι, παρόμοια όπως έγινε και με τον Καζαντζάκη, τον μοναχό στο μοναστήρι της εθελοντικής του απομόνωσης.
[18] «στοιχείο υπεροπτικό» , Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ. 462.
[19] Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ο. π., σ. 465.
[20] Η Λύντια Στεφάνου μιλά για «συνειδητοποιημένη δραματοποιία», Λύντια Στεφάνου, Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης , ο. π. σ. 79.
[21] Δ.Δημηρούλης, Το φάντασμα της θεωρίας, Λογοτεχνία, Κριτική Ιστορία,  Πλέθρον, Αθήνα, 1993, σ. 175.
[22] Πατρίσια Κόκκορη, Journal of Modern Greek Studies in Australia and New Zealand, Vol. I , p.  107.
[23] Ο Καβάφης φαίνεται ότι επισκέφθηκε την Αθήνα για πρώτη φορά,  και για πολύ λίγο, κατά την περίοδο 1900-1901. Την επισκέπτεται ξανά ύστερα από τριάντα χρόνια, καθώς είχε αρρωστήσει από καρκίνο του λάρυγγα, εξ αιτίας του  οποίου αποβιώνει ένα χρόνο αργότερα,  στις 29, Απριλίου 1933, Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, Παρουσίαση Γιώργη Πικρού, Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου, σσ. 7-10.
[24] Όπως είπε ο Βάρναλης, «Η  ποίηση του Καβάφη… έχει το προσόν της καθολικότητα.  Δεν είναι το δράμα ενός ατομικού ήρωα παρά ολάκερης της ανθρωπότητας.», Σταύρος Καρακάσης, Ο  Καβάφης , Μελέτη,  Δίφρος 1963, Αθήνα.